Supreme Court dismisses appeal against lower court's rejection of abuse of process claim and orders costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Regional Unit of Serres against the Thessaloniki Regional Court of First Instance. The appellant argued for abuse of process and lawyer fee reduction, but the lower court had already accepted all material facts and rejected these claims with full reasoning. The Court upheld the lower court's decision, finding the appellant's arguments baseless and the procedural record sufficient.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 of the Civil Code; Article 19 of Article 559 of the Code of Civil Procedure: The right of action is exercised abusively when prior conduct or intervening circumstances make its subsequent exercise unacceptable under good faith and social ethics, and the lower court's findings of fact and reasoning are not subject to retrial on appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1379 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1379/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πάσσο Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο τμήμα), Ασπασία Καρέλλου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Γεώργιο Παπαηλιάδη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας-Περιφερειακή Ενότητα Σερρών, που εδρεύει η μεν (Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας) στη Θεσσαλονίκη, νόμιμα εκπροσωπούμενης και η δε (Περιφερειακή Ενότητα Σερρών) στις Σέρρες, νόμιμα εκπροσωπούμενης, ως καθολικής διαδόχου του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΣΕΡΡΩΝ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κοκκονό, που δεν κατάθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Β. Φ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Κατσάλα, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/6/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 451/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25/6/2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Παπαηλιάδης ανέγνωσε την από 18/9/2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με την από 2 Φεβρουαρίου 2015 κλήση του καλούντος - αναιρεσείοντος στην σημερινή δικάσιμο η προκειμένη υπόθεση, μετά τη ματαίωση της συζητήσεώς της κατά τη δικάσιμο της 27ης Ιανουαρίου 2015 λόγω της διενέργειας των βουλευτικών εκλογών της 25ης Ιανουαρίου 2015.
Κατά το άρθρο 281 του Α.Κ., η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός και ο κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς, κατά νόμο, να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, που τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από την συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγομένη ιδιαιτέρως επαχθείς, για τον υπόχρεο, επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο, ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθήσασα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας καταστάσεως υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας, για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των, υπό της ανωτέρω διατάξεως, διαγραφομένων ορίων.
Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες, για τον υπόχρεο, συνέπειες, αρκούσης της επελεύσεως δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του, δια την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του ( Ολ.
Α.Π. 10/2012, Ολ. Α.Π. 8/2001 ). Το δε ζήτημα αν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ασκήσεως του δικαιώματός του. Στην περίπτωση αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη.
Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., που έχει έντονο τον χαρακτήρα δημοσίας τάξεως, εφαρμόζεται και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες, επίσης δημοσίας τάξεως, διατάξεις, όπως είναι οι αξιώσεις των δικηγόρων προς καταβολή της ελάχιστης αμοιβής τους για την παροχή των νομίμων υπηρεσιών τους, που ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 92 παρ. 1, 98 επόμ.
και 100 επόμ. του Ν.Δ/τος 3026/1954 " Περί Κώδικα των Δικηγόρων ". Ειδικότερα : α ) κατά το άρθρο 91 παρ. 1 του ανωτέρω Κώδικα ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δικαστηριακής ή άλλης δαπάνης, την οποίαν κατέβαλε εξ ιδίων και αμοιβή για κάθε εργασία του δικαστική ή εξώδικη, β ) κατά το άρθρο 92 παρ. 1 του ιδίου ως άνω Κώδικα ( όπως ισχύει μετά την προσθήκη του εδαφίου β αυτής με το άρθρο 5 παρ. 3 του Ν.Δ/τος 4272/1962 και την αντικατάστασή του με το άρθρο 8 του Νόμου 1093/1980 ), η δικηγορική αμοιβή κανονίζεται με συμφωνία του δικηγόρου και του εντολέα του ή του αντιπροσώπου του, η οποία περιλαμβάνει είτε όλη τη διεξαγωγή της δίκης, είτε μέρος της, είτε μεμονωμένες πράξεις ή άλλης φύσεως εργασίες, σε καμία περίπτωση όμως, δεν επιτρέπεται να υπολείπεται των ελαχίστων ορίων που καθορίζονται από τα άρθρα 98 επόμ.
του προαναφερομένου Κώδικα, κάθε δε συμφωνία για λήψη κατώτερης αμοιβής από τα ανωτέρω καθοριζόμενα όρια είναι άκυρη ανεξαρτήτως από τον χρόνο συνάψεώς της. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες αποσκοπούν όχι μόνον στην προστασία του δικηγόρου, ως εργαζομένου, αλλά και στην κατοχύρωση του κύρους του δικηγόρου ως θεράποντος του δημοσίου συμφέροντος, συνάγεται, ότι η συμφωνία μεταξύ του εντολέα και του δικηγόρου για την λήψη αμοιβής κατώτερης των ελαχίστων ορίων που καθορίζονται στα άρθρα 98 επόμ.
του Κώδικα περί Δικηγόρων, ανεξαρτήτως από τον χρόνο συνάψεώς της ( πριν ή μετά την εκτέλεση της συμφωνημένης εργασίας ) και τη μορφή υπό την οποίαν συνάπτεται, όπως άφεση χρέους του άρθρου 456 του Α.Κ. ή άλλη συμφωνία, είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη ( άρθρα 174 και 180 του Α.Κ. ). Ο δικηγόρος, παρά την συμφωνία αυτή, δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του για κάθε εργασία του, δικαστική ή εξώδικη, τα, από το νόμο, οριζόμενα ελάχιστα όρια αμοιβής, ο δε εντολέας του δεν μπορεί να αντιτάξει κατά της απαιτήσεώς του προς καταβολή αυτής, ότι είχε συμφωνηθεί μικρότερη αμοιβή, αφού η συμφωνία αυτή είναι άκυρη.
Όμως, η αφορμή, οι συνθήκες, με τις οποίες έγινε η παραίτηση του δικηγόρου από κάθε απαίτησή του για δικηγορική αμοιβή, το περιεχόμενο του εγγράφου της παραιτήσεώς του κ.λ.π. μπορούν να ασκήσουν επιρροή για την εκτίμηση της αντιθέσεως της συμπεριφοράς του στην καλή πίστη, αφού, ανεξαρτήτως από την ακυρότητα της παραιτήσεως, η αβίαστη παραίτηση του δικηγόρου από την καταβολή της επιπλέον αμοιβής καθιστά κακόπιστη την εν συνεχεία διεκδίκησή της ( Ολ.
Α.Π. 10/2012 ). Άλλωστε, κατά το άρθρο 100 παρ. 1 και 2 του ιδίου παραπάνω Κώδικα, το ελάχιστο όριο της αμοιβής για την σύνταξη κυρίας αγωγής ορίζεται σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής. Εάν το αίτημα αυτής δεν συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, το ελάχιστο όριο αμοιβής καθορίζεται κατά τα άνω με βάση την πραγματική αξία του αντικειμένου της.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 100 παρ. 1, 102 και 107 του αυτού ως άνω Ν.Δ/τος 3026/1954 " του Κώδικα περί Δικηγόρων " σαφώς προκύπτει, ότι το δικαστήριο, προκειμένου να καθορίσει και επιδικάσει στο δικηγόρο αμοιβή για σύνταξη αγωγής και προτάσεων, οφείλει να λάβει υπόψη του το αίτημα της αγωγής, που συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, εκτός εάν προταθεί και αποδειχθεί από τον εναγόμενο ένσταση από το άρθρο 102 του προαναφερομένου Κώδικα, ότι το αγωγικό αίτημα είναι προφανώς εξογκωμένο, κάτι που μπορούσε να αντιληφθεί ο δικηγόρος, αν εξακρίβωνε επιμελέστερα τα πράγματα, οπότε ο κανονισμός της αμοιβής δεν θα γίνει με βάση το αίτημα της αγωγής, αλλά με βάση το ποσό που έπρεπε να ζητηθεί, ύστερα από επιμελημένη εξακρίβωση των πραγμάτων, εκτός και αν για τον καθορισμό του αιτήματος της αγωγής συμμορφώθηκε σε έγγραφη εντολή του εντολέα του ή του αντιπροσώπου του.
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι σε αμφότερες τις περιπτώσεις αυτές πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η πραγματική αξία, την οποίαν έχει το αντικείμενο της αγωγής, κατά τον χρόνο της ασκήσεώς της ή, εάν επακολουθήσει η συζήτηση αυτής, κατά τον χρόνο της πρώτης, στο ακροατήριο, συζητήσεώς της και όχι κατά τον χρόνο της παροχής της σχετικής υπηρεσίας από το δικηγόρο ( Α.Π. 16/2013 ).
Η διάταξη αυτή του άρθρου 102 " του Κώδικα περί Δικηγόρων " η οποία εισάγει εξαίρεση από τον κανόνα του προηγουμένου άρθρου 100, σύμφωνα με τον οποίον το ελάχιστο όριο της αμοιβής του δικηγόρου, εάν το αίτημα της αγωγής συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, υπολογιζομένη με βάση το αγωγικό αυτό αίτημα και η οποία, όπως προεκτίθεται προϋποθέτει, για την εφαρμογή της, την υποβολή σχετικής ( καταχρηστικής ) ενστάσεως εκ μέρους του εντολέα που ενάγεται, για την καταβολή της αμοιβής με το ως άνω, εκ του άρθρου 100 του Κώδικα περί Δικηγόρων, αγωγικό αίτημα, εφαρμόζεται και ως προς τον υπολογισμό της αμοιβής του δικηγόρου του εναγομένου με την έννοια ότι, εάν συντρέχουν οι προϋποθέσεις μειώσεως της αμοιβής του δικηγόρου του ενάγοντος, αυτοδικαίως και ο υπολογισμός της αμοιβής του δικηγόρου αυτού θα γίνει επί τη βάσει του ποσού που έπρεπε να ζητηθεί με την αγωγή, αδιαφόρως αν ( και ) ο εν λόγω δικηγόρος, ως προς τον οποίο μάλιστα είναι ανεφάρμοστη η προαναφερομένη τελευταία περίοδος του ως άνω άρθρου 102, γνώριζε ή μπορούσε να αντιληφθεί την πραγματική αξία του αντικειμένου της αγωγής και τη διόγκωσή της με το αγωγικό δικόγραφο.
Συνεπώς, το διαγνωστό ή και η γνώση της διογκώσεως του αγωγικού αιτήματος από το δικηγόρο του εναγομένου είναι αδιάφορα για τον υπολογισμό της αμοιβής του. Περαιτέρω, προκειμένου περί συντάξεως προτάσεων κατά την πρώτη, ενώπιον του πρωτοδικείου, συζήτηση της υποθέσεως, ρητώς ορίζεται κατά το άρθρο 107 παρ. 1 του ανωτέρω Κώδικα, ότι το ελάχιστο όριο της αμοιβής του δικηγόρου του μεν εναγομένου είναι ίσο με εκείνο που ορίζεται στα άρθρα 100 επόμ.
για την σύνταξη της αγωγής, του δε δικηγόρου του ενάγοντος το ήμισυ αυτής, το οποίο είναι καταβλητέο, επίσης, κατά το άρθρο 107 παρ. 2 του αυτού Κώδικα, ως αμοιβή των δικηγόρων αμφοτέρων των διαδίκων για την σύνταξη προτάσεων των επομένων συζητήσεων ενώπιον του αυτού δικαστηρίου. Προκειμένου δε περί συντάξεως προτάσεων ενώπιον του εφετείου, το ελάχιστο όριο αμοιβής του δικηγόρου αμφοτέρων των διαδίκων ορίζεται από το άρθρο 110 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα επί μεν της πρώτης συζητήσεως της υποθέσεως στο διπλάσιο εκείνου που ορίζεται στο άρθρο 107 παρ. 1 αυτού για το δικηγόρο του ενάγοντος, επί μεν των επομένων συζητήσεων στο διπλάσιο του οριζομένου στο άρθρο 107 παρ. 2 αυτού ορίου ( Α.Π. 16/2013 Α.Π. 1423/2010 ).
Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 307 παρ. 1, εδ. α του Π.Δ/τος 410/1995 " Δημοτικός - Κοινοτικός Κώδικας ", " οι πληρεξούσιοι δικηγόροι που διορίζονται από δήμο ή κοινότητα αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων που ισχύουν κάθε φορά ", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν.Δ/τος 31/1968 " πάντα τα, επί των πολιτικών, ποινικών και διοικητικών υποθέσεων, δικονομικά προνόμια του Δημοσίου, τα αναγνωριζόμενα υπό του Κώδικος Νόμων περί Δικών του Δημοσίου και υπό ετέρων γενικών ή ειδικών διατάξεων, εφαρμόζονται αναλόγως και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, εφόσον ούτοι δεν απολαύουν μέχρι τούδε τότε ευνοϊκότερων και ευρυτέρων προνομίων υπό της κείμενης νομοθεσίας του ".
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοικήσεως απολαύουν μεν των αναφερομένων παραπάνω προνομίων του Δημοσίου, όσον όμως αφορά την καταβλητέα στους απασχολουμένους δικηγόρους τους, ανά υπόθεση, δικηγορική αμοιβή, δεν εξομοιώνονται με το Δημόσιο, αλλά υπάγονται στις διατάξεις των άρθρων του Κώδικα περί Δικηγόρων ( Α.Π. 1684/2012, Α.Π. 800/2008 ).
Στην συνέχεια στο άρθρο 51 του Νόμου 2238/1994 " Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος ", όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 2 του Νόμου 2753/1999 " Καθαρό Εισόδημα Ελευθέρων Επαγγελματιών" ορίζεται ότι : " Για τις παραστάσεις των δικηγόρων ενώπιον των δικαστηρίων, για την σύμπραξή τους σε εξώδικες ενέργειες και συμβάσεις, όπως προβλέπουν οι οικείες διατάξεις, καθώς και για κάθε άλλη νομική υπηρεσία που παρέχουν αυτοί στον εντολέα τους καθορίζεται το μήνα Δεκέμβριο κάθε δευτέρου έτους, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ύστερα από γνώμη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδος, ελάχιστη αμοιβή, ενιαία για όλους τους Δικηγορικούς Συλλόγους της Χώρας.
Η αμοιβή αυτή προεισπράττεται από τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο με τετραπλότυπο γραμμάτιο, ενώ οι Δικηγορικοί Σύλλογοι υποχρεούνται να ενεργούν παρακράτηση φόρου εισοδήματος με συντελεστή 15% στο ακαθάριστο ποσό των αμοιβών, που αναγράφονται στα τετραπλότυπα γραμμάτια. Σε εκτέλεση της εξουσιοδοτικής αυτής διατάξεως εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 2031/0012/29-12-1999 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που προσδιόρισε τις ελάχιστες αμοιβές των δικηγόρων για τις παραστάσεις στα δικαστήριο ή σε εξώδικες ενέργειες και συμβάσεις, της οποίας ανεστάλη κατ’ αρχήν η εφαρμογή μέχρι την 30-6-2000, δυνάμει της όμοιας υπ’ αριθμ. 1007604/132/Α0012/ΠΟΛ1017/25-1-2000 αποφάσεως των ιδίων Υπουργών.
Κατόπιν, με τις εκδοθείσες, ομοίως σε εκτέλεση της ανωτέρω διατάξεως, με αριθμό 1314/21-12-2000 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, με αριθμό 1085081/1473/Α0012/ΠΟΛ1108/2003 Κοινή Απόφαση των ιδίων Υπουργών, με αριθμό 120867/2003 Κοινή Απόφαση του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και του Υπουργού Δικαιοσύνης και την εφαρμοζομένη εν προκειμένω υπ’ αριθμ. 1117864/2297/Α0012/7-12-2007 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας - Οικονομικών και Δικαιοσύνης ( που ισχύει από 1-1-2008 ), ορίσθηκε ότι οι ελάχιστες αμοιβές δικηγόρων για τις παραστάσεις ενώπιον των δικαστηρίων, για την σύμπραξή τους σε εξώδικες ενέργειες και συμβάσεις, όπως προβλέπουν οι οικείες διατάξεις, καθορίζονται, όπως αναφέρεται στον συνημμένο πίνακα, κατά τον οποίον η αμοιβή του δικηγόρου για κάθε δικαστική ενέργεια ( σύνταξη αγωγής, προτάσεων, παράσταση ) διακυμαίνεται σε εφάπαξ χρηματικό ποσό, ανάλογα με το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ενεργείται, του αντικειμένου της δίκης και του αιτουμένου ποσού.
Στον προαναφερόμενο πίνακα προβλέπονται, μεταξύ άλλων, οι αμοιβές των δικηγόρων για τα διοικητικά δικαστήρια. Με τις διατάξεις των ανωτέρω νόμων καθώς και εκείνες των παραπάνω Κ.Υ.Α. δεν καταργήθηκαν οι προαναφερόμενες διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, που αφορούν τον καθορισμό του κατωτάτου ορίου αμοιβής όλων των δικηγόρων, δηλαδή και εκείνων του Δημοσίου ή των Ν.Π.Δ.Δ.
Οι διατάξεις του Κώδικα αυτού, των οποίων σκοπός είναι, όχι μόνον η προστασία του ιδιωτικού συμφέροντος του δικηγόρου ως εργαζομένου, αλλά και η κατοχύρωση του κύρους του δικηγορικού λειτουργήματος, ως θεράποντος του δημοσίου συμφέροντος, κατισχύουν εκείνων των ως άνω Νόμων και των, κατ’ εξουσιοδότηση αυτών, εκδοθεισών Κ.Υ.Α.
στις σχέσεις μεταξύ των συμβαλλομένων, αφού οι διατάξεις αυτών, όπως προκύπτει από το σύνολο του περιεχομένου τους και τις οικείες εισηγητικές εκθέσεις, έχουν φορολογικό χαρακτήρα και αποσκοπούν στη μεταρρύθμιση και απλοποίηση του φορολογικού συστήματος με την καθιέρωση αντικειμενικής φορολογικής μεταχειρίσεως των δικηγόρων προς τον σκοπό της δικαιότερης κατανομής των φορολογικών βαρών, της μειώσεως των οικονομικών στρεβλώσεων, που προκαλεί η φορολογική διάρθρωση στην κατανομή των πόρων, της αυξήσεως της ανταγωνιστικότητας και της προσαρμογής της φορολογίας στο ενοποιούμενο οικονομικό περιβάλλον.
Έτσι, όταν η καθοριζομένη με βάση τον Κώδικα περί Δικηγόρων για κάθε, κατά περίπτωση, ενέργεια ελάχιστη αμοιβή είναι μεγαλύτερη από εκείνη που καθορίζεται με βάση την ως άνω Κ.Υ.Α., τότε οφείλεται η μεγαλύτερη αυτή αμοιβή. Όταν όμως είναι μικρότερη, τότε οφείλεται η καθοριζόμενη με βάση την Κ.Υ.Α., μεγαλύτερη ελάχιστη αμοιβή, διότι θα ήταν άνισο οι δικηγόροι να αμείβονται με τα ελάχιστα όρια του Κώδικα περί Δικηγόρων και να φορολογούνται για μεγαλύτερο εισόδημα ( Α.Π. 335/2008, Α.Π. 797/2007, Α.Π. 760/2007 ).
Σημειώνεται, ότι στην υπ’ αριθμ. 94324/ 11-12-1999 Κ.Υ.Α., που είχε εκδοθεί, κατ’ εξουσιοδότηση, του άρθρου 64 παρ. 3 του προϊσχύσαντος Νόμου 2065/1992, οριζόταν ότι οι διατάξεις των άρθρων 100 επόμ. του Κώδικα περί Δικηγόρων για τα ελάχιστα όρια των αμοιβών εξακολουθούν να ισχύουν. Η μη επανάληψη παρόμοιας διατάξεως στις μεταγενέστερες παραπάνω Κ.Υ.Α., από μόνη της, δεν καταδεικνύει νομοθετική πρόθεση καταργήσεως των άρθρων 100 επόμ.
του Κώδικα περί Δικηγόρων. Διαφορετικά, η ελάχιστη αμοιβή του δικηγόρου επί αγωγής, με αντικείμενο αποτιμητό σε χρήμα, θα ήταν ίδια, ανεξαρτήτως αν η αξία του αντικειμένου ήταν ευτελής ή ιδιαίτερα μεγάλη. Τούτο όμως, δηλαδή μείωση των ελαχίστων αμοιβών των δικηγόρων δεν φαίνεται να θέλησε ο νομοθέτης.
Περαιτέρω, στην περίπτωση ελλείψεως ειδικής συμφωνίας, η αμοιβή του δικηγόρου επί υποθέσεων στα διοικητικά δικαστήρια κανονίζεται, αδιαφόρως αν πρόκειται για πράξεις της προδικασίας ή τέτοιες στο ακροατήριό τους, αναλογικώς με βάση τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, που ισχύουν και ρυθμίζουν τα των δικηγορικών αμοιβών σε εργασίες ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, δοθέντος ότι η διάταξη του άρθρου 152 του Κώδικα περί Δικηγόρων, που προέβλεπε πάγια και μόνο δικηγορική αμοιβή ειδικώς για τις πράξεις της προδικασίας ( όπως π.χ.
σύνταξη εισαγωγικών δικογράφων ) στα διοικητικά δικαστήρια, έχει καταργηθεί σιωπηρώς, μετά τις γενόμενες, προς τον σκοπό της καθιερώσεως ομοιομόρφου, μεταξύ των δικαστηρίων αυτών ( πολιτικών και διοικητικών ), τρόπου αμοιβής, ρυθμίσεις των άρθρων 4 παρ. 2 του Νόμου 4507/1966 και 8 του Νόμου 950/1979 ( Ολ. Α.Π. 7/2005, Α.Π. 825/2005 ).
Επομένως η, για την σύνταξη και κατάθεση προσφυγής ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου, όπως και εκείνη για σύνταξη και κατάθεση προτάσεως ( υπομνήματος ) αμοιβή του δικηγόρου είναι αναλογική ( ποσοστιαία ), ως ρυθμιζομένη από τις διατάξεις των άρθρων 100 επόμ. του Κώδικα περί Δικηγόρων και υπολογίζεται βάσει της, κατά τον χρόνο της ασκήσεώς της ή της πρώτης, στο ακροατήριο, συζητήσεώς της ( αν επακολουθήσει τέτοια ) αξίας του αντικειμένου της ( Α.Π. 1310/2006 ).
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης και κατά την ανέλεγκτη, περί των πραγμάτων, κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : " Με την υπ’ αριθμ. 65/17-5-2010 απόφαση της Νομαρχιακής Επιτροπής Διοικήσεως - Οικονομίας και Αναπτύξεως του άρθρου 1 του Νόμου 3274/2004, το Ν.Π.Δ.Δ.
με την επωνυμία " ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΣΕΡΡΩΝ " στις υποχρεώσεις και στα δικαιώματα του οποίου υπεισήλθε αυτοδικαίως το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ., κατά το άρθρο 283 παρ. 2 του Νόμου 3852/2010 " Ο.Τ.Α. Αρμοδιότητες - ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ κ.λ.π. " ανέθεσε στον ενάγοντα δικηγόρο Σερρών, την εκπροσώπησή του ως εφεσίβλητου, ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, προκειμένου να παρασταθεί ενώπιον αυτού και να αντικρούσει τη με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 70/2008 έφεση, που άσκησε η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία " ... " με έδρα την ..., κατά της υπ’ αριθμ. 55/2008 οριστικής αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Σερρών, με την οποίαν απορρίφθηκε η εναντίον του δικαιοπαρόχου του εναγομένου και του Ελληνικού Δημοσίου και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 8/17-5-2007 αγωγή της εν λόγω εταιρείας, με αντικείμενο την αναγνώριση αξιώσεώς της προς αποζημίωση, κατ’ αυτών, ύψους 2.691.339,60 ΕΥΡΩ, άλλως 2.654.527,30 ΕΥΡΩ, πλέον νομίμων τόκων, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα.
Συγκεκριμένα, η προαναφερομένη αγωγή απορρίφθηκε, λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως ως προς το Ελληνικό Δημόσιο και λόγω παραγραφής της αξιώσεως της ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία " ... ", ως προς την Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Σερρών. Σε εκτέλεση της ανωτέρω εντολής, ο ενάγων συνέταξε και υπέγραψε ως πληρεξούσιος δικηγόρος του εντολέα του, προς απόκρουση της εφέσεως και των προσθέτων λόγων που άσκησε η εκκαλούσα εταιρεία, το προσκομιζόμενο, από 6-10-2010 υπόμνημα, το οποίο κατέθεσε στις 6-10-2010 ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, επί της έδρας, κατά την συζήτηση της υποθέσεως στη δικάσιμο της 6-10-2010, κατά την οποίαν και παραστάθηκε εκπροσωπώντας τον εντολέα του, ενώπιον του παραπάνω Δικαστηρίου, το οποίο, με την υπ’ αριθμ. 2069/28-12-2010 απόφασή του απέρριψε την έφεση και τους προσθέτους λόγους της, κατ’ ουσίαν.
Μεταξύ του ενάγοντος δικηγόρου και του εντολέα του, δεν υπήρξε ιδιαίτερη συμφωνία για την αμοιβή του, η οποία συνεπώς, σύμφωνα με όσα αναφέρονται σχετικά στη νομική σκέψη της παρούσας αποφάσεως, κατά το άρθρο 98 παρ. 1 του εφαρμοζομένου, στην προκειμένη περίπτωση, Κώδικα περί Δικηγόρων ( Ν.Δ/μα 3026/1954, πριν την κατάργησή του με το άρθρο 166 του Νόμου 4194/2013, ΦΕΚ Α’ 208/27-9-2013 ), στον οποίον υπάγονται και οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, όσον αφορά την καταβλητέα, στους απασχολουμένους δικηγόρους τους, ανά υπόθεση, δικηγορική αμοιβή, υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των επομένων άρθρων 100, 107 και 110 του εν λόγω Κώδικα, οι οποίες, όπως επίσης προαναφέρεται, εφαρμόζονται και επί υποθέσεων στα διοικητικά δικαστήρια.
Συγκεκριμένα, η αμοιβή αυτή ανέρχεται, για την μεν σύνταξη του υπομνήματος που κατέθεσε ο ενάγων σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς, δηλαδή στο ποσό των 53.826,79 ΕΥΡΩ ( 2.691.339,60 ΕΥΡΩ Χ 2% ) ΕΥΡΩ για δε την παράστασή του ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, στο ποσό των 256 ΕΥΡΩ, που ορίζεται σχετικά στην υπ’ αριθμ. 1117864/2297/Α0012/7-12-2007 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας - Οικονομικών και Δικαιοσύνης, δεδομένου ότι η καθοριζομένη, με βάση τον Κώδικα περί Δικηγόρων, σχετική ελάχιστη αμοιβή, είναι μικρότερη από εκείνη που καθορίζεται με βάση την εν λόγω Κ.Υ.Α.
και συγκεκριμένα ανέρχεται, κατά το άρθρο 111 του Κώδικα περί Δικηγόρων σε 20,50 ΕΥΡΩ (50 μεταλλικές δραχμές Χ 140 = 7.000 δραχμές, δηλαδή 20,50 ΕΥΡΩ) και συνεπώς, κατά τα αναφερόμενα επίσης, στην σχετική νομική σκέψη της παρούσας αποφάσεως, οφείλεται η μεγαλύτερη παραπάνω αμοιβή των 256 ΕΥΡΩ.
Συνεπώς, η συνολική ελάχιστη αμοιβή του ενάγοντος δικηγόρου για τις προαναφερόμενες ενέργειές του, ανέρχεται μαζί με τον αναλογούντα Φ.Π.Α. 23%, στο αιτούμενο, με την αγωγή του, χρηματικό ποσό των 66.521,83 ΕΥΡΩ ( 64.082,79 [ 53.826,79 ΕΥΡΩ + 256 ΕΥΡΩ ] + 12.439,04 ΕΥΡΩ [ 54.082,79 ΕΥΡΩ Χ 23% ] ). Δεν ασκεί δε καμία έννομη επιρροή στον προσδιορισμό του ύψους της αμοιβής αυτής, όπως αντίθετα υποστηρίζει το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ., το εάν η υπόθεση ενείχε ή όχι και σε ποιο βαθμό δυσκολία και απαιτούσε ή όχι ειδική επιστημονική απασχόληση και μεγάλο ή μικρό χρόνο απασχολήσεως, καθόσον κατά το άρθρο 98 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων ( Ν.Δ/μα 3026/1954 ), η επιστημονική εργασία, η αξία και το είδος της υποθέσεως που διεκπεραιώθηκε, ο χρόνος που καταναλώθηκε, η σπουδαιότητα της διαφοράς, οι ιδιάζουσες περιστάσεις και εν γένει οι δικαστικές και εξώδικες ενέργειες που έλαβαν χώρα, λαμβάνονται υπόψη μόνο για την επιδίκαση, από το δικαστήριο, στο δικηγόρο αυξημένης αμοιβής σε σχέση προς την οριζομένη στα άρθρα 100 επόμ.
του ιδίου ως άνω Κώδικα ( Α.Π. 16/2013, Α.Π. 800/2008 ), εν προκειμένω δε, ο ενάγων επιδιώκει την ελάχιστη, κατά τις διατάξεις του εν λόγω Κώδικα, αμοιβή του. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι την εκπροσώπησή της και την εν γένει υπεράσπισή της ως εναγομένης στην ανωτέρω αγωγή της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία " ... " είχε αναλάβει, κατ’ εντολή της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Σερρών, στον πρώτο βαθμό της δίκης, ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Σερρών, το οποίο με την υπ’ αριθμ. 55/2008 οριστική απόφασή του, απέρριψε, όπως ειδικότερα προαναφέρεται, την αγωγή, ο δικηγόρος Σερρών Ι.
Μ., χωρίς επίσης, ειδική μεταξύ τους, συμφωνία για την αμοιβή του. Ο εν λόγω δικηγόρος ( Ι. Μ. ) προσδιόρισε και ζήτησε την αμοιβή του για την παράστασή του ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Σερρών και την σύνταξη και κατάθεση υπομνήματος, κατά τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων και κατόπιν εξωδίκου, μεταξύ τους, συμβιβασμού, η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Σερρών του κατέβαλε το ποσό των 26.600 ΕΥΡΩ, με βάση την υπ’ αριθμ. .../23-9-2008 κατάσταση πληρωμής δαπάνης, μέσω του υπ’ αριθμ. ...
τραπεζικού λογαριασμού της στην Εμπορική Τράπεζα, με το υπ’ αριθμ. .../2008 χρηματικό ένταλμα, καθαρού ποσού, μετά την αφαίρεση των πάσης φύσεως κρατήσεων, 20.626,28 ΕΥΡΩ. Μετά την εκδίκαση της παραπάνω υποθέσεως, σε δεύτερο βαθμό, ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης και την έκδοση της υπ’ αριθμ. 2069/28-12-2010 αποφάσεώς του, με την οποίαν, όπως έχει ήδη λεχθεί, απορρίφθηκε η έφεση, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία " ... ", ο ενάγων όχλησε προφορικά το εναγόμενο για καταβολή της αμοιβής του με βάση τον Κώδικα περί Δικηγόρων, λόγω δε, της αρνήσεως αυτού, στις 10-6-2011 του επέδωσε την από 10-6-2011 εξώδικη όχληση - πρόσκληση, καλώντας το να του καταβάλει το αιτούμενο και με την αγωγή του χρηματικό ποσό, το εναγόμενο όμως αρνήθηκε να του καταβάλει το ποσό αυτό, έχοντας και την σχετική σύμφωνη γνώμη της Νομικής του Υπηρεσίας, η οποία, στο με αριθμό πρωτοκόλλου 1004/28-6-2011 έγγραφό της, προς τη Διεύθυνση Διοικητικού Οικονομικού ( Τμήμα Λογιστικής Διαχειρίσεως ) αυτού, αναφέρει, κατά λέξη, τα ακόλουθα : " Σε συνέχεια της σχετικής αλληλογραφίας, σας συμβουλεύουμε να προσφέρετε στον παραστάντα δικηγόρο την ελάχιστη νόμιμη αμοιβή, ήτοι 220,10 ΕΥΡΩ, πλέον Φ.Π.Α. 23% ( Κ.Υ.Α. 1121675/2031/Α0012/1999, Β’ 2295 ).
Σε περίπτωση αρνήσεώς του να αποδεχθεί το εν λόγω ποσό σε πλήρη εξόφληση της αμοιβής του, σας συμβουλεύουμε να προβείτε σε δημόσια κατάθεση και να μην ασχοληθείτε περαιτέρω με την υπόθεση ". Σημειώνεται, ότι ο ενάγων δικηγόρος με την από 21-11-2011 προσθήκη - αντίκρουση που κατέθεσε κατά την συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, επικαλέσθηκε ότι μόλις ανέλαβε τον χειρισμό της ένδικης υποθέσεως " δήλωσε ρητά και κατηγορηματικά στους εκπροσώπους της Νομαρχιακής Επιτροπής Διοικήσεως - Οικονομίας και Αναπτύξεως του άρθρου 1 του Νόμου 3274/2004, ότι η αμοιβή του θα υπολογισθεί αποκλειστικά και μόνο σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων " και ότι " οι εκπρόσωποι της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως συμφώνησαν απολύτως " τον ισχυρισμό δε αυτόν, επαναλαμβάνει και δεν προβάλλει όψιμα, όπως ισχυρίζεται το εφεσίβλητο - εναγόμενο, με την έφεσή του, επικαλούμενος διαβεβαιώσεις "από τους εκπροσώπους του αντιδίκου", περί της καταβολής της αμοιβής του, κατά τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, διευκρινίζοντας συγχρόνως, ότι δεν υπήρξε καμία έγγραφη ή προφορική συμφωνία τους περί της αμοιβής του, τέτοιες όμως διαβεβαιώσεις είτε του εναγομένου, είτε της δικαιοπαρόχου του, προς αυτόν, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκαν, ούτε εξάλλου ασκούν ιδιαίτερη έννομη επιρροή στην παρούσα υπόθεση.
Μετά την, κατά τα παραπάνω, άρνηση του εναγομένου να του καταβάλει την αμοιβή του με βάση τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, ο ενάγων άσκησε την ένδικη αγωγή του, επιδιώκοντας ως συνολική αμοιβή του το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό των 66.521,83 ερευνωμένη, στο πλαίσιο της παρούσας δίκης, ένστασή του περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματός του ενάγοντος, να επιδιώξει την αμοιβή του με βάση τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων.
Συγκεκριμένα, το εναγόμενο ισχυρίσθηκε, ότι η δικαιοπάροχός του Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Σερρών είχε αναθέσει στον ενάγοντα " σωρεία υποθέσεων με χρηματικό αντικείμενο " χωρίς ειδική συμφωνία για τον υπολογισμό της αμοιβής του και " πάντοτε ζητούσε τα ελάχιστα νόμιμα όρια αμοιβών με βάση την εκάστοτε ισχύουσα Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης ", όπως στις ενδεικτικά αναφερόμενες στις προτάσεις του ( εναγομένου ) τέσσερεις υποθέσεις που αφορούν αγωγές υπαλλήλων της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Σερρών, εναντίον της, για τις οποίες ζήτησε και έλαβε την αμοιβή του, για σύνταξη υπομνήματος και την παράστασή του, με βάση την εκάστοτε ισχύουσα Κοινή Υπουργική Απόφαση και " σε ορισμένες περιπτώσεις του καταβάλλαμε και πρόσθετη αμοιβή 64 ΕΥΡΩ ανά ώρα για την μελέτη των υποθέσεων, μετά από έγκριση του αριθμού των ωρών από την Νομαρχιακή Επιτροπή " και ότι " Έτσι από την μέχρι τότε συμπεριφορά εύλογα πιστέψαμε ότι και στην ένδικη περίπτωση θα του καταβάλαμε τα ελάχιστα όρια αμοιβών....
βάσει των αμοιβών που καθορίζονται στην Κοινή Υπουργική Απόφαση και όχι του υπέρογκου ποσού που αιτείται ", διαφορετικά δεν θα του ανετίθετο η υπόθεση " διότι με πολύ μικρότερη και πάντως νόμιμη αμοιβή θα μπορούσαμε να την αναθέσουμε σε έτερο δικηγόρο των ιδίων ή και μεγαλύτερων επιστημονικών προσόντων ", όπως κατά λέξη, ισχυρίσθηκε, χωρίς να διευκρινίζει μάλιστα αν αναφέρεται σε εύλογη πεποίθηση της δικαιοπαρόχου του ή του ιδίου ή και των δύο.
Όπως πράγματι αποδείχθηκε, η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Σερρών, εκτός της ένδικης υποθέσεως που αφορά την προαναφερομένη έφεση της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία " ... " και χειρίσθηκε, κατ’ εντολή της ο ενάγων, είχε αναθέσει σ’ αυτόν, με όμοιο τρόπο, χωρίς ειδική συμφωνία για την αμοιβή του, από το τέλος του έτους 2006 μέχρι το έτος 2010, την εκπροσώπησή της και σε άλλες εννέα ( 9 ) συνολικά υποθέσεις, ως εναγομένης, εφεσίβλητης, καθ’ ης η προσφυγή και καθ’ ης η ανακοπή, κατά περίπτωση και συγκεκριμένα, του ανέθεσε την εκπροσώπησή της, στις εναντίον της δίκες που αφορούσαν : 1 ) Τη με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 145/2003 αγωγή ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Σερρών, των υπαλλήλων της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Σερρών Λ.
Φ. κ.λ.π., που αφορούσε ειδική πρόσθετη αμοιβή του ΥΠΕΣΣΔΑ, με αντικείμενο συνολικού ύψους 145.000 ΕΥΡΩ περίπου, που συζητήθηκε στις 11-1-2007 και απορρίφθηκε με την υπ’ αριθμ. 48/2007 οριστική απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Σερρών. 2 ) Τη με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 144/2003 αγωγή ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Σερρών των υπαλλήλων της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Σερρών Μ.
Φ. κ.λ.π., που αφορούσε ειδική πρόσθετη αμοιβή του ΥΠΕΣΣΔΑ, με αντικείμενο συνολικού ύψους 59.000 ΕΥΡΩ περίπου, που συζητήθηκε επίσης, στις 11-1-2007 και απορρίφθηκε με την υπ’ αριθμ. 49/2007 οριστική απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Σερρών. 3 ) Τη με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 146/2003 αγωγή ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Σερρών των υπαλλήλων της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Σερρών Κ.
Π. κ.λ.π., που αφορούσε ειδική πρόσθετη αμοιβή του ΥΠΕΣΣΔΑ, με αντικείμενο συνολικού ύψους 399.000 ΕΥΡΩ περίπου, που συζητήθηκε και αυτή στις 11-7-2007 και απορρίφθηκε με την υπ’ αριθμ. 82/2007 οριστική απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Σερρών. 4 ) Την προσφυγή του Κ. Λ. ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Σερρών "που αφορούσε απαλλοτρίωση" και δικάσθηκε στις 19-4-2007. 5 ) Τη με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 122/2004 αγωγή των υπαλλήλων της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Σερρών Σ.
Δ. κ.λ.π., που αφορούσε την ειδική πρόσθετη αμοιβή του ΥΠΕΣΣΔΑ, ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Σερρών, που δικάσθηκε στις 12-6-2008. 6 ) Τη με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1232/2007 αγωγή των υπαλλήλων της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Σερρών Χ. Π. κ.λ.π., ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σερρών, που αφορούσε την ειδική πρόσθετη αμοιβή του ΥΠΕΣΣΔΑ και δικάσθηκε στις 10-10-2008. 7 ) Την από 6-11-2008 ανακοπή ερημοδικίας της Μ.
Ν., ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δικάσθηκε στις 11-3-2009. 8 ) Την από 28-6-2007 έφεση της "Ε.Τ.Α. Α.Ε." ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που δικάσθηκε στις 23-3-2009 και 9 ) τη με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1246/2009 αγωγή του υπαλλήλου της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Σερρών Μ. Σ., ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σερρών, " που αφορούσε το επίδομα ειδικής παροχής των 176 ΕΥΡΩ του Νόμου 3016/2002 ", με αντικείμενο ύψους 5.728 ΕΥΡΩ, που συζητήθηκε στις 29-10-2010 και έγινε εν μέρει δεκτή με την υπ’ αριθμ. 138/2010 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Σερρών, για το ποσό των 1.400 ΕΥΡΩ.
Για κάθε μία από τις οκτώ ( 8 ) πρώτες, παραπάνω υποθέσεις, τις οποίες χειρίσθηκε στο πλαίσιο των σχετικών εντολών της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Σερρών ο ενάγων δικηγόρος συνέταξε στις 30-6-2010 αντίστοιχο " Πίνακα εξόδων και αμοιβών " στους πίνακες δε αυτούς προσδιόρισε την αμοιβή του, για την παράστασή του, την κατάθεση προτάσεων ή υπομνήματος, τη μελέτη της υποθέσεως και την παροχή νομικών συμβουλών, στα ακόλουθα χρηματικά ποσά :
Για τις με αριθμούς 1, 2 και 3 υποθέσεις το αντικείμενο των οποίων, όπως προαναφέρεται, ανερχόταν στα ποσά 145.000 ΕΥΡΩ, 59.000 ΕΥΡΩ και 399.000 ΕΥΡΩ, περίπου, αντίστοιχα, στα ποσά των 1.888 ΕΥΡΩ, 1.952 ΕΥΡΩ και 1.952 ΕΥΡΩ αντίστοιχα, για τις με αριθμούς 4, 5, 6, 7 και 8 υποθέσεις η αξία του αντικειμένου των οποίων δεν προκύπτει, στα ποσά των 1.568 ΕΥΡΩ, 2.053,50 ΕΥΡΩ, 1.285 ΕΥΡΩ, 2.197 ΕΥΡΩ και 1.621 ΕΥΡΩ, αντίστοιχα, για δε την τελευταία και με αριθμό 9 υπόθεση το αντικείμενο της οποίας ανερχόταν στο ποσό των 5.728 ΕΥΡΩ, συνέταξε τον από 23-11-2010 " Πίνακα εξόδων και αμοιβών " ποσού 2.389 ΕΥΡΩ, για την παράστασή του, την κατάθεση προτάσεων, τη μελέτη της υποθέσεως και την παροχή νομικών συμβουλών.
Σε όλους τους προαναφερομένους προσκομιζόμενους πίνακες αναφέρεται ότι η αμοιβή του ενάγοντος προσδιορίσθηκε, με βάση τα ελάχιστα όρια των αμοιβών που προβλέπονται στην υπ’ αριθμ. 1117864/2297/0012 7-12-2007 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας - Οικονομικών και Δικαιοσύνης. Τους πίνακες αυτούς για τις προαναφερόμενες αμοιβές του, που συνέταξε, όπως προαναφέρεται τους μεν οκτώ ( 8 ) πρώτους, στις 30-6-2010 και τον ένατο ( 9 ) στις 23-11-2010, υπέβαλε ο ενάγων προς πληρωμή τους, στον εντολέα του, το έτος 2010, όπως αναφέρεται στο με αριθμό πρωτοκόλλου 28452/4485/18-11-2011 έγγραφο της Διευθύνσεως Διοικητικού Οικονομικού ( Τμήμα Λογιστικής Διαχειρίσεως ) του εναγομένου, προς τη Νομική του Υπηρεσία, σε χρόνο που δεν προκύπτει συγκεκριμένα, πάντως, κατά λογική αναγκαιότητα, όχι προγενέστερο της συντάξεώς τους, δηλαδή της 30-6-2010 και 23-11-2010, αντίστοιχα.
Μόνο όμως το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή ο ενάγων δικηγόρος για τις προαναφερόμενες εννέα ( 9 ) υποθέσεις, για τις οποίες, όπως και την ένδικη, δεν υπήρξε ειδική συμφωνία του με την Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Σερρών για την αμοιβή του, αξίωσε αμοιβή το έτος 2010, για όλες, με βάση τις διατάξεις της προαναφερομένης Κ.Υ.Α.
και όχι του Κώδικα περί Δικηγόρων, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματός του να επιδιώξει το έτος 2011, με βάση τα ελάχιστα όρια του εν λόγω Κώδικα την αμοιβή του για την ένδικη παραπάνω υπόθεση, που αφορά την ανωτέρω έφεση της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία " ... ", καθόσον ειδικότερα, μόνο το γεγονός αυτό, δεν αποτελεί μακροχρόνια συμπεριφορά του ενάγοντος, η οποία θα μπορούσε να δημιουργήσει στον εντολέα του ( Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Σερρών ) ή το εναγόμενο, που αποτελούν Ν.Π.Δ.Δ.
με οργανωμένη νομική υπηρεσία, την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα επιδιώξει την αμοιβή του, για την ένδικη υπόθεση, με βάση τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων, έτσι ώστε η επιδίωξη της αμοιβής αυτής με την αγωγή του, να συνεπάγεται την ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο και την πρόβλεψη απρόκλητης και αδικαιολόγητης οικονομικής ζημίας στον υπόχρεο και συνακόλουθα να μην δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, αφού μάλιστα, κατά τον χρόνο αναθέσεως της ένδικης υποθέσεως σ’ αυτόν ( 17-5-2010 ), ο ενάγων δεν είχε καν επιδιώξει την αμοιβή του για τις προαναφερόμενες εννέα ( 9 ) υποθέσεις που ήδη είχε χειρισθεί και μάλιστα, για τον χειρισμό της ίδιας ένδικης υποθέσεως στον πρώτο βαθμό της δίκης, η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Σερρών είχε ήδη ( στις 23-9-2008 ) καταβάλλει αμοιβή στον επίσης δικηγόρο Σερρών Ι.
Μ., με βάση τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων. Άλλωστε, με τον ισχυρισμό του εναγομένου, περί της δημιουργίας της εύλογης πεποιθήσεως, ότι ο ενάγων θα επιδιώξει αμοιβή, για την ένδικη υπόθεση, με βάση την ισχύουσα Κ.Υ.Α. και όχι με βάση τις διατάξεις των άρθρων του Κώδικα περί Δικηγόρων και ότι για το λόγο αυτόν η δικαιοπάροχός του ανέθεσε την υπόθεση αυτή στον ίδιο και όχι σε άλλο δικηγόρο, δεν επιχείρησε καν να συμπορευθεί η μάρτυράς του Β.
Α., υπάλληλος του Τμήματος Εμπορίου και Τουρισμού αυτού, η οποία εξετάσθηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και η οποία στην κατάθεσή της δεν αναφέρθηκε καθόλου σε τέτοια εύλογη πεποίθηση της δικαιοπαρόχου του εναγομένου ή του ιδίου, ούτε εξάλλου σε καμία προηγηθείσα συμπεριφορά του ενάγοντος ή ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και συγκεκριμένα, το περιεχόμενο της καταθέσεώς της, είναι μόνο, κατά λέξη, το εξής : " Εξαρχής είχε έρθει μία αγωγή και είχε ανατεθεί σε ένα δικηγόρο.
Μετά ήρθε και η έφεση και ήρθε ο ενάγων - δικηγόρος για να λάβει γνώση και να πάρει τον φάκελο γιατί του είχε ανατεθεί η υπόθεση. Δεν γράφτηκε κάτι για την αμοιβή του. Του έδωσα την αγωγή, την έφεση και τους προσθέτους λόγους. Πρωτόδικα την υπόθεση την είχε πάρει ο κ. Μ. Η αμοιβή ήταν μεγάλη. Υποθέτω ότι πληρώθηκε σύμφωνα με τον Κώδικα.
Ο ενάγων δεν γνωρίζω αν πληρώθηκε άλλη φορά. Η έφεση απορρίφθηκε ". Ενόψει όσων προεκτίθενται, αφού, πέραν του προαναφερομένου γεγονότος, ότι δηλαδή ο ενάγων ζήτησε το έτος 2010, αμοιβή για όλες τις παραπάνω εννέα ( 9 ) υποθέσεις, που χειρίσθηκε, με βάση την ισχύουσα Κ.Υ.Α., δεν αποδείχθηκε η συνδρομή ειδικών συνθηκών και περιστάσεων, προερχομένων από προηγηθείσα συμπεριφορά αυτού, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου εντολέα του ή η ύπαρξη πραγματικής καταστάσεως που διαμορφώθηκε και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, συνδεομένης επίσης αιτιωδώς με προηγηθείσα συμπεριφορά του ενάγοντος, που δημιούργησαν στον εντολέα του, ή στο διάδοχό του, εναγόμενο, την εύλογη πεποίθηση ότι και για την ένδικη υπόθεση αυτός θα επιδιώξει αμοιβή με βάση την Κ.Υ.Α., η επιδίωξη με την ένδικη αγωγή του, της αμοιβής του, με βάση τα ελάχιστα προβλεπόμενα στον Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν.Δ/μα 3026/1954) όρια αμοιβών, δεν είναι μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη και συνακόλουθα, η σχετική ένσταση του εναγομένου είναι αβάσιμη και απορριπτέα.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε αντίθετα βάσιμη την εν λόγω ένσταση και κατά παραδοχή της, κρίνοντας ότι ο ενάγων δικαιούται αμοιβής με βάση την υπ’ αριθμ. 1117864/2297Α0012 7-12-2007 Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας - Οικονομικών και Δικαιοσύνης, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του, επιδικάζοντας σ’ αυτόν το χρηματικό ποσό των 4.355,43 ΕΥΡΩ, έσφαλε, όπως βάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων με τη με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 14/2-2-2012 έφεσή του.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση αυτή, ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, κατά το προσβαλλόμενο, με την έφεση αυτή, κεφάλαιό της, που αφορά την ένσταση του εναγομένου περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος και αφού κρατηθεί και δικασθεί κατ’ ουσίαν η υπόθεση, κατά το μέρος αυτό, από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), να απορριφθεί, σύμφωνα με όσα προαναφέρονται, ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, η εν λόγω ένσταση του εναγομένου.
Το τελευταίο, με τις προτάσεις που κατέθεσε, ως εφεσίβλητο, επί της εφέσεως του ενάγοντος, επαναφέρει την ένσταση που πρότεινε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, περί μειώσεως της αμοιβής του κατά το άρθρο 102 του Κώδικα περί Δικηγόρων, διότι όπως ισχυρίζεται το αίτημα της αγωγής της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία " ... " είναι " προφανώς εξογκωμένο και αυτό θα μπορούσε να γίνει αντιληπτό από τον ενάγοντα - δικηγόρο, ως εκ τούτου το ελάχιστο όριο αμοιβής υπολογίζεται επί τη βάσει του ποσού, το οποίο έπρεπε να ζητηθεί με την αγωγή εάν ο δικηγόρος εξακρίβωνε επιμελέστερα τα πράγματα ".
Η ένσταση αυτή, η οποία όπως έχει ήδη λεχθεί απορρίφθηκε πρωτοδίκως ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν και επαναφέρεται νόμιμα με τις προτάσεις του εναγομένου, ως εφεσίβλητου, στο παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ( Α.Π. 12/2009 ) πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, καθόσον κατά τα αναφερόμενα σχετικά στη νομική σκέψη της παρούσας, η γνώση της διογκώσεως του αγωγικού αιτήματος από το δικηγόρο του εναγομένου, όπως είναι εν προκειμένω ο ενάγων δικηγόρος, σε σχέση με την εναντίον της εντολέως της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως Σερρών, αγωγής της ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία " ... ", είναι αδιάφορα για τον υπολογισμό της αμοιβής του.
Ειδικότερα, κατά τα προεκτιθέμενα σχετικά, μόνον στην περίπτωση που τυχόν συνέτρεχαν οι κατά το άρθρο 102 του Κώδικα περί Δικηγόρων, προϋποθέσεις μειώσεως της αμοιβής του δικηγόρου της παραπάνω ενάγουσας εταιρείας, στο πρόσωπο του οποίου και όχι στο πρόσωπο του ενάγοντος, όπως επικαλείται το εναγόμενο, πρέπει να αναφέρονται και να συντρέχουν τα πραγματικά της επιβαλλομένης, για τη διαπίστωση του προφανώς εξογκωμένου αιτήματος της αγωγής, επιμέλειας, ο υπολογισμός της αμοιβής και του ενάγοντος, ως δικηγόρου του εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ., με την επωνυμία " Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Σερρών ", θα γινόταν αυτοδικαίως, ανεξάρτητα δηλαδή, από το εάν και αυτός γνώριζε ή μπορούσε να αντιληφθεί την πραγματική αξία του αντικειμένου της αγωγής και τη διόγκωσή της με το αγωγικό δικόγραφο, με βάση το ποσό που έπρεπε να ζητηθεί με την αγωγή της εταιρείας " ... ", το οποίο μάλιστα σημειώνεται, ότι δεν προσδιορίζει καν τον εναγόμενο.
Με βάση όσα προεκτίθενται, μετά την απόρριψη των ενστάσεων του εναγομένου, πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή, ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα δικηγόρο το προαναφερόμενο χρηματικό ποσό των 66.521,83 ΕΥΡΩ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής του μέχρι την ολοσχερή του εξόφληση.
Κατόπιν αυτών, μετά δηλαδή την παραδοχή της με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 14/2-2-2012 εφέσεως του ενάγοντος δικηγόρου, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, την διακράτηση και εκδίκαση της αγωγής από το παρόν Δικαστήριο, την απόρριψη των ενστάσεων του εναγομένου περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος και της μειώσεως της αμοιβής του κατά το άρθρο 102 του Κώδικα περί Δικηγόρων και την παραδοχή της αγωγής του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν η με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 49/27-3-2012 έφεση του εναγομένου, με την οποίαν, όπως ήδη έχει λεχθεί, προσβάλλεται η εκκαλουμένη απόφαση μόνον κατά το μέρος της, κατά το οποίο, μετά την παραδοχή της ενστάσεώς του περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος, επιδίκασε στο τέλος αμοιβή για τη μελέτη της ένδικης υποθέσεως, αφού κατά τα παραπάνω η ένσταση αυτή κρίθηκε απορριπτέα, κατά παραδοχή της εφέσεως του ενάγοντος και συνεπώς δεν συντρέχει εν προκειμένω η από το άρθρο 536 του Κ.Πολ.Δ.
απαγόρευση της χειροτερεύσεως της θέσεως του εναγομένου ως εκκαλούντος. Τα δικαστικά έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας της δίκης πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων και για τις δύο ένδικες εφέσεις, κατά το άρθρο 179 του Κ.Πολ.Δ. λόγω της δυσχερούς ερμηνείας των κανόνων που εφαρμόσθηκαν ".
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίον περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν αυτός δεν παραβιάσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα, έννοια διαφορετική από την αληθινή ( Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006, Ολ. Α.Π. 36/1988, Α.Π. 1632/2013 ). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών γεγονότων, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (Α.Π. 625/2008, Α.Π. 38/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγω παραβιάσεως των ουσιαστικών κανόνων δικαίου της διατάξεως του άρθρου 281 του Α.Κ., καθώς και αυτής του άρθρου 102 του Κώδικα περί Δικηγόρων. Συγκεκριμένα ως προς τον λόγο αυτόν το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. στο αναιρετήριο αναφέρει ότι το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλομένη απόφασή του εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις με το να απορρίψει : 1 ) ως ουσιαστικά αβάσιμη την περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματός της, ένσταση αυτού, όπως τα πραγματικά περιστατικά που την συγκροτούσαν εκτίθενται στην προαναφερομένη προσβαλλομένη απόφαση και 2 ) ως νομικά αβάσιμη την, περί μειώσεως της αμοιβής του ενάγοντος δικηγόρου, ένστασή του. Πράγματι, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του και σύμφωνα με τις λεπτομερώς αναφερόμενες, στην ίδια, παραδοχές της, απέρριψε, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, τις παραπάνω ενστάσεις του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. και που αποτελούν τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεώς του.
Συνεπώς, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με το να δεχθεί τα ανωτέρω και να απορρίψει τις παραπάνω ενστάσεις και κατά τις πιο πάνω διακρίσεις, ορθά έκρινε και για το λόγο αυτόν ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως που αφορά τις πλημμέλειες του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. με τον οποίον το αναιρεσείον τα αντίθετα υποστηρίζει, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος της διατάξεως του αριθμού 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον Κ.Πολ.Δ., κατά κανόνα, ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτιμήσεως των αποδείξεων ( άρθρο 340 του Κ.Πολ.Δ. ) και εξαιρετικά μόνον προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία ( άρθρο 352 του ιδίου ως άνω Κώδικα ) και η αποδεικτική δύναμη ιδιωτικών εγγράφων (άρθρο 445 του Κ.Πολ.Δ.).
Για τα αποδεικτικά μέσα που, κατά το νόμο, είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ’ άρθρο 340 θα εκτιμηθούν " ελεύθερα ". Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται μόνον αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά το νόμο και όχι αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα ( Α.Π. 859/2013, Α.Π. 87/2013, Α.Π. 1182/2012 ).
Επίσης, κατά το άρθρο 445 του Κ.Πολ.Δ. " έγγραφα ιδιωτικά συντεταγμένα σύμφωνα με τους νομίμους τύπους, εφόσον η γνησιότητά τους αναγνωρίσθηκε ή αποδείχθηκε, αποτελούν πλήρη απόδειξη, ότι η δήλωση που περιέχουν προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη ". Από τις διατάξεις του άρθρου αυτού συνάγεται ότι τα ιδιωτικά έγγραφα, των οποίων η γνησιότητα αναγνωρίσθηκε, ή αμφισβητηθείσα, αποδείχθηκε ( άρθρο 457 παρ. 2 και 3 του Κ.Πολ.Δ. ), αποτελούν πλήρη απόδειξη, ότι η δήλωση που περιέχεται σ’ αυτά προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη και επομένως ο νόμος δεν προσδίδει στα ιδιωτικά αυτά έγγραφα αυξημένη, έναντι των λοιπών, αποδεικτική δύναμη, αλλά αυτά συνεκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 451/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια και συγκεκριμένα αποδίδεται η πλημμέλεια ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα, με το να μην λάβει υπόψη του τα έγγραφα, που αναφέρονται στο αναιρετήριο και που αφορούν την ουσιαστική βασιμότητα της προαναφερομένης ενστάσεώς του περί της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος.
Όμως, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, για να αχθεί στο εκτιθέμενο, σ’ αυτήν, αποτέλεσμα, έλαβε υπόψη του όλα τα λεπτομερώς αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι κατά την προκειμένη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και ειδικότερα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 671 του Κ.Πολ.Δ.
το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους ορισμούς του νόμου.
Συνεπώς, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης που, με την προσβαλλομένη απόφασή του, έλαβε υπόψη του τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα, από το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., ιδιωτικά έγγραφα, ορθά έπραξε και για τον λόγο αυτόν ο δεύτερος από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικός λόγος, με τον οποίον το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Τέλος, κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται όταν ο λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογίας) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους {(αντιφατική αιτιολογία (Ολ.
Α.Π. 1/1999)}. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες ( Α.Π. 622/1983 ). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Α.Π. 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες ( Ολ. Α.Π. 861/1984 ). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε ( Α.Π. 1547/1997 ).
Αν η ασάφεια, ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλομένης αποφάσεως αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων ή την εκτίμηση εγγράφου ή παράβαση των δικονομικών διατάξεων, ο σχετικός λόγος απορρίπτεται, ως απαράδεκτος. Εξάλλου, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνωμένης διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα, αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων. Στην προκειμένη περίπτωση και σε σχέση με τις προαναφερόμενες ενστάσεις του αναιρεσείοντος, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ένδικης αγωγής και περί της μειώσεως της αμοιβής του ενάγοντος δικηγόρου, που προβλήθηκαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., καθώς και σε σχέση με την ουσιαστική παραδοχή της αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης και κατά την ανέλεγκτη, περί των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα όλα τα πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται λεπτομερώς, προς αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων, από τον 4ο στίχο της 11ης σελίδας μέχρι τον 14ο στίχο της 21ης σελίδας της παρούσας αποφάσεως.
Συνεπώς, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης το οποίο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε τις προαναφερόμενες ενστάσεις του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες και κατά τις λεπτομερώς αναφερόμενες, σ’ αυτήν, διακρίσεις, ορθά έπραξε και για τον λόγο αυτόν ο τρίτος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικός λόγος, με τον οποίον το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αναίρεση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ., λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου ( άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ., καθώς και άρθρο 22 του Νόμου 3693/1957 ), όπως καθορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25 Ιουνίου 2014 αίτηση του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ-ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΕΡΡΩΝ, που εδρεύει η μεν Π.Κ.Μ. στην Θεσσαλονίκη, οδός ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΡΧΗ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, η δε ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΕΡΡΩΝ, που εδρεύει στις Σέρρες, οδός ... και εκπροσωπείται νόμιμα από τον ΑΝΤΙΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΡΧΗ ΣΕΡΡΩΝ, ως καθολικού διαδόχου, κατά το άρθρο 283 παρ. 2 του Νόμου 3852/2010 ( Φ.Ε.Κ. Ά 87/7-6-2010 ) του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, με την επωνυμία " ΝΟΜΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΣΕΡΡΩΝ ", κατά του Φ. Β. του Δ., Δικηγόρου του Πρωτοδικείου Σερρών, κατοίκου ... για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 451/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία καθορίζει στο χρηματικό ποσό των τριακοσίων (300 ) ΕΥΡΩ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ