Legislator Case Law & Legislation
137/2019 AI generated

137/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 137/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

137/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επιπλέον με τη διάταξη του άρθρου 82 § 1 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "για κάθε σύμβαση του Δημοσίου που συνεπάγεται έσοδο ή δαπάνη αυτού, αν δεν ορίζεται διαφορετικά με ειδική διάταξη, προηγείται η προβλεπόμενη από τις περίπτωση ισχύουσες διατάξεις διαδικασία του ανοικτού ή κλειστού διαγωνισμού. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η σύναψη συμβάσεων προμήθειας προϊόντων, υπηρεσιών ή εκτέλεσης έργων με συνοπτική διαδικασία ή διαπραγμάτευση".

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 137 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 137/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου - Εισηγητή και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία ... Α.Ε. και τον διακριτικό τίτλο ... S.A., που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Άννα Ζουρνατζή.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα και το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Νικολέττα Μπελίτση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-6-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4664/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1075/2016 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-8-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 80 του ν. 2362/1995 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", όπως ίσχυε πριν τη κατάργησή του με το ν.4270/2014, για το κύρος συμβάσεως του Δημοσίου με αντικείμενο αξίας μεγαλύτερης των 400.000 δραχμών ή που γεννά διαρκή υποχρέωση αυτού, απαιτείται η κατάρτισή της να γίνει με ιδιωτικό τουλάχιστον έγγραφο, το ανωτέρω ποσό δε δύναται να τροποποιείται με απόφαση του υπουργού οικονομικών (ήδη από 1ης Ιανουαρίου 2002 αναπροσαρμόσθηκε σε 2.500 ευρώ με την ΥΑ 2/59649/0026/2001, ΦΕΚ Β 1427/ 22.10.2001).

Επί συμβάσεως η αποδοχή της προτάσεως δύναται να γίνει και με χωριστό έγγραφο, η υπό του αντισυμβαλλομένου όμως του Δημοσίου εκπλήρωση της παροχής του αίρει την εκ της ελλείψεως του γραπτού τύπου της αποδοχής ακυρότητα της συμβάσεως. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, που απαιτείται για τις καταρτιζόμενες για λογαριασμό του Δημοσίου ως άνω συμβάσεις, είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, γι' αυτό και η έλλειψη του καθιστά κατά τα άρθρα 158 και 159 § 1ΑΚ άκυρη τη σύμβαση και, συνεπώς, θεωρούμενη κατά το άρθρο 180 ΑΚ ως μη γενόμενη, αίρεται δε η ακυρότητα σε περίπτωση εκτέλεσης της σύμβασης, μόνο όταν για τη σύμβαση προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση, χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (ΟλΑΠ 862/1984, ΑΠ 766/2014, ΑΠ 1442/2014, ΑΠ 1160/2013).

Επιπλέον με τη διάταξη του άρθρου 82 § 1 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι "για κάθε σύμβαση του Δημοσίου που συνεπάγεται έσοδο ή δαπάνη αυτού, αν δεν ορίζεται διαφορετικά με ειδική διάταξη, προηγείται η προβλεπόμενη από τις περίπτωση ισχύουσες διατάξεις διαδικασία του ανοικτού ή κλειστού διαγωνισμού. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται η σύναψη συμβάσεων προμήθειας προϊόντων, υπηρεσιών ή εκτέλεσης έργων με συνοπτική διαδικασία ή διαπραγμάτευση".

Με το άρθρο 83 § 1 του ν. 2362/1995 ορίζεται ότι επιτρέπεται η με απευθείας ανάθεση σύναψη συμβάσεως προμηθείας προϊόντων, παροχής υπηρεσιών ή εκτελέσεως έργων για ετήσια δαπάνη μέχρι του ποσού των 1.500.000 δραχμών, μεταξύ του 1.500.000 δραχμών έως 4.000.000 δραχμών απαιτείται διαγωνισμός με συνοπτική διαδικασία (πρόχειρος), διενεργούμενος από τριμελή επιτροπή και άνω του ύψους των 4.000.000 δραχμών απαιτείται σύναψη συμβάσεως γιά προμήθεια προϊόντων, παροχή υπηρεσιών ή εκτέλεση έργων κατόπιν διενεργείας τακτικού διαγωνισμού (ανοικτού ή κλειστού) και ότι τα ως άνω χρηματικά όρια δύνανται να αναπροσαρμόζονται δι' αποφάσεως του υπουργού οικονομικών (πράγματι τα ως άνω χρηματικά όρια, συμπεριλαμβανομένου και του φόρου προστιθεμένης αξίας, αναπροσαρμόσθηκαν από 1ης Ιανουαρίου 2002, δυνάμει των άρθρων 1 και 2 της ΥΑ 2/45564/0026/2001 του Υπουργού Οικονομικών, στα εξής κλιμάκια:

μέχρι 15.000 ευρώ, από 15.000 έως 45.000 ευρώ και από 45.000 ευρώ και άνω, αντίστοιχα, για καθεμία των ως άνω περιπτώσεων). Τέλος, με το άρθρο 85 του αυτού νόμου ορίζεται ότι "η καθ' οιονδήποτε τρόπο παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 79 έως και 84 του παρόντος νόμου επάγεται την απόλυτη ακυρότητα της συμβάσεως". Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, δηλ.

αν το δικαστήριο της ουσίας, απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Στην κρινόμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι, το αίτημα της αγωγής να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει στην ενάγουσα εταιρία το συνολικό ποσό των 72.845,70 ευρώ από την παροχή υπηρεσιών και την πώληση αεροπορικών εισιτηρίων δεν είναι νόμιμο, ως προς τις διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίσθηκαν μεταξύ τους και υπερβαίνουν το ποσό των 2.500 ευρώ, δεδομένου ότι δεν έχει τηρηθεί γι' αυτές ο έγγραφος τύπος, με συνέπεια να είναι άκυρες, ενώ εξ άλλου αυτές δεν είχαν υποβληθεί στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου ούτε για την πρόταση, ούτε για την αποδοχή τους και δεν έχει προηγηθεί στην προκείμενη περίπτωση ιδιωτικό έγγραφο για την πρόταση.

Η δε έκδοση δε των τιμολογίων και λοιπών παραστατικών, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, δεν δύναται να θεωρηθεί έγγραφη πρόταση, οπότε θα μπορούσε να αρθεί η ακυρότητα από τη μη τήρηση του τύπου της έγγραφης αποδοχής, εφόσον το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο εκπλήρωνε τις εν λόγω συμβάσεις. Επίσης έκρινε ότι δεν είναι νόμιμη η αγωγή και κατά το μέρος της που επικαλείται τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων για τα έτη 2006 και 2007, οι οποίες στο σύνολό τους υπερέβαιναν ετησίως το ποσό των 15.000 ευρώ, διότι γι' αυτές δεν αρκούσε η σύναψη με απευθείας ανάθεση, αλλά έπρεπε να προηγηθεί πρόχειρος διαγωνισμός διενεργούμενος από τριμελή επιτροπή.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, απορρίπτοντας την αγωγή κατά τα μέρη αυτά, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προπαρατεθείσες διατάξεις και επομένως ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλεται αντίθετος ισχυρισμός από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κρίνεται αβάσιμος.

Απορριπτέος επίσης, ως ερειδόμενος σε ανακριβή προϋπόθεση, είναι και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η από τον αρ. 14 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια της μη κηρύξεως απαραδέκτου του υποβληθέντος για πρώτη φορά με το εφετήριο από το εκκαλούν Ελλ. Δημόσιο ισχυρισμού, ότι δηλ. δεν επρόκειτο για μεμονωμένες συμβάσεις και ανεξάρτητες αλλήλων συναλλαγές αλλά για διαδοχικές συμβάσεις.

Και τούτο διότι δεν επρόκειτο για αυτοτελή ισχυρισμό, τον οποίο θα εμποδιζόταν (κατ' άρθρο 527 ΚΠολΔ) να προβάλει το εκκαλούν, το δε δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν ασχολήθηκε μ' αυτόν αλλά, εκτιμώντας -ως όφειλε- το αγωγικό δικόγραφο και διαπιστώνοντας τη νομική αβασιμότητα του σχετικού κονδυλίου, το απέρριψε.

Επειδή ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή των γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, έτσι ώστε από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους να μην μπορεί να διαγνωστεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς.

Προϋποθέτει δηλαδή ο λόγος αυτός αναιρέσεως ότι το δικαστήριο της ουσίας, ύστερα από ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ), δέχτηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμους τους αγωγικούς ή άλλους ουσιώδεις ισχυρισμούς ή απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμους τέτοιους ισχυρισμούς. Τυχόν σφάλμα της αποφάσεως, συνδεόμενο με την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής ή των προτάσεων (αναφορικά με περιεχόμενη σ' αυτές ένσταση κ.λ.π.) οπωσδήποτε δεν ελέγχεται ως πλημμέλεια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ.

Επομένως ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη οριστική απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, επειδή, κατά την αναιρεσείουσα, η απόφαση αυτή δεν διέλαβε αιτιολογίες αναφορικά με το πώς χαρακτήρισε τις εν λόγω συμβάσεις ως διαδοχικές εντός του οικείου οικονομικού έτους, με αποτέλεσμα να τις θεωρεί ως άκυρες λόγω μη τηρήσεως του απαιτούμενου τύπου, ενώ στην ένδικη αγωγή της τις παρουσιάζει ως μεμονωμένες και αιτείται όσα αναφέρονται στην πρώτη σκέψη της παρούσας αποφάσεως (άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, προεχόντως, διότι τυχόν σφάλμα της αποφάσεως συνδεόμενο με την εκτίμηση του περιεχομένου της ένδικης αγωγής δεν ελέγχεται ως πλημμέλεια της εν λόγω διατάξεως (ΑΠ 780/2017, ΑΠ 784/2001).

Κατόπιν τούτων θα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να διαταχθεί κατ' άρθρ. 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται λόγω μη υποβολής σχετικού αιτήματος εκ μέρους του Δημοσίου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8 Αυγούστου 2017 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1075/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2018 .

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

και τούτου αποχωρήσαντος από την υπηρεσία ο νυν Αντιπρόεδρος του Α2 τμήματος του Αρείου Πάγου

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ