1379/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Νικήτα Χριστόπουλο, Πέτρο Σαλίχο - Εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1379/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα, αναφορικά με την υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, μετά την αντικατάσταση της διατάξεως της παρ.1 του άνω άρθρου 79 με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972, εξέλιπε από αυτό η παλαιότερη πρόβλεψη, η οποία, ενόψει του ότι έκανε λόγο για έκδοση ακάλυπτης επιταγής "εν γνώσει" του δράστη, άφηνε έξω από την περιγραφή της αναγκαίας για την κατάφαση του εγκλήματος υπαιτιότητας του εκδότη τον ενδεχόμενο δόλο.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1379 / 2016 (Β Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1379/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Νικήτα Χριστόπουλο, Πέτρο Σαλίχο - Εισηγητή, Ιωάννη Φιοράκη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ν. Σ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παϊπέτη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 39870/2015 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Mε πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξουσία δικηγόρο της Νεκταρία Μυγιάκη.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Φεβρουαρίου 2016 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 335/2016.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 79 παρ.1 του ν.5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ’ αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται, αντικειμενικά μεν: 1) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, 2) υπογραφή του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου ή εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας, 3) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και 4) έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή, οπωσδήποτε κατά το χρόνο εμφανίσεως της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, δηλαδή της εκδόσεως επιταγής που είναι ακάλυπτη.
Ειδικότερα, αναφορικά με την υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, μετά την αντικατάσταση της διατάξεως της παρ.1 του άνω άρθρου 79 με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972, εξέλιπε από αυτό η παλαιότερη πρόβλεψη, η οποία, ενόψει του ότι έκανε λόγο για έκδοση ακάλυπτης επιταγής "εν γνώσει" του δράστη, άφηνε έξω από την περιγραφή της αναγκαίας για την κατάφαση του εγκλήματος υπαιτιότητας του εκδότη τον ενδεχόμενο δόλο.
Έτσι, για την πλήρωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού δεν απαιτείται ο εκδότης να τελεί "εν γνώσει" της ανυπαρξίας διαθέσιμων κεφαλαίων, αλλά αρκεί προς τούτο ότι αυτός θεωρεί την έλλειψη πιθανή και την αποδέχεται (Α.Π.223/2016, Α.Π.891/2015). Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ.
ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ., όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έλλειψη δε αιτιολογίας υπάρχει και όταν η αιτιολογία είναι εντελώς τυπική, με την οποία εξομοιώνεται και εκείνη που παραπέμπει στα πραγματικά περιστατικά του διατακτικού.
Και ναι μεν το αιτιολογικό μαζί με το διατακτικό της αποφάσεως, στο οποίο, ως λογικό συμπέρασμα, καταχωρίζονται όλα τα στοιχεία του εγκλήματος, αποτελούν ενιαίο σύνολο και είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωσή τους, πλην, όμως, η συμπλήρωση αυτή δεν μπορεί να φθάσει μέχρι σημείου ολικής αναφοράς στα περιστατικά που περιγράφονται στο διατακτικό της αποφάσεως (Α.Π.662/2015).
Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠοινΔ., η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο χωρίς να παρερμηνεύει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, διότι δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως (Ολ.Α.Π.3/2008).
Συγκεκριμένα, επί καταδίκης για το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής (άρθρο 79 παρ.1 ν.5960/1933) θα πρέπει ειδικότερα να προσδιορίζονται: α) ο χρόνος εκδόσεως της επιταγής, β) η ημερομηνία εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή στην Τράπεζα και γ) οι αποδείξεις, σκέψεις και συλλογισμοί με βάση τους οποίους το δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα (Α.Π.223/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 39870/2015 απόφασή του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα έκδοσης ακάλυπτης επιταγής και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως δεκατεσσάρων (14) μηνών και σε χρηματική ποινή δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως το δικασαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευόμενων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη, τα εξής: "προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος στην Αθήνα, στις 31-10-2008, ως νόμιμος εκπρόσωπος της Π.Α.Ε.
‘ ‘ ...’ ‘ , εκ προθέσεως τέλεσε την αποδιδόμενη σ’ αυτόν πράξη και θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής". Στη συνέχεια το Δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο του ότι: "Στην Αθήνα, στις 31-10-2008, ως νόμιμος εκπρόσωπος της Π.Α.Ε. "...", εξέδωσε με πρόθεση επιταγή που δεν πληρώθηκε στον κομιστή γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής και ειδικότερα εξέδωσε την επιταγή με αριθμό 12177140-7, με ημερομηνία εκδόσεως την 15-4-2009 (μεταχρονολογημένη) για να πληρωθεί από την Τράπεζα ΑSPIS BANK, για το χρηματικό ποσό των 26.500 ευρώ, σε διαταγή "....", νομίμως περιελθούσα εξ οπισθογραφήσεως στην εγκαλούσα "...", η οποία εκπροσωπείται νομίμως και είναι νόμιμη κομίστρια αυτής.
Κι αφού η νόμιμη κομίστρια την εμφάνισε προς πληρωμή στις 21-4-2009, δεν πληρώθηκε από την πληρώτρια Τράπεζα γιατί δεν υπήρχε αντίκρυσμα". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ’ αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις.
Ειδικότερα, η ως άνω αιτιολογία είναι εντελώς τυπική, αφού στο σκεπτικό, το οποίο δεν παραπέμπει ούτε σε αυτό, ακόμη, το διατακτικό, δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της ως άνω αξιόποινης πράξης, ούτε αναφέρεται με ποιες σκέψεις και ποιους συλλογισμούς οδηγήθηκε το δικάσαν Δικαστήριο στην καταδικαστική του κρίση, ούτε προσδιορίζονται οι σκέψεις και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους πείσθηκε ότι δεν υπήρχαν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα, ενόψει, μάλιστα, και του ότι, παρά την τυπική ρηματική αναφορά ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και το αναγνωσθέν φωτοαντίγραφο της επίμαχης επιταγής, δεν προκύπτει μετά βεβαιότητας ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε αυτό, από την επισκόπηση του οποίου προκύπτει ότι δεν πληρώθηκε η εν λόγω επιταγή όχι ελλείψει διαθέσιμων κεφαλαίων, αλλά ελλείψει νομιμοποιήσεως.
Όλες οι ως άνω ελλείψεις και ασάφειες αποδεικνύουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της αναγκαίας νόμιμης αιτιολογίας, αλλά και νόμιμης βάσης, αφού δεν επιτρέπουν στο παρόν Δικαστήριο τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της εφαρμοσθείσας ποινικής διάταξης του άρθρου 79 παρ. 1,4,5 του ν.5960/1933 σε συνδ.
με άρθρο 1 ν.δ. 337/1969, όπως αντικ. με άρθρ. 1 ν.δ. 1325/1972, 4 παρ.1α ν. 2408/1996, 22 παρ. 1 ν. 2721/1999 και 15 παρ.3 ν. 3472/2006. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω και αφού παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ προβλεπόμενοι, σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για :
α) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 και έλλειψη νόμιμης βάσης.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 39870/2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Σεπτεμβρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Σεπτεμβρίου 2016.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ