137/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 137 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated137/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 137 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Full text
Απόφαση 137 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 137/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Γ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Στέργιο Λιάπη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Μ. συζ. Δ. Τ., το γένος Θ. Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Στέργιο Καπράρα με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:224/2013 του ιδίου Δικαστηρίου και 45/ΤΜ/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας ως Εφετείου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων, με την από 26-5-2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 21-12-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν για την εφαρμογή του το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Oλ.Α.Π.7/2006). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1118, 1119 και 1121 ΑΚ, επί ακινήτου μπορεί να αποκτηθεί εμπράγματο δικαίωμα υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου που να του παρέχει κάποια ωφέλεια, δηλαδή πραγματική δουλεία, όπως είναι και η δουλεία οδού. Η σύσταση του εμπραγμάτου αυτού δικαιώματος μπορεί να γίνει και με έκτακτη χρησικτησία, ως προς την οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την κτήση κυριότητας ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1045, 974 και 975 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι η φυσική εξουσία επί ακινήτων επί συνεχή εικοσαετία επιφέρει την, με έκτακτη χρησικτησία, κτήση μεν κυριότητας, αν είναι καθολική, περιλαμβάνει δηλαδή όλες τις χρησιμότητες του πράγματος και ασκείται με διάνοια κυρίου (νομή), κτήση δε πραγματικής δουλείας αν είναι μερική, περιλαμβάνει δηλαδή μία ή ορισμένες μόνο χρησιμότητες του πράγματος που αποτελούν περιεχόμενο τέτοιας δουλείας και ασκείται υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου από τον κύριο αυτού με διάνοια δικαιούχου (οιονεί νομή). Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται περαιτέρω, ότι για την κτήση πραγματικής δουλείας με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, απαιτείται εκείνος που ασκεί την οιονεί νομή δουλείας πάνω στο δουλεύον, να είναι κύριος του δεσπόζοντος ακινήτου. Η δε διάταξη του άρθρου 1051 ΑΚ, κατά την οποία εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του, εφαρμόζεται αναλόγως και στην απόκτηση πραγματικής δουλείας με χρησικτησία και συνεπώς ο επικαλούμενος τέτοια κτήση μπορεί να συνυπολογίσει το χρόνο της οιονεί νομής του στο χρόνο της οιονεί νομής του δικαιοπαρόχου του. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο υπόθεση Ειρηνοδικείου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα εξής ουσιώδη περιστατικά, αναφορικά με την ένδικη αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος: Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα είναι κυρία, νομέας και κάτοχος, ενός οικοπέδου, συνολικού εμβαδού 700 τ.μ. περίπου, που βρίσκεται στο χωριό ... του Δήμου ... και συνορεύει ανατολικά με κοινοτικό δρόμο, δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Θ. Γ. και εν μέρει με ιδιοκτησία του εναγομένου και ήδη εφεσιβλήτου, βόρεια επίσης με ιδιοκτησία του εφεσιβλήτου και νότια με κοινόχρηστο ρέμα. Το οικόπεδο αυτό απέκτησε η ενάγουσα με παράγωγο τρόπο και συγκεκριμένα ένα τμήμα εμβαδού 300 τ.μ. το απέκτησε με το .../1989 συμβόλαιο αγοράς της συμβολαιογράφου Βέροιας Αρτέμιδος Παζαρά- Καλλιμπάκα, νομίμως μεταγραφέντος και ένα τμήμα εμβαδού 400 τ.μ., απέκτησε με άτυπη δωρεά από τον πατέρα της Θ. Γ.. Το ακίνητο βρίσκεται εντός της εκτάσεως του άλλοτε συνιδιοκτήτου δάσους ..., την οποία προ πολλών ετών διένειμαν οι συνιδιοκτήτες-μεριδούχοι μεταξύ τους, λαμβάνοντας ο καθένας από αυτούς συγκεκριμένο τμήμα προς αγροτική εκμετάλλευση, μετατρέποντας στη συνέχεια την έκταση αυτή σε οικισμό. Το εν λόγω οικόπεδο της εκκαλούσας βρίσκεται σε πλαγιά με μεγάλη κατωφέρεια και μέχρι τη δεκαετία 1960-1970 ήταν χωράφι, το οποίο χρησιμοποιούσαν οι δικαιοπάροχοί της ως αλώνι, γνωστό και ως "το αλώνι του ...". Οι τελευταίοι εισέρχονταν στο εν λόγω χωράφι τους είτε "πεζή", είτε με ζώα φορτωμένα με δεμάτια άχυρο, διαμέσου ενός μονοπατιού που βρίσκεται στη βορειοανατολική γωνία του οικοπέδου, πλάτους 2,50 μέτρων καί μήκους 11 μέτρων από την εσωτερική πλευρά (δυτική) και 7 μέτρων από την εξωτερική προς τον κοινοτικό δρόμο πλευρά (ανατολική). Το μονοπάτι αυτό, που αποτελεί στην υπό κρίση υπόθεση το επίδικο, είχε δημιουργηθεί πλαγίως και σε επαφή με άλλο δρόμο ανηφορικό, ο οποίος οδηγούσε σε άλλα κτήματα πιο πάνω, διατρέχοντας όλη την ανατολική πλευρά του ανωτέρω χωραφιού των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας. Ο επίδικος δρόμος αποτέλεσε το μοναδικό σημείο πρόσβασης στο οικόπεδο της τελευταίας, τόσο από τους δικαιοπαρόχους της όσο και από την ίδια, καθώς λόγω της μεγάλης και απότομης κλίσης στην ανατολική πλευρά του ακινήτου της όπου επιπλέον το έδαφος είναι πετρώδες, καθιστούσε αδύνατη την πρόσβαση στο ακίνητο από εκείνη την πλευρά. Συνεχόμενο δε με το άνω οικόπεδο της ενάγουσας είναι το οικόπεδο του εναγομένου, το οποίο απέκτησε αυτός κατά κυριότητα, νομή και κατοχή από το δικαιοπάροχο πατέρα του Σ. Γ., χωρίς ποτέ τα προηγούμενα χρόνια να ανακύψει πρόβλημα στις σχέσεις του είτε με τους δικαιοπαρόχους της εκκαλούσας είτε με την ίδια. Αντιθέτως, η εκκαλούσα έκανε αδιάκοπη χρήση της επίδικης διόδου, ιδιαίτερα από το έτος 1977 που ανήγειρε την εξοχική οικία της, προκειμένου να εισέρχεται στην αυλή και την οικία της, υπό τα όμματα του εφεσιβλήτου και του πατέρα του Σ. Γ., χωρίς ποτέ να διαταραχθεί από αυτούς. Περαιτέρω, όμως αποδείχθηκε ότι αν και ο επίδικος δρόμος χρησιμοποιούνταν από την ενάγουσα και τους δικαιοπαρόχους της ως μοναδική είσοδος στο ακίνητό τους, αποτελεί τμήμα της ιδιοκτησίας του εναγομένου και επομένως αυτός ασκούσε τη νομή επ’ αυτού, διότι όλα τα συνεχόμενα ακίνητα ήτοι, της εκκαλούσας, του εφεσιβλήτου και του Γ. Κ. καταλήγουν στον κοινοτικό δρόμο, ο δε ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι ο επίδικος δρόμος είναι τμήμα συνιδιοκτήτης έκτασης όλων των συνιδιοκτητών του δασοκτήματος ... ... από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν επιβεβαιώθηκε. Αντιθέτως, προέκυψε ότι το οικόπεδο του εφεσιβλήτου ευρισκόμενο ανάμεσα στα οικόπεδα της εκκαλούσας και του Γ. Κ., εκτείνεται ανατολικά μέχρι του σημείου που συναντά τον κοινοτικό δρόμο, όπως εξάλλου και τα όμορα ως άνω οικόπεδα, κρίση που ενισχύεται από τη σαφή και πειστική κατάθεση του μάρτυρα του εφεσιβλήτου στην προηγηθείσα δίκη των ασφαλιστικών μέτρων Γ. Σ., ότι ο τελευταίος νεμόταν κα/ κατείχε από το έτος 1961 όλη την έκταση του πρανούς, η οποία εκτείνεται από το δρόμο μέχρι τον αχυρώνα στο οικόπεδό του, όπου ο μάρτυρας ξεφόρτωνε μπάλες από άχυρο από το δρόμο προς το πρανές. Το γεγονός ότι ο εφεσίβλητος Α. Γ. δε χρησιμοποιούσε την επίδικη εδαφική λωρίδα προκειμένου να εισέρχεται στο οικόπεδό του, καθώς είχε πρόσβαση σ’ αυτό από τη βόρεια (κάτω) πλευρά και το ότι επέτρεπε τόσο ο ίδιος όσο και ο δικαιοπάροχος πατέρας του τη χρήση του επιδίκου από την εκκαλούσα και τους δικαιοπαρόχους της δε σημαίνει ότι παραιτήθηκε από τη νομή επί του επιδίκου. Η εκκαλούσα και οι δικαιοπάροχοί της χρησιμοποιούσαν την επίδικη εδαφική λωρίδα, γνωρίζοντας ότι δεν αποτελεί τμήμα του ακινήτου τους, δηλαδή όχι διανοία κυρίου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα αλλά διανοία δικαιούχου δουλείας διόδου, ασκώντας οιονεί νομή επί του επιδίκου, καθώς η διέλευση από την επίδικη δίοδο γινόταν υπό τα όμματα του εναγομένου και του δικαιοπαρόχου του Σ. Γ., χωρίς να ουδέποτε να εναντιωθούν ή να διαμαρτυρηθούν. Από κανένα αποδεικτικό μέσο, δεν προέκυψε ότι τόσο η ενάγουσα όσο και οι δικαιοπάροχοί της είχαν πρόσβαση στο ακίνητό τους από άλλο σημείο. Η επίδικη εδαφική λωρίδα αποτελεί τη μοναδική δίοδο προς την κοινοτική οδό από το ακίνητο της ενάγουσας, ενώ δεν είναι εφικτή η κατασκευή ράμπας που να συνδέει άμεσα τον κοινοτικό δρόμο με την ιδιοκτησία της, όπως διατείνεται ο εναγόμενος, αφού, όπως διαπιστώθηκε κατά τη διενεργηθείσα αυτοψία, ανεξάρτητα από την απαιτούμενη δαπάνη, από τη μια η απότομη ανωφέρεια της διερχόμενης κοινοτικής οδού από βορρά προς νότο και από την άλλη, η από τα ανατολικά προς τα δυτικά έντονη κατωφέρεια του ακινήτου της, θα καθιστούσαν τη χρήση της επικίνδυνη για πεζούς και τροχοφόρα. Εξάλλου, ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι η διέλευση της ενάγουσας από το επίδικο γινόταν κατόπιν παράκλησης προς αυτόν, δεν κρίνεται πειστικός διότι σαφώς αποδείχθηκε ότι η επίδικη δίοδος χρησιμοποιούνταν ανέκαθεν για την εξυπηρέτηση του ανωτέρω ακινήτου της ενάγουσας, καθώς χρησιμοποιούνταν και από τους δικαιοπαρόχους της, με αποτέλεσμα, όταν αυτή άρχισε τις οικοδομικές εργασίες στο ακίνητό της να θεωρήσει δεδομένο ότι δύναται να προβεί στη διαμόρφωση της διόδου σε ράμπα για τη διέλευση των φορτηγών που μετέφεραν τα οικοδομικά υλικά και του εργατοτεχνικού προσωπικού, χωρίς καμία συνεννόηση με τον εναγόμενο. Ενόψει τούτων, αφού τα αυτά διέλαβε στην εκκαλουμένη απόφαση και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε την αγωγή ως προς την κύρια βάση της και την έκανε δεκτή ως προς την επικουρική της βάση, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, όλα δε τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τους λόγους των υπό κρίση εφέσεων από τους εκκαλούντες, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα". Με βάση τα περιστατικά αυτά, το Μονομελές Πρωτοδικείο απέρριψε την άνω αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά την κύρια βάση της, με την οποία η ενάγουσα ζήτησε να αναγνωρισθεί κυρία της επίδικης εδαφικής λωρίδας, και δέχθηκε αυτήν (αγωγή) κατά την επικουρική της βάση, κρίνοντας ότι η αναιρεσίβλητη ενάγουσα κατέστη, με έκτακτη χρησικτησία, δικαιούχος πραγματικής δουλείας διελεύσεως σε βάρος του ακινήτου του αναιρεσείοντος-εναγομένου επί της επίδικης λωρίδας αυτού, πλάτους 2,50 μέτρων και μήκους 11 μέτρων από τη δυτική πλευρά και 7 μέτρων από την ανατολική πλευρά και ότι, συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, δεχόμενο την αγωγή αυτής κατά την επικουρική της βάση περί ομολογήσεως δουλείας, αναγνώρισε το δικαίωμα δουλείας διελεύσεως, που είχε αποκτήσει η αναιρεσίβλητη στην επίδικη δίοδο, δεν έσφαλε, απορρίπτοντας στη συνέχεια τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Μονομελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1118, 1119, 1120, 1121, 1045, 974, 975 και 1033 Α.Κ. τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφού στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτήν, δηλαδή ότι η ενάγουσα είναι κυρία του δεσπόζοντος ακινήτου, το οποίο απέκτησε κατά ένα τμήμα εμβαδού 300 τ.μ. με παράγωγο τρόπο, δυνάμει του υπ’ αριθμ. .../1989 συμβολαίου αγοράς της συμβολαιογράφου Βέροιας Αρτέμιδος Παζαρά-Καλλιμπάκα, νομίμως μεταγραφέντος και κατά το υπόλοιπο τμήμα του, εμβαδού 400 τ.μ., από άτυπη δωρεά από τον πατέρα της Θ. Γ., με το συνυπολογισμό στο χρόνο νομής της στο δεσπόζον ακίνητο και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου της τουλάχιστον από το έτος 1960, του οποίου κατέστη ειδική διάδοχος, ότι τόσο αυτή, ιδιαίτερα από το έτος 1977, που ανήγειρε την εξοχική της οικία επ’ αυτού, όσο και οι δικαιοπάροχοί της, που μέχρι τη δεκαετία 1960-1970, που το δεσπόζον ακίνητο ήταν χωράφι και το χρησιμοποιούσαν ως αλώνι, διήρχοντο από την επίδικη δίοδο και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής (Φεβρουάριος 2011) αδιάκοπα με διάνοια δικαιούχων δουλείας διόδου, ασκώντας οιονεί νομή επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας καθώς η διέλευση απ’ αυτήν (δίοδο) γινόταν υπό τα όμματα του εναγομένου και του δικαιοπαρόχου του Σ. Γ., χωρίς ουδέποτε να εναντιωθούν ή να διαμαρτυρηθούν, ότι έτσι, συνυπολογίζοντας στο χρόνο της δικής της οιονεί νομής δουλείας διέλευσης σε βάρος του δουλεύοντος ακινήτου και το χρόνο οιονεί νομής των δικαιοπαρόχων της, απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία πραγματική δουλεία διόδου υπέρ του ακινήτου της και ότι δεν υπάρχει άλλη δίοδος πρόσφορη για να επικοινωνεί με το ακίνητό της, ενώ δεν είναι εφικτή η κατασκευή ράμπας, που να συνδέει άμεσα τον κοινοτικό δρόμο με το δεσπόζον, όπως διαπιστώθηκε κατά τη διενεργηθείσα αυτοψία. Δεν απαιτείτο δε για τη νομική πληρότητα της απόφασης αφενός ο ακριβής χρόνος που η αναιρεσίβλητη ενάγουσα χρησιμοποιεί ως δίοδο την επίδικη εδαφική λωρίδα για να εισέρχεται στην αυλή και την οικία της και αφετέρου ο ημερολογιακός προσδιορισμός της μεταγραφής του ως άνω κτητικού της τίτλου (που έγινε στις 13-2-1990) και της καταρτίσεως της άτυπης δωρεάς σ’ αυτήν του άνω τμήματος των 400 τ.μ., όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων για πρώτη φορά με το αναιρετήριο (απαραδέκτως, αφού δεν προβάλλει ότι τους ισχυρισμούς αυτούς πρότεινε με ειδικό παράπονο, ως όφειλε, στο δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο), διότι με την παραδοχή ότι "από το 1960 μέχρι την άσκηση της αγωγής διήρχοντο με διάνοια δουλειούχου το επίδικο η ενάγουσα και ο δικαιοπάροχός της Θ. Γ.", δηλαδή επί χρόνο μεγαλύτερο από μία εικοσαετία, εκτίθενται σαφώς και με επάρκεια τα στοιχεία που απαιτούνται για την απόκτηση του εν λόγω δικαιώματος διελεύσεως, δεν ήταν δε αναγκαίος ο επακριβής προσδιορισμός του χρόνου που η αναιρεσίβλητη χρησιμοποιεί την επίδικη εδαφική λωρίδα, διερχόμενη δι’ αυτής Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 αρ. 1 α’ ΚΠολΔ., με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήσσει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήσσει αυτήν κατά την εκτίμηση των αποδείξεων υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του ίδιου άρθρου 560 ΚΠολΔ., κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη διαδικασία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ’ ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας. Οι, κατά την ανωτέρω διάταξη, τέσσερις λόγοι αναιρέσεως αντιστοιχούν προς τους λόγους των αριθμ. 1, 2, 4, 5 και 7 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προς τους οποίους, όμως, μερικοί δεν ταυτίζονται απολύτως. Η απαρίθμηση των προαναφερόμενων λόγων αναιρέσεως είναι περιοριστική, όπως συνάγεται από τη λέξη "μόνον", και συνεπώς δεν είναι δυνατόν να προβληθεί οποιοσδήποτε άλλος λόγος αναιρέσεως κατά των ως άνω αποφάσεων. Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 εδ.α’ του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβιάσης του ουσιαστικού κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ, γιατί το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τον ισχυρισμό του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής άσκησης της επικουρικής βάσης της ένδικης αγωγής, κάνοντας, έτσι, δεκτή αυτήν ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, παρότι αληθή πραγματικά περιστατικά δεν ήταν τα προεκτιθέμενα, αλλά αυτά που ο αναιρεσείων είχε ισχυριστεί με τις προτάσεις του στον πρώτο και στο δεύτερο βαθμό αλλά και με την έφεσή του ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ήτοι ότι η ως άνω διέλευση της αναιρεσίβλητης διά του επίδικου ακινήτου σε κάθε περίπτωση ασκείται κατά προφανή κατάχρηση, γεγονός που αντιβαίνει στην άνω διάταξη, και τούτο διότι: α) αποδείχθηκε ότι το οικόπεδο της αναιρεσίβλητης, στην ανατολική πλευρά του, έχει πρόσοψη σε μήκος 40 μέτρων περίπου στην άνω ανώνυμη κοινόχρηστη κοινοτική οδό και είναι εφικτό να κατασκευαστεί κλίμακα ή ράμπα, ώστε δι’ αυτής να γίνεται ακώλυτη η πρόσβασή της στην ιδιοκτησία της από την άνω οδό, είτε πεζή είτε με αυτοκίνητο, β) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι το οικόπεδο της αναιρεσίβλητης, στην ανατολική πλευρά του, συνορεύει με την άνω ανώνυμη κοινόχρηστη κοινοτική οδό, παραλείποντας να αναφέρει και το ακριβές μήκος της πλευράς αυτής, γεγονός που έχει ουσιώδη σημασία για το ζήτημα της δυνατότητας κατασκευής κλίμακας ή ράμπας για την πρόσβαση στην οδό και γ) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε εσφαλμένα ότι η επίδικη λωρίδα αποτελεί τη μοναδική δίοδο της αναιρεσίβλητης προς το οικόπεδό της, ενώ δεν είναι εφικτή η κατασκευή ράμπας που να συνδέει άμεσα τον εν λόγω κοινόχρηστο αγροτικό δρόμο (ενώ πρόκειται περί κοινοτικού δρόμου) με το κτήμα της (ενώ πρόκειται περί οικοπέδου), λαμβάνοντας υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει (καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων κ.λπ.) χωρίς να λάβει υπόψη της: α) ότι προτάθηκε απ’ αυτόν (εναγόμενο) να εξετασθεί ως μάρτυρας στο πρωτόδικο Δικαστήριο ο εμπειροτέχνης τεχνίτης-οικοδόμος Φ. Τ., τον οποίο το Δικαστήριο αρνήθηκε να εξετάσει, β) ότι προσκόμισε στα άνω Δικαστήρια ουσίας, με επίκληση, τις αναφερόμενες στο αναιρετήριο έγγραφες βεβαιώσεις, που δεν λήφθηκαν υπόψη, γ) ότι στο Μονομελές Πρωτοδικείο προσκόμισε μετ’ επικλήσεως την αναφερόμενη, νομοτύπως ληφθείσα κατόπιν εμπρόθεσμης κλήτευσης της αντίδικης, ένορκη βεβαίωση μαρτύρων, που δεν λήφθηκε υπόψη και δ) ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρέλειψε να αποφανθεί επί του υποβληθέντος αιτήματος του αναιρεσείοντος περί διενέργειας πραγματογνωμοσύνης από πολιτικό μηχανικό. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί, υπό την επίκληση της ευθείας παραβίασης της πιο πάνω διάταξης του ουσιαστικού δικαίου-ΑΚ 281-, πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Αλλά και υπό την εκδοχή ότι ο λόγος αυτός, αν και γίνεται επίκληση του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ., στηρίζεται στον αριθμό 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 560 ΚΠολΔ., για τους οποίους επιτρέπεται αναίρεση όταν στρέφεται κατ’ αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που δίκασε ως Εφετείο.- Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 560 παρ. 1 εδάφ. β’ Κ.Πολ.Δ., λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ’ αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, πρέπει δε να εκτίθεται περαιτέρω στο σχετικό λόγο η έννοια που αποδόθηκε στον κανόνα δικαίου, που χαρακτηρίζεται εσφαλμένη και η κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος ορθή, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παρέλειψε να χρησιμοποιήσει (Ολ. Α.Π. 2/2008). Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό του, αποδίδεται στο δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην υπ’ αυτού εκτίμηση των αποδείξεων, σε σχέση με την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι, ενώ το δεσπόζον ακίνητο συνορεύει ανατολικά με την ως άνω κοινοτική οδό, εντούτοις δέχθηκε ότι "η επίδικη λωρίδα αποτελεί τη μοναδική δίοδο της αναιρεσίβλητης προς αυτό και δεν είναι εφικτή η κατασκευή ράμπας, που να συνδέει άμεσα αυτό με την εν λόγω οδό, αφού, ανεξάρτητα από τα έξοδα που θα απαιτούνταν, από τη μια η απότομη ανωφέρεια του διερχόμενου κοινόχρηστου δρόμου από βορρά προς νότο και από την άλλη η από τα ανατολικά προς τα δυτικά έντονη κατωφέρεια του δεσπόζοντος θα καθιστούσαν τη διέλευσή της από αυτήν επικίνδυνη για πεζούς και τροχοφόρα", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατ’ ακολουθία αυτών, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-5-2015 αίτηση του Α. Σ. Γ. κατά της Μ. συζ. Δ. Τ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 45/ΤΜ/2015 αποφάσεως του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Βεροίας.- Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Φεβρουαρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στο ακροατήριό του στις 11 Φεβρουαρίου 2016.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ