Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment due to lack of jurisdictional error at the time of the original decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a first-instance judgment regarding jurisdictional competence. The State argued the single-member court lacked authority because the multi-member court was initially required, citing a change in law. The court ruled that jurisdiction is fixed at the time of the original decision and remains valid even if subsequent legislation alters it, provided no explicit contrary provision exists. Consequently, the appeal was rejected as unfounded since the single-member court was competent when the judgment was rendered.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(3) and 560(3) of the Code of Civil Procedure; Jurisdiction is determined at the time of the original judgment and remains valid despite subsequent legislative changes unless explicitly revoked, meaning an appeal based on a change in jurisdictional rules is inadmissible if the court was competent at the time of the decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1379 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1379/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Λ. Π. του Λ. και 2. Δ. Π. του Λ., κατοίκων ... οι οποίοι στο ακροατήριο δεν παραστάθηκαν με πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31 Μαρτίου 2000 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 75/2001 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 101/2008 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 7 Νοεμβρίου 2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 21 Απριλίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568§§1&2 και 576§§1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο υπ' αριθ… και …/30.1.2012 εκθέσεις του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Λιβαδειάς … ότι η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 101/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς επισπεύσθηκε με δική του φροντίδα και προς το σκοπό αυτό επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό πινακίου … την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο της 13.5.2013, κατά την οποία οι αναιρεσίβλητοι κλήθηκαν να παραστούν (άρθρ.122§1, 123, 126§1α, 128§§1-3, 230§2, 498§§1&2, 568 ΚΠολΔ).
Όμως αυτοί δεν παρέστησαν κατά την εν λόγω δικάσιμο στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθούν ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτοί παρόντες. 2.
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρ. 686 - 703 ΚΠολΔ) υπ' αριθ. 101/2008 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, που απέρριψε κατ' ουσίαν την από 30.9.2004 έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθ. 75/2001 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Λιβαδειάς, η οποία δέχθηκε την από 31.3.2000 ανακοπή των αναιρεσιβλήτων και ακύρωσε το υπ' αριθ. 6/14.3.2000 πρωτόκολλο αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημόσιας έκτασης, που εξέδωσε σε βάρος τους η Προϊσταμένη της Κτηματικής Υπηρεσίας της Περιφερειακής Διεύθυνσης Βοιωτίας.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το μοναδικό λόγο της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ), αφού ναι μεν η διάταξη του άρθρ. 699 ΚΠολΔ απαγορεύει την άσκηση ένδικων μέσων κατά των αποφάσεων που δέχονται ή απορρίπτουν αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, όμως η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει όταν δεν πρόκειται στην πραγματικότητα για αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων, αλλά για αποφάσεις που λύνουν οριστικά τη διαφορά σε υποθέσεις που για λόγους ταχύτητας και μόνον παραπέμφθηκαν στη διαδικασία των άρθρ. 686 επ.
ΚΠολΔ προς οριστική επίλυση, όπως είναι και η παρούσα υπόθεση, στο πλαίσιο της οποίας κατά τις διατάξεις του άρθρ. 115§§1&2 του από 11/12.11.1929 διατάγματος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρ. 1εδ.ε'&στ', 3§§1&2, 4 και 24§1 του ΕισΝΚΠολΔ, που ορίζουν ήδη ως εφαρμοστέα τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, τέμνεται οριστικά κατά τη διαδικασία αυτή η διαφορά ως προς την οφειλή και το ποσό της αποζημίωσης για κατάληψη δημόσιας έκτασης (ΟλΑΠ 21, 22 και 38/2002? ΑΠ 67/2012? 374/2012).
3. Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρ. 115 του από 11/12-11-1929 διατάγματος, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρ. 2 του ν. 4266/1929, όπως το άρθρ. 115 αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 5 του ν. 5895/33 και ακολούθως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρ. 20 του α.ν. 1540/38, 10 του α.ν. 1919/39, 6§1 του α.ν. 1331/1949, 2 του α.ν. 1925/51, 1 του β.δ. 619/1965 και 5§4 του α.ν. 263/1968, ορίζουν, μεταξύ άλλων, ότι σε βάρος εκείνων, οι οποίοι χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημόσιων κτημάτων ή κτημάτων των οποίων τη νομή ή κατοχή έχει με οποιαδήποτε σύμβαση το Δημόσιο, βεβαιώνεται, για το χρονικό διάστημα που έκαναν χρήση, αποζημίωση με πρωτόκολλο, το οποίο κοινοποιείται σε αυτόν που καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο και ο οποίος δικαιούται να ασκήσει μέσα σε ένα μήνα ανακοπή στο ειρηνοδίκη ή στον πρόεδρο πρωτοδικών, ανάλογα με το ποσό της αποζημίωσης, αυτοί δε, κρίνοντας εκ των ενόντων, ακυρώνουν ή επικυρώνουν το πρωτόκολλο ή περιορίζουν την αποζημίωση.
Ήδη, μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, αρμοδιότητα για την εκδίκαση της ως άνω ανακοπής έχει, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρ. 1εδ.ε&στ', 3§§1&2, 4 και 24§1 του ΕισΝΚΠολΔ, το μονομελές πρωτοδικείο σε πρώτο βαθμό (ΟλΑΠ 5/1985? ΑΠ 67/2012? 1408/2012) και το εφετείο σε δεύτερο βαθμό, υπό μονομελή πλέον σύνθεση μετά την αντικατάσταση του άρθρ. 19 του ΚΠολΔ με το άρθρ. 4§2 του ν. 3994/2011.
Αντίστοιχα αρμόδιο για τις εφέσεις κατά των αποφάσεων του ειρηνοδικείου είναι πλέον το μονομελές πρωτοδικείο κατά το άρθρ. 17Α του ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 3§3 του ν. 3994/2011, ενώ προηγουμένως αρμόδιο ήταν κατά το άρθρ. 18§2 του ΚΠολΔ το πολυμελές πρωτοδικείο. Κατά τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρ. 72 του αυτού ν. 3994/2011, στις δίκες, που κατά την εισαγωγή του είναι εκκρεμείς στον πρώτο βαθμό, οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται από τις διατάξεις του, όσες όμως είχαν ενεργηθεί πριν από την εισαγωγή του, ρυθμίζονται από το προγενέστερο δίκαιο (§2), ενώ το παραδεκτό των ένδικων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος της άσκησής τους κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της απόφασης, στα ένδικα όμως μέσα, που είχαν ασκηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του ίδιου νόμου, εφαρμόζονται οι διατάξεις της ως άνω δεύτερης παραγράφου (§4).
Επομένως αρμόδιο να δικάσει έφεση κατά απόφασης ειρηνοδικείου, που εκδόθηκε πριν από την εισαγωγή του ν. 3994/2011 επί ανακοπής κατά πρωτοκόλλου αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημόσιας έκτασης, είναι το πολυμελές και όχι το μονομελές πρωτοδικείο, είναι δε αδιάφορο γεγονός και δεν μεταβάλλει την αρμοδιότητα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου το ενδεχόμενο να δίκασε προηγουμένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αναρμοδίως (ΑΠ 1331/2008? 1945/2009? 893/2011).
Εξ άλλου κατά τα άρθρ. 559 αριθ. 5 και 560 αριθ. 3 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη όμως των διατάξεων του άρθρ. 47 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με τις οποίες δεν υπόκειται σε προσβολή με ένδικο μέσο απόφαση πρωτοδικείου, πολυμελούς ή μονομελούς, για το λόγο ότι η υπόθεση ανήκει στην αρμοδιότητα του ειρηνοδικείου, και απόφαση πολυμελούς πρωτοδικείου για υπόθεση της αρμοδιότητας του μονομελούς.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο παραπάνω λόγος αναίρεσης δημιουργείται μόνον όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας σχετικά με τη δική του υλική αρμοδιότητα ή αναρμοδιότητα, η οποία ως ένσταση αφορά τη δημόσια τάξη και επομένως λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης και στον Άρειο Πάγο, εφόσον τα περιστατικά που την συγκροτούν προκύπτουν από την προσβαλλόμενη απόφαση ή προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 82/2011? 638/2012? 1408/2012).
Αντίθετα δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δικάζοντας έφεση που υπάγεται στην υλική αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένα ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση, ήταν ή δεν ήταν καθ' ύλην αρμόδιο (ΟλΑΠ 3/1991? 30/1995? 5/2003? ΑΠ 256/2011? 893/2011). Ωστόσο ναι μεν κρίσιμος χρόνος για την αρμοδιότητα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου είναι κατά τις παραπάνω διατάξεις του άρθρ. 72 του ν. 3994/2011, αλλά και την όμοια διάταξη του άρθρ. 24§1 του ΕισΝΚΠολΔ, ο χρόνος έκδοσης της εκκαλούμενης απόφασης, με την έννοια ότι το αρμόδιο κατά το χρόνο αυτό δικαστήριο εξακολουθεί να είναι αρμόδιο μέχρι την περάτωση της δίκης, ακόμη και αν υπάρξει στη συνέχεια νομοθετική μεταβολή, εκτός αντίθετης ρητής πρόβλεψης (ΟλΑΠ 556/1986), όμως η κατοχύρωση της αρμοδιότητας δεν σημαίνει και κατοχύρωση της αναρμοδιότητας, δηλαδή δεν συντρέχει λόγος να αναιρεθεί κατά τα άρθρ. 559 αριθ. 5 ή 560 αριθ. 3 ΚΠολΔ η απόφαση που εκδόθηκε τελεσίδικα από αναρμόδιο δικαστήριο, αν αυτό στη συνέχεια και μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο κατέστη και είναι αρμόδιο.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς για πλημμέλεια από τον αριθμό 3 του άρθρ. 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο με το μοναδικό λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης ότι εσφαλμένα το Δικαστήριο αυτό έκρινε ότι ήταν αρμόδιο να δικάσει την έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης του Ειρηνοδικείου Λιβαδειάς, αφού αρμόδιο κατά το χρόνο έκδοσης της πρωτόδικης απόφασης ήταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς.
Σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, αρμόδιο να δικάσει την έφεση κατά της υπ' αριθ. 75/2001 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λιβαδειάς ήταν αρχικά το Πολυμελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς, όμως στη συνέχεια η σχετική αρμοδιότητα περιήλθε με το ν. 3994/2011 στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς, οπότε δεν ιδρύεται πλέον λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 3 του άρθρ. 560 ΚΠολΔ και πρέπει έτσι να απορριφθεί ως αβάσιμος ο μοναδικός λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, χωρίς ωστόσο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο να πρέπει να καταδικασθεί, ως διάδικος που ηττήθηκε, στη δικαστική δαπάνη των αντιδίκων του, αφού οι τελευταίοι ερημοδικάστηκαν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7.11.2011 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 101/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2013, όπου και δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ