Legislator Case Law & Legislation
137/2017 AI generated

137/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 137/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 137 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Legislator headnote

AI generated

137/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 137 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Keywords

AI generated
official change of surname death of spouse likelihood of name confusion determination of legal heir appointment of estate representative anonymisation of party names
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 137 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 137/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Νικήτα Χριστόπουλο, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Σ. του Γ., κατοίκου ..., ως μοναδικής εξ αδιαθέτου κληρονόμου και καθολικής διαδόχου της αποβιωσάσης αρχικής διαδίκου Ε. χας Ά. Ν., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Αγγελόπουλο, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 2)Δ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., 3)Ε. συζ. Γ. Λ., το γένος Μ. Γ., κατοίκου ..., 4)Ό. Τ., το γένος Ι. Τ., κατοίκου .... Οι 1ος, 2ος, 4η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ανδρέα Παπαπετρόπουλο, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Η 3η δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-20010 αγωγή της αρχικής διαδίκου Ε. χας Ά. Ν., δικαιοπαρόχου της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3763/2012 οριστική, του ιδίου Δικαστηρίου, 2989/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα, με την από 22-12-2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικήτας Χριστόπουλος, ανέγνωσε την από 26-1-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2 και 4, 576 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ` αυτή, κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως, ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτηση την επέσπευσε εγκύρως ο απολιπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδονται τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της αυτή, κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση. Στην προκείμενη περίπτωση από τη με αριθμό .../9-7-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς Κ. Κ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, επισπεύτηκε με δική της φροντίδα, η οποίο προς το σκοπό αυτό, επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην τρίτη από τους αναιρεσιβλήτους, ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της, στη γραμματεία του δευτεροβάθμιο Δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της ενώπιον αυτού του Τμήματος του Αρείου Πάγου την 4-11-2015, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 3-2-2016 και από εκείνη για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία η εν λόγω αναιρεσίβλητη όφειλε να παραστεί, χωρίς άλλη κλήση, αφού η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο, με δεδομένο ότι είχε κλητευθεί νόμιμα κατά την αρχική δικάσιμο, επέχει θέση κλήτευσης αυτής για τη σημερινή δικάσιμο. Όμως, η τρίτη αναιρεσίβλητη δεν παρέστη στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης αυτού και γι` αυτό πρέπει να δικαστεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτή παρούσα (ΚΠολΔικ 576 παρ.2 ). Με την κρινόμενη αίτηση, προσβάλλεται η 2989/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε ερήμην της τότε τρίτης εφεσίβλητης και ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων και απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την έφεση της αρχικής ενάγουσας Ε. χήρας Ν., η οποία ήδη είχε αποβιώσει την 1-10-2012 και καθολική διάδοχος αυτής είναι η αναιρεσείουσα, κατά της 3763/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία απόφαση είχε απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη, η από 28-8-2001 αγωγή της ως άνω αρχικής ενάγουσας, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί ότι η επαχθείσα σε αυτή κληρονομία με την από 17-3-2003 ιδιόγραφη διαθήκη του συζύγου της δεν βαρύνεται με καταπίστευμα υπέρ των εναγομένων. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔικ 552, 553, 556, 558. 564, 566 παρ. 1). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔικ 577 παρ. 3). Σύμφωνα με το άρθρο 1923 παρ. 1 ΑΚ ο διαθέτης μπορεί να υποχρεώσει τον κληρονόμο να παραδώσει έπειτα από ορισμένο γεγονός ή χρονικό σημείο την κληρονομιά που απέκτησε ή ποσοστό της σε άλλον (καταπιστευματοδόχο). Για τη σύσταση του καταπιστεύματος, όπως προκύπτει από την παραπάνω διάταξη δεν είναι ανάγκη να γίνει χρήση πανηγυρικών φράσεων, ούτε καν της λέξης "καταπίστευμα". Αυτό μπορεί να γίνει και με έμμεση δήλωση του διαθέτη, αρκεί πάντως να προκύπτει από τη διαθήκη η θέληση του διαθέτη, να γίνει κάποιος κληρονόμος του μόνο για ορισμένο διάστημα και μετά κληρονόμος αυτού να γίνει άλλος. Ο καταπιστευματοδόχος είναι κληρονόμος υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία, που πληρώνεται με το θάνατο του διαθέτη, και στην οποία αντιστοιχεί διαλυτική αίρεση ή προθεσμία της αντικατάστασης του αρχικού άμεσα κληρονόμου. Περαιτέρω από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 επ. του Α.Κ. προκύπτει, ότι, προκειμένου να γίνει ερμηνεία διαθήκης, αναζητείται η αληθινή βούληση του διαθέτη χωρίς προσήλωση στις λέξεις, ενώ δεν έχουν εφαρμογή τα κριτήρια του άρθρου 200 ΑΚ, αφού αυτά αναφέρονται σε συμβάσεις και όχι σε μονομερείς δικαιοπραξίες. Προσφυγή σε ερμηνεία της διαθήκης συγχωρείται μόνο, εάν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώσει, έστω και εμμέσως, κενό ή ασάφεια στο περιεχόμενο της διαθήκης. Τόσο η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση του διαθέτη, όσο και η μετά τη διαπίστωση αυτή κρίση για την αληθινή βούληση του διαθέτη, ως κρίσεις αναγόμενες σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκεινται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, στον έλεγχο τον Αρείου Πάγου. Αντίθετα, ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης, για παραβίαση των ανωτέρω ερμηνευτικών κανόνων, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρότι αμέσως ή εμμέσως διαπίστωσε κενό ή ασάφεια στη διαθήκη δεν προσέφυγε σε ερμηνεία της ή, αν και προσέφυγε σε ερμηνεία της, δεν αναζήτησε, ακόμη και λαμβάνοντας στοιχεία εκτός της διαθήκης, την αληθινή βούληση του διαθέτη, κατά την υποκειμενική αυτού άποψη, αλλά ερμήνευσε τη βούληση αυτού όπως αντικειμενικά, κατά την συναλλακτική καλή πίστη, την εκλαμβάνουν οι τρίτοι. Εξάλλου, κατά την έννοια του αριθμού 19 του ιδίου άρθρου, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς. Ειδικότερα, οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται εκ πλαγίου, υπό την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου στερείται νόμιμης βάσης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμού 19 ΚΠολΔικ,, όταν στην απόφασή του δεν διευκρινίζεται αν στη δικαιοπραξία υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια και εντεύθεν ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της και παρά ταύτα εφαρμόζει ή παραλείπει την εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων , που με επίκληση νομίμως προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, δέχθηκε, κατ` ανέλεγκτη κρίση, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: « Την 1-6-2007 απεβίωσε στην Αθήνα, όπου κατοικούσε όσο ζούσε, Ά. Δ. Ν., ηλικίας 76 ετών, συνταξιούχος στρατιωτικός [απόφοιτος στρατιωτικής σχολής] , που ήταν σύζυγος της αρχικώς ενάγουσας Ε. χήρας Ά. Ν. και θείος των εναγομένων. Με την από 17-3-2003 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύτηκε νόμιμα με τα 5556/19-10-2007 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία με τη 2211/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου ο διαθέτης εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο του την αρχική ενάγουσα-σύζυγό του και συγκεκριμένα αναφέρει σε αυτή [διαθήκη] «καθιστώ γενική και αποκλειστική κληρονόμον επί πάσης της κινητής και ακινήτου περιουσίας μου την σύζυγόν μου Ε. Ν.. Η παρούσα διαθήκη μου θα ισχύσει μετά τον θάνατόν μου». Ακολουθεί πρώτο υστερόγραφο με την ίδια ημερομηνία [17-3-2003] , στην πρώτη παράγραφο του οποίου αναφέρει , κατά λέξη : «σε περίπτωση ταυτόχρονου θανάτου εμού και της γυναίκας μου επιθυμώ οι καταθέσεις μου στην Γενική, Εθνική και Αγροτική Τράπεζα να μοιραστούν εξίσου στα ανήψια μου», ενώ στη δεύτερη παράγραφο αναφέρει κατά λέξη: «όσον αφορά την ακίνητη περιουσία μου μετά τον θάνατο και των δυο μας επιθυμώ να διανεμηθεί ως εξής: το 50% του διαμερίσματος ... να περιέλθει στην ανηψιά μου Ε. Λ.-Γ.. Ο άνω όροφος της διωρόφου κατοικίας της οδού ..., να περιέλθει στον ανηψιό μου Α. Σ., ενώ ο κάτω όροφος [ισόγειο] να περιέλθει στον ανηψιό μου Δ. Σ. του Σ.. Τα δυο οικόπεδα στην περιοχή ... ήτοι οικοδομικό τετράγωνο ... να περιέλθουν στην ανηψιά μου Ό. Τ.-Τ., στην οποία να περιέλθει και το οικόπεδο του ..., με όλες τις υποχρεώσεις εξόφλησης των οικοπέδων στους δύο ως άνω οργανισμούς». Στο δεύτερο υστερόγραφο με ημερομηνία 11-3-2007 αναγράφει «Σήμερα 11-3-2007 έχω νέα επιθυμία το οικόπεδο του ... να περιέλθει στην απόλυτη κυριότητα της ανηψιάς μου Ε. Α. Σ. ως γαμήλιο δώρο». Από το συνολικό περιεχόμενο της εν λόγω διαθήκης προκύπτει ότι ο διαθέτης εγκατέστησε γενική κληρονόμο του σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του τη σύζυγό του και αρχική ενάγουσα Ε. Ν.. Με την πρώτη παράγραφο του υστερόγραφου της παραπάνω διαθήκης εγκατέστησε τους εναγομένους - ανηψιούς του, ισομερώς, κληρονόμους σε δήλα πράγματα και συγκεκριμένα στις τραπεζικές καταθέσεις του στις τράπεζες Γενική, Εθνική και Αγροτική, σε περίπτωση του ταυτόχρονου θανάτου αυτού και της συζύγου του [αρχικής ενάγουσας], ενώ με τη δεύτερη παράγραφο του υστερόγραφου της διαθήκης, αναφερόμενος στην ακίνητη περιουσία του και ορίζοντας ότι, μετά το θάνατο αυτού και της συζύγου του, επιθυμεί τα επί μέρους ακίνητά του να περιέλθουν στους εναγομένους καθίσταται σαφές ότι συνέστησε καταπίστευμα υπέρ αυτών [καταπιστευματοδόχων] σε βάρος της κληρονομίας του, που απέκτησε η κληρονόμος του - σύζυγός του [αρχικώς ενάγουσα]. Από την φράση «μετά το θάνατο και των δυο μας» προκύπτει σαφώς ότι η επιθυμία του διαθέτη ήταν , μετά το θάνατό του και ενόσω θα ζούσε η σύζυγός του και θεία των εναγομένων , να περιέλθουν σε αυτή τα ακίνητά του, όμως μετά το θάνατό της να περιέλθουν αυτά [ακίνητα] στους εναγομένους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διαθήκη και συγκεκριμένα το 50% εξ αδιαιρέτου του διαμερίσματος ... να περιέλθει στην τρίτη εναγομένη-ανηψιά του Ε. Λ., στον πρώτο εναγόμενο ανηψιό του Α. Σ. ο άνω όροφος της διωρόφου κατοικίας της οδού ..., ενώ ο κάτω όροφος [ισόγειο] στον δεύτερο εναγόμενο ανηψιό του Δ. Σ. και τα δυο οικόπεδα στην περιοχή ... ήτοι στο ..., όπως και το οικόπεδο του ... με όλες τις υποχρεώσεις εξόφλησης των οικοπέδων στους δύο ως άνω οργανισμούς στην τέταρτη εναγομένη-ανηψιά του Ό. Τ.. Από το σύνολο των διατάξεων της διαθήκης σαφώς προκύπτει, χωρίς να υπάρχει ασάφεια ή ατελής διατύπωση που να χρήζει ερμηνείας, ότι ο διαθέτης επιθυμούσε να διακρίνει την τύχη της κινητής και ακίνητης περιουσίας του, συνδέοντας τη μεν πρώτη με την περίπτωση του ταυτόχρονου θανάτου αυτού και της συζύγου του [αρχικής ενάγουσας], την δε δεύτερη μετά τον θάνατο και των δύο [δηλαδή του ίδιου και της συζύγου του] όχι απαραίτητα ταυτοχρόνως. Εάν επιθυμούσε την αντίστοιχη ρύθμιση και για την ακίνητη περιουσία του, θα συνέχιζε στην ίδια παράγραφο, διανέμοντας απλώς τα ακίνητά του σε καθέναν από τους εναγομένους. Όμως ο διαθέτης, αναφερόμενος στην ακίνητη περιουσία του, αλλάζει παράγραφο, όπου, από τον τρόπο διατύπωσης προκύπτει ότι επιθυμεί να διακρίνει σαφώς την περίπτωση αυτή από την προηγούμενη, διότι χρησιμοποιεί διαφορετική έκφραση για να προσδιορίσει το χρονικό σημείο επαγωγής των κληρονομιαίων ακινήτων στους εναγομένους, δηλαδή δεν επαναλαμβάνει τη φράση «σε περίπτωση ταυτόχρονου θανάτου αυτού και της συζύγου του», αλλά γράφει «μετά τον θάνατο και των δυο μας», το οποίο σημαίνει ότι τα ακίνητα θα περιέλθουν στους εναγομένους, μετά το θάνατο της θείας τους, ο οποίος δεν θα συμπίπτει απαραίτητα με αυτόν του διαθέτη. Εάν ο τελευταίος επιθυμούσε να περιέλθει και η ακίνητη περιουσία του στους εναγομένους μετά τον ταυτόχρονο θάνατο αυτού και της συζύγου του, δεν θα χρειαζόταν να γράψει «μετά τον θάνατο και των δυο μας» στη συγκεκριμένη παράγραφο αλλά θα διατύπωνε την επιθυμία του, όπως προαναφέρθηκε, για τη διανομή των ακινήτων του.

Συνεπώς, με τη δεύτερη παράγραφο του υστερόγραφου της διαθήκης, ο διαθέτης καταλείπει καταπίστευμα υπέρ των εναγομένων, το οποίο βαρύνει την κληρονομία του που απέκτησε η ενάγουσα. Η αληθινή βούληση του διαθέτη που προκύπτει από το κείμενο της διαθήκης, την οποία, εκ περισσού σημειώνεται, όπως θα εκτεθεί παρακάτω, είχε εκφράσει και όσο ζούσε, ήταν, για μεν την κινητή περιουσία του, σε περίπτωση ταυτόχρονου θανάτου αυτού και της συζύγου του, να περιέλθει στους εναγομένους, κατ’ ίσα μέρη, για δε την ακίνητη περιουσία του στους ίδιους ως καταπιστευματοδόχους, οι οποίοι είναι οι εγγύτεροι εξ αίματος συγγενείς του, εκτός βέβαια από την αρχική ενάγουσα- σύζυγό του και μάλιστα οι μεν δύο πρώτοι είναι τέκνα της προαποβιώσασας αδελφής του θανόντος Ε., η τρίτη θυγατέρα της προαποβιώσασας αδελφής του Ι. και η τέταρτη θυγατέρα της μεταποβιωσασας αδελφής του Τ. Οι εναγόμενοι είχαν άριστες σχέσεις με τον διαθέτη-θείο τους, τον οποίο εκτιμούσαν βαθύτατα και αυτός τους περιέβαλε με ενδιαφέρον και αγάπη. Συγκεκριμένα, οι δύο πρώτοι από αυτούς Α. και Δ. Σ., κάθε χρόνο μετέβαιναν στο εξοχικό του στον ... και γιόρταζαν μαζί το Πάσχα . Συχνά ο πρώτος επισκεπτόταν το θείο του στην οικία του στην οδό ... και τον βοηθούσε στη διεκπεραίωση των συναλλαγών του με την Οικονομική Εφορία και τις Τράπεζες. Επανειλημμένα ο θείος τους είχε συζητήσει ότι πρόθεσή του ήταν η εξοχική του κατοικία στον ... να την αφήσει στα εν λόγω ανήψια του. Όταν νοσηλευόταν στο νοσοκομείο ΝΙΜΙΤΣ , διότι είχε αρκετά προβλήματα με την καρδιά του, όλοι οι εναγόμενοι τον επισκέπτονταν τακτικά και του κρατούσαν συντροφιά. Αλλά και οι τρίτη και τέταρτη από τους εναγομένους είχαν πολύ καλές σχέσεις με τον θανόντα. Ο σύζυγος μάλιστα της δεύτερης Η. Τ. ήταν και ο θεράπων γιατρός του στο ΝΙΜΙΤΣ , ο οποίος φρόντιζε για την εισαγωγή του και τη νοσηλεία του στο εν λόγω νοσοκομείο. Το Πάσχα του έτους 2007 ο διαθέτης προσκάλεσε τους τέσσερις εναγομένους και τη μητέρα της τέταρτης - αδελφή του Τ. στην οικία του στον ..., προκειμένου να γιορτάσουν την προαγωγή του στο βαθμό του αντιστρατήγου και, με την ευκαιρία, έδωσε στον καθένα ως δώρο, το ποσό των 2.000 ευρώ. Επανειλημμένα ο διαθέτης-θείος των εναγομένων, παρουσία της αρχικής ενάγουσας-συζύγου του, είχε εκδηλώσει την πρόθεσή του να περιέλθουν τα απαρτίζοντα την περιουσία του ακίνητα στους εναγομένους, όπως ακριβώς καθόρισε στη διαθήκη, την εγκυρότητα της οποίας ουδέποτε είχε αμφισβητήσει η αρχική ενάγουσα και μόνο με την ένδικη αγωγή προέβη σε αμφισβήτηση του περιεχομένου της προκειμένου να απαλλαγεί από την απαγόρευση διάθεσης της ακίνητης κληρονομιαίας περιουσίας , η οποία βαρύνεται με καταπίστευμα, αφού, όπως η ίδια αναφέρει στην αγωγή της, προσπάθησε να εκποιήσει τμήμα αυτής και προσέκρουσε στο περιεχόμενο της διαθήκης. Για τους στενούς δεσμούς και τη σχέση εμπιστοσύνης των εναγομένων με τον διαθέτη, καθώς και για την αληθινή βούληση αυτού, που είχε και εν ζωή εκφράσει, να περιέλθει η κληρονομιαία περιουσία του στους εγγύτερους συγγενείς του-εναγομένους αλλά μετά το θάνατο και της συζύγου του, την οποία ήθελε να εξασφαλίσει καθόλη τη διάρκεια του βίου της, κατηγορηματικός είναι ο μάρτυρας απόδειξης , ο οποίος χαρακτηριστικά καταθέτει «ότι η αρχική ενάγουσα όσο ζούσε θα ήταν κληρονόμος των ακινήτων του διαθέτη-συζύγου της, βεβαρημένη όμως με καταπίστευμα υπέρ καθενός από τους εναγομένους και αυτός είναι ο λόγος που ο διαθέτης δεν προέβη εν ζωή σε οποιαδήποτε μεταβίβαση προς κάποιον από αυτούς». Όλα τα παραπάνω δεν αναιρούνται από την κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης , εξαδέλφης της αρχικής ενάγουσας, η οποία αγνοώντας το περιεχόμενο της επίμαχης διαθήκης, καταθέτει ότι «ουδεμία σχέση είχαν οι εναγόμενοι με τον διαθέτη και δεν δικαιολογείται η εγκατάσταση αυτών ως καταπιστευματοδόχων». Ωστόσο όμως η κατάθεσή της δεν κρίνεται πειστική ύστερα από όσα έχουν προαναφερθεί. Επομένως, ανεξάρτητα από αυτά που πλεοναστικά προεκτέθηκαν, από το περιεχόμενο της διαθήκης σαφώς προκύπτει, χωρίς να υπάρχει ασάφεια ή ατελής διατύπωση, η οποία να χρήζει ερμηνείας με άλλα αποδεικτικά μέσα, ότι, όσον αφορά την ακίνητη κληρονομιαία περιουσία του, ο διαθέτης εκφράζεται διαφορετικά απ’ ότι στην πρώτη παράγραφο του υστερόγραφου της διαθήκης και, ειδικότερα, ενώ για τις καταθέσεις κάνει ρητά λόγο για «ταυτόχρονο θάνατο», στην περίπτωση των ακινήτων αναφέρει «μετά τον θάνατο και των δυο μας» αλλάζοντας μάλιστα παράγραφο, κάτι που δείχνει ότι επιθυμούσε διαφορετική ρύθμιση για τα ακίνητα απ’ ό,τι για τις τραπεζικές καταθέσεις.

Συνεπώς, με την δεύτερη παράγραφο του υστερόγραφου, ο διαθέτης καταλείπει καταπίστευμα υπέρ των εναγομένων, το οποίο βαρύνει την κληρονομία της αρχικής ενάγουσας». Ακολούθως, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αρχικής ενάγουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση και είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή της. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τους γενικούς ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 1781 του ΑΚ, τους οποίους, ορθά, δεν εφάρμοσε, καθόσον, από την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως το περιεχόμενό της αναλυτικά ανωτέρω εκτέθηκε, προκύπτει, ότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε κενό ή ασάφεια, ούτε διατύπωσε αμφιβολία ως προς την έννοια της τελευταίας βούλησης του διαθέτη, σχετικά με το κρίσιμο θέμα του καταπιστεύματος, το οποίο καταλείπει με τη διαθήκη υπέρ των αναιρεσιβλήτων και βαρύνει την κληρονομία, που απέκτησε η αρχική ενάγουσα. Στο συμπέρασμα δε αυτό κατέληξε με πλήρεις και όχι αντιφατικές αιτιολογίες και με ρητές αναφορές ότι, για την κρίση του, δεν ήταν αναγκαία η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 1781 ΑΚ., η οποία [κρίση] δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Η εκ περισσού αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση πρόσθετων επιχειρημάτων ως ενισχυτικών της αντίληψης περί της βούλησης του διαθέτη, απόλυτα ήδη σαφώς εκπεφρασμένης με βάση τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, δεν συνιστά διαπίστωση σχετικού κενού ή αμφιβολίας. Επομένως, οι εξεταζόμενοι δύο λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατ’ ακολουθία πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495§4 ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων κατά το νόμιμο αίτημα αυτών [ΚΠολΔικ 176, 183, 191 παρ. 2 ].

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22-12-2014 αίτηση για αναίρεση της 2989/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων [2.700] ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ