Supreme Court dismisses appeal for one party but remands case for retrial against the other due to insufficient reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal regarding the first appellant, M.L., declaring the hearing inadmissible. However, it found the lower court's reasoning insufficient concerning the second appellant, A.A., and remanded the case for retrial. The court ruled that the lack of specific facts regarding fault or negligence in the enforcement proceedings rendered the original judgment's justification inadequate under civil law provisions.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580, 581 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must remand a case for retrial if the lower court fails to substantiate its decision with specific facts regarding fault or negligence required by substantive law, even if the appeal is inadmissible for another party.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1379 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1379/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Σοφία Ντάντου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Λ. Α., κατοίκου ..., ... και 2) ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "…….", που Α. και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διαδόχου, συνεπεία συγχώνευσης με απορρόφηση, της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "……", εκ των οποίων η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κ. Μ., ενώ ο 1ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. χας Γ. Α., που δεν παραστάθηκε, 2) Α. Α. του Γ., κατοίκου ..., 3) Σ. Α. του Γ., κατοίκου ... και 4) Ρ. Α. του Γ., κατοίκου ..., εκ των οποίων η 4η παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά της ως δικηγόρου και οι 2ος και 3ος εκπροσωπήθηκαν από την αυτή ως άνω πληρεξούσια δικηγόρο τους Ρωξάνη Αυγερινού, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι η Α χα Γ Α (1η) απεβίωσε στις 27-7-2017 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου νόμιμοι κληρονόμοι της 2ος, 3ος και 4η των αναιρεσιβλήτων, με την ίδια να παρίσταται αυτοπροσώπως και να εκπροσωπεί τους 2ο και 3ο διά πληρεξουσίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-10-2008 αγωγή της 2ης των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας και συνεκδικάστηκε με την από 8-11-2012 κύρια παρέμβαση του 1ου των ήδη αναιρεσειόντων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 115/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 130/2015 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-2-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σοφία Ντάντου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η 2η των αναιρεσειόντων και οι αναιρεσίβλητοι όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσίβλητη και πληρεξούσια των λοιπών αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις υπ' αριθμ. 60Ε/22.5.2017 και 89Ε/25.5.2017 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ο. Δ. και τις υπ' αριθμ. 6823Γ'/20.3.2017 και 6655Γ'/14.6.2017 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας Α. Β., που προσκομίζει και επικαλείται η δεύτερη αναιρεσείουσα προκύπτει ότι η συζήτηση της από 8.2.2016 κρινόμενης αίτησης αναίρεσης της 130/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών επισπεύδεται κατόπιν γραπτής παραγγελίας προς τις ανωτέρω δικαστικές επιμελήτριες του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων Φώτη Κρεμμύδα, ο οποίος δεν παραστάθηκε κατά την παρούσα δικάσιμο ως πληρεξούσιος Δικηγόρος των αναιρεσειόντων αλλά αντ' αυτού παραστάθηκε για λογαριασμό μόνο της δεύτερης αναιρεσείουσας ο Κωνσταντίνος Μάλλιος. Αντίθετα ο πρώτος αναιρεσείων δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο Δικηγόρο όταν η ένδικη υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά από το οικείο πινάκιο, χωρίς, ωστόσο να προκύπτει ότι ο απολειπόμενος πρώτος αναιρεσείων κλητεύθηκε με επιμέλεια των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι παρίστανται νομίμως. Επομένως η συζήτηση της προκειμένης υπόθεσης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104 και 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη.
Επειδή, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος αποτελεί και η διά της αναγκαστικής εκτελέσεως επιδίωξη ικανοποιήσεως της έναντι του οφειλέτη απαιτήσεως του δανειστή. Η κατάχρηση δικαιώματος, απαγορευόμενη από την ως άνω διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, συνιστά παράβαση νόμου και άρα αποτελεί παράνομη πράξη. Επομένως: α) εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση η άσκηση του δικαιώματος αποτελεί δικαιοπραξία ή επιδίωξη ικανοποιήσεως της έναντι του οφειλέτη απαιτήσεως του δανειστή με αναγκαστική εκτέλεση, αυτή, ως αντικείμενη σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, εφόσον δεν συνάγεται τίποτε άλλο, είναι άκυρη, β) εάν η άσκηση γίνεται με υλική ενέργεια, δικαιούται ο εντεύθεν βλαπτόμενος να ζητήσει την παύση της άσκησης και την παράλειψη αυτής στο μέλλον και γ) εάν συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις της αδικοπραξίας, η κατάχρηση γεννά υποχρέωση, κατά το άρθρο 914 ΑΚ, σε αποζημίωση.
Από τα παραπάνω εκτεθέντα συνάγονται και τα μέσα αμύνης κατά της καταχρήσεως δικαιώματος. Έτσι ο βλαπτόμενος από την κατάχρηση δικαιώματος δύναται: 1) να εγείρει αναγνωριστική αγωγή, ζητώντας να αναγνωρισθεί ότι η δικαιοπραξία ή η επιδίωξη της ικανοποιήσεως της έναντι του οφειλέτη απαιτήσεως του δανειστή με αναγκαστική εκτέλεση είναι άκυρη ως καταχρηστική, 2) να εγείρει καταψηφιστική αγωγή, ζητώντας αποζημίωση, αν η κατάχρηση πληροί τους όρους της αδικοπραξίας και 3) να προβάλει ένσταση, αντένσταση κ.λπ., εφόσον τελεί σε δίκη με τον καταχρηστικώς ασκούντα το δικαίωμα.
Συνακόλουθα ο βλαπτόμενος από την καταχρηστική εναντίον του επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης μπορεί να αξιώσει με αγωγή, ακόμη και αν δεν επιδίωξε για το λόγο αυτό την ακύρωση της εκτέλεσης, δηλαδή ανεξάρτητα από τη ρύθμιση του άρθρ. 940 § 3 ΚΠολΔ, την αναγνώριση ως καταχρηστικής και άκυρης της συμπεριφοράς του δανειστή του, που κατατείνει με πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης στην ικανοποίηση απαίτησής του ουσιαστικά αποδυναμωμένης μετά τη νέα ρύθμισή της και επομένως να ζητήσει την αναγνώριση ή αναλόγως και την καταψήφιση υπέρ αυτού αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας (Ολ.ΑΠ 49/2005, 16/2006, ΑΠ 1664/2013, ΑΠ 1459/2009).
Εξάλλου η έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του αριθμ. 19 του ανωτέρω άρθρου 559 ΚΠολΔ υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας, ή την άρνησή της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.ΑΠ 25/2004), Στην προκειμένη υπόθεση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την καταχρηστικότητα ή μη της εναντίον της δεύτερης αναιρεσείουσας αναγκαστικής εκτελέσεως δυνάμει της 332/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι εναγόμενοι - 2η, 3ος, 4ος και 5η των καθ' ων η κύρια παρέμβαση είχαν ασκήσει την από 17.10.2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 95/2000 αγωγή εναντίον της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "….." -της οποίας οιονεί καθολική διάδοχος λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση είναι η ενάγουσα - 1η των καθ' ων η κύρια παρέμβαση- προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας.
Με την αγωγή αυτή ζητείτο αφενός η απόδοση του ... και στη διασταύρωση της ... και της ..., μισθίου καταστήματος, ιδιοκτησίας των εναγομένων - 2ης, 3ου, 4ου και 5ης των καθ' ων η κύρια παρέμβαση, για παράβαση των όρων της αναφερόμενης στην αγωγή σύμβασης μίσθωσης και για κακή χρήση του μισθίου, αφετέρου η καταβολή του ποσού των 12.141.888 δραχμών (35.632,83 ευρώ), ως αποζημίωση και ποινική ρήτρα για τα μέχρι τη λήξη της μίσθωσης μη δεδουλευμένα μισθώματα.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 332/2001 οριστική απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή. Η απόφαση αυτή αρχικά εξαφανίστηκε με την υπ' αριθμ. 577/2002 οριστική απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία έγινε δεκτή έφεση της νυν ενάγουσας και απορρίφθηκε η ως άνω αγωγή πλην όμως μετά από άσκηση αναίρεσης η πιο πάνω απόφαση του Εφετείου Πατρών αναιρέθηκε με την υπ' αριθμ. 735/2005 οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου και παραπέμφθηκε στο Εφετείο Πατρών.
Στη συνέχεια, εκδόθηκε από το Εφετείο Πατρών η υπ' αριθμ. 604/2006 οριστική απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η ανωτέρω έφεση ενώ με την υπ' αριθμ. 1901/2007 οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε αίτηση αναίρεσης της ως άνω απόφασης του Εφετείου Πατρών. Επομένως, η αρχική υπ' αριθμ. 332/2001 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας κατέστη αμετάκλητη με την υπ' αριθμ. 1901/2007 οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου.
Κατόπιν των ανωτέρω οι εναγόμενοι - 2η, 3ος, 4ος και 5η των καθ' ων η κύρια παρέμβαση επέδωσαν στην ενάγουσα, στις 11.1.2008, ακριβές αντίγραφο της ως άνω υπ' αριθμ. 332/2001 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας με την κάτω από αυτό και από 8.1.2008 επιταγή προς εκτέλεση. Η ενάγουσα κατέβαλε στις 18.1.2008 στους εναγομένους - 2η, 3ο, 4ο και 5η των καθ' ων η κύρια παρέμβαση το ποσό των 66.779,25 ευρώ σε εξόφληση του συνολικού ποσού που αναγραφόταν στην ανωτέρω επιταγή προς εκτέλεση.
Σύμφωνα με τα παραπάνω η είσπραξη εκ μέρους των εναγομένων - 2ης, 3ου, 4ου και 5ης των καθ' ων η κύρια παρέμβαση του πιο πάνω ποσού από την από 8.1.2008 επιταγή προς πληρωμή δυνάμει της ανωτέρω ήδη καταστάσας αμετάκλητης δικαστικής απόφασης, δεν συνιστά σε καμία περίπτωση αδικοπραξία, αφού οι εναγόμενοι - 2η, 3ος, 4ος και 5η των καθ' ων η κύρια παρέμβαση ενήργησαν νομίμως, προβαίνοντας στην εκτέλεση της παραπάνω απόφασης, ενώ ο χαρακτηρισμός του επιδικασθέντος με την ανωτέρω απόφαση κονδυλίου είτε ως αποζημίωσης χρήσης είτε ως ποινικής ρήτρας δεν ασκεί έννομη επιρροή.
Εξάλλου η ανωτέρω ενέργεια των εναγομένων - 2ης, 3ου, 4ου και 5ης των καθ' ων η κύρια παρέμβαση προς είσπραξη του ποσού που επιδικάστηκε σε αυτούς με την ως άνω ήδη καταστάσα αμετάκλητη δικαστική απόφαση, ήταν νόμιμη και εντός των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη. Τέλος, η είσπραξη εκ μέρους των εναγομένων - 2ης, 3ου, 4ου και 5ης των καθ' ων η κύρια παρέμβαση του πιο πάνω ποσού που επιδικάστηκε σε αυτούς με την ως άνω ήδη καταστάσα αμετάκλητη δικαστική απόφαση, αποτελεί νόμιμη αιτία πλουτισμού και δεν είναι αδικαιολόγητος πλουτισμός.
Συνεπώς η αγωγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ και η κύρια παρέμβαση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη...". Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα δεν προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί δεν καλύπτεται χωρίς λογικά κενά, με πληρότητα και σαφήνεια το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 298, 281 και 914 ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθόσον ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί, χωρίς αμφιβολία, η έλλειψη των προϋποθέσεων της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων εκμισθωτών προς επίσπευση εναντίον της ενάγουσας μισθώτριας και ήδη αναιρεσείουσας αναγκαστικής εκτέλεσης δυνάμει της 332/2001 αμετάκλητης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας και της εντεύθεν αδικοπραξίας καθώς και των ζημιογόνων συνεπειών αυτής για την ενάγουσα μισθώτρια και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "….", ως οιονεί καθολική διάδοχο της αρχικής μισθώτριας ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "…...".
Ειδικότερα η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αναφορικά με την έλλειψη της αδικοπρακτικής ευθύνης των 2ου, 3ου και 4ης των εναγομένων εκμισθωτών, οι οποίοι μετά τον θάνατο της 1ης εξ αυτών συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της - καθ' ων η κύρια παρέμβαση εναγομένων εκμισθωτών και ήδη αναιρεσιβλήτων στα πλαίσια της 281 ΑΚ, ως προς την επισπευθείσα σε βάρος της αναγκαστικής εκτέλεσης από τους εναγομένους εκμισθωτές - αναιρεσίβλητους αρκείται στη μνεία και μόνο επί λέξει ότι "Σύμφωνα με τα παραπάνω η είσπραξη εκ μέρους των εναγομένων - 2ης, 3ου, 4ου και 5ης των καθ' ων η κύρια παρέμβαση του πιο πάνω ποσού από την από 8.1.2008 επιταγή προς πληρωμή δυνάμει της ανωτέρω ήδη καταστάσας αμετάκλητης δικαστικής απόφασης, δεν συνιστά σε καμία περίπτωση αδικοπραξία, αφού οι εναγόμενοι - 2η, 3ος, 4ος και 5η των καθ' ων η κύρια παρέμβαση ενήργησαν νομίμως, προβαίνοντας στην εκτέλεση της παραπάνω απόφασης, ενώ ο χαρακτηρισμός του επιδικασθέντος με την ανωτέρω απόφαση κονδυλίου είτε ως αποζημίωσης χρήσης είτε ως ποινικής ρήτρας δεν ασκεί έννομη επιρροή.
Εξάλλου η ανωτέρω ενέργεια των εναγομένων - 2ης, 3ου, 4ου και 5ης των καθ' ων η κύρια παρέμβαση προς είσπραξη του ποσού που επιδικάστηκε σε αυτούς με την ως άνω ήδη καταστάσα αμετάκλητη δικαστική απόφαση, ήταν νόμιμη και εντός των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη...". Όμως, στις αμέσως ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν διαλαμβάνονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά εκείνα, τα οποία αληθή υποτιθέμενα δεν στοιχειοθετούν αντικειμενικά την φερόμενη υπαίτια υπέρβαση των διαγραφομένων ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος της αναγκαστικής εκτέλεσης.
Συγκεκριμένα η προσβαλλόμενη απόφαση δεν προσδιορίζει: α) τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία επέτρεπαν στους εναγομένους εκμισθωτές και ήδη αναιρεσίβλητους την σε βάρος της ενάγουσας μισθώτριας και ήδη αναιρεσείουσας διενέργεια αναγκαστικής εκτέλεσης, δυνάμει της από 8.1.2008 επιταγής προς πληρωμή κάτω από το αντίγραφο του α' εκτελεστού απόγραφου της 332/2001 αμετάκλητης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, η οποία εκδόθηκε επί της από 17-10-2000 αντίθετης αγωγής των εναγόντων εκμισθωτών κατά της εναγομένης μισθώτριας, με την οποία η τελευταία, σύμφωνα με το άρθρο 15 του μισθωτηρίου της ένδικης μίσθωσης υποχρεώθηκε να καταβάλει στους εκεί ενάγοντες εκμισθωτές το ποσό των 12.441.888 δρχ.
και ήδη 35.632,83 ευρώ, ως αποζημίωση για την ζημία, την οποία υπέστησαν λόγω της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εναγομένης μισθώτριας με την από μέρους της παράβαση συμβατικού όρου περί της χρήσεως του μισθίου, το οποίο αντιστοιχεί στα συμφωνηθέντα μισθώματα του υπόλοιπου συμβατικού χρόνου μετά την καταγγελία της ένδικης μίσθωσης δηλαδή από τον Νοέμβριο 2000 έως τον Ιούνιο 2003 παρά το γεγονός ότι οι εναγόμενοι εκμισθωτές και ήδη αναιρεσίβλητοι γνώριζαν και σε κάθε περίπτωση υπαίτια αγνοούσαν την έλλειψη ζημίας τους, αφού η μισθώτρια κατά τον ως άνω επίδικο χρόνο μετά την καταγγελία και μέχρι πέρατος του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης αλλά και μετέπειτα μέχρι τον Δεκέμβριο 2007 παρέμεινε στο μίσθιο, καταβάλλοντος κάθε μήνα το συμφωνηθέν μίσθωμα ως αποζημίωση χρήσης, το οποίο οι εκμισθωτές κάθε μήνα εισέπρατταν κανονικά, αδιαμαρτύρητα και ανεπιφύλακτα, β) κατά ποίο τρόπο τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχουν ως συνέπεια με την επισπευδόμενη σε βάρος της ενάγουσας μισθώτριας αναγκαστική εκτέλεση το εκ 35.632,83 ευρώ ποσό των μη δεδουλευμένων μισθωμάτων να καταβάλλεται δύο (2) φορές για το ίδιο χρονικό διάστημα από την ενάγουσα μισθώτρια το μεν ως μίσθωμα το δε ως αποζημίωση χωρίς να παραβιάζονται τα διαγραφόμενα από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος προς διενέργεια αναγκαστικής εκτέλεσης και γ) επειδή η ένδικη αξίωση της ενάγουσας μισθώτριας και ήδη αναιρεσείουσας της καταχρηστικής αξίωσης δικαιώματος είναι συνυφασμένη και με υπαιτιότητα των αδικοπραγήσαντων εναγομένων εκμισθωτών - αναιρεσιβλήτων, η οποία ανάγεται κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, η οποία παραδεκτώς, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκοπείται, σε δόλο ή βαριά αμέλεια αυτών, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει αν η μη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης στα πλαίσια της 281 ΑΚ δεν συνδέεται και με από υποκειμενικής φύσεως στοιχεία, δηλαδή με δόλο ή βαριά αμέλεια και ποιά είναι αυτά τα στοιχεία, που συγκροτούν τον δόλο ή τη βαριά αμέλεια ως προς την διενέργεια εν λόγω αναγκαστικής εκτέλεσης προς είσπραξη δύο φορές των μη δεδουλευμένων μισθωμάτων του υπόλοιπου μετά την καταγγελία της ένδικης μίσθωσης συμβατικού χρόνου αυτής.
Η ανεπάρκεια των προαναφερομένων αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, αφού από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για την δικαιολόγηση των εφαρμοσθεισών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή των άρθρων 297, 281 και 914 ΑΚ με συνέπεια ο δεύτερος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης να πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, μετά την παραδοχή του οποίου παρέλκει η εξέταση του πρώτου από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, αφού η αναιρετική εμβέλεια του δεύτερου από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης καλύπτει και τον πρώτο λόγο αναίρεσης.
Κατόπιν αυτών πρέπει, αφού κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος, που αφορά την δεύτερη αναιρεσείουσα και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος τούτο, για περαιτέρω εκδίκαση στο εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Εφέτη (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της δεύτερης αναιρεσείουσας, που κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 8.2.2016 αιτήσεως για αναίρεση της 130/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα Μ. Λ..
Αναιρεί την 130/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό τμήμα.?
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο τμήμα, για περαιτέρω εκδίκαση στο εκδόσαν Εφετείο που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στην δικαστική δαπάνη της δεύτερης αναιρεσείουσας, την οποία προσδιορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων (2.000,00) ευρώ. Και Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στην καταθέσασα δεύτερη αναιρεσείουσα.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Σεπτεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ