137/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 137 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 137/2014
Legislator headnote
AI generated137/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 137 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 137/2014
Full text
Απόφαση 137 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 137/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Δ. του Γ., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σαξώνη.
Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "…", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-3-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5507/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 877/2009 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-12-2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 8-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του με αριθ. 2 λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό σκέλος του και την απόρριψη αυτού κατά τα λοιπά, καθώς και των υπολοίπων λόγων.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Όπως αποδεικνύεται από την .../3-4-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Πειραιά …, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη προσδιορισμού της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής και κλήση προς παράσταση κατ' αυτήν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος στην αναιρεσίβλητη, η οποία, όμως, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίσθηκε, ούτε έλαβε μέρος καθοιονδήποτε νόμιμο τρόπο στην συζήτηση αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο. Επομένως, παρά την απουσία της το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στην συζήτηση της υπόθεσης (άρθ. 576§2 ΚΠολΔ).
ΙΙ.(Α) Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη υπαγωγή. Στους κανόνες ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων θεμελιώνει τον αναιρετικό αυτόν λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθ. 173 και 200 ΑΚ, που εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν κατά την ανέλεγκτη ως προς τούτο κρίση του διαπιστώσει, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη στην σύμβαση κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων, παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά την διαπίστωση, έστω και έμμεσα, τέτοιου κενού ή αμφιβολίας, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για την διαπίστωση της αληθούς έννοιας των δηλώσεων βούλησης ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους, ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ενώ, αντίθετα, δεν παραβιάζονται οι ίδιοι κανόνες, όταν το δικαστήριο διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η ελεγχομένη δήλωση βούλησης είναι σαφής χωρίς κενά.
Επίσης, κατά το άρθ. 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται η παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλ.
τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ.
της ουσίας της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Για την πληρότητα και το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποιά συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάσθηκαν, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παράβαση, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι αόριστος.
Περαιτέρω, κατά τον αριθ. 19 του αυτού ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93§3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Tο κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες, ενώ ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών.
Δηλ. μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. (Β) Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας.
Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βεβαίου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βεβαίου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι, ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.
Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669§1 Α.Κ., όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Πρέπει να επισημανθεί εδώ ότι την έννοια αυτή της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου υιοθετεί κατά βάση και αποδίδει και το ΠΔ 81/2003 (που εκδόθηκε για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 99/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1999 σχετικά με την συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου κλπ.
και εφαρμόζεται στους εργαζομένους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, άρθ. 1 και 2 αυτού), με το άρθ. 3 περ. α' του οποίου ορίζεται ότι νοείται ως "εργαζόμενος ορισμένου χρόνου" κάθε φυσικό πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, συναφθείσα απευθείας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου, η λήξη της οποίας καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους, όπως παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας ή αποπεράτωση συγκεκριμένου έργου ή πραγματοποίηση συγκεκριμένου γεγονότος.
Ο νομικός χαρακτηρισμός ορισμένης σύμβασης (ή σχέσης) ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθ. 26§3 και 87§2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο (ΑΕΔ 3/2001), το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής, και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, ερμηνεύοντας το περιεχόμενό της, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις, υπό τις οποίες συνήφθη η σύμβαση, κρίση που ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (Ολ.
ΑΠ 18/2006, ΑΠ 369/2013, 18/2013). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 8§§1 και 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικά ερμηνευθεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), "είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον ... Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".
Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες επιδιώχθηκε η αντιμετώπιση των καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων με την σύναψη συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από την φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αορίστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1, 2, 3 του ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του β.δ. 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι τότε καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.
Εξειδικεύοντας, ουσιαστικά, τις περιπτώσεις και προϋποθέσεις επιτρεπτής σύναψης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, σύμφωνα και με τα παραπάνω, το άρθ. 5 του προαναφερθέντος ΠΔ 81/2003, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθ. 3 ΠΔ 180/2004 (και όπως το τελευταίο αυτό ίσχυε, ως εκ του εδώ κρισίμου χρόνου, πριν την αντικατάστασή του με το άρθ. 41 ν. 3986/2011) ορίζει ότι (α) η χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή, αν δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο, αντικειμενικός δε λόγος υφίσταται ιδίως, κατ' ενδεικτική απαρίθμηση, αν δικαιολογείται από την μορφή ή το είδος ή την δραστηριότητα του εργοδότη ή της επιχείρησης, ή από ειδικούς λόγους ή ανάγκες, εφόσον τα στοιχεία αυτά προκύπτουν αμέσως ή εμμέσως από την οικεία σύμβαση, όπως η προσωρινή αναπλήρωση μισθωτού, η εκτέλεση εργασιών παροδικού χαρακτήρα, η προσωρινή σώρευση εργασίας, ή η ορισμένη διάρκεια βρίσκεται σε συνάρτηση με εκπαίδευση ή κατάρτιση, ή γίνεται με σκοπό την διευκόλυνση μετάβασης του εργαζομένου σε συναφή απασχόληση ή γίνεται για την πραγματοποίηση συγκεκριμένου έργου ή προγράμματος ή συνδέεται με συγκεκριμένο γεγονός κλπ. (§1) (β) σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι οι οποίοι δικαιολογούν την ανανέωση της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας πρέπει να αναφέρονται στην σχετική συμφωνία των μερών, η οποία συνάπτεται εγγράφως, ή να προκύπτουν ευθέως από αυτήν, αντίγραφο δε της συμφωνίας αυτής πρέπει να παραδίδεται στον εργαζόμενο αμελλητί μετά την έναρξη της προσφοράς της εργασίας του, ενώ ο έγγραφος τύπος της ανωτέρω συμφωνίας δεν είναι απαραίτητος, όταν η ανανέωση της σύμβασης ή σχέσης εργασίας έχει εντελώς ευκαιριακό χαρακτήρα και δεν έχει διάρκεια μεγαλύτερη των δέκα (10) εργάσιμων ημερών (§2) (γ) σε περίπτωση που η χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου υπερβαίνει συνολικά τα δύο (2) έτη, τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης με συνέπεια την μετατροπή τους σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, αν δε στο χρονικό διάστημα των δύο (2) ετών ο αριθμός των ανανεώσεων των, σύμφωνα με την §4 του παρόντος άρθρου, διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας υπερβαίνει τις τρεις (3), τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης με συνέπεια την μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, ενώ το βάρος της ανταπόδειξης σε κάθε περίπτωση φέρει ο εργοδότης (§3) (δ) "διαδοχικές" θεωρούνται οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου, με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας και δεν μεσολαβεί μεταξύ τους χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των σαράντα πέντε (45) ημερών, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι μη εργάσιμες ημέρες κλπ. (§4).
Τέλος, στο Κεφ. Α' των από 23-5-2005 και 21-2-2006 (τοπικών) ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοτεχνιτών και υπαλλήλων που απασχολούνται σε μεταλλουργικές επιχειρήσεις, οι οποίες δραστηριοποιούνται στην Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη Πειραιά-Αττικής και Νήσων κλπ. (που κηρύχθηκαν υποχρεωτικές με τις ΥΑ 11584, ΦΕΚ Β' 641, και 10829/2006, ΦΕΚ Β' 364, αντίστοιχα), όπου καθορίζονται οι ειδικότητες των εργαζομένων που απασχολούνται στην Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη, και στον αριθ. 2 αυτού ορίζεται ότι "ΒΟΗΘΟΙ ΔΙΑΦΟΡΟΙ.
Θεωρούνται οι νέοι από 18 ετών και πάνω οι οποίοι έχουν ειδικευθεί σαν μαθητευόμενοι τεχνίτες ή συνεχίζουν να ειδικεύονται αλλά συγχρόνως κάνουν και παραγωγική δουλειά, δηλαδή, ξέρουν να κόβουν με φλογοκοπή βοηθητικά ελάσματα, να χρησιμοποιούν βοηθητικά εργαλεία (σφυριά, βαριά, διαβήτες, παλάγκα), να γνωρίζουν την υποδιαίρεση του μέτρου, να μετακινούν και να ασφαλίζουν διάφορα μικροβάρη, να ασφαλίζουν τα εργαλεία, τα μανόμετρα, να αλλάζουν φιάλες οξυγόνου και ασετιλίννης, να καθαρίζουν το αντικείμενο που θα εργασθούν και να προετοιμάζουν αυτό, να βοηθούν τους τεχνίτες που ακολουθούν, να γνωρίζουν το όνομα και την χρήση των εργαλείων χεριού και των διαφόρων υλικών και εξαρτημάτων", ενώ κατά τον αριθ. 16 του αυτού Κεφαλαίου "ΕΡΓΑΤΕΣ.
Θεωρούνται άνδρες πάνω από 18 ετών οι οποίοι προσλαμβάνονται για να χρησιμοποιούνται στη φορτοεκφόρτωση αντικειμένων εξυπηρέτησης εργασίας στην εξυπηρέτηση λειτουργίας μηχανημάτων. Δεν κάνουν σε καμιά περίπτωση τη δουλειά του Μανουβραδόρου ή των Βοηθών (ελασματουργού, σωληνουργού, μηχανουργού)...".
Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ.561§2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι : Με την ένδικη αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ο ήδη αναιρεσείων εξέθεσε ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που συνήφθη την 7-4-2005 προσλήφθηκε από την τώρα αναιρεσίβλητη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, που δραστηριοποιείται στην ναυπηγοεπισκευαστική βάση του Περάματος στον τομέα της κατασκευής, επισκευής και συντήρησης πλοίων, και εργάσθηκε με την ειδικότητα του βοηθού ελασματουργού στο συνεργείο της, με την ειδικότερη συμφωνία ν' αμείβεται σύμφωνα με την ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργατοτεχνιτών και υπαλλήλων που απασχολούνται σε μεταλλουργικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη κλπ., παρέχοντας παράλληλα κατ' εντολή της και πρόσθετη εργασία ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου της.
Με βάση τα περιστατικά αυτά, κατά τα εκεί ειδικότερα εκτιθέμενα, και ύστερ' από μερικό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, ζήτησε το μεν ν' αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη του οφείλει, το δε να υποχρεωθεί να του καταβάλει, τ' αναφερόμενα στην αγωγή ποσά για το χρονικό διάστημα από την ως άνω πρόσληψή του μέχρι την 27-5-2006, όταν παραιτήθηκε και αποχώρησε από την εργασία του, για διαφορές μεταξύ καταβλητέων και καταβαλλομένων αποδοχών, έκτο ημερομίσθιο, εργασία κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, υπερωριακή εργασία, πρόσθετη εργασία, αποδοχές αδείας και επιδόματα αδείας και εορτών.
Κρίνοντας επί της αγωγής αυτής το Εφετείο Πειραιώς, ύστερ' από έφεση του αναιρεσείοντος ενάγοντος κατά της δεχθείσης ενμέρει αυτήν απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την αναιρεσιβαλλομένη 877/2009 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι η αναιρεσίβλητη εναγομένη εταιρεία αποτελεί επιχείρηση που δραστηριοποιείται ως μικρό νεωλκείο (καρνάγιο) στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη του Περάματος στον τομέα της επισκευής και συντήρησης κάθε τύπου μικρού μεγέθους ανοικτών πλοίων, ότι ο αναιρεσείων ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη στο Πέραμα την 7-4-2005 με σύμβαση ορισμένου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί στο χώρο του καρνάγιου αυτής ως απλός εργάτης με ημερομίσθιο 41€, ότι η εργασιακή αυτή σχέση ανανεωνόταν διαρκώς με αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου μεταξύ των 20-8-2005, 19-9-2005, 3-10-2005, 1-11-2005, 4-11-2005, 2-12-2005, 23-12-2005, 16-1-2006, 10-2-2006 και 4-4-2006, ότι οι εργασίες που εκτελούσε ο ενάγων, ότι δηλ. "ήταν βοηθός στα καράβια, ετοίμαζε τα κομμάτια του μάστορα, κουβαλούσε τις μηχανές και με γερανό έβαζε τα μηχανήματα στη μαούνα", δεν μπορούν να προσδώσουν στον ενάγοντα την ειδικότητα του βοηθού ελασματουργού, του οποίου η εργασία είναι όχι μόνο υποστηρικτική αλλά και παραγωγική, συνισταμένη σε κόψιμο με φλογοκοπή βοηθητικών ελασμάτων, χρήση βοηθητικών εργαλείων, παλάγκα, διαβητών, φιαλών οξυγόνου κ.ά.
εργαλείων χεριού και εξαρτημάτων, ότι το προσωπικό της επιχείρησης της εναγομένης που αριθμούσε κατά μέσο όρο 50 άτομα, απασχολούμενο με την επισκευή και συντήρηση μικρού μεγέθους πλοίων εσωτερικών πλόων, δεν εργαζόταν σε μόνιμη καθημερινή βάση, εξαιτίας και της αναμφισβήτητης πολυετούς κάμψης των ναυπηγοεπισκευαστικών εργασιών σε μικρομεσαία ναυπηγεία-καρνάγια, όπως αυτό της εναγομένης, ειδικότερα δε οι ημέρες εργασίας του ενάγοντος, όπως και του λοιπού εργατοτεχνικού προσωπικού της εναγομένης, κάθε εβδομάδα και μήνα, προσδιορίζονταν ανάλογα με τις προγραμματισμένες επισκευές και συντηρήσεις των άνω πλοιαρίων, οι οποίες λόγω της φύσης τους λάμβαναν χώρα εντός συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος και δεν διαδέχονταν η μία την άλλη, δεν υπήρχε δηλ.
καθημερινά εργασία (αλλά και όταν υπήρχε ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων και οι άλλοι εργαζόμενοι υπερέβαιναν ημερησίως το νόμιμο ωράριο της 8ωρης εργασίας από 07.30' έως 15.30'), ότι η εναγομένη (λόγω ακριβώς των περιορισμένων εργασιών) προσλάμβανε ανάλογα με το εκάστοτε αναλαμβανόμενο έργο τους αναγκαίους εργατοτεχνίτες και εργάτες, όπως τον ενάγοντα, και δεν υπήρχε λόγος να τους απασχολεί και υπερωριακά, πολύ δε περισσότερο όλα τα Σάββατα και ορισμένες Κυριακές, ότι λόγω του είδους των εργασιών και του περιορισμένου αυτών υπήρχε προγραμματισμός, έτσι ώστε να μην επιβαρύνεται η εναγομένη με επιπλέον αμοιβές, ότι ενάγων απασχολούνταν στην επιχείρηση (καρνάγιο) της εναγομένης κατά μέσο όρο 12 ημέρες τον μήνα κατά το χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο έως και τον Δεκέμβριο του έτους 2005 και 15 ημέρες τον μήνα κατά το διάστημα από τον Ιανουάριο έως και τον Μάιο του 2006, και όχι σε καθημερινή βάση, ότι ο ενάγων για τα χρονικά διαστήματα που εργάσθηκε αμειβόταν ως εργάτης από την εναγομένη, ενώ ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για τον τρόπο πληρωμής του, ούτε για τα ποσά που εισέπραττε, μη δικαιούμενος εντεύθεν τις ζητούμενες διαφορές ημερομισθίων μεταξύ βοηθού ελασματουργού και εργάτη, το έκτο ημερομίσθιο της εβδομάδας, τα επιδόματα εορτών έτους 2006 και διαφορές επιδομάτων εορτών έτους 2005, διαφορές αποδοχών και επιδομάτων αδείας και διαφορές αμοιβών για την εργασία του κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, ότι ο ενάγων κατά την διάρκεια της ημερήσιας απασχόλησής του στην εναγομένη εργαζόταν, κατά μέσο όρο επί δίωρο, κατ' εντολή του νομίμου εκπροσώπου της και ως οδηγός των με αριθ.
κυκλ. ... και ... φορτηγών αυτοκινήτων της, ένα εκ των οποίων γερανοφόρο, με τα οποία μετέφερε, κυρίως εντός του περιορισμένου ναυπηγείου της εναγομένης στο Πέραμα και κατ' εξαίρεση από την Ελευσίνα, υλικά επισκευών, ανταλλακτικά, λαμαρίνες, ηλεκτρόδια κλπ., δικαιούμενος για την πρόσθετη αυτή εργασία και σύμφωνα με τις οικείες ΣΣΕ των οδηγών φορτηγών πάσης φύσεως τ' αναφερόμενα εκεί ποσά, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ενάγοντος κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε δεχθεί τα ίδια κατά μερική παραδοχή της αγωγής του.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο : (Α) Ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις (εφαρμοστέες) διατάξεις των άρθ. 648, 649, 669 και 672 ΑΚ, 8§§1 και 3 ν. 2112/1920, 3 και 5 ΠΔ 81/2003, διέλαβε δε συναφώς επαρκείς αιτιολογίες, ως προς την φύση της ένδικης εργασιακής σχέσης, δεχθέν ότι μεταξύ των διαδίκων συνήφθησαν επιτρεπτά και έγκυρα αλλεπάλληλες συμβάσεις ορισμένου χρόνου (και όχι μία αορίστου χρόνου) που δικαιολογούνταν από την φύση, το είδος και τον σκοπό της εργασίας και από ειδικούς λόγους αναγομένους στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης της εναγομένης, αφού, κατά τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση πραγματικά περιστατικά, το προσωπικό της εναγομένης, στο οποίο ανήκε και ο ενάγων, λόγω της πολυετούς κάμψης των ναυπηγοεπισκευαστικών εργασιών σε μικρομεσαία ναυπηγεία, όπως αυτό της εναγομένης, και του είδους των εργασιών που αναλάμβανε η επιχείρηση της εναγομένης, που αφορούσαν επισκευές και συντήρηση μικρού μεγέθους πλοίων εσωτερικών πλόων, δεν εργαζόταν σε καθημερινή βάση, αλλά για την εκτέλεση προγραμματισμένων επισκευών εντός συγκεκριμένου χρονοδιαγράμματος, οι οποίες δεν διαδέχονταν η μία την άλλη, και επομένως η διάρκεια των συμβάσεων αυτών ήταν σαφώς καθορισμένη ως προκύπτουσα από το είδος και τον σκοπό τους και τα μέρη γνώριζαν το χρονικό σημείο λήξης τους, δέχθηκε δηλ.
στην ουσία το Εφετείο ότι οι συμβάσεις αυτές δεν κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της επιχείρησης της αναιρεσίβλητης εναγομένης, ως εκ τούτου δε πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου με αριθ. 2 λόγος αναίρεσης κατά το α' σκέλος του ως προς αμφότερα τα μέρη του από το άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ.
Πρέπει να επισημανθεί, ότι η έλλειψη παραδοχών στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση ως προς το ύψος των απαιτήσεων του αναιρεσείοντος για τις αποδοχές και το επίδομα αδείας και τα ποσά που του καταβλήθηκαν δεν συνιστά έλλειψη νόμιμης βάσης, αφού το ζήτημα αυτό συνάπτεται με τους μη γενομένους δεκτούς πραγματικούς ισχυρισμούς του ενάγοντος, σύμφωνα με τις αναιρετικά ανέλεγκτες ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, ως προς είδος και την φύση της εργασιακής σχέσης του ενάγοντος ως αορίστου χρόνου και την ειδικότητά του ως βοηθού ελασματουργού, δεν ασκεί δηλ.
ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και επομένως η ειδικότερη αυτή αιτίαση που περιέχεται στον ερευνώμενο εδώ λόγο πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη. (Β) Ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις των ως άνω (τοπικών) ΣΣΕ και διέλαβε συναφώς επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την ειδικότητα του αναιρεσείοντος ως εργάτη και όχι ως βοηθού ελασματουργού, κατά την έννοια αυτών, αφού κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασής του η εργασία του ενάγοντος συνίστατο κυρίως στην μεταφορά των μηχανών και την τοποθέτηση των μηχανημάτων με γερανό στην μαούνα, το συμπέρασμα δε αυτό δεν αναιρείται από την ειδικότερη παραδοχή ότι ο ενάγων "ετοίμαζε τα κομμάτια του μάστορα", καθόσον δεν διαλαμβάνονται περαιτέρω παραδοχές ότι για την εργασία αυτή ο ενάγων προέβαινε σε ανάγνωση των σχεδίων για τα ελάσματα που έπρεπε να κοπούν, την αποτύπωσή τους σ' αυτά και την κοπή τους με οξυγόνο κλπ., όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο.
Εξάλλου, το δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δεν διαπίστωσε, ούτε έμμεσα, κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων (ένδικες συμβάσεις) ως προς την ειδικότητα, με την οποία προσλήφθηκε και εργάσθηκε ο ενάγων στην επιχείρηση της εναγομένης, ώστε να προσφύγει αναγκαίως (ούτε προσέφυγε) στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθ. 173 και 200 ΑΚ, αλλά θεώρησε τις συμβάσεις αυτές σαφείς και χωρίς κενά.
Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο αυτός με αριθ. 2 λόγος κατά το β' σκέλος του και το συναφές μέρος του από τους αριθ. 1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ. Με τον αυτόν λόγο κατά το ίδιο σκέλος του και κατά το υπόλοιπο μέρος του από τον αριθ. 1 της παραπάνω διάταξης ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας με την ειδικότερη, όχι με απόλυτη σαφήνεια διατυπωμένη, αιτίαση ότι "σε κάθε περίπτωση από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λαμβανομένων υπόψη των γενικών ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200ΑΚ....προκύπτει το συμπέρασμα ότι κατά την κατάρτιση της ατομικής σύμβασης εργασίας μου συμφώνησα να αμείβομαι με την ΣΣΕ της Ζώνης, η οποία ήταν η μόνη που είχα γνώση ότι εφαρμόζεται στον τομέα της επαγγελματικής μου ειδικότητας,....είναι η μόνη που προβλέπει την ειδικότητά μου ως βοηθού ελασματουργού...είναι εύλογο...ως εργαζόμενος, που συντηρείται από την εργασία του δεν μπορούσα να λαμβάνω το βασικό ημερομίσθιο του ανειδίκευτου εργάτη, ούτε βέβαια να καταρτίζω διαφορετικές συμφωνίες για τις αποδοχές μου.
Η βούλησή μου....ήταν να παρέχω την εργασία μου ως βοηθό τεχνίτη....και να αμείβομαι αντίστοιχα για την εργασία μου αυτή...". Κατά το μέρος του αυτό ο εδώ ερευνώμενος λόγος είναι απορριπτέος, αφενός ως αλυσιτελής και χωρίς έννομη επιρροή προβαλλόμενος, διότι αναφέρεται σε (φερομένη) παράβαση διδαγμάτων της κοινής πείρας σε σχέση με την ερμηνεία των συμβάσεων εργασίας του ενάγοντος, στην οποία, όμως, δεν προέβη το δικαστήριο λόγω μη διαπίστωσης (και μη ύπαρξης) κενού ή αμφιβολίας, και αφετέρου ως απαράδεκτος και δη το μεν ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται σ' αυτόν τα διδάγματα της κοινής πείρας που (φέρονται ότι) παραβιάσθηκαν, το δε διότι υπό το πρόσχημα του αναιρετικού αυτού λόγου πλήττεται στην πραγματικότητα μόνον η μη υποκειμένη στον έλεγχο του Αρείου Πάγου εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων και των αποδείξεων (άρθ. 561§1 ΚΠολΔ).
Τέλος, ο με αριθ. 3 λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας, δεχθέν με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του ότι "...Για τα χρονικά διαστήματα που εργάσθηκε ο ενάγων, όπως πλήρως αποδείχθηκε, αμειβόταν ως εργάτης σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα εκκαθαριστικά σημειώματα πληρωμής του, ενώ ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για τον τρόπο της πληρωμής του, ούτε για τα ποσά τα οποία εισέπραττε.." παραβίασεν ευθέως τις διατάξεις των άρθ. 3 και 679 ΑΚ, καθόσον, κατά τα εκτιθέμενα περαιτέρω στον λόγο αυτόν, από τα γενόμενα ως άνω δεκτά πραγματικά περιστατικά δεν προκύπτει παραίτηση του αναιρεσείοντος από το αναγκαστικού δικαίου δικαίωμά του για την καταβολή των νομίμων κατωτάτων αποδοχών του, πρέπει ν' απορριφθεί ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση.
Και τούτο διότι, ναι μεν κατά γενική αρχή που συνάγεται από τα άρθ. 3, 174, 679 ΑΚ, 8 ν. 2112/1920, 5§1 α.ν. 539/1945 και 8§4 ν.δ. 4020/1959, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, δεν συγχωρείται και άρα είναι άκυρη και θεωρείται μη γενομένη η παραίτηση του εργαζομένου από το δικαίωμα λήψης των κατά νόμον ελαχίστων ορίων των αποδοχών του, καθώς και από άλλα δικαιώματά του που απορρέουν από την σχέση εργασίας και αναγνωρίζονται από κανόνες δημόσιας τάξης (ΑΠ 1683/2012, 1635/2012), πλην όμως στην προσβαλλομένη απόφαση, και όπως προκύπτει από τις κρίσιμες ως άνω αιτιολογίες, ουδόλως περιέχεται τέτοια παραδοχή (περί παραίτησης του αναιρεσείοντος από το δικαίωμα λήψης των κατωτάτων νομίμων αποδοχών του), η δε παραδοχή για έλλειψη διαμαρτυρίας του για τον τρόπο πληρωμής του και για τα ποσά που εισέπραττε διαλαμβάνεται στην αναιρεσιβαλλομένη προς ενίσχυση της αμέσως προηγουμένης κρίσης του δικαστηρίου περί της απασχόλησης του ενάγοντος με την ειδικότητα του εργάτη και κατά τα εκεί γενόμενα δεκτά, κατά τρόπο αναιρετικά ανέλεγκτο, χρονικά διαστήματα εντός κάθε μηνός.
ΙΙΙ. (Α) Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, από δε τις διατάξεις του άρθ. 671§1 εδ. α' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην κατ' έφεση δίκη σύμφωνα με το άρθ. 674§2 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των άρθ. 663 επ.
αυτού (διαδικασία εργατικών διαφορών) λαμβάνονται υπόψη στην δευτεροβάθμια δίκη, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμού, και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, όπως και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα ή άκυρα, όχι, όμως, πλαστά ή μη γνήσια, διότι και στην διαδικασία αυτήν δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών μέσων (ΟλΑΠ 15/2003), ως εκ τούτου δε κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο είναι και έγγραφο, του οποίου αμφισβητήθηκε η γνησιότητα της επ' αυτού υπογραφής του εκδότη του (ΑΠ 718/2010).
Ειδικότερα, σε συνέχεια και συνάφεια με τα παραπάνω : (1) Από τις διατάξεις των άρθ.455, 457§§1-3 και 458 ΚΠολΔ συνάγεται ότι τα ιδιωτικά έγγραφα σε αντίθεση με τα δημόσια δεν έχουν το τεκμήριο γνησιότητας και εντεύθεν η επίκληση και προσκομιδή, προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, ιδιωτικού εγγράφου εμπεριέχει και τον ισχυρισμό του διαδίκου περί της γνησιότητάς του, ο δε αντίδικός του φέρει το βάρος της άρνησης της γνησιότητας του εγγράφου και ο διάδικος που το προσκομίζει με επίκληση της απόδειξης της γνησιότητας αυτής, εφόσον αμφισβητηθεί (2) Εάν το έγγραφο είναι ενυπόγραφο, αδιάφορα αν φέρει την υπογραφή εκείνου κατά του οποίου προσκομίζεται ή τρίτου, η μη αμφισβήτηση αμέσως της γνησιότητας της επ' αυτού υπογραφής εκ μέρους του αντιδίκου του προσκομίζοντος αυτό δημιουργεί αμάχητο τεκμήριο για την γνησιότητα του υπερκειμένου της υπογραφής και καλυπτομένου απ' αυτήν περιεχομένου του εγγράφου, το οποίο (στην περίπτωση αυτή της ως άνω αναγνώρισης της γνησιότητας της υπογραφής ή της απόδειξης αυτής, εφόσον αμφισβητηθεί) ανατρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού (άρθ. 457§§2 και 3) (3) Η απόδειξη της γνησιότητας της αμφισβητηθείσας υπογραφής ιδιωτικού εγγράφου επιβάλλεται, όχι μόνον όταν γίνεται χρήση του εγγράφου αυτού προς άμεση απόδειξη, αλλά και όταν τούτο χρησιμεύει για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (4) Αν αποδειχθεί κατά την διαδικασία, κατά την οποία δικάζεται η υπόθεση και προσκομίζεται το έγγραφο, η μη γνησιότητά του, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, ενώ αν προκύπτει ότι είναι γνήσιο λαμβάνεται υπόψη, αν, όμως, το δικαστήριο, καίτοι προβλήθηκε άρνηση της γνησιότητάς του, λάβει (ή δεν λάβει) υπόψη το έγγραφο αυτό, υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθ. 559 αριθ. 11α ΚΠολΔ, αφού εκτιμά (ή δεν εκτιμά) έγγραφο, πριν διαπιστώσει, όπως οφείλει, αν αποτελεί επιτρεπόμενο ή μη κατά νόμον αποδεικτικό μέσο. (5) Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθ. 237§§1-3, 238 και 562§2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αμφισβήτηση της γνησιότητας της υπογραφής ιδιωτικού εγγράφου πρέπει να γίνεται κατά την ίδια συνεδρίαση, κατά την οποία προσκομίζεται (για πρώτη φορά) το έγγραφο, με προσθήκη στις προτάσεις και να είναι ρητή, σαφής και ειδική, χωρίς ενδοιαστικές ή υποθετικές εκφράσεις, αν δε αυτό δεν γίνει, θωρείται, όπως προαναφέρθηκε, ότι αναγνωρίσθηκε η γνησιότητα του εγγράφου και τυχόν αμφισβήτηση αυτής σε μεταγενέστερη συζήτηση, και δη ενώπιον του Εφετείου, είναι απαράδεκτη.
Εξάλλου, κατ' άρθ. 463 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και επί των υποθέσεων που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των άρθ. 664-676 (εργατικών διαφορών), επί προσβολής εγγράφου ως πλαστού, είτε η πλαστογραφία αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο (άρθ. 461) είτε δεν κατονομάζεται ο πλαστογράφος (άρθ. 464), για το παραδεκτό του ισχυρισμού αυτού απαιτείται η ταυτόχρονη με την προβολή αυτού προσκομιδή των σχετικών αποδεικτικών εγγράφων και η αναφορά ονομαστικά των μαρτύρων και των άλλων αποδεικτικών μέσων, διαφορετικά ο ισχυρισμός είναι απαράδεκτος, σε περίπτωση δε που ο ισχυρισμός (ένσταση) περί πλαστότητας υποβάλλεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του διαδίκου, για το παραδεκτό της προβολής του, θα πρέπει, πέραν της προσκομιδής των εγγράφων που αποδεικνύουν την πλαστότητα κλπ., ο δικηγόρος αυτός να έχει σύμφωνα με το άρθ. 98 περ.
β' ΚΠολΔ ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα. Τέλος, στον ισχυρισμό περί πλαστότητας της υπογραφής εκδότη ιδιωτικού εγγράφου περιέχεται εννοιολογικά, ως κάτι το έλασσον, η εκ μέρους του προτείνοντος την πλαστότητα άρνηση της γνησιότητας της υπογραφής του, για την οποία δεν απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα, και κατά συνέπεια σε περίπτωση, κατά την οποία η περί πλαστότητας της υπογραφής του (φερομένου) εκδότη του εγγράφου ένσταση δεν προβάλλεται παραδεκτά για οποιονδήποτε λόγο, κατά τα προαναφερθέντα, είναι ερευνητέα η περιεχομένη σ' αυτόν άρνηση εκ μέρους αυτού της γνησιότητας της υπογραφής του.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον με αριθ. 1 λόγο αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ.11 περ. α' ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τις προσκομισθείσες με επίκληση από την αναιρεσίβλητη εναγομένη προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού της περί απασχόλησης του αναιρεσείοντος ενάγοντος σ' αυτήν με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου αναγγελίες πρόσληψής του προς τον ΟΑΕΔ, ως προς της οποίες ο αναιρεσείων με την έφεσή του ρητά προέβαλε, όπως, κατ' εκτίμηση του λόγου αυτού, και πρωτοδίκως, ότι οι επ' αυτών (πλην της πρώτης) υπογραφές του είναι πλαστές (χωρίς να κατονομάζεται ο πλαστογράφος), το Εφετείο, όμως, έλαβε υπόψη του τα ως άνω έγγραφα, χωρίς να ερευνήσει την περιεχομένη στον ισχυρισμό περί πλαστότητας των υπογραφών του άρνηση της γνησιότητας αυτών (προφανώς λόγω απαραδέκτου, όπως εμμέσως αναφέρεται στο αναιρετήριο, της ένστασης πλαστότητας, ελλείψει των απαιτουμένων ως άνω προϋποθέσεων παραδεκτής προβολής της, και δη της ειδικής πληρεξουσιότητας του πληρεξουσίου δικηγόρου του, αφού ο αναιρεσείων δεν τις επικαλείται ρητά) και κατά συνέπεια υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από την ως άνω διάταξη.
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθ. 561§1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα των προτάσεων των διαδίκων, προκύπτει ότι από την αναιρεσίβλητη εναγομένη προσκομίσθηκαν πρωτοδίκως με επίκληση οι αναγγελίες αυτής προς τον ΟΑΕΔ περί πρόσληψης του αναιρεσείοντος ενάγοντος με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, προσκομίσθηκαν δε πάλι με επίκληση στο Εφετείο.
Με την προσθήκη στις πρωτόδικες προτάσεις του ο αναιρεσείων ενάγων αναφερόμενος συλλήβδην στα προσκομισθέντα απ' αυτήν έγγραφα διέλαβε "αρκετά από αυτά είναι ανυπόγραφα...και στα υπόλοιπα οι υπογραφές μου δεν είναι όμοιες μεταξύ τους, απόδειξη ότι δεν έχουν τεθεί από εμένα...δε συντάσσει (ενν. η εναγομένη), είτε συντάσσει αλλά δε χορηγεί στους εργαζομένους συμβάσεις εργασίας, καταστάσεις εργασίας και υπερωριών, εξοφλητικές αποδείξεις, αναγγελίες προσλήψεων, βεβαιώσεις εργασίας και πλαστογραφεί υπογραφές...από τη σύγκριση της σωρείας των υπογραφών μου προκύπτει ότι είναι διαφορετικές μεταξύ τους", δεν προέβαλε δηλ.
ειδική αμφισβήτηση της γνησιότητας της υπογραφής του επί των ως άνω εγγράφων, όταν αυτά προσκομίσθηκαν για πρώτη φορά από την αναιρεσίβλητη, των οποίων, επομένως, θεωρείται ότι αναγνωρίσθηκε η γνησιότητα. Μόνο με τους 1ο και 2ο λόγους της έφεσής του ο ενάγων ρητά και ταυτοσήμως ισχυρίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι "...οι υπογραφές στις αναγγελίες της πρόσληψής μου, εκτός της πρώτης, είναι όλες πλαστές...", προέβαλε δηλ.
ένσταση πλαστότητας των υπογραφών του επί των ως άνω εγγράφων, χωρίς ν' αποδίδει την πλαστογραφία σε ορισμένο πρόσωπο, η οποία ήταν απαράδεκτη ως τοιαύτη, λόγω μη τήρησης, όπως έμμεσα δέχεται και ο ενάγων στο αναιρετήριο, των απαραιτήτων κατά νόμον προϋποθέσεων παραδεκτού της προβολής της (ταυτόχρονη επίκληση των αποδεικτικών μέσων κλπ., ειδική πληρεξουσιότητα του προτείναντος αυτήν δικηγόρου του), αποτελεί, όμως, καταρχήν άρνηση της γνησιότητας των υπογραφών αυτών εμπεριεχομένη, όπως προαναφέρθηκε, στον ισχυρισμό περί πλαστότητας, η οποία (άρνηση) ήταν απαράδεκτη, διότι θεωρείται ότι προβλήθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου.
Επομένως, το Εφετείο που έλαβε υπόψη τα έγγραφα αυτά ως γνήσια για την απόδειξη, μαζί με άλλα, του είδους και της διάρκειας της εργασιακής σχέσης του ενάγοντος (ως ορισμένου χρόνου), χωρίς να ερευνήσει την ως άνω άρνηση, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από την παραπάνω διάταξη και ο ερευνώμενος εδώ συναφής περί του αντιθέτου λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. (Β) Από τις διατάξεις των άρθ. 335, 338, 339 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ.
γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, για την στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς την λήψη υπόψη συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου. Ο λόγος αυτός ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλομένη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τ' αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου, καθόσον καμία διάταξη δεν επιβάλλει αυτήν και μόνον αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, θεμελιώνεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, ενώ από την αναφορά στην απόφαση των αποδεικτικών μέσων και δη εγγράφων που κατά την εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας είχαν ιδιαίτερη αποδεικτική αξία και σημασία δεν συνάγεται κατ' ανάγκην ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα λοιπά.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον με αριθ. 4 λόγο αναίρεσης (τελευταίο) προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τις προσκομισθείσες από την αναιρεσίβλητη καταστάσεις προσωπικού και τους προσκομισθέντες με επίκληση από τον αναιρεσείοντα 93 ταχογράφους. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από την περιεχομένη στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι για τον σχηματισμό γενικά του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και τα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και από το περιεχόμενο της απόφασης, στην οποία γίνεται ειδική μνεία των εγγράφων αυτών, όπως άλλωστε και στο αναιρετήριο αναφέρεται, και αποδεικτική αξιολόγησή τους, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι λήφθηκαν υπόψη και τα έγγραφα αυτά.
Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-12-2012 αίτηση του Ν. Γ. Δ. για αναίρεση της 877/2009 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 7 Ιανουαρίου 2014.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Ιανουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ