137/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated137/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σε κάθε περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους που κατ'εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά στη δημόσια τάξη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 137 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 137/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δ. - Ε. χας Δ. Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Στρίμπερη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Δήμος Πύργου" Νομού Ηλείας, ως καθολικού διαδόχου του Δήμου Ωλένης, που εδρεύει στον Πύργο και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2)Γ. συζ. Α. Λ., το γένος Κ. Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Γαβρά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/3/2008 αγωγή του Δήμου Ωλένης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ωλένης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 83/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηλείας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/4/2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 27/1/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή νομική αοριστία η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση της αγωγής ελέγχεται ως παραβίαση μόνον από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Σε κάθε περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους που κατ'εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά στη δημόσια τάξη.
Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού αιτήματος εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί, για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης ότι προβλήθηκε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε νομίμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1094 ΑΚ και 216 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο κύριος ακινήτου δικαιούται με διεκδικητική αγωγή στρεφομένη κατά του νομέα ή κατόχου του ακινήτου κατά την έγερσή της, να ζητήσει να αναγνωρισθεί η κυριότητά του στο ακίνητο και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του το αποδώσει.
Για το ορισμένο της αγωγής πρέπει να αναφέρεται εκτός των άλλων κάποιος προβλεπόμενος από το νόμο τρόπος με τον οποίον απέκτησε ο ενάγων την κυριότητα του ακινήτου, ή νομή ή κατοχή του εναγομένου επί του επιδίκου ακινήτου και ωρισμένο αίτημα ως και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή, αιτήματος ορισμένου δεκτικού δικαστικής εκτιμήσεως, διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη δεκτική εκτιμήσεως.
Ειδικότερα για την επάρκεια της περιγραφής του επιδίκου αντικειμένου της διεκδικητικής αγωγής απαιτείται να προσδιορίζονται η θέση, τα όρια και η έκταση του επιδίκου ακινήτου ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία για την ταυτότητά του.
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 967 ΑΚ κατά την οποία πράγματα κοινής χρήσεως είναι ιδίως τα νερά με ελεύθερη και αέναη ροή, οι δρόμοι, οι πλατείες, οι γιαλοί, τα λιμάνια και ο όρμοι, οι όχθες πλευσίμων ποταμών, οι μεγάλες λίμνες και οι όχθες τους συνάγεται ότι πράγματα κοινής χρήσεως είναι εκείνα των οποίων δικαιούται να κάνει χρήση ευρύτερος, αόριστος, αλλά όχι κατ'ανάγκη και απεριόριστος αριθμός προσώπων.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 968 ΑΚ "τα κοινόχρηστα πράγματα, εφόσον δεν ανήκουν σε δήμο ή κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στον δημόσιο". Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ και προκειμένου να κριθεί μετά την εισαγωγή του ΑΚ, η ιδιότητα ενός πράγματος ως κοινοχρήστου καθιερώνεται κανόνας κατά τον οποίο το δημόσιο έχει κυριότητα επάνω στα κοινόχρηστα πράγματα, κατ'εξαίρεση δε μπορεί αυτό να μην έχει κυριότητα επάνω σ'αυτά.
Ο δήμος ή η κοινότητα για να είναι κύριοι κοινοχρήστου ακινήτου πράγματος, θα πρέπει αυτό να έχει περιέλθει σ'αυτούς με δικαιοπραξία, με νόμο ή με νόμιμη διοικητική πράξη. Μέχρι της εισαγωγής του Αστικού Κώδικα το χαρακτήρα του κοινοχρήστου ακινήτου μπορούσε να προσδώσει 1) η σύμφωνα με τις διατάξεις περί σχεδίου πόλεων πράξη της αρμόδιας διοικητικής αρχής που περιλαμβάνει αυτό στο ρυμοτομικό διάγραμμα του σχεδίου πόλεως 2) η βούληση του ιδιοκτήμονα εκδηλουμένη με δικαιοπραξία κατά το νομ. 6 § 2 πανδ.(34-2 και 3), η παραγραφή του αμνημονεύτου χρόνου κατά το νομ. 3 πρ.
πανδ (43-7). Η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα (vetustas), υπάρχει όταν δύο σε συνέχεια γενιές, έτσι γνώρισαν την παρούσα κατάσταση, με την προϋπόθεση πάντως ότι η αμνημόνευτη αυτή αρχαιότητα ήταν συμπληρωμένη μέχρι της κατά την 23-2-1946 εισαγωγή του ΑΚ μετά την οποία αποκλείεται η συμπλήρωση αυτής γιατί τέτοια αμνημόνευτη αρχαιότητα δεν προβλέπει ο Α.Κ.
Ο ισχυριζόμενος ότι κάποιο ακίνητο είναι δημοτικό πρέπει, για το ορισμένο του ισχυρισμού του, να προσδιορίσει το νόμιμο τρόπο με τον οποίο απέκτησε την ιδιότητα αυτή. Ειδικότερα, ο επικαλούμενος του αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, δηλαδή την αμνημονεύτου χρόνου παράδοση του ακινήτου σε κοινή χρήση, πρέπει να επικαλεσθεί και σε περίπτωση αμφισβήτησης να αποδείξει ότι η τώρα υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων, υπάρχει από χρόνου τόσου ώστε η γενεά ανθρώπων που ζει κατά την εισαγωγή του ΑΚ και αυτή που αμέσως προηγήθηκε, κάθε μίας απ'αυτές νοουμένης και εκτεινομένης επί σαράντα έτη, να μη γνώρισαν διαφορετική κατάσταση.
Στην προκειμένη περίπτωση, το ενάγον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Δήμος Πύργου" Νομού Ηλείας ως διαδόχου του τέως Δήμου Ωλένης ισχυρίστηκε με την ένδικη αγωγή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, ότι έχει στην κυριότητά του εδαφική λωρίδα εκτάσεως 31 τ.μ. που βρίσκεται εντός του Δ.Δ. Ωλένας του Δήμου Ωλένης όπως με λεπτομέρεια περιέγραφε τη λωρίδα αυτή, και την οποία απέκτησε με άφεση στη κοινή χρήση της κοινότητας και των κατοίκων της από τους πρώην κυρίους της και με την προ αμνημονεύτου χρόνου χρήσεως αυτής από αόριστο αριθμό ανθρώπων, εκτεινομένης σε τουλάχιστον ογδόντα έτη πριν την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946).
Ότι η αναιρεσείουσα εναγομένη το Φεβρουάριο του έτους 2007, κατέλαβε παράνομα αυτή την περιέφραξε και εξακολουθούσε μέχρι την άσκηση της αγωγής να την κατέχει. Ζήτησε δε μ'αυτή, να αναγνωρισθεί κύριος και νομέας της επίδικης εδαφικής λωρίδας και να υποχρεωθεί η εναγομένη να του αποδώσει την παραπάνω εδαφική λωρίδα.
Με την αγωγή συνεκδικάστηκε η πρόσθετη παρέμβαση της δεύτερης αναιρεσίβλητης Γ. συζ. Α. Λ., υπέρ του αναιρεσιβλήτου Δήμου. Επίσης στην ένδικη αγωγή, ο ενάγων - αναιρεσίβλητος Δήμος Ωλένης, ιστορούσε ως προς τον τρόπο κτήσεως κυριότητας επί της ως άνω εδαφικής λωρίδας πέραν της δι' αμνημονεύτου χρόνου παραγραφής (vetustas) άτυπη δωρεά από τον Π.
Γ. το έτος 1960 προς τον ως άνω Δήμο με σκοπό να καταστεί αυτή κοινόχρηστη. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή ήταν πλήρως ορισμένη και νόμιμη ως προς τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου δια της αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητας, περιέχουσα όλα τα απαιτούμενα από τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου στοιχεία για την πληρότητα αυτής κατ'άρθρο 216 ΑΚ.
Ουδεμία αντιφατικότητα ενυπάρχει στα εξιστορούμενα από τον ενάγοντα Δήμο πραγματικά περιστατικά για την κτήση κυριότητας επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας η οποία στηρίζεται κυρίως στην αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα με την παραχώρηση στη κοινή χρήση επί τουλάχιστον 80 χρόνια προ της εισαγωγής του ΑΚ και επικουρικά στη δωρεά από τον Π.
Γ. με άτυπη δωρεά κατά το έτος 1960, τρόπος ο οποίος, μη επικαλούμενης δωρεάς δια συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφής, είναι μη νόμιμος, δεδομένου ότι αυτοτελώς στηρίζεται η ένδικη αγωγή στον πρώτο τρόπο κτήσεως της κυριότητάς της επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 560 αρ. 1 εδ.α'ΚΠολΔ με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα κατά το σχετικό μέρος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά το άρθρο 560 § 1 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων ως και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων εκδιδομένων επί εφέσεων κατά αποφάσεων των Ειρηνοδικείων συγχωρείται αναίρεση μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών 2ο) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ο νόμος ορίζει ή δίκασε Ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση 3ο) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ'ύλην αρμοδιότητα 4ο) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας. Οι λόγοι αναίρεσης ορίζονται περιοριστικώς στο άνω άρθρο και συνεπώς δεν συγχωρείται αναίρεση κατά των παραπάνω αποφάσεων, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του, παρά τη νόμιμη προβολή του τον λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας με τον οποίο αυτή προέβαλε αοριστία της ένδικης αγωγής, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Επίσης, απορριπτέος ως απαράδεκτος είναι και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει πλημμέλεια στην προσβαλλομένη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα τα οποία αυτή νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ.
α ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των Ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και εάν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηλείας που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ή επίδικη εδαφική λωρίδα, εκτάσεως 31 τ.μ. κείται εντός του οικισμού του Δ.Δ. Ώλενας του [τέως] Δήμου Ωλένης και συνορεύει γύρωθεν ως εξής:
βόρεια με ιδιοκτησία Δ. Γ., νότια με δημοτικό δρόμο, ανατολικά με ιδιοκτησία Δ. Α. και δυτικά με ιδιοκτησία Σ. Κ.. Το εν λόγω εδαφικό τμήμα αποτελεί κοινόχρηστο πράγμα. Την ιδιότητα αυτή απέκτησε δια της χρήσεώς του ως παιδότοπου και ως χώρου διοργάνωσης κοινωνικών και θρησκευτικών εκδηλώσεων από τους κατοίκους του δ.δ.
Ώλενας προ αμνημονεύτου χρόνου και σε κάθε περίπτωση για 8ο έτη ή δύο γενεές προ της 23ης-02-1946, δηλαδή προ της θέσεως σε ισχύ του Αστικού Κώδικος και εξυπηρετεί τους χρήστες του κατά τον ανωτέρω τρόπο (Βλ. Α.Π. 316/2012, Α.Π. 222/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1836/1981 ΝοΒ 30-1077, Α.Π. 1261/1976 ΝοΒ 25.889, Α.Π. 544/^972 ΝοΒ 20. 1404, ΕφΑθ 5116/1979 ΝοΒ 27.1636, ΕφΠειρ 1548/1987, ΕλλΔνη 1988. 756).
Ειδικότερα, η επίδικη έκταση ναι μεν ανήκε κατά κυριότητα στην οικογένεια Γραφόπουλου ωστόσο είχε αφεθεί από αυτήν στην κοινή χρήση της κοινότητας και των κατοίκων της ήδη προ αμνημονεύτων ετών. Η εναγομένη και ήδη εκκαλούσσα, η οποία το έτος 2007 περιέφραξε την επίδικη εδαφική λωρίδα, εμποδίζοντας την πρόσβαση σε αυτήν, ισχυρίζεται ότι αυτή αποτελεί τμήμα μείζονος ακινήτου εκτάσεως 297 τ.μ.
που περιήλθε στην κυριότητά της δυνάμει του υπ' αρ. ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της Συμ/φου Πύργου Αθανασίας Μπράμου-Δημητρακοπούλου, λόγω αγοράς από τον Γ. Γ.. Ισχυρίζεται ωστόσο, ότι την επίδικη εδαφική λωρίδα, που αποτελεί τμήμα του ανωτέρω μείζονος ακινήτου της κατά τους ισχυρισμούς της, δεν απέκτησε δυνάμει του προαναφερομένου συμβολαίου αλλά με ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο έχει απωλέσει.
Απεδείχθη πράγματι, δεν αμφισβητείται εξάλλου, ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα δεν περιλαμβάνεται στο ανωτέρω υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας. Δεν απεδείχθη όμως, ότι καταρτίθηκε, έστω και χωρίς την τήρηση των νομίμων προϋποθέσεων, ιδιωτικό συμφωνητικό με περιεχόμενο την μεταβίβαση στην εναγόμενη - εκκαλούσα του επιδίκου εδαφικού τμήματος (συμφωνητικό το οποίο άλλωστε δεν προσκομίζεται), ούτε απεδείχθη κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις κτήσεως κυριότητας με τακτική ή με έκτακτη χρησικτησία, δηλαδή η διενέργεια πράξεων νομής της εναγομένης επί του επιδίκου με καλή πίστη, νόμιμο τίτλο και διάνοια κυρίου για δέκα έτη (τακτική χρησικτησία) ή για είκοσι έτη (έκτακτη χρησικτησία).
Η δε εναπόθεση διαφόρων αντικειμένων της επί του επιδίκου απεδείχθη ότι πραγματοποιούνταν στα πλαίσια της κοινής χρήσεως του επιδίκου, καθόσον απεδείχθη ότι και άλλοι κάτοικοι του οικισμού εναπόθεταν εκεί αντικείμενά τους.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, έκαμε δεκτή την αγωγή και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι, όπως έκρινε το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηλείας, δεν παρεβίασε τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε αφού κατά τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά περιστατικά, το επίδικο ακίνητο απέκτησε την ιδιότητα του κοινοχρήστου πράγματος δια της αμνημονεύτου χρήσεως αρχαιότητας δηλαδή για τουλάχιστον ογδόντα (80) έτη προ της εισαγωγής του ΑΚ (23-2-1946). Επομένως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α'ΚΠολΔ κατά το σχετικό μέρος του με τον οποίο υποστηρίζει η αναιρεσείουσα τα αντίθετα. Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η από 4-4-2013 αίτηση της Δ. - Ε. Δ. Δ. για αναίρεση της υπ'αριθμ. 83/2012 αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο κατ'άρθρο 495 § 4 ΚΠολΔ όπως προστέθηκε με άρθρο 12 § 2 ν. 4055/2012 και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), μειωμένα κατ'άρθρο 275 § 2 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (Π.Δ. 76/5-2/1-3-1985).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-4-2013 αίτηση της Δ. - Ε. Δ. Δ. για αναίρεση της υπ'αριθμ. 83/2012 αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηλείας.
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ