137/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 137 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 137/2012
Legislator headnote
AI generated137/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 137 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 137/2012
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 137 / 2012 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 137/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Α. του Ε., 2. Δ. Α. του Ε., 3. Β. Α. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χ. Α. (ήδη τέταρτο αναιρεσείοντα) και 4. Χ. Α. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ά. συζ. Θ. Φ., το γένος Γ. Β., κατοίκου ..., 2. Ε. Β. του Σ., κατοίκου ..., 3. Σ. Β. του Σ., κατοίκου ..., 4. Α. συζ. Γ. Τ., το γένος Ι. Μ., κατοίκου ..., 5. Ε. συζ. Ν. Π., το γένος Ι. Μ., κατοίκου ..., 6. Π. συζ. Γ. Μ., το γένος Ι. Μ., κατοίκου ..., 7. Β. χας Α. Β., κατοίκου ..., 8. Α. Β. του Α. και 9. Δ. συζ. Ε. Α., το γένος Α. Β., κατοίκων και των δύο ..., για τον εαυτό τους ατομικά και ως νόμιμων εκ διαθήκης κληρονόμων της αποβιώσασας, θείας των, Χ. χας Κ. Κ..
Οι παραπάνω 1 έως 4 και 6 έως 9 παραστάθηκαν στο ακροατήριο με τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους: α) Παναγιώτη Παπαδημητρόπουλο και β) Βασίλειο Πανανικολάου και η 5η Ε. συζ. Ν. Π., το γένος Ι. Μ. εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τους ίδιους ως άνω πληρεξούσιους δικηγόρους της.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-3-1990 αγωγή των αρχικών διαδίκων και με την από 15-4-1997 προτάσεις-ανταγωγή των ήδη τριών πρώτων αναιρεσειόντων που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 492/1998 μη οριστική, 444/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1027/2006 μη οριστική, 262/2010 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-6-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 6-12-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο 4ος αναιρεσείων ατομικά και ως πληρεξούσιος των υπολοίπων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ολΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ολΑΠ 469/1984).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να θεμελιώσει το αποδεικτικό του πόρισμα αναφορικά με την κτήση από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους της κυριότητάς τους επί των επίδικων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία δέχθηκε, ότι ο δικαιοπάροχος και πατέρας (τους), Ε. Α., ήταν αντιπρόσωπός τους- εναγόντων- και των δικαιοπαρόχων τους και συγκεκριμένα ότι ο πιο πάνω Ε. Α. απέκτησε τη φυσική εξουσίαση επί των επίδικων ακινήτων από την (απώτερη δικαιοπάροχό τους) Ε. χήρα Α. Β. ως αντιπρόσωπος αυτής, δυνάμει της από 4-11-1954 επιστολής της προς αυτόν, και ότι έκτοτε αυτός ασκούσε πράξεις νομής επί των επίδικων ακινήτων στο όνομά της και με τη θέληση να κατέχει τα επίδικα γι' αυτήν, και, έτσι, έλαβε υπόψη του αυτοτελή αυτό αγωγικό ισχυρισμό, ο οποίος δεν είχε προταθεί από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους. Όμως, από την παραδεκτή -κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ- εκτίμηση του περιεχομένου της ένδικης αγωγής προκύπτει, ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν με αυτήν επικαλεστεί, ότι νέμονταν τα επίδικα ακίνητα αυτοί και οι δικαιοπάροχοί τους τόσο οι ίδιοι προσωπικά " όσο και με τρίτα πρόσωπα" και, συγκεκριμένα, ότι είχαν "διορίσει αντιπρόσωπο και πληρεξούσιο για να (τους) διαχειρίζεται την περιουσία (τους) τον Ά. Α. και μετά απ' αυτόν και τη γυναίκα του τον Κ. Α. Α.". Επομένως, το Εφετείο, με το να δεχτεί, ότι οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων είχαν αναθέσει τη φύλαξη των επίδικων ακινήτων, όχι στον Κ. Α. Α. (όπως οι αναιρεσίβλητοι είχαν επικαλεστεί με την αγωγή), αλλά στον Ε. Α., πατέρα των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων (γιατί, έτσι διευκρινίστηκε κατά τη διεξαγωγή των αποδείξεων), δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ, α' ΚΠολΔ, αφού η παραδοχή αυτή αφορά στην εκτίμηση των αποδείξεων και δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επομένως, ο περί του αντιθέτου λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
II. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού εγγράφου με την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ΚΠολΔ, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση, κατά την έννοια της άνω διάταξης συντρέχει όταν υπάρξει διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου (ολΑΠ1/1999). Η παραμόρφωση μπορεί να γίνει θετικά, με τη μεταβολή του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά με την παράλειψη χρήσιμων περικοπών και το ζήτημα πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 4.11.1954 επιστολής της Ε. χήρας Α. Β., με το να δεχθεί ότι με αυτήν συμφωνήθηκε η ανάθεση στον πατέρα τους Ε. Α. της φύλαξης και επίβλεψης των επίδικων ακινήτων και, έτσι κατέληξε στο επιζήμιο γι' αυτούς αποδεικτικό πόρισμα, ότι ο δικαιοπάροχός τους Ε. Α. νεμόταν το επίδικο ως αντιπρόσωπος των αναιρεσιβλήτων, ενώ η εν λόγω επιστολή αποτελούσε αποκλειστικά και μόνο μια πρόταση -ερώτηση της δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων προς τον πατέρα τους Ε. Α. περί της ανάληψης από μέρους του της φύλαξης και επίβλεψης των εν λόγω ακινήτων η οποία δεν συνοδεύτηκε από σχετική καταφατική απάντηση του τελευταίου. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί του ότι η Ε. χα Α. Β. από το μήνα Νοέμβριο έτους 1954 και εφεξής μέχρι τον επισυμβάντα στις 12.2.1958 θάνατό της φρόντιζε και διαχειριζόταν τα επίδικα αγροτεμάχια, δεχόμενο, ειδικότερα, ότι ανέθεσε αυτή τη φύλαξη των εν λόγω αγροτεμαχίων καθώς και την επίβλεψή τους στον Ε. Α., πατέρα των αναιρεσειόντων στην οποία του ανέφερε ότι ήταν αδύνατο να φροντίζουν τα ακίνητά τους στην Αγία Θέκλη, επειδή ήταν κάτοικοι Αθηνών, να αναλάβει αυτός τη φύλαξη και συντήρησή τους, ο οποίος έκτοτε επιμελείτο των ορίων του, διαχειριζόταν αυτά και ασκούσε σε αυτά πράξεις νομής για λογαριασμό των εντολέων του από όλα τα αποδεικτικά μέσα και, ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τις αναφερόμενες στην εν λόγω απόφαση ένορκες βεβαιώσεις και εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης και από όλα τα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και την από 4-11-1994 επιστολή, της οποίας συνεκτίμησε και αξιολόγησε το περιεχόμενο. Με τα δεδομένα αυτά, ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
III. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του περί της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα, ειδικότερα, σ' αυτόν μνημονευόμενα έγγραφα, δηλαδή: α) την από 10-12-1980 ιδιόγραφη διαθήκη του πατέρα και δικαιοπαρόχου τους Ε. Α., στην οποία ο συντάξας πατέρας τους αναγράφει κατά λέξη "... Τέλος στα παιδιά μου αφήνω την περιουσία μου από 40 στρέμματα περίπου στη τοποθεσία "ΚΥΜΑΡΟΣ" που έχω φυτέψει ελιές με το Μ. (εννοεί τον τέταρτο των αναιρεσειόντων) τη γυναίκα μου από πολλά χρόνια και αχλαδιές...και συνορεύει από Δυτικά και Βορρά με περιουσία του Ν. Ρ., Ανατολικά με περιουσία Σ. Φ. και Ν. Ρ.", χωρίς να αναφέρει κανέναν απολύτως εκ των αντιδίκων ή εκ των δικαιοπαρόχων αυτών ως συνορίτες, γείτονες, συγκύριους και συννομείς των επίδικων ακινήτων και δη του τρίτου από τα επίδικα αγροτεμάχια, κειμένου στη θέση "ΚΥΜΑΡΟΣ", β) το υπ' αριθμ. .../23-11-1935 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Λιάκου, με το οποίο ο απώτερος δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Α. Β. και η χήρα του αδελφού του Μ. Β. έδωσαν την εντολή και την πληρεξουσιότητα στην Ε. Β. να εκποιήσει όλη την πατρική περιουσία στην Αγία Θέκλη Κεφαλληνίας και γ) το υπ' αριθμ. .../14-12-1935 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ληξουρίου Γεράσιμου Συνοδινού, με το οποίο η Ε. Β., υπό την ιδιότητά της ως πληρεξουσία και αντιπρόσωπος των Α. Β. και Μ. Β., μεταβίβασε σε τρίτο αγοραστή 1) την πατρική οικοδομική άνευ στέγης, της οποίας μέρος των τοίχων υπήρχε το 1935 μετά του συνεχόμενου τεμαχίου αγρού 600 τ.μ κατά προσέγγιση και των εις αυτόν υπαρχόντων ελαιοδένδρων και του μικρού φρέατος και 2) ένα αγροτεμάχιο (εντελώς διαφορετικό από τα επίδικα ακίνητα), εκτάσεως τετραγωνικών μέτρων εξακοσίων (600) περίπου. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στα αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός.
IV. Από τα άρθρα 339 και 352 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι, δικαστική είναι όχι κάθε ομολογία, αλλά εκείνη που γίνεται ενώπιον του δικαστηρίου από τον αντίδικο εκείνου που φέρει το βάρος επίκλησης και απόδειξης του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος με σκοπό αποδοχής του και είναι σαφής και ορισμένη. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, επίσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι ήδη αναιρεσείοντες ψέγουν την προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του δικαστική ομολογία των αντιδίκων τους, που έγινε με την αγωγή και συνίσταται στην παραδοχή από μέρους τους, ότι είχαν διορίσει αντιπρόσωπο και πληρεξούσιο για να διαχειρίζεται την παραπάνω περιουσία τους- μετά τον Ά. Α. και τη γυναίκα του- τον Κ. Α. Α. και ότι έτσι κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που προκύπτει από την ομολογία αυτή αναφορικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της νομής και της κτήσης εν τέλει της κυριότητας των επιδίκων με έκτακτη χρησικτησία (ΑΚ 1045), αφού, κατ' αυτούς, η εν λόγω ομολογία αποτελεί ευνοϊκό γι' αυτούς στοιχείο, δεδομένου ότι "αν σταθεί κανένας σ' αυτήν (ομολογία) δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παρουσία του δικαιοπαρόχου και πατέρα (τους) Ε. Α. στα επίδικα όλα αυτά τα κρίσιμα για τη συμπλήρωση της έκτακτης χρησικτησίας χρόνια, ως δέχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση". Και ότι την ομολογία αυτή είχαν επικαλεστεί στο Εφετείο με τις προτάσεις τους της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο λόγος όμως αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί το επικαλούμενο από τους αναιρεσείοντες γεγονός περί διορισμού από τους αναιρεσιβλήτους του Κ. Α. Α. ως αντιπροσώπου και πληρεξουσίου τους για τη διαχείριση της παραπάνω περιουσίας τους, που, κατά τους ίδιους, ρητά και ανεπιφύλακτα αποδέχθηκαν οι αναιρεσίβλητοι με την αγωγή τους, δεν συνιστά δικαστική ομολογία τους, αφού, κατά τα εκτεθέντα στη με στοιχείο (I) σκέψη της παρούσας, δεν είναι ουσιώδες και δεν αποτελεί επιβλαβές για τους ομολογούντες αναιρεσιβλήτους γεγονός, ως προς το ζήτημα της νομής και της κτήσης εν τέλει από μέρους τους των επιδίκων με έκτακτη χρησικτησία (ΑΚ 1045).
V. Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 270 ΚΠολΔ, όπως, ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 12 του ν. 2915/2001 και έχει στην περίπτωση που πρόκειται εφαρμογή σύμφωνα με το άρθρο 38 του ίδιου ν.2915/2001 (ΑΠ 1253/2005 Ελλ.Δνη 48,1043), το δικαστήριο (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο) λαμβάνει υπόψη ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου μόνο αν έχουν συνταχθεί πριν από τη δικάσιμο και μετά προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Όταν όμως αυτές έχουν ληφθεί στα πλαίσια άλλης δίκης, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά απλά έγγραφα, που εκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, που έκρινε βάσιμη την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων, έλαβε υπόψη και τις ένορκες βεβαιώσεις 11659 και 11660/2.5.1997 ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που είχαν ληφθεί με μέριμνα των αναιρεσιβλήτων στα πλαίσια άλλης παρεμφερούς αγωγής. Στην περίπτωση όμως αυτή οι ένορκες βεβαιώσεις λαμβάνονται υπόψη και εκτιμώνται ως απλά έγγραφα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Επομένως, το Εφετείο, που έλαβε υπόψη τις ένορκες αυτές βεβαιώσεις, δεν υπέπεσε στην πιο πάνω πλημμέλεια και ο περί του αντιθέτου λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
VI. Στην περίπτωση που το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε πλήττονται μεν όλες ή μία απ' αυτές, η προσβολή όμως μιας απ' αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (ολΑΠ 25/2003).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, κατά παραβίαση ευθεία, άλλως εκ πλαγίου των διατάξεων των άρθρων 615, 629, 631 και 632 του Ιόνιου Κώδικα, που ίσχυε στην Επτάνησο μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23.2.1946) και σύμφωνα με τις οποίες δεν νοείται υπεισέλευση στην εξ αδιαθέτου διαδοχή ως συζύγου και των θηλέων τέκνων του θανόντος, εάν υπήρχαν άρρενα τέκνα του, δέχτηκε, ότι "μετά το θάνατο του Α. Β. στις 9.1.1941 που απεβίωσε στην Αθήνα χωρίς διαθήκη, περιήλθε η κληρονομιά ... στη σύζυγό του Ε. κατά 10/40 και στα τέκνα του Γ., Σ., Δ. Μ., Χ. Κ. και Α., κατά 6/40 σε έκαστο ... οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομία του και αναμίχθηκαν σε αυτήν, οι οποίοι έως μεν την εισαγωγή του ΑΚ νέμονταν αυτά συνεχώς, αδιάκοπα και ειρηνικά ...", αναγνωρίζοντας έτσι ότι απέκτησαν νομή στα επίδικα οι εκ των απώτερων δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων Ε. χήρα Α. Β., Δ. Μ., Χ. Κ. και στη συνέχεια και οι κληρονόμοι τους, αν και κατά τις παραδοχές της απόφασης αφορούσαν τα άρρενα τέκνα του θανόντος, Α. Β., Γ., Σ. και Α., με αποτέλεσμα να διαφοροποιούνται τα ποσοστά των διαδίκων στα επίδικα και να επιδικάζονται με το διατακτικό της απόφασης σε διαδίκους που δεν απέκτησαν νομή επ' αυτών. Δέχτηκε, όμως, το Εφετείο και τα εξής: "Από της εισαγωγής του ΑΚ οι ανωτέρω κληρονόμοι του Α. Β. εγγύτεροι και απώτεροι, οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομία του, νέμονταν τα ακίνητα αυτά με διάνοια συγκυρίων, ασκώντας στα ακίνητα τις προσιδιάζουσες σε αυτά πράξεις νομής που αναφέρθηκαν ανωτέρω, συνεχώς και αδιατάραχτα έως το 1987 ... . Επομένως, οι ενάγοντες έγιναν συγκύριοι των πιο πάνω επίδικων ακινήτων κατά τα ανωτέρω ποσοστά τους εξ αδιαιρέτου με πρωτότυπο τρόπο και ειδικότερα συνεπεία υπερεικοσαετούς έκτακτης χρησικτησίας, διενεργώντας σ' αυτά συνεχώς και αδιατάρακτα έως τον Οκτώβριο του έτους 1987 που αποβλήθηκαν από τους εναγομένους, παράνομα και αυθαίρετα από τη νομή των ακινήτων τους, όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό τους πιο πάνω περιγραφόμενες πράξεις νομής και κατοχής με διάνοια συγκυρίων προσμετρουμένου και του χρόνου νομής των παραπάνω δικαιοπαρόχων τους". Η επάλληλη αυτή αιτιολογία, ως προς την κτήση της κυριότητας των επίδικων ακινήτων από τους ήδη αναιρεσίβλητους ενάγοντες κατά τα πιο πάνω ποσοστά εξ αδιαιρέτου ο καθένας με έκτακτη χρησικτησία (ΑΚ 1045) δεν πλήττεται επιτυχώς με λόγο αναίρεσης και στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Γι' αυτό και ο ήδη εξεταζόμενος λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-6-2010 αίτηση των 1) Α. Α. του Ε. κ.ά για αναίρεση της 262/2010 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2011. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Ιανουαρίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ