Legislator Case Law & Legislation
1379/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for contradictory provisions and insufficient reasoning in a debt collection case.

Case Number 1379/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court of Patras regarding a debt collection order. The appellants argued the lower court's decision contained contradictory provisions and insufficient reasoning, but the Court found these grounds inadmissible. The Court held that the First Instance Court properly rejected the annulment request as vague and did not need to examine the substantive merits of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 17 and 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on contradictory provisions or insufficient reasoning is inadmissible if the contested decision rejects the claim as vague without examining the substance.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal contradictory provisions insufficient reasoning annulment request vague claim Code of Civil Procedure debt collection

Cited Legislation

AI generated
Article 307 of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 14 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 17 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 19 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1379 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1379/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Χρήστο Κατσιάνη, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου - Εισηγητή και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία «Κ.. Γ. - Κ.. Ν. Ο..Ε..", που εδρεύει στο …και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Κ. Γ. του Χ., 3) Κ. Ν. του Ι., 4) Μ. Α. του Σ., κατοίκων…, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μπαλάτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Καραθάνου Δεληγιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/1/2013 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 103/2016 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3/1/2018 αίτησή τους. Με την υπ' αριθμ. 143/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο η από 03/01/2018 αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειόντων ύστερα από την 143/2022 πράξη του Προέδρου του αναιρετικού τμήματος λόγω επανασυζήτησης κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ. Με την κρινόμενη από 03/01/2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα 103/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, το οποίο δικάζοντας την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της 10/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, που είχε κάνει δεκτή την από 22/01/2013 ανακοπή των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθ. 126/2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και απέρριψε την ανακοπή .

Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην ανακοπή (ή σε επί μέρους λόγο αυτής) των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματός της, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της ανακοπής από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 631/2020, ΑΠ 120/2015, ΑΠ 529/2015, ΑΠ 480/2010). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 623 ΚΠολΔ, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 αυτού μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύεται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, ενώ κατά το άρθρο 624 παρ. 1 ιδίου κώδικα, η έκδοση διαταγής πληρωμής μπορεί να ζητηθεί μόνο αν η απαίτηση δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό των χρημάτων ή των χρεογράφων που οφείλεται είναι ορισμένο, δηλαδή εκκαθαρισμένο.

Εάν η απαίτηση ή το ποσό της δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατ' άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 αυτού (ΑΠ 1133/2022, ΑΠ 149/2022).

Κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. του ίδιου κώδικα και έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο της κατά νόμο ορθότητας της έκδοσης της διαταγής πληρωμής, ασκείται όπως και η αγωγή και πρέπει στο δικόγραφό της να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο όλοι οι λόγοι κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 245/2016, ΑΠ 1652/2014).

Με την ανακοπή αυτή ο ανακόπτων οφειλέτης μπορεί να επικαλεσθεί ως λόγους ακύρωσης της εις βάρος του διαταγής πληρωμής, είτε την έλλειψη των διαδικαστικών (τυπικών) προϋποθέσεων που απαιτούνται για την έκδοση διαταγής πληρωμής, είτε ενστάσεις κατά της απαίτησης, ήτοι τη βασιμότητα ή το ύψος αυτής (ΑΠ 1443/2017, ΑΠ 259/2002).

Ειδικότερα επί διαταγής πληρωμής για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, η οποία εκδόθηκε με βάση έγκυρη ειδική συμφωνία ότι η οφειλή του πιστούχου προς την πιστώτρια τράπεζα θα αποδεικνύεται από τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας, ο πιστούχος έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει τα ειδικότερα κονδύλια που περιέχονται στα αποσπάσματα αυτά με την ανακοπή κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ, στην περίπτωση δε αυτή φέρει και το βάρος των σχετικών αντίθετων ισχυρισμών του, οι οποίοι πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να καταστούν αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1071/2017, ΑΠ 370/2012, ΑΠ 916/2002).

Για το ορισμένο δε του σχετικού λόγου της ανακοπής, που δεν έχει αρνητικό απλώς χαρακτήρα, αλλά χαρακτήρα ένστασης, δεν αρκεί η γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του λογαριασμού και του ύψους της απαίτησης, αλλά θα πρέπει να προσδιορίζονται συγκεκριμένα κατ' ιδίαν κονδύλια του λογαριασμού (ΑΠ 2210/2013), δεδομένου ότι, κατά την αληθή έννοια της διάταξης του άρθρου 633 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αν ο λόγος της ανακοπής είναι βάσιμος κατά ένα μέρος ή αν με αυτόν βάλλεται βασίμως μερικότερο κονδύλιο της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, αυτή δεν είναι άκυρη στο σύνολό της, αφού δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την ολική ακύρωσή της, αλλά μόνον κατά το μέρος κατά το οποίο ευδοκιμεί η ανακοπή και κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η οφειλή του ανακόπτοντος (AΠ 1346/2022, ΑΠ 1133/2022, ΑΠ 1395/2021, ΑΠ 368/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του έκανε δεκτή την έφεση , εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση απέρριψε τον τρίτο και τέταρτο λόγο ανακοπής, που είχαν γίνει δεκτοί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεχόμενο τα ακόλουθα κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος (691 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα εξής: "στην κρινόμενη υπόθεση, η εκκαλούσα με τους δύο πρώτους λόγους της έφεσής της παραπονείται ότι το πρωτόδικο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κατόπιν κακής εκτίμησης των αποδείξεων, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμους τον τρίτο και τέταρτο λόγο της ανακοπής, με τους οποίους οι ανακόπτοντες και ήδη εφεσίβλητοι αμφισβητούσαν το ύψος της απαίτησης, το οποίο υποχρεώθηκαν με την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής να καταβάλουν στην καθ' ης η ανακοπή, σε ολόκληρο καθένας, σε συνδυασμό με την έγγραφη απόδειξη της απαίτησης, ισχυριζόμενοι, αντιστοίχως ότι :

α) παρανόμως ανατοκίστηκε η εισφορά του νόμου 128/1975 που μετακυλίστηκε σε αυτούς και β) παρανόμως υπολογίστηκαν τόκοι βάσει έτους 360 ημερών αντί 365 ημερών, γεγονός που τους προσαυξάνει πέραν των νομίμων. Σύμφωνα όμως με τις παραπάνω νομικές σκέψεις ο τρίτος λόγος ανακοπής θα έπρεπε να είχε απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος, αφού σε αυτό δεν εκτίθενται τα κατ' ιδίαν κονδύλια των τόκων που χρεώθηκαν κατόπιν ανατοκισμό της εισφοράς ώστε να αφαιρεθούν από το συνολικό ποσό της απαίτησης, περαιτέρω δε ό τέταρτος λόγος της ανακοπής, ο αναφερόμενος στον υπολογισμό του τόκου με βάση το έτος των 360 ημερών, είναι επίσης αόριστος, αφού δεν αναφέρεται ποια ήταν η επιβάρυνση που προέκυψε από τον επικαλούμενο τρόπο υπολογισμού και χρέωσης".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη με τον παραπάνω (από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ) αναιρετικό λόγο πλημμέλεια καθόσον απέρριψε ως αορίστους τους προβληθέντες παραπάνω λόγους της ανακοπής δεχθείσα την ανεπάρκεια των απαιτουμένων για τη θεμελίωσή καθενός απ' αυτούς πραγματικών περιστατικών με την υποστηρίζουσα την κρίση αυτά αντίστοιχη για κάθε λόγο ορθή αιτιολογία, όπως η τελευταία διαλαμβάνεται στο προεκτεθέν σκεπτικό της, δεδομένου ότι η έκθεση των περιστατικών για τη θεμελίωση αυτών δεν γίνεται με σαφήνεια και πληρότητα, ενόψει της μη αναφοράς συγκεκριμένων κονδυλίων ως προς τον υπολογισμό των τόκων των τηρηθέντων για τις επίδικες συμβάσεις λογαριασμών, τα οποία και αμφισβητούν οι αναιρεσείοντες .

Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος και δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, με τον ίδιο πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 (κατά την ορθή νοηματική της εκτίμηση και όχι από τον αριθμό 10 όπως αναγράφεται στο αναιρετήριο) και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, το Εφετείο, που την εξέδωσε, αντίστοιχα α) δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από αυτούς και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά παράβαση του άρθρου 559 αρ. 8 , και β) τους επέρριψε το δικονομικό βάρος να προσδιορίσουν στο δικόγραφο της ανακοπής το κονδύλιο των τόκων που χρεώθηκαν κατόπιν ανατοκισμών της εισφοράς ώστε να αφαιρεθούν από το συνολικό ποσό της απαίτησης .

Ως προς την παραβίαση του άρθρ. 559 αρ. 8 προκύπτει ότι, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ ΑΠ 9/1997, 625/2008, 328/2008).

Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, 2102/2007, 2068/2007) ή όταν ο λόγος ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής απορρίφθηκε ως αόριστος (ΑΠ 332/2019). Οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον κυρίως προβαλλόμενο ισχυρισμό των, που είχε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού τυχόν αποδοχή του θα οδηγούσε σε ακύρωση της διαταγής πληρωμής, και ειδικότερα ότι η τυχόν συμφωνία περί ανατοκισμού στην ένδικη σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου ήταν μη νόμιμη, το μεν ως αντίθετη στις διατάξεις του νόμου 128/1975, το δε διότι δεν ήταν δυνατόν ο διαχωρισμός των επιπλέον άκυρων ποσών και συνεπώς δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις του άρθρου 626 παρ. 3 κι 628 παρ. 1α ΚΠολΔ .

Οι αιτιάσεις αυτές από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτες, εφόσον το Εφετείο, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο της ανακοπής των αναιρεσειόντων ως αόριστο, δεν είχε υποχρέωση να τον ερευνήσει ως προς τη νομική του βασιμότητα. Κατά το άρθρο 338 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.

Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση. Το βάρος αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό.

Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής προϋποθέσεως των θεμελιωτικών της αξιώσεώς του πραγματικών γεγονότων. Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως (άρθρο 14 του ν. 2915/2001) και την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ.

σε όλες τις υποθέσεις. Αντίθετα αντικειμενικό βάρος αποδείξεως είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στη περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ.

λόγο αναιρέσεως. Η εξέταση του ανωτέρω λόγου προϋποθέτει την εξέταση κατ' ουσία του σχετικού ισχυρισμού και δεν ιδρύεται αν απορρίφθηκε ως απαράδεκτος ή μη νόμιμος. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το δικαστήριο τους επέρριψε το δικονομικό βάρος του προσδιορισμού στο δικόγραφο της ανακοπής τα κονδύλια των τόκων που χρεώθηκαν κατόπιν ανατοκισμών της εισφοράς ώστε να αφαιρεθούν από το συνολικό ποσό της απαίτησης.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος αφενός μεν διότι το δικαστήριο δεν προέβη σε ουσιαστική εξέταση της υποθέσεως απορρίπτοντας το σχετικό λόγο της ανακοπής ως αόριστο, ώστε να τίθεται θέμα κατανομής βάρους αποδείξεως ενώ σε κάθε περίπτωση επί ασκήσεως ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, όπως αναφέρεται ανωτέρω, ο ανακόπτων αυτή φέρει και το βάρος των σχετικών αντίθετων ισχυρισμών του, οι οποίοι πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να καταστούν αντικείμενο απόδειξης.

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το τέταρτο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, καθόσον εσφαλμένα δέχθηκε ότι έπρεπε να απορριφθεί ο λόγος της ανακοπής τους περί ακυρότητας της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής λόγω ακυρότητας του σχετικού άρθρου της ένδικης σύμβασης περί επιβάρυνσης της πιστούχου με το ποσοστό εισφοράς του Ν. 128/1975 και περί παράνομου ανατοκισμού και κεφαλαιοποίησης της εν λόγω εισφοράς.

Στην παρούσα υπόθεση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ως προς το ζήτημα αυτό τα εξής: ".... από τον νόμο 128/1975 δεν προβλέπεται ρητά ως συμβατικά δυνατή, αλλά ούτε και απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της εισφοράς που θεσπίζεται με το νόμο αυτό γίνεται δεκτό ότι η μετακύλιση της εισφοράς στους δανειολήπτες επιτρέπεται , με βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και, εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη, ως τέτοιας νοούμενης της θέσπισης ανωτάτου ορίου επιτοκίου, το οποίο θα υπερέβαινε η εισφορά αυτή και μόνο αν δεν υπήρχε αντίθετη ρύθμιση.

Επομένως, ο υπολογισμός του ποσοστού, της εισφοράς του νόμου 128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου είναι νόμιμος, γιατί δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου ένα παράγραφος 3 του νόμου 128/1975, η οποία καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ' άρθρο 174 του κώδικα, ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου.

η επιβολή της εισφοράς αυτής στο δανειολήπτη μπορεί να ελεγχθεί μόνο ο παππούς της διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο". Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν υπέπεσε σε σφάλμα και δεν παραβίασε ευθέως τις ως άνω διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να αρκεστεί σε λιγότερα στοιχεία ως προς αυτές και επομένως είναι αβάσιμος ο σχετικός λόγος αναίρεσης.

Τούτο δε διότι η μετακύλιση της παραπάνω εισφοράς δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 128/1975, με την οποία καθορίζονται μεν ως υπόχρεοι για την καταβολή της τα πιστωτικά ιδρύματα και όχι οι δανειολήπτες καταναλωτές, χωρίς όμως να απαγορεύεται απ' αυτήν η από κάποια άλλη διάταξη η συμβατική μετακύλισή της στους τελευταίους και δεν παραβιάζονται οι διατάξεις των άρθρων 112 ΕισΝΑΚ, 174,178 και 179 ΑΚ.

Επιπλέον, όσον αφορά τον επικαλούμενο παράνομο ανατοκισμό και κεφαλαιοποίηση της εν λόγω εισφοράς η έκθεση των περιστατικών για τη θεμελίωση του λόγου αυτού της ανακοπής κατά το σχετικό σκέλος του δεν γίνεται με σαφήνεια και πληρότητα, ενόψει της μη αναφοράς συγκεκριμένου κονδυλίου ή συγκεκριμένων κονδυλίων των τηρηθέντων για τις επίδικες συμβάσεις λογαριασμών, τα οποία και να αμφισβητούν οι αναιρεσείοντες.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το τέταρτο σκέλος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα και αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ. Κατά το άρθρο 559 αρ.17 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις.

Εντεύθεν συνάγεται, ότι η αντίφαση πρέπει να υπάρχει στο διατακτικό της απόφασης μεταξύ των διατάξεών της, έτσι ώστε λόγω των αντιφάσεων να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της (ΑΠ 781/2020, ΑΠ 309/2014, ΑΠ 2061/2007). Για να είναι ορισμένος ο λόγος πρέπει να αναφέρονται οι φερόμενες ως αντιφατικές διατάξεις του διατακτικού και να προσδιορίζονται με ακρίβεια η αντίφασή τους.

Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά συνέπεια δεν ιδρύεται ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, όταν το Δικαστήριο ουσίας απορρίψει τον ισχυρισμό ως μη νόμιμο, απαράδεκτο ή αόριστο, χωρίς να ερευνήσει αυτόν κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 450/2020, 1410/2017, 701/2011, 121/2009).

Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος αυτού, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμ. 19 και 17 του άρθρου 559, ισχυριζόμενοι ότι η απόφαση περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες και αντιφατικές διατάξεις, διότι η ανακοπή τους βάλλει κατά της συνολικής απαίτησης, για την ικανοποίηση της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής και αποσκοπεί στην ολική ακύρωση αυτής. Με το περιεχόμενο αυτό και, ανεξαρτήτως της αοριστίας των, οι πιο πάνω λόγοι της αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, αφού το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δεν προέβη σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών και δεν έχει καταρτίσει ελάσσονα πρόταση εκτίμησης των αποδείξεων, ούτε έχει προβεί σε αιτιολογίες, δηλαδή δεν εισήλθε στην ουσία της διαφοράς ούτε διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, αλλά απέρριψε ως αόριστους τους λόγους ανακοπής (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 623/2011, ΑΠ 1809/2007).

Ενόψει όλων αυτών, αφού δεν προβάλλεται άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει η υπό κρίση αναίρεση να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείουσες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο(άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3.1.2018 αίτηση της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ. Γ. - Κ. Ν. Ο..Ε.., «Κ. Γ., Κ. Ν. και Μ. Α. κατά της 103/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει συνολικά στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Σεπτεμβρίου 2023.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ήδη Πρόεδρος του Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Σεπτεμβρίου 2023.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ