Legislator Case Law & Legislation
1379/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague grounds and failure to cite specific legal errors under Article 560. The court rejects the appeal and orders the appellant to pay the respondent's legal costs.

Case Number 1379/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's judgment. The appellant argued that the lower court failed to order the return of specific monetary amounts and misapplied civil code provisions regarding debt offsetting. The court ruled the appeal inadmissible because the grounds were vague, lacked a clear reference to Article 560 of the Code of Civil Procedure, and relied on false premises regarding the lower court's reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560, 262, 422, 423 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds are vague, lack a clear reference to the specific legal error, or are based on false premises regarding the lower court's reasoning.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds Article 560 legal error false premises cassation legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 7 paragraph 1 of Law 1876/1990
Article 8 paragraph 2 of Law 1876/1990
Article 11 paragraph 3 of Law 1876/1990
Article 16 paragraph 3 of Law 1876/1990
Article 216 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 224 paragraph b of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 262 of the Code of Civil Procedure
Articles 422 and 423 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1379 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1379/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Μαριάνθη Παγουτέλη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4η Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Γ. Κ. του Ν., κατοίκου …, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Κωστίκα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία " I. F. S. Α. Ε. Π. Υ., Ε. και Α." και τον διακριτικό τίτλο "I. F. S. Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο … και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Γάτσιου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-12-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 3704/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 18540/2017 η οποία διορθώθηκε με την 2837/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των τελευταίων, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-9-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1, 8 παρ. 2, 11 παρ. 3 και 16 παρ. 3 του ν. 1876/1990 προκύπτει, ότι η συλλογική σύμβαση εργασίας (ΣΣΕ) ή η διαιτητική απόφαση (ΔΑ) ισχύει, μόνο έναντι των μελών των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων, που την έχουν συνάψει, αν, όμως, η ισχύς της επεκτάθηκε με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, η ισχύς της επεκτείνεται και πέραν από τα πρόσωπα αυτά και δη στους εργαζομένους και τους εργοδότες του κλάδου ή του επαγγέλματος, που αυτή αφορά, οι οποίοι θα μπορούσαν με τις δραστηριότητές τους να είναι μέλη των οργανώσεων που μετείχαν στην σύναψή της, η επέκταση δε αυτή ισχύει από το χρόνο της δημοσίευσης της σχετικής, περί επέκτασης της ισχύος της, υπουργικής απόφασης.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, η ιδιότητα του μέλους των ως άνω συνδικαλιστικών οργανώσεων, ως στοιχείο προσδιοριστικό των υποκειμενικών ορίων της ισχύος των ΣΣΕ ή ΔΑ, αποτελεί προϋπόθεση της γένεσης των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτές και συνακόλουθα στοιχείο για τη θεμελίωση και το, κατ` άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, ορισμένο της αγωγής.

Αν ο εναγόμενος εργοδότης αμφισβητήσει, ειδικά, την ιδιότητα αυτού ή του εργαζομένου, ως μελών των αντίστοιχων συνδικαλιστικών οργανώσεων, ο ενάγων εργαζόμενος δικαιούται και οφείλει να επικαλεσθεί, κατ` επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής, με τις προτάσεις του, κατ` άρθρο 224 εδ. β` ΚΠολΔ, ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων.

Τούτο όμως δεν απαιτείται στην περίπτωση που η ισχύς της ΣΣΕ ή ΔΑ, στην οποία ο ενάγων στηρίζει την αγωγή του, έχει επεκταθεί, κατά τα πιο πάνω, με την κήρυξή της ως γενικώς υποχρεωτικής με υπουργική απόφαση και πέραν από τα πρόσωπα που είναι μέλη των εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων, που την έχουν συνάψει, οπότε αρκεί να αναφέρονται στην αγωγή τα πραγματικά γεγονότα, που επισύρουν την εφαρμογή της, όπως είναι η υφιστάμενη μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση, το είδος της ασκούμενης από τον εργοδότη επιχείρησης, το επάγγελμα ή η ειδικότητα του εργαζομένου και ο χρόνος, για τον οποίο αξιώνονται οι αποδοχές, ενώ, για το προηγούμενο της κήρυξης της ΣΣΕ ή Δ.Α., ως γενικώς υποχρεωτικής, από τον χρόνο της κήρυξής της, κατά συνέπεια δε, στην περίπτωση, αυτή η αγωγή ουδεμία πάσχει αοριστία (ΑΠ 132/2016, ΑΠ 723/2011, ΑΠ 1133/2010).

2.Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. παρ. 4 και 5 ν. 1876/1990 που ορίζουν, αντίστοιχα, "οι κανονιστικοί όροι συλλογικής σύμβασης, που έληξε ή καταγγέλθηκε, εξακολουθούν να ισχύουν επί ένα εξάμηνο και εφαρμόζονται και στους εργαζόμενους που προσλαμβάνονται στο διάστημα αυτό, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 8" και "μετά την πάροδο του εξαμήνου οι υφιστάμενοι όροι εργασίας εξακολουθούν να ισχύουν μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σχέση εργασίας", συνάγεται ότι μετά τη λήξη της ΣΣΕ ή ΔΑ οι υφιστάμενοι κανονιστικοί όροι εργασίας αυτών εξακολουθούν να ισχύουν επί εξάμηνο, ενώ μετά την πάροδο του εξαμήνου εξακολουθούν να ισχύουν ως ενοχικοί πλέον όροι μέχρις ότου λυθεί ή τροποποιηθεί η ατομική σύμβαση εργασίας μέχρι την έναρξη ισχύος της επόμενης ΣΣΕ ή ΔΑ. (ΑΠ 723/2011).

Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου προκύπτει ότι η καθιερούμενη ως άνω επί εξάμηνο παράταση ισχύος των κανονιστικών όρων της λήξασας ΣΣΕ ή ΔΑ ισχύει μέχρι την έναρξη ισχύος της επόμενης ΣΣΕ 'ή ΔΑ και η πέραν του εξαμήνου εξακολούθηση της ισχύος ( μετενέργεια ) των ΣΣΕ ή ΔΑ ισχύει πρωτίστως για τις ΕΓΣΣΕ, καθώς και για τις λοιπές ΣΣΕ ως προς εργοδότες και εργαζομένους που είναι μέλη των συμβαλλομένων αντίστοιχων συνδικαλιστικών οργανώσεων, τους εργοδότες που συνάπτουν συλλογικές συμβάσεις ατομικά και τους εργοδότες που συνάπτουν ΣΣΕ με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο ή εκπροσώπους σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 43 παρ. 3 του νόμου αυτού, ενώ ως προς τους εργοδότες και εργαζομένους που δεν είναι μέλη αυτών (ισχύει), εάν αυτές είχαν κηρυχθεί γενικά υποχρεωτικές, όπως συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη που διατυπώνεται στο άρθρο 9 παρ. 4 του ως άνω νόμου (ΑΠ 43/2017).Από τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, που ορίζει ότι για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, απαιτείται σύμβαση, συνάγεται ότι με την ατομική σύμβαση εργασίας είναι δυνατόν εγκύρως να συμφωνηθεί μισθός με παραπομπή σε συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις, που κατ` αρχήν δεν δεσμεύουν τα συμβαλλόμενα μέρη, υπό την έννοια ότι στην περίπτωση αυτή ο εργαζόμενος θα αμείβεται με τις αποδοχές που καθορίζονται από τις ΣΣΕ ή ΔΑ, στις οποίες γίνεται παραπομπή, αν και αυτές καλύπτουν άλλη κατηγορία εργαζομένων ή θέτουν προϋποθέσεις που δεν συγκεντρώνει ο συγκεκριμένος μισθωτός, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από το νόμο ή να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (Ολ.

ΑΠ 1/2007). Εκ τούτων έπεται ότι επί αγωγής για την καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών είναι αρκετή για το ορισμένο αυτής (άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ) μόνη η επίκληση ότι οι αποδοχές έχουν συμφωνηθεί με την ατομική σύμβαση εργασίας δια παραπομπής σε ΣΣΕ ή ΔΑ, που κατ` αρχήν δεν είναι δεσμευτικές για τους διαδίκους, χωρίς να απαιτείται επιπλέον αναφορά του ότι οι διάδικοι ήταν μέλη των επαγγελματικών οργανώσεων που μετείχαν στη σύναψη της ΣΣΕ ή στη διένεξη επί της οποίας εκδόθηκε η ΔΑ, αφού λόγω της συμβατικής παραπομπής αυτό παύει να είναι ουσιώδες (ΑΠ 1522/2018, ΑΠ 773/2017).

Για να καταστεί, όμως, όρος της ατομικής σύμβασης κανονιστικός όρος της ΣΣΕ, πρέπει η παραπομπή να γίνει σε συγκεκριμένη ΣΣΕ και όχι αορίστως στις εκάστοτε ισχύουσες στις σχέσεις του εργοδότη και μισθωτών ΣΣΕ, διότι στην τελευταία περίπτωση θα ισχύει η νεότερη ΣΣΕ (διαδοχή τάξεων), έστω και αν περιέχει δυσμενέστερες για τους μισθωτούς διατάξεις (ΑΠ 228/2014, ΑΠ 277/2009)..

Οι αποδοχές του προσωπικού καθαριότητος των επιχειρήσεων των δραστηριοποιουμένων στον καθαρισμό κτηρίων και χώρων εν γένει ρυθμίζονται από 1ης Ιανουαρίου 2008 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2009 από την Δ.Α. 11/2008 "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών όλης της χώρας", η οποία έχει κηρυχθεί υποχρεωτική από 6ης Ιουνίου 2008 με την υπ` αριθμόν 51871/2440, από 11ης Ιουλίου 2008, Απόφαση της Υφυπουργού Απασχολήσεως και Κοινωνικής Προστασίας (Φ.Ε.Κ.

Β` 1448/23 Ιουλίου 2008), και από 1ης Ιανουαρίου 2010 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2010 από την ομοία Δ.Α. 51/2010 (πράξη καταθέσεως 27/23 Νοεμβρίου 2010), η οποία δεν έχει κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτική και παραπέμπει ρητώς στις διατάξεις της ΔΑ 11/2008.

3.Η νομική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως (ΚΠολΔ 216 παρ. 1, 262 παρ.1), που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, διάταξη προς την οποία εννοιολογικώς ταυτίζεται εκείνη του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, που αναφέρεται σε αναίρεση κατ` αποφάσεως πρωτοδικείου που εκδόθηκε επί εφέσεως κατ` αποφάσεως ειρηνοδικείου, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής ή της ενστάσεως κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (Ολ ΑΠ 18/1998, Ολ.ΑΠ 1573/1981) ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής ή της ενστάσεως, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ.

Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής ή της ενστάσεως από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη αγωγικός ή της ενστάσεως ισχυρισμός, θεμελιωτικός του φερόμενου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως ή αντιστρόφως λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε την νομική ή ποιοτική επάρκεια της αγωγής ή της ενστάσεως, ο οποίος δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής, ή με την ένσταση (ΑΠ 108/2020, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 180/2016).

Οι αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ δεν προβλέπονται από το άρθρο 560 ΚΠολΔ ως λόγοι αναιρέσεως κατά αποφάσεως Πρωτοδικείου, που εκδόθηκε επί εφέσεως κατ` αποφάσεως Ειρηνοδικείου και με την έννοια αυτή, δεν ελέγχεται αναιρετικώς η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ενστάσεως (.ΑΠ167/2011 ).

Kατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 6/2017, Ολ ΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 538/2012).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. β` ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει με βάση αυτά την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ` αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.

Για την πληρότητα του λόγου αυτού αναίρεσης απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν (ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1145/2018, ΑΠ 652/2013).

Σε περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση.

4.Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα, παραδεκτώς επισκοπούμενα (ΚΠολΔ 561 αρ.2), προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα με την από 11-12-2013 με αρ.καταθ.23068/2013 αγωγή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης εξέθετε ότι στις 4-2-2008 προσλήφθηκε από την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, που δραστηριοποιείται στην καθαριότητα νοσοκομείων και επιχειρήσεων στη βόρεια Ελλάδα με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με πενθήμερη εξάωρη απασχόληση, ως καθαρίστρια.

Ότι απασχολήθηκε στην εναγομένη κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή της και καθ' υπέρβαση του νομίμου ωραρίου της, πραγματοποιώντας υπερεργασία και παράνομη υπερωρία, ότι απασχολήθηκε τουλάχιστον 2 Σάββατα και 2 Κυριακές το μήνα ως έκτη και έβδομη ημέρα της εβδομάδας. Ότι για το χρονικό διάστημα από την πρόσληψή της (4-2-2008) έως και το μήνα Ιούνιο του 2011 η εναγομένη της οφείλει τα αναλυτικώς στην αγωγή της αναφερόμενα χρηματικά ποσά για διαφορές μεταξύ των νομίμων, με βάση την επικαλούμενη 11/2008 Διαιτητική απόφαση για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών όλης της χώρας, και καταβαλλόμενων αποδοχών, αμοιβή για την απασχόληση κατά τις ημέρες Σαββάτου και Κυριακών με τις ανάλογες προσαυξήσεις, για υπερεργασία και παράνομη υπερωρία, επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και τις αποδοχές και επιδόματα αδείας συνολικού ποσού 11.173,70 ευρώ.

Ζήτησε δε μ' αυτή να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό νομιμοτόκως κατά τις εκεί διακρίσεις, άλλως κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 3704/2015 απόφασή του, δέχθηκε την αγωγή εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 7.054,72 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Ύστερα από άσκηση έφεσης κατ' αυτής της εναγομένης εταιρείας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη 18540/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία διορθώθηκε με την 2837/2018 απόφασή του ως προς την επωνυμία και το διακριτικό τίτλο της εναγομένης. Το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε την έφεση κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την εκεί εκκαλουμένη ,δίκασε εκ νέου την αγωγή, έκρινε αόριστη αυτή ως προς τα αιτούμενα χρηματικά ποσά των ετών 2010 και 2011 για το λόγο ότι η ενάγουσα, επικαλούμενη ως εφαρμοστέα την ΔΑ 11/2008, δεν συμπλήρωσε, κατόπιν της ειδικής αμφισβήτησης της εναγομένης, ότι η ίδια και η ενάγουσα ήταν μέλη των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων και περαιτέρω ότι η αγωγή δεν θεμελιώνεται στις διατάξεις του άρθρου 361ΑΚ λόγω μη επίκλησης ότι η ανωτέρω ΔΑ αποτέλεσε όρο της σύμβασης εργασίας με κοινή συμφωνία των μερών και την απέρριψε κατά το μέρος αυτό, ενώ δέχθηκε αυτή εν μέρει κατ' ουσίαν κατά τα λοιπά, ήτοι για τα αξιούμενα χρηματικά ποσά για τα έτη 2008 και 2009 και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 3.266,85 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, υπό την επίκληση ότι το δικαστήριο της ουσίας κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 7 παρ.1,8 παρ. 1 και 2, 9 παρ.4 και 5,11 παρ.2 και 3 του ν.1876/1990 απέρριψε την αγωγή ως αόριστη για τις αγωγικές αξιώσεις του χρονικού διαστήματος των ετών 2010 και 2011, ειδικότερα δε υποστηρίζει ότι τις αγωγικές της αξιώσεις για τα έτη 2010 και 2011 θεμελιώνει στην κηρυχθείσα υποχρεωτική γενικώς ΔΑ11/2008, οι μισθολογικοί όροι της οποίας μετά τη λήξη της στις 31/12/2009 ίσχυσαν και μάλιστα και για το χρονικό διάστημα μετά τη λήξη της και του προβλεπομένου στο νόμο εξαμήνου, ως όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας της ενάγουσας λόγω της μετενεργείας της και δεδομένου ότι η επακολουθήσασα ΔΑ 51/2010 επανέλαβε απλώς τις ρυθμίσεις της ΔΑ 11/2008, παραπέμποντας ρητά στις διατάξεις αυτής, η οποία για το λόγο αυτό ήταν εφαρμοστέα.

Στη προκειμένη περίπτωση, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, τις αξιώσεις του χρονικού διαστήματος 2010 και 2011 η ενάγουσα θεμελίωνε στη ΔΑ 11/2008, χωρίς να διαλαμβάνεται σ'αυτή ότι οι όροι της είχαν καταστεί με κοινή συμφωνία με την εναγομένη εταιρεία όροι της ατομικής της σύμβασης εργασίας, δηλαδή δεν ιστορείται σ` αυτήν ότι υπήρξε ρητή υπαγωγή σ' αυτή.

Υπό τα διαλαμβανόμενα η αγωγή αυτή περί καταβολής των διαφορών αποδοχών του χρονικού διαστήματος 2010 και 2011 με βάση τους όρους της ανωτέρω ΔΑ 11/2008, η οποία είχε κηρυχθεί γενικώς υποχρεωτική και η οποία έληξε κατά τα προαναφερόμενα στις 31-12-2009 και τη διαδέχθηκε από 1-1-2010 η ΔΑ51/2010, χωρίς επίκληση και ότι αυτή (ΔΑ 11/2008) είχε καταστεί όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας, στοιχείο αναγκαίο για τη νομική επάρκεια της αγωγής, ήταν απορριπτέα.

Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας με την κρίση του ότι δεν διαλαμβάνεται βάση από το άρθρο 361ΑΚ δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια και οι αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας από τον αρ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, περί εσφαλμένης μη εφαρμογής μισθολογικών όρων - κανονιστικών διατάξεων της ΔΑ11/2008 ως όρων της ατομικής σύμβασης εργασίας της, είναι αβάσιμες.

Επίσης, η αποδιδόμενη αιτίαση για εσφαλμένη μη εφαρμογή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο των κανονιστικών διατάξεων της ίδιας ανωτέρω ΔΑ11/2008 για τις επίμαχες αξιώσεις των ετών 2010 και 2011 και μετά τη λήξη ισχύος αυτής στις 31-12-2009 είναι αβάσιμη, εφόσον μετά τη λήξη της, την ανωτέρω ΔΑ διαδέχθηκε η ΔΑ 51/2010 με έναρξη ισχύος της τελευταίας τη 1-1-2010, οι κανονιστικοί όροι της οποίας ήταν εφαρμοστέοι.

Παρατηρείται ότι η αναιρεσείουσα δεν μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη για τη μη εφαρμογή της μη κηρυχθείσας υποχρεωτικής τελευταίας αυτής 51/2010. Ακόμη, ο πρώτος λόγος κατά το μέρος που αποδίδεται ότι το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε και τα διδάγματα της κοινής πείρας, χωρίς να εκτίθεται ποια είναι τα διδάγματα κοινής πείρας που παραβίασε το δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη, είναι αόριστος.

Ο ίδιος πρώτος λόγος, κατά το μέρος που αποδίδεται ότι το δικαστήριο παρότι διαπίστωσε κενά στη σύμβαση εργασίας της παρέλειψε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, στηρίζεται σε ανύπαρκτη προϋπόθεση διότι το δικαστήριο έκρινε επί λέξει "ότι η αγωγή δεν στηρίζεται σε συμβατική δέσμευση της εναγομένης με βάση ειδική συμφωνία των διαδίκων περί παραπομπής στους κανονιστικούς όρους της ΔΑ11/2008" και είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, η απόρριψη της αγωγής ως αόριστης κατά το μέρος που οι ένδικες αξιώσεις των ετών 2010 και 2011 στηρίζονταν στη ΔΑ11/2008, κατά παραδοχή της ένστασης περί μη δέσμευσης της αναιρεσείουσας που αφορά σε ποσοτική αοριστία του αγωγικού δικογράφου, ελέγχεται κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω από τον αρ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, παράβαση όμως που δεν ρυθμίζεται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 560 ΚΠολΔ επί αποφάσεων Πρωτοδικείων, που έχουν εκδοθεί επί εφέσεων επί αποφάσεων Ειρηνοδικείων, όπως εν προκειμένω και ο κατά το μέρος αυτό λόγος της αιτήσεως είναι απαράδεκτος. 5.Κατά άρθρο 560 αριθ. 6 Κ.Πολ.Δ.

αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι` αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας και δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρονται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε αόριστη ή μη νόμιμη. (Ολ ΑΠ 9/2011, Ολ ΑΠ 3/1997, Ολ ΑΠ 44/1990, ΑΠ 615/2019, ΑΠ 1909/2014, ΑΠ 1011/2006).

Τέλος, λόγος αναίρεσης ο οποίος στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πράγμα που συμβαίνει, όταν υποστηρίζεται με αυτόν ότι η προσβαλλόμενη δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά γεγονότα, ενώ από την τελευταία προκύπτει το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ485/2019,1611/2008), ενώ λόγος αναίρεσης, όπου η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν επιδρά επί του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης, απορρίπτεται ως αλυσιτελής.

Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η από τον αρ.6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, με επίκληση ότι η προσβαλλόμενη διαλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες δεχόμενη ότι: 1) η αγωγή για τις χρηματικές αξιώσεις του χρονικού διαστήματος από 1-1-2010 έως και το μήνα Ιούνιο 2011 είναι αόριστη επειδή η ενάγουσα, παρότι η εναγόμενη προέβαλε παραδεκτά ισχυρισμό μη δέσμευσης από τις ΣΣΕ για τα έτη 2010 και 2011, δεν επικαλέστηκε με τις προτάσεις της, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση, ούτε βέβαια απέδειξε ότι η ίδια και η εναγομένη είναι μέλη των συμβληθεισών εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων, 2) ο ισχυρισμός (της ενάγουσας) ότι η εφαρμογή της οικείας Σ Σ.Ε.

αποτέλεσε όρο της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας εργαζομένης το πρώτον προτάθηκε με την προσθήκη - αντίκρουση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προς στήριξη βάσης της αγωγής, από το άρθρο 361ΑΚ, και συνακόλουθα αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής της με την προσθήκη ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (ΚΠολΔ 526, 224, εδ.

α, 269). Και 3) άλλωστε χωρίς την ρητή επίκληση και απόδειξη ύπαρξης ειδικής συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, με την οποία να γίνεται ρητή παραπομπή στους κανονιστικούς όρους ορισμένης συλλογικής σύμβασης εργασίας, κάτι που εν προκειμένω δεν συμβαίνει ως αναφέρθηκε, μόνη η έγγραφη ενημέρωση του εργαζομένου, κατά τις διατάξεις του π.δ. 156/1994, για τις ισχύουσες κατά το χρόνο της ενημέρωσης συλλογικές ρυθμίσεις, δεν καθιστά αυτοδικαίως τους όρους της συγκεκριμένης ΣΣΕ και όρους της ατομικής σύμβασης του μισθωτού, αφού η ενημέρωση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πρόταση του εργοδότη για κατάρτιση σύμβασης και συνεπακόλουθα δεν νοείται η κατάρτιση οιασδήποτε σύμβασης με την από τους εργαζόμενους αποδοχή της παραπάνω ενημέρωσης.

Ο ανωτέρω λόγος, κατά το μέρος που αναφέρεται στην απόρριψη της αγωγής ως αόριστης και ότι δεν διαλαμβάνεται στο αγωγικό δικόγραφο αγωγική βάση από τη σύμβαση (ΑΚ361), αφορά την μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και δεν ελέγχεται με τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο του αρ.6 του άρθρου 560ΚΠολΔ (ΟλΑ.Π.3/1997, Α.Π. 701/2011, Α.Π. 121/2009 Α.Π. 1821/2008).

Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που πλήττει τις διαλαμβανόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση πλεοναστικές παραδοχές του δικαστηρίου, περί του ότι 1) ούτε βέβαια απέδειξε ότι η ίδια και η εναγομένη είναι μέλη των συμβληθεισών αντιστοίχως οργανώσεων και 2) άλλωστε χωρίς την ρητή επίκληση κι απόδειξη ύπαρξης ειδικής συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, με την οποία να γίνεται ρητή παραπομπή στους κανονιστικούς όρους ορισμένης συλλογικής σύμβασης εργασίας, " κάτι που εν προκειμένω δεν συμβαίνει ", ενόψει της απόρριψης της αγωγής ως αόριστης, ουδεμία επίδραση ασκούν στο διατακτικό και παρίστανται αλυσιτελείς. 6.

Κατά την έννοια του άρθρου 560 αρ.5 ΚΠολΔ, ως "πράγματα", τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, αν και προτάθηκαν, ή η λήψη υπόψη, αν και δεν προτάθηκαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 11/1996).

Επίσης, δεν είναι πράγματα, υπό την ως άνω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα, που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 71/2019). Για να ιδρυθεί ο λόγος αναιρέσεως αυτός, θα πρέπει ο ισχυρισμός να είχε προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, να είναι νόμιμος και ν' ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, να είναι δηλαδή λυσιτελής (Ολ ΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 14/2004).

Συνεπώς, δεν ιδρύεται ο λόγος επί νομικώς αδιάφορων περιστατικών, καθώς και όταν το δικαστήριο λάβει αυτεπαγγέλτως υπόψη του επιχειρήματα ή νομικούς ισχυρισμούς.

Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η αναιρετική πλημμέλεια, της παρά το νόμο, μη λήψης υπόψη προταθέντων και λήψης υπόψη μη προταθέντων ειδικότερα ότι : Α) δεν έλαβε υπόψη: 1)τον προταθέντα ισχυρισμό της ότι οι όροι της προυσχύσασας ΔΑ 11/2008 είχαν καταστεί όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας της, 2)τα εκκαθαριστικά μισθοδοσίας των ετών 2009, 2010 και 2011, από τα οποία προέκυπτε ότι η εναγομένη εφάρμοζε την ΚΣΣΕ και 3)τον ισχυρισμό της ότι η εναγομένη είχε υποχρέωση να εφαρμόζει την ισχύουσα κάθε φορά ΣΣΕ και με βάση το άρθρο 68 του ν 3863/2010 και Β) έλαβε υπόψη μη προταθέντα ήτοι: 1)ένσταση μη δέσμευσης από την ΔΑ 11/2008, 2)ένσταση εξόφλησης της εναγομένης ποσού 2.467,50 ευρώ.

Ο λόγος αυτός της αιτήσεως, κατά τον υπό στοιχείο Α1 μέρος του, είναι αβάσιμος διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι τον σχετικό ισχυρισμό περί θεμελίωσης της αγωγής σε σύμβαση έλαβε υπόψη η προσβαλλόμενη απόφαση και τον απέρριψε με τις προεκτιθέμενες ανωτέρω στον αριθμό 3 της παρούσας αιτιολογίες, ενώ κατά τον υπό στοιχ.Α2 μέρος του είναι απαράδεκτος.

Τούτο διότι τα φερόμενα εκεί ως μη ληφθέντα υπόψη εκκαθαριστικά μισθοδοσίας, δηλαδή έγγραφα, δεν συνιστούν πράγματα κατά την έννοια του αρ.5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ και, τέλος, κατά τον υπό στοιχείο Α3 απαράδεκτος, διότι ο με το ανωτέρω πραγματικό ισχυρισμός στερείται αυτοτέλειας και δεν συνιστά πράγμα κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του αρ.5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ.

Επίσης, ο ίδιος λόγος κατά το υπό στοιχ.Β1 μέρος του είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η εναγομένη εταιρεία είχε προτείνει επί λέξει "ένσταση μη δέσμευσης από τις ΚΣΣΕ παροχής υπηρεσιών για τα έτη 2010 και 2011" (βλ.πρακτικά πρωτοβαθμίου δικαστηρίου) και τον ισχυρισμό αυτό επανέφερε με το δεύτερο λόγο της έφεσής της και κατά το υπό στοιχ.Β2 μέρος του είναι αβάσιμος, επειδή στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον το δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δεν έλαβε υπόψη του ένσταση εξόφλησης της εναγόμενης, όπως αβασίμως αιτιάται η αναιρεσείουσα.

Ειδικότερα, από την αναιρεσιβαλλομένη και τα διαδικαστικά έγγραφα, παραδεκτώς επισκοπούμενα, προκύπτει ότι το δικαστήριο, σύμφωνα με το ιστορικό και αίτημα της αγωγής, αφού εξήγαγε τα οφειλόμενα χρηματικά ποσά του έτους 2008 αφαίρεσε από αυτά ποσό 2.467,50 ευρώ, το οποίο η ίδια η ενάγουσα με την αγωγή της προαφαιρούσε από τα αξιούμενα ποσά του έτους 2008 λόγω απόσβεσης με καταβολή πριν από την άσκηση της αγωγής και το αγωγικό αίτημά της προσδιόρισε ειδικώς για τις αξιώσεις του έτους 2008 στο πέραν του ανωτέρω καταβληθέντος ποσού των 2.467,50 ευρώ και με βάση το ανωτέρω αγωγικό αίτημα το δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα με την αναιρεσιβαλλομένη.

Επομένως ο λόγος αυτός, κατά το υπό στοιχ.Β2 μέρος του είναι αβάσιμος.

7. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο Δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της αποφάσεως, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά στην δημόσια τάξη.

Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δικ. Η παραπάνω διάταξη αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει δε ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως, να καθορίζεται ο τρόπος και χρόνος της πρότασης ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο ή οι λόγοι που κατά νόμο δικαιολογούν την προβολή αυτού το πρώτον στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν ο σχετικός ισχυρισμός ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ450/2020,ΑΠ 1389/2018, ΑΠ 199/2017, ΑΠ 173/2016, ΑΠ 183/2014, ΑΠ 2319/2014, ΑΠ 114/2009), αν δε το δικαστήριο εξέτασε τον σχετικό ισχυρισμό στην ουσία του πρέπει, επί πλέον, να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 199/2017).

Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως μέμφεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για την κατ' ουσία παραδοχή του αιτήματος επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση που υπέβαλε η αναιρεσίβλητη εργοδότρια εταιρεία με το δικόγραφο της έφεσής της και κατά παραδοχή του οποίου υποχρεώθηκε η ενάγουσα-εδώ αναιρεσείουσα να καταβάλλει στην εναγομένη το προσωρινώς καταβληθέν σ' αυτήν ποσό των 6.591,75 ευρώ σε εκτέλεση της 3704/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με επίκληση ότι το αίτημα επαναφοράς ήταν αόριστο λόγω μη προσδιορισμού της αιτίας καταβολής των επί μέρους χρηματικών ποσών που συνθέτουν το αιτούμενο συνολικό ποσό των 6.591,75 ευρώ και περαιτέρω αιτιάται την αναιρεσιβαλλομένη για την κατ' ουσία παραδοχή του ανωτέρω αιτήματος με μόνη επίκληση ότι το δικαστήριο όφειλε να διατάξει τη επαναφορά του ποσού που αφορούσε τις απορριφθείσες αξιώσεις ως αόριστες και όχι του συνολικώς του προσωρινώς επιδικασθέντος ποσού.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος κατά το πρώτο μέρος του, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός περί αοριστίας του αιτήματος επαναφοράς ισχυρισμός είχε προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και κατά το δεύτερο μέρος του διότι δεν διαλαμβάνεται σαφής, ορισμένη και ευσύνοπτη αναφορά αναιρετικής πλημμέλειας από τις περιοριστικώς αναγραφόμενες στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, ούτε οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου ως προς το αίτημα αυτό.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως είναι απαράδεκτος. Με τον τελευταίο λόγο της αιτήσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 262ΚΠολΔ, 422,423 ΑΚ με επίκληση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα καταλόγισε το καταβληθέν σ' αυτήν στις 22-8-2011 από την αναιρεσίβλητη ποσό των 2.467,50 ευρώ στις απαιτήσεις του έτους 2008 χωρίς να εξειδικεύεται ποιες αιτίες αφορά.

Ο λόγος αυτός της αιτήσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον στην αίτηση δεν αναφέρεται σαφής, ορισμένη και ευσύνοπτη αναφορά αναιρετικής πλημμέλειας από τις περιοριστικώς αναγραφόμενες στο άρθρο 560ΚΠολΔ, ούτε οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου ως προς ζήτημα αυτό. Σε κάθε όμως περίπτωση η ανωτέρω αιτίαση ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης.

Τούτο διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 422, 423 ΑΚ, 262 ΚΠολΔ, που φέρεται ότι έχουν παραβιαστεί, αφού το δικαστήριο της ουσίας εξήγαγε τα οφειλόμενα στην αναιρεσείουσα χρηματικά ποσά για το έτος 2008 από τα οποία αφαίρεσε ποσό 2.467,50 ευρώ, το οποίο η ίδια η ενάγουσα με την αγωγή της προαφερούσε από τα ποσά του έτους 2008 λόγω απόσβεσης με καταβολή, δηλαδή το δικαστήριο αφαίρεσε το ποσό αυτό σύμφωνα με το ιστορικό και αίτημα της αγωγής και όχι κατόπιν καταλογισμού κατά τις διατάξεις των άρθρων 422,423 ΑΚ, κατά παραδοχή ένστασης εξόφλησης της οφειλέτριας όπως εσφαλμένα αποδίδεται με το λόγο της αιτήσεως. 8.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-9-2018 αίτηση περί αναιρέσεως της 18540/2017 αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. -Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ