137/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated137/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως (στοιχ. 1) από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, περί αοριστίας της αγωγής, τον οποίο προέβαλε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με καταχώριση στα πρακτικά του και επανέφερε με το δικόγραφο της εφέσεως του.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 137 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 137/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "......Ε.Π.Ε.", που εδρεύει στον ..... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Χ2 και 3) Χ2. Οι 2ος και 3ος αναιρεσείοντες παραστάθηκαν ατομικά με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Νινόπουλο και ο 2ος ως νόμιμος εκπρόσωπος της 1ης αναιρεσείουσας, όρισε πληρεξούσιο αυτής τον ίδιο ως άνω δικηγόρο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση: Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κων/νο Ζαμπετάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2503/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 4403/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 20-1-2006 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 890/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 22-7-2007 κλήση τους και με τους από 15-10-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε τις από 22-2-2007 και 24-10-2007 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη ως απαράδεκτων των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως, αντίστοιχα. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ για το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον του τελευταίου και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της προτάσεως αυτής, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, που κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη, χωρίς να προταθούν. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεως ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως (στοιχ. 1) από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, περί αοριστίας της αγωγής, τον οποίο προέβαλε παραδεκτώς στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με καταχώριση στα πρακτικά του και επανέφερε με το δικόγραφο της εφέσεως του.
Από την επισκόπηση όμως του δικογράφου της εφέσεως και των προτάσεων στο Εφετείο προκύπτει, ότι η αναιρεσείουσα δεν επανέφερε με λόγο εφέσεως τον ισχυρισμό αυτό στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αλλά με τις πρωτόδικες προτάσεις, που ενσωμάτωσε στις προτάσεις προς το δικαστήριο αυτό, χωρίς να γίνεται σαφής και ορισμένη αναφορά στον ισχυρισμό αυτό, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ.
Επομένως ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος. Για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης κατ' αρχήν αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσεως (κατά κανόνα νομιμοποίηση).
Συνεπώς η εκ μέρους του εναγομένου αμφισβήτηση των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται ο ενάγων προς θεμελίωση του ισχυρισμού του αυτού συνιστά όχι ένσταση ελλείψεως νομιμοποιήσεως, αλλ' άρνηση της βάσεως της αγωγής και ως εκ τούτου δεν αποτελεί "πράγμα" που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια επί διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ.
Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως στοιχεία (2, 3, 4) από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη του τους αυτοτελείς ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων 1) της ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως τους, 2) της ενστάσεως συνυπαιτιότητας του παθόντος και 3) της ελλείψεως προσφόρου αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της επελθούσας ζημίας του αναιρεσιβλήτου.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, ως προς τις αιτιάσεις (1) και (3), είναι απαράδεκτος και πρέπει ν' απορριφθεί, αφού οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι αυτοτελείς, αλλά αποτελούν άρνηση της αγωγής. Κατά το μέρος δε που στηρίζεται στον ισχυρισμό για συντρέχουσα αμέλεια του αναιρεσιβλήτου πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού το δικαστήριο έλαβε αυτόν υπόψη και τον απέρριψε εκ του πράγματος με την παραδοχή, ότι το εργατικό ατύχημα του αναιρεσιβλήτου οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα των προστηθέντων από την πρώτη αναιρεσείουσα μελών του συνεργείου, που είχε αναλάβει την εκτέλεση των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων του εργοστασίου της εταιρίας "Πρόκος Α.Ε.", αλλά και των νομίμων εκπροσώπων της, οι οποίοι παρέλειψαν να λάβουν τα μέτρα ασφαλείας κατά του κινδύνου ανατροπής του ικριώματος (άρθρ. 14 παρ. 1 Π.Δ. 778/1980).
Όπως προκύπτει από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 368 ΚΠολΔ η ανάγκη για τη διενέργεια του αποδεικτικού μέσου της πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και αποκλειστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά. Το αυτό ισχύει και στην περίπτωση συνδρομής ή όχι της προϋποθέσεως που, κατά την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, καθιστά υποχρεωτικό τον διορισμό πραγματογνώμονος αν ζητήσει τούτο κάποιος διάδικος.
Με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το αίτημα των αναιρεσειόντων για διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης για την έκταση των σωματικών βλαβών του αναιρεσιβλήτου και υπέπεσε έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 9 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί το ανωτέρω αίτημα δεν είναι "πράγμα" με την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8, ΚΠολΔ ούτε ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη την τεχνική έκθεση της κατασκευάστριας εταιρίας εταιρίας "TOP ELEMEN A.E.", με την οποία αυτή βεβαιώνει, ότι το κτίριο στο οποίο συνέβη το ατύχημα έχει μέγιστο ύψος που δεν υπερβαίνει τα 9,80 μ., ενώ στο σημείο του ατυχήματος ήταν ακόμη χαμηλότερο και συνεπώς το ύψος του ικριώματος όπου εργάζονταν ο αναιρεσίβλητος δεν ηδύνατο να υπερβεί τα 7,5 μ.
Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, στην οποία αναφέρεται ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό της πόρισμα συνεκτίμησε "όλα ανεξαιρέτως τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα", σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, κατά τις οποίες εκτίθενται οι συνθήκες του ατυχήματος και προσδιορίζεται ότι το ύψος του τροχοφόρου ικριώματος ήταν 7,3 μέτρα, προκύπτει αναμφίβολα ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και το ανωτέρω έγγραφο.
Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση, ήτοι όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά, όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε τα εξής: Στις αρχές Ιανουαρίου 2000 η πρώτη εναγομένη ανέλαβε να εκτελέσει τις ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις σε εργοστάσιο της εταιρείας με την επωνυμία "Πρόκος Α.Ε." που βρίσκεται στα Οινόφυτα Βοιωτίας. Στις 22.1.2000 ο ενάγων με τα υπόλοιπα μέλη συνεργείου της εναγομένης, κατόπιν εντολής του δευτέρου και τρίτου των εναγομένων, τοποθετούσε φωτιστικά στην οροφή του παραπάνω εργοστασίου, σε σημείο που το ύψος αυτής από το έδαφος είναι 9 περίπου μέτρα.
Υπεύθυνος του συνεργείου εκείνη την ημέρα, λόγω απουσίας των εναγομένων εκπροσώπων της πρώτης εναγομένης, ήταν ο ηλεκτρολόγος Γ1. Ο ενάγων πραγματοποιούσε το σημαντικότερο τμήμα της εργασίας, ήταν δε ο μοναδικός εργαζόμενος που εργάζονταν, τοποθετώντας φωτιστικά και εκτελώντας τις σχετικές ηλεκτρολογικές εργασίες, επί κινητού τροχοφόρου ικριώματος, το ύψος του οποίου από το έδαφος ήταν 7,3 μέτρα και το οποίο έφερε τέσσερις μικρούς τροχούς.
Όταν ο ενάγων ολοκλήρωνε την εργασία του σε ένα τμήμα της οροφής, το κινητό ικρίωμα μετακινούνταν, με επιμέλεια του λοιπού προσωπικού της πρώτης εναγομένης, σε άλλο σημείο όπου θα συνέχιζε την εργασία του. Αυτός ήταν ο μέχρι τότε τρόπος εργασίας κατ' εντολή των δύο τελευταίων εναγομένων και εκπροσώπων της εναγομένης, προκειμένου να μην χάνεται χρόνος από τις συχνές καθόδους και ανόδους του ηλεκτροτεχνίτη στο ικρίωμα.
Περί ώρα 10,30 ο ενάγων, αφού ολοκλήρωσε την εργασία του σε συγκεκριμένο τμήμα της οροφής, ζήτησε να μετακινηθεί το σχετικό ικρίωμα σε άλλο σημείο, για να συνεχίσει την εργασία του σε άλλο τμήμα της οροφής. Ο υπεύθυνος του συνεργείου Γ1 έδωσε εντολή στα μέλη του συνεργείου να μετακινήσουν αυτό, χωρίς να ζητήσει από το ενάγοντα να κατέβει από αυτό και χωρίς να ελέγξει, εάν το δάπεδο ήταν ομαλό και χωρίς εμπόδια, ώστε να μην υπάρχει κίνδυνος ανατροπής του ικριώματος.
Αλλά και τα μέλη του συνεργείου της πρώτης εναγομένης, που τελούσαν υπό τις οδηγίες του προαναφερόμενου προστηθέντος από τους εναγομένους, τα οποία ανέλαβαν να μετακινήσουν το ικρίωμα, από έλλειψη προσοχής δεν αντιλήφθηκαν, ότι μπροστά στους τροχούς του ικριώματος υπήρχε εμπόδιο, με αποτέλεσμα να προσκρούσει το ικρίωμα σ' αυτό, να ανατραπεί και να τραυματισθεί σοβαρά ο ενάγων.
Το εν λόγω εργατικό ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική αμέλεια των προστηθέντων από τους εναγομένους μελών του συνεργείου, οι οποίοι πριν μετακίνηση και παρά το γεγονός ότι ο ενάγων βρισκόταν πάνω σε αυτό, δεν βεβαιώθηκαν ότι η μετακίνηση αυτή μπορούσε να γίνει με ασφάλεια και διενήργησαν αυτή χωρίς να τηρούνται οι όροι ασφαλείας, αφού δεν είχαν φροντίσει να μην υπάρχει εμπόδιο στο δάπεδο πλησίον του ικριώματος, το οποίο θα εμπόδιζε την ομαλή κίνηση των τροχών του ικριώματος.
Οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εναγομένης ευθύνονται, καθόσον δεν είχαν επιστήσει την προσοχή των εργαζομένων κατά τη μετακίνηση του ικριώματος, μολονότι η ιδιαίτερη προσοχή επιβαλλόταν και από το γεγονός ότι το ικρίωμα αυτό δεν πληρούσε τους όρους ασφαλείας κατά του κινδύνου ανατροπής (άρθρο 14 παρ. 4 ΠΔ. 778/1980), έλλειψη για την οποία είναι υπεύθυνοι οι ίδιοι.
Μετά το ατύχημα τοποθετήθηκαν από τους εναγομένους άλλοι τέσσερις τροχοί για να είναι πιο σταθερό το συγκεκριμένο ικρίωμα. Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι είχαν δώσει εντολή στον ενάγοντα να κατεβαίνει από το ικρίωμα όταν αυτό επρόκειτο να μετακινηθεί, και ότι αυτός την παρέβη, δεν είναι αληθινός. Ο ενάγων δεν είχε συμφέρον να παραβεί τέτοια εντολή, διακινδυνεύοντας τη ζωή του.
Αντίθετα η εναγομένη είχε συμφέρον, κατά τη μετακίνηση να μην κατεβαίνει ο εργαζόμενος από το ικρίωμα ώστε να μην χάνεται χρόνος από τις συχνές καθόδους και ανόδους των ηλεκτροτεχνιτών και γι' αυτό με τις σχετικές οδηγίες των εκπροσώπων της - εναγομένων καθιερώθηκε αυτός ο τρόπος εργασίας. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου ενισχύεται ιδιαίτερα και από το γεγονός ότι το συγκεκριμένο ικρίωμα δεν έφερε κλίμακα, ώστε να διευκολύνεται η κάθοδος και η εκ νέου άνοδος σ' αυτό.
Με την κρίση του αυτή το εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 71, 914 και 922 ΑΚ, διέλαβε στην απόφαση του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αμελείας, των προστηθέντων από την πρώτη εναγομένη υπαλλήλων της, αλλά και των νομίμων εκπροσώπων της στην επέλευση του ως άνω εργατικού ατυχήματος, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και ο αντίθετος τέταρτος λόγος επί αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή κατά το άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως, ως τοιαύτη νοουμένης της κατ' άρθρο 568 παρ. 2 του ιδίου κώδικα από τον πρόεδρο του οικείου τμήματος του Αρείου Πάγου οριζομένης αρχικώς και όχι ματαγενεστέρως μετ' αναβολή, ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης (Ολ. Απ. 143./1984). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της κρινόμενης από 20.1.2006 αιτήσεως αναιρέσεως, αρχική δικάσιμος αυτής είχε ορισθεί από τον Πρόεδρο του Β' Τμήματος στις 6.3.2007, κατά την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση με ην 890/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Συνεπώς οι διαλαμβανόμενοι στο από 15.10.2007 δικόγραφο πρόσθετοι λόγοι της αναιρέσεως, πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού κατατέθηκαν εκπροθέσμως στη γραμματεία του δικαστηρίου τούτου την 17.10.2007 δηλαδή όχι τριάντα ημέρες πριν από την άνω αρχική δικάσιμο της 6.3.2007.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.1.2006 αίτηση και τους από 15.10.2007 προσθέτους λόγους της εταιρίας "......... ΕΠΕ", των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 4403/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία καθορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιανουαρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ