137/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 137 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 137/2007
Legislator headnote
AI generated137/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 137 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 137/2007
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 137 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 137/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σφήκα.
Των αναιρεσίβλητων: 1...., 2...., 3...., 4....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Καραμανλή, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/7/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 119/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 794/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/11/2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής, ανέγνωσε την από 14/11/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 98 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν.Δ. 3026/1954), σε περίπτωση ελλείψεως ειδικής συμφωνίας, το ελάχιστο ποσό της αμοιβής του δικηγόρου ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των επομένων άρθρων. Το ελάχιστο αυτό όριο αυξάνεται, κατά την κρίση του δικαστηρίου, ανάλογα με την επιστημονική εργασία, την αξία και το είδος της υποθέσεως, που διεκπεραιώθηκε, τον αναλωθέντα χρόνο και τη σπουδαιότητα της υποθέσεως, τις ιδιάζουσες σ' αυτή περιστάσεις και γενικώς τις δικαστικές και εξώδικες ενέργειες, που καταβλήθηκαν από μέρους του δικηγόρου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 100 παρ. 1-2 του αυτού Κώδικα, το ελάχιστο όριο της αμοιβής για τη σύνταξη κύριας αγωγής ορίζεται σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής. Εάν το αίτημα αυτής δεν συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, το ελάχιστο όριο αμοιβής καθορίζεται κατά τα άνω με βάση την πραγματική αξία του αντικειμένου της. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι σε αμφότερες τις περιπτώσεις αυτές πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πραγματική αξία, την οποία έχει το αντικείμενο της αγωγής κατά τον χρόνο της ασκήσεώς της ή, εάν επακολουθήσει συζήτηση αυτής, κατά τον χρόνο της πρώτης στο ακροατήριο συζητήσεώς της και όχι κατά τον χρόνο της παροχής της σχετικής υπηρεσίας από τον δικηγόρο. Και τούτο, διότι κατά τον χρόνο αυτό διαμορφώσεται τελικά, σύμφωνα με το άρθρο 224 Κ.Πολ.Δ., το αντικείμενο της αγωγής και συνεπώς, οι προϋποθέσεις του προσδιορισμού της αξίας αυτού. Περαιτέρω, προκειμένου περί συντάξεως προτάσεων κατά την πρώτη ενώπιον του πρωτοδικείου συζήτηση της υποθέσεως, ρητώς ορίζεται από το άρθρο 107 παρ. 1 του ως άνω Κώδικα ότι το ελάχιστο όριο αμοιβής του δικηγόρου του μεν εναγομένου είναι ίσο με εκείνο που ορίζεται στα άρθρα 100 και επόμ. για τη σύνταξη της αγωγής, του δε δικηγόρου του ενάγοντος το ήμισυ αυτής, το οποίο είναι καταβλητέο επίσης, κατά το άρθρο 107 παρ. 2 του αυτού Κώδικα, ως αμοιβή των δικηγόρων αμφοτέρων των διαδίκων για τη σύνταξη προτάσεων των επομένων συζητήσεων ενώπιον του αυτού δικαστηρίου. Προκειμένου δε περί συντάξεως προτάσεων ενώπιον του εφετείου, το ελάχιστο όριο αμοιβής του δικηγόρου αμφοτέρων των διαδίκων ορίζεται από το άρθρο 110 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα επί μεν της πρώτης συζητήσεως της υποθέσεως στο διπλάσιο εκείνου που ορίζεται στο άρθρο 107 παρ. 1 αυτού για τον δικηγόρο του ενάγοντος, επί μεν των επομένων συζητήσεων στο διπλάσιο του οριζόμενου στο άρθρο 107 παρ. 2 αυτού ορίου. Από τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 107 και 110 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 100 του ως άνω Κώδικα προκύπτει ότι η αμοιβή του δικηγόρου για τη σύνταξη προτάσεων επί αγωγής, το αίτημα της οποίας δεν συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, καθορίζεται επίσης με βάση την πραγματική αξία, που είχε το αντικείμενο αυτής κατά τον χρόνο της πρώτης συζητήσεως της αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Συνεπώς, η τυχόν μετά τον χρόνο αυτό επερχόμενη αύξηση ή μείωση της πραγματικής αξίας του αντικειμένου της διαφοράς δεν λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό της ποσοστιαίας αμοιβής του δικηγόρου για μεταγενέστερες πράξεις του κατά τη διάρκεια της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων δικηγόρος, κατόπιν προφορικής εντολής των τριών πρώτων εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, παρέστη στις 9-6-1998 για λογαριασμό αυτών ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών προς απόκρουση της από 22-1-1998 διεκδικητικής αγωγής του αναφερόμενου τμήματος ακινήτου του ... σε βάρος του και κατέθεσε έγγραφες προτάσεις. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 7314/1998 προδικαστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου και, μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων, η υπ' αριθμ. 5893/2001 οριστική απόφαση του αυτού Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά τη μετ' απόδειξη συζήτηση της αγωγής ο αναιρεσείων παρέστη στις 5-12-2000 για λογαριασμό των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων ενώπιον του εν λόγω Δικαστηρίου και κατέθεσε έγγραφες προτάσεις. Κατά της τελευταίας αποφάσεως ο τότε ενάγων άσκησε την από 21-9-2001 έφεση, η οποία συζητήθηκε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών στις 18-4-2002. Κατά τη δικάσιμο αυτή ο αναιρεσείων παρέστη για λογαριασμό των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων ενώπιον του Εφετείου και κατέθεσε έγγραφες προτάσεις. Επί της εφέσεως εκδόθηκε η 5434/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε αυτή κατ' ουσία. Η αμοιβή του αναιρεσείοντος δικηγόρου για τη σύνταξη των κατατεθεισών ενώπιον των πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου Δικαστηρίων ως άνω προτάσεων καθορίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της διαφοράς κατά τον χρόνο της πρώτης συζητήσεως της υποθέσεως στο ακροατήριο μετά την άσκηση της αγωγής, ήτοι κατά την 9-6-1998. Κατά τον χρόνο αυτό η πραγματική αξία του επιδίκου ακινήτου ανερχόταν στο ποσό των 60.156.928 δρχ.
Συνεπώς, η δικηγορική αμοιβή του αναιρεσείοντος, ελλείψει ρητής συμφωνίας με τους ανωτέρω εντολείς του, υπολογίζεται στα κατώτερα προβλεπόμενα όρια αμοιβής του Κώδικα περί Δικηγόρων, αφού επρόκειτο για μια συνήθη αγωγή κυριότητας και ο ίδιος, πλην της καταθέσεως των ως άνω προτάσεων για λογαριασμό των εντολέων του στα διάφορα διαδοχικά στάδια της υποθέσεως, δεν προέβη σε άλλες δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες για την διεκπεραίωση της συγκεκριμένης υπόθεσης. Έτσι, δικαιούται ως αμοιβή το ποσό των 3.007.847 δρχ., το οποίο, αυξανόμενο κατά ποσοστό 5% για καθένα εντολέα πέραν του ενός, ανέρχεται στο ποσό των 3.308.632 δρχ. συνολικώς. Από το ποσό αυτό ο αναιρεσείων συνομολογεί ότι έλαβε 3.070.000 δρχ. και επιπλέον αυτού έλαβε α) στις 14-4-2000, 450.000 δρχ., β) στις 4-12-2000, 1.500.500 δρχ., γ) στις 26-7-2000, 2.500.000 δρχ., δ) στις 9-1-2001, 1.000.000 δρχ., ε) στις 19-2-2002, 1.000.101 δρχ. Οι αναιρεσίβλητοι με το συνολικό ποσό των 9.521.101 δρχ., που κατέβαλαν τμηματικά στον αναιρεσείοντα, υπερκάλυψαν την ελάχιστη ως άνω δικαιούμενη απ' αυτόν νόμιμη κατώτερη αμοιβή των 3.308/632 δρχ. Κατόπιν αυτών το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή αυτού, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Κατά συνέπεια, οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Τέλος, η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει εξ αυτής, περιέχει αιτιολογίες και επιπλέον, το Εφετείο με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του και κρίνοντας κατά τον άνω μνημονευόμενο τρόπο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο των προεκτιθεμένων διατάξεων, που εφάρμοσε, αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι πλήρες και σαφές στο κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα του υπολογισμού της δικηγορικής αμοιβής του αναιρεσείοντος για τη σύνταξη προτάσεων επί της άνω διεκδικητικής αγωγής με βάση την πραγματική αξία, που είχε το αντικείμενο αυτής κατά τον χρόνο της πρώτης συζητήσεώς της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Επομένως και ο πρώτος, κατ' αμφότερα τα μέρη του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-11-2005 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 794/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ