1379/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1379/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΙΙ. Κατά το άρθρο 1895 του ΑΚ, που εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 88 του ν.1329/1983, όπως είχε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 28 του εν λόγω νόμου, αφού οι συνεισενεκτέες παροχές για τις οποίες πρόκειται δόθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού: "οι κατιόντες, κληρονομούντες εξ αδιαθέτου, υποχρεούνται κατά την διανομήν της κληρονομίας να συνεισφέρωσι προς αλλήλους: 1.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1379 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1379/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:
Α) Της αναιρεσείουσας: Ε. συζ. Σ. Β., το γένος 1, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χρόνη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Ν. Α. και 2) Ε. συζ. Ε. Σ., το γένος Ν. Α., κατοίκων ... . Ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παραμυθιώτη και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Μανδρακούκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Β) Της αναιρεσείουσας: Μ. συζ. Ι. Κ., το γένος Ν. Α., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Βλαμάκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Α. του Ν., κατοίκων ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παραμυθιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/11/2006 αγωγή του Α. Α. του Ν., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7446/2008 μη οριστική, 4038/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1848/2013 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/9/2013 αίτησή της και η αναιρεσείουσα με την από 23/9/2013 αίτησή τους και τους από 13/2/2014 προσθέτους λόγους αντίστοιχα.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε τις από 10/3/2014 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος της.
Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματα τους, καθένας δεν την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 1997). Επομένως, πρέπει να διαταχθεί η ένωση και συνεκδίκαση των κρινομένων από 24-9-2013 και από 23-9-2013 αιτήσεων αναίρεσης και του από 13-2-2014 πρόσθετου λόγου της, εφόσον στρέφονται κατά του ίδιου αναιρεσιβλήτου και ζητείται η αναίρεση της ίδιας απόφασης, ήτοι της 1848/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, για προβαλλόμενους, μάλιστα, λόγους αναίρεσης, που μερικοί εξ αυτών είναι ταυτόσημοι, διευκολύνεται δε, έτσι, η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 1895 του ΑΚ, που εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 88 του ν.1329/1983, όπως είχε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 28 του εν λόγω νόμου, αφού οι συνεισενεκτέες παροχές για τις οποίες πρόκειται δόθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού: "οι κατιόντες, κληρονομούντες εξ αδιαθέτου, υποχρεούνται κατά την διανομήν της κληρονομίας να συνεισφέρωσι προς αλλήλους: 1.
Πάσαν παροχήν γενομένην προς αυτούς δια πράξεως εν ζωή υπό του κληρονομουμένου είτε δια συστάσεως προικός, είτε προς αποκατάστασιν ιδίου αυτών οίκου, είτε προς έναρξιν ή εξακολούθησιν επαγγέλματος εκτός αν ο κληρονομούμενος κατά την παροχήν ώρισεν άλλως. 2. Πάσαν δαπάνην γενομένην προς επαγγελματική μόρφωσιν του κατιόντος, εφόσον η δαπάνη αυτή υπερέβη το ανάλογον προς την περιουσιακήν κατάστασιν του κληρονομουμένου μέτρον, εκτός αν ούτος κατά την παροχήν ώρισεν άλλως. 3.
πάσαν προς αυτούς δωρεάν, εφόσον ο κληρονομούμενος διέταξε τη συνεισφορά ή τον καταλογισμόν αυτής εις την κληρονομική αυτών μερίδα". Περαιτέρω, κατ' άρθρο 1899 εδ. β' ΑΚ για τον προσδιορισμό της αξίας της παροχής, για την οποία υπάρχει υποχρέωση συνεισφοράς στην κληρονομία, λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος που έγινε η παροχή.
Έτσι, η αξία της προίκας που δόθηκε προς τον κατιόντα κληρονόμο και που ήταν συνεισενεκτέα κατά το ως άνω άρθρο 1895 ΑΚ, (όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί από το ν. 1223/1983), θα υπολογισθεί στο χρόνο της σύστασής της. Εάν όμως έκτοτε μέχρι το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου μεσολάβησε νομισματική έκπτωση, υποτίμηση ή σοβαρή διακύμανση πρέπει, κατά την καθιερούμενη από το άρθρο 288 ΑΚ αρχή της καλής πίστης, που διέπει οποιαδήποτε ενοχή και την άσκηση των απ' αυτήν πηγαζόντων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, η αξία του χρόνου της παροχής να υπολογιστεί σε δραχμές της αυτής όμως πραγματικής αξίας την οποία αυτές είχαν κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου.
Η αξία, δηλαδή, του χρόνου της παροχής θα αναχθεί, με βάση την ως άνω αρχή του άρθρου 288 ΑΚ, στο ισάξιο της κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, αφού ληφθεί υπόψη η αγοραστική αξία της χρυσής λίρας κατά το χρόνο της παροχής και ακολούθως του θανάτου του κληρονομουμένου και η μεταξύ τους σύγκριση, αλλά και η αύξηση στο μεταξύ του τιμαρίθμου, όχι δε και η αξία του αντικειμένου της παροχής κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, αφού ο νόμος θέλησε να ληφθεί υπόψη μόνον η αξία κατά το χρόνο της παροχής (ΑΠ 1615/2010).
Τα στοιχεία αυτά (τιμή χρυσής λίρας και τιμάριθμος) δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνει αναλυτικά στον ισχυρισμό του ο διάδικος, ο οποίος ζητεί την αναγωγή της αξίας παροχής που έγινε από τον κληρονομούμενο, από αυτά του χρόνου που έγινε στην αξία του χρόνου θανάτου του κληρονομουμένου, διότι αυτά θα προκύψουν από τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι θα επικαλεστούν και προσκομίσουν, ενώ το δικαστήριο μπορεί να προσφύγει και στα διδάγματα της κοινής πείρας για την ανάλυση σχετικών αποδείξεων.
Είναι δε τα διδάγματα της κοινής πείρας γενικές αρχές, που συνάγονται υπαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν χρειάζεται να γίνει επίκληση και απόδειξή των αλλά εφαρμόζονται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο.
Έτσι, με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας την αναγωγή της αξίας της παροχής, που έγινε από τον κληρονομούμενο από το χρόνο της παροχής στο χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, μπορεί να ληφθεί υπόψη η αγοραστική αξία της χρυσής λίρας κατά το χρόνο της παροχής και ακολούθως κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου και η μεταξύ τους σύγκριση καθώς και η χωρήσασα στο μεταξύ μεταβολή (αύξηση) του τιμαρίθμου, τα στοιχεία δε αυτά δεν είναι αναγκαίο να εκτίθενται στην αγωγή (ΑΠ 1233/2009).
Επομένως, ο πρώτος λόγος της από 23-9-2013 αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα Μ. συζ. Ι. Κ., το γένος Ν. Α., προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β και 14 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, γιατί το Εφετείο παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη την ένσταση αοριστίας της αγωγής την οποία είχε προβάλει πρωτοδίκως και είχε επαναφέρει νόμιμα με τις προτάσεις της ενώπιόν του, ότι δεν αναφέρονται σ' αυτή - αγωγή- "τα ειδικότερα στοιχεία του τιμαρίθμου", δηλαδή "τα καθ' έκαστον είδη βιοτικής ανάγκης, ώστε να προκύπτει η σύγκριση αυτών με την αξία της δραχμής κατά τους κρίσιμους χρόνους, κατά τη διάρκεια των οποίων επήλθε η υποτίμηση" και δεν κήρυξε την αγωγή απαράδεκτη λόγω αοριστίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα εξής: "Στις 18 Μαρτίου 1989 απεβίωσε στην Αθήνα αδιάθετος ο πατέρας των διαδίκων Ν. Α., ο οποίος κατά το χρόνο του θανάτου του άφησε μοναδικούς κληρονόμους του τη σύζυγό του Μ. κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου και τα τέκνα του τους διαδίκους κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου τον καθένα, του οποίου την κληρονομία αποδέχθηκαν νόμιμα.
Ο ανωτέρω κληρονομούμενος κατά το χρόνο του θανάτου του είχε στην κυριότητά του τα κάτωθι ακίνητα ... Επομένως, η συνολική αξία της πραγματικής κληρονομιαίας περιουσίας κατά το χρόνο του θανάτου (18.3.1989) του Ν. Α. ανερχόταν σε ... 703.257.638 δραχμές. Ο πατέρας των διαδίκων το έτος 1965 με το υπ' αριθμ. .../1965 προικοσύμφωνο του συμβολαιογράφου Χαλανδρίου Δημητρίου Καζάζη που μεταγράφηκε νόμιμα μεταβίβασε λόγω προίκας στην πρώτη εναγομένη (και ήδη αναιρεσείουσα) Ε.
Β. ... Έτσι, συνολική αξία των ανωτέρω ακινήτων κατά το χρόνο σύστασης της προίκας ανερχόταν σε 2.138.000 δραχμές, ήτοι ... Επίσης, το έτος 1966 ο κληρονομούμενος μεταβίβασε λόγω προίκας με το υπ' αριθμ. .../1966 προικοσύμφωνο του ιδίου συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα, στη δεύτερη εναγόμενη (και ήδη αναιρεσείουσα) Μαρία Κανελλοπούλου ...
Έτσι, η συνολική αξία των ανωτέρω ακινήτων κατά το χρόνο σύστασης της προίκας ανερχόταν σε 2.167.750 δραχμές ... Το έτος δε 1973 μεταβίβασε ο κληρονομούμενος λόγω προίκας στην Τρίτη εναγόμενη (και ήδη αναιρεσίβλητη) Ε. Σ., με το υπ' αριθμ. .../1973 προικοσύμφωνο του ίδιου συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε νόμιμα ... Έτσι, η συνολική αξία των ανωτέρω ακινήτων κατά το χρόνο σύστασης της προίκας ανερχόταν σε 4.574.017 δραχμές ...
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο κληρονομούμενος το έτος 1966 συνέστησε με τον ενάγοντα (και ήδη αναιρεσίβλητο Α. Α.) την ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Ν. Α. και Υιός". Από το από 15-05-1966 συμφωνητικό συστάσεως της εν λόγω εταιρείας προκύπτει ότι το κεφάλαιο της εταιρείας ανερχόταν σε 150.000 δραχμές, ήτοι 60.000 δραχμές σε μετρητά εισφορά των συνεταίρων και 45.000 δραχμές αξία μηχανημάτων και 45.000 δραχμές αποτίμηση μελλοντικής εργασίας του ενάγοντος, ο δε ενάγων είχε ποσοστό συμμετοχής στην εν λόγω εταιρεία 50% και - όπως συνομολογεί με τις προτάσεις του - ο κληρονομούμενος πατέρας του εισέφερε το ποσό των 30.000 δραχμών για την ως άνω συμμετοχή του κατά τη σύσταση της εταιρείας, καθόσον αυτός τότε δεν διέθετε καθόλου χρήματα.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός και ως ουσιαστικά βάσιμος ο ισχυρισμός των εναγομένων, τον οποίον προτείνουν προς κατάλυση της αγωγής και απόκρουση της εφέσεως, περί συνεισφοράς στην κληρονομία της εν λόγω παροχής που έλαβε ο ενάγων από τον κληρονομούμενο πατέρα του για την έναρξη του επαγγέλματός του ... .
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1895 Α.Κ., όπως αυτό ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το ν. 1329/1983, οι προίκες που συνέστησε ο κληρονομούμενος Ν. Α. προς τις εναγόμενες κόρες του και η παροχή προς τον ενάγοντα του ποσού των 30.000 δραχμών για τη συμμετοχή του στην ως άνω ομόρρυθμη εταιρεία που αποτελούσε έναρξη της επαγγελματικής του δραστηριότητας αποτελούν συνεισενεκτέες παροχές.
Η αξία της κληρονομιαίας περιουσίας κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, όπως προαναφέρθηκε, ανερχόταν σε 703.257.638 δραχμές. Από το ποσό αυτό πρέπει να αφαιρεθεί η εξ αδιαθέτου μερίδα της συζύγου του κληρονομουμένου Μ. Α., ήτοι τα 4/16 εξ αδιαιρέτου, καθόσον αυτή δεν συμμετέχει στη συνεισφορά, δηλαδή θα αφαιρεθεί το ποσό των 175.814.409 δραχμών.
Στο υπόλοιπο ποσό των 527.443.229 δραχμών προστίθενται οι παροχές του κληρονομουμένου προς τις κόρες του και τον ενάγοντα. Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, η αξία των παροχών του κληρονομουμένου προς την πρώτη εναγόμενη Ε. Β. κατά το χρόνο συστάσεως της προίκας ανερχόταν σε 2.138.000 δραχμές. Η αξία σε δραχμές της χρυσής λίρας Αγγλίας το Σεπτέμβριο του έτους 1965 που συστάθηκε η παραπάνω προίκα ανερχόταν σε 315,89 δραχμές και επομένως η αξία της ως άνω προίκας κατά το χρόνο της συστάσεώς της αντιστοιχούσε σε 6.768 λίρες ήτοι (2.138.000 δραχμές: 315,89 δραχμ.).
Η αξία της χρυσής λίρας Αγγλίας το Μάρτιο του 1989 που απεβίωσε ο κληρονομούμενος ανερχόταν σε 14.611 και με δεδομένο ότι κατά το χρονικό διάστημα από το Σεπτέμβριο του έτους 1965 έως το Μάρτιο του 1989, υπήρξε υποτίμηση της αξίας της δραχμής, ο δε γενικός δείκτης τιμών καταναλωτή αυξήθηκε κατά 1842%, η αξία της χρυσής λίρας αυξήθηκε κατά 46,25 φορές, ήτοι (14.611:315,89), ο δε τιμάριθμος αυξήθηκε κατά 18,42 φορές.
Συνεπώς η αγοραστική αξία της χρυσής λίρας κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου είχε αυξηθεί κατά 2,5 φορές (46,25:18,42). Επομένως η αξία των συνεισενεκτέων παροχών σε χρυσές λίρες Αγγλίας κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου ανερχόταν σε 16.920 χρυσές λίρες Αγγλίας (ήτοι 6768 X 2,5) και 247.218.120 δραχμές με βάση την τότε ισοτιμία χρυσής λίρας δραχμής, σύμφωνα με την οποία μια χρυσή λίρα Αγγλίας αντιστοιχούσε σε 14.611 δραχμές ήτοι (16.920 λίρες Χ 14.611 δραχμές)".
Ακολούθως, - το Εφετείο - με αντίστοιχους υπολογισμούς προσδιόρισε την αξία κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου (Μάρτιος 1989) σε δραχμές και των άλλων συνεισενεκτέων παροχών, ήτοι της προίκας της δεύτερης εναγομένης, ενόψει των παραδοχών του περί αύξησης του τιμαρίθμου κατά 17,57 φορές και αύξησης της τιμής της χρυσής λίρας κατά 46, 25 φορές, σε χρυσές λίρες Αγγλίας (46,25:17,57=2,65x6.932=) 18.369 και σε δραχμές (18.369x14.611=) 268.389.459, της προίκας της τρίτης εναγομένης, ενόψει των παραδοχών του περί αύξησης του τιμαρίθμου κατά 12,48 φορές και της τιμής της χρυσής λίρας κατά 15,58 φορές, σε χρυσές λίρες Αγγλίας (15,58:12,48= 1,247x4878=) 6082 και σε δραχμές (6082x14611=) 88.864.102, και της εισφοράς 30.000 δραχμών του κληρονομούμενου στην ομόρρυθμη εταιρία για λογαριασμό του ενάγοντος, ενόψει των παραδοχών του περί αύξησης του τιμαρίθμου κατά 17,57 φορές και της τιμής της χρυσής λίρας κατά 46,72 φορές, σε χρυσές λίρες Αγγλίας (46,72:17,57=2,65χ96=) 254 και σε δραχμές (254x14611=) 3.717.038.
Δέχτηκε δε στη συνέχεια - ενόψει των διατάξεων των άρθρων 1895 και 1899 ΑΚ -, ότι για τον προσδιορισμό της εξ αδιαθέτου μερίδας καθενός των τέκνων του κληρονομουμένου (διαδίκων) υπόκεινται σε συνεισφορά τα ως άνω ποσά των παροχών του κληρονομουμένου προς αυτά και ότι, έτσι, η αξία της πλασματικής κληρονομίας ανέρχεται στο ποσό των (527.443.229+247.218.120+268.389.459+88.864.102+ 3.717. 038=) 1.135.634.948 δραχμών και η εξ αδιαθέτου μερίδα καθενός από τα τέκνα του σε (1.135.631.948:4=) 283.907.987 δραχμές.
Στο ποσό αυτό καταλογίζεται η συνεισυνεκτέα παροχή που έλαβε από τον κληρονομούμενο πατέρα του καθένα από τα τέκνα του και, έτσι, το εξ αδιαθέτου κληρονομικό μερίδιο στην πραγματική κληρονομία του κληρονομουμένου ανέρχεται, εν τέλει, για την πρώτη εναγομένη σε (283.807.987-247.218.120=) 36.689.867 δραχμές που αντιστοιχεί στο κλάσμα 36.689.867/527.443.229, ήτοι σε 0,069561736 της κληρονομιαίας περιουσίας, για τη δεύτερη εναγομένη σε (283.907.987-268.389.459=) 15.518.528 δραχμές που αντιστοιχεί στο κλάσμα 15.518.528/527.443.229, ήτοι σε 0,029422176 της κληρονομιαίας περιουσίας, για την τρίτη εναγομένη σε (283.907.987-88.864.102=) 195.043.885 δραχμές που αντιστοιχεί στο κλάσμα 195.043.885/527.443.229, ήτοι σε 0,369.791.238 της κληρονομιαία περιουσίας, και για τον ενάγοντα σε (283.907.987-3.717.038=) 280.190.949 δραχμές που αντιστοιχεί στο κλάσμα 280.190.949/527.443.229, ήτοι σε 0,531.224.847 της κληρονομιαίας περιουσίας.
Με βάση δε τις παραδοχές αυτές - το Εφετείο - κατέληξε στην κρίση ότι είναι βάσιμη εν μέρει και κατ' ουσίαν η ένδικη - από 2.11.2006 - αναγνωριστική αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου ενάγοντος Α. Α. του Ν. τόσο όσον αφορά την υποχρέωση συνεισφοράς των εναγομένων, ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμων του κληρονομούμενου πατέρα τους Ν.
Α., όσο και όσον αφορά το εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα των διαδίκων (ενάγοντος και εναγομένων) στην πραγματική κληρονομία του κληρονομουμένου, ως άνω, και, αφού δέχτηκε ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την έφεση αυτού - ήδη αναιρεσιβλήτου ενάγοντος - κατά της εκκαλούμενης απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει αντίθετη κρίση, δέχτηκε, εν τέλει, εν μέρει, ως άνω, την ένδικη αγωγή του.
Με βάση, όμως, εκείνα που δέχτηκε και, έτσι, που έκρινε, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου της προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1895 ΑΚ, όπως είχε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 28 του ν.1329/1983, 1899 και 288 ΑΚ, και, έτσι, υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, κατά τους βάσιμους συναφείς λόγους αναίρεσης, δεύτερο και τρίτο της από 24.9.2013 αίτησης της Ε.
συζ. Σ. Β. το γένος Ν. Α. και τέταρτο, πέμπτο, ένατο, ενδέκατο, κατ' ορθή εκτίμησή τους, της από 23.9.2013 αίτησης της Μ. συζ. Ι. Κ. και πρώτο - και μοναδικό - πρόσθετο λόγο της, οι οποίοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί γιατί - το Εφετείο - προκειμένου να υπολογίσει - κατ' εφαρμογή των άνω διατάξεων και ιδιαίτερα με βάση την ως άνω αρχή του άρθρου 288 ΑΚ - την αξία των άνω συνεισενεκτέων παροχών σε δραχμές της αυτής πραγματικής αξίας που οι παροχές αυτές είχαν κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, και, ακολούθως την αξία τόσο της πλασματικής κληρονομίας όσο και της εξ αδιαθέτου κληρονομιαίας μερίδας καθενός των τέκνων του κληρονομουμένου (διαδίκων), εν τέλει δε το εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμά τους στην πραγματική κληρονομία του κληρονομουμένου, ενώ καθόρισε την αξία τους κατά το χρόνο σύστασής τους σε δραχμές και σε χρυσές λίρες Αγγλίας ως άνω και δέχτηκε στη συνέχεια ότι κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου η αξία της χρυσής λίρας και του τιμαρίθμου αυξήθηκαν, αντίστοιχα, ως άνω, αντί στη συνέχεια (αριθμητικές) να διαιρέσει την αύξηση του τιμαρίθμου δια της αύξησης της χρυσής λίρας, ώστε να συνεκτιμηθεί, έτσι, για τον προσδιορισμό της αξίας σε δραχμές των άνω παροχών κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου και η κατά το άνω χρονικό διάστημα αύξηση του τιμαρίθμου, αντέστρεψε το παραπάνω κλάσμα, θέτοντας αριθμητή την αύξηση της χρυσής λίρας και παρανομαστή την αύξηση του τιμαρίθμου, με αποτέλεσμα το λανθασμένο υπολογισμό της αξίας των συνεισενεκτέων παροχών και της πλασματικής κληρονομίας, ακολούθως δε της εξ αδιαθέτου κληρονομικής μερίδας καθενός των τέκνων του κληρονομουμένου (διαδίκων), εν τέλει δε και του εξ αδιαθέτου κληρονομικού δικαιώματός τους στην πραγματική κληρονομία, κατά παραβίαση (ευθεία και εκ πλαγίου) των ουσιαστικού δικαίου του ΑΚ άνω διατάξεων.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνουν δεκτές οι συναφείς αιτήσεις αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωκαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει την ένωση και συνεκδίκαση των συναφών αιτήσεων αναίρεσης, α) από 24-9-2013 της Ε. συζ. Σ. Β., το γένος Ν. Α. και β) από 23-9-2013 της Μ. συζ. Ι. Κ., το γένος Ν. Α. και του πρόσθετου λόγου της για αναίρεση της 1848/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Δέχεται τις αιτήσεις αυτές.
Αναιρεί τη 1848/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την επιστροφή των κατατεθέντων παραβόλων στους καταθέσαντας.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει για την αναιρεσείουσα Ε. συζ. Σ. Β., το γένος Ν. Α., σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ και για την αναιρεσείουσα Μ. συζ. Ι. Κ., το γένος Ν. Α., σε δύο χιλιάδες πεντακόσια (2.500) ευρώ, λόγω της χωριστής τους υπεράσπισης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 6η Μαΐου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 18η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ