1379/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1379/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1379 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1379/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ. Κ. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστασάκο Πάρι, που ανεκάλεσε την από 9-3-2012 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Τσικρικά και Λουκία Βαρελά.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-5-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2205/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 4384/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 5-10-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου ανέγνωσε την από 2-3-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι, της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το άρθρο 30 παρ.1 του ν. 2789/2000, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 42 του ν. 2312/2001, ορίζεται: "1. Κατ' εξαίρεση των κειμένων διατάξεων, η υφιστάμενη συνολική οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, που έχουν συνομολογηθεί με πιστωτικά ιδρύματα και οι σχετικές συμβάσεις έχουν καταγγελθεί ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, έχουν κλείσει οριστικά ή, αν δεν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η απαίτηση έχει καταστεί εν όλω ή εν μέρει ληξιπρόθεσμη και απαιτητή κατά τη σύμβαση ή το νόμο, μέχρι 31/12/2000 δεν δύναται να υπερβεί τα παρακάτω πολλαπλάσια του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου ή του αθροίσματος κεφαλαίων των περισσότερων δανείων ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής όπως αυτή διαμορφώθηκε ένα (1) έτος μετά τη λήψη του ποσού της τελευταίας πιστώσεως δανείου, προσαυξημένων των ποσών αυτών με συμβατικούς τόκους μέχρι το 50% του ληφθέντος κεφαλαίου κατ' ανώτατο όριο.
Προκειμένου για τον καθορισμό της βάσης υπολογισμού της οφειλής μετά την προσαύξηση των συμβατικών τόκων, τυχόν υπερβάλλον ποσό πέραν του 50% του ληφθέντος κεφαλαίου δεν υπολογίζεται πριν πολλαπλασιασθεί κατά περίπτωση: α) το τετραπλάσιο, εάν οι σχετικές συμβάσεις έχουν συναφθεί μέχρι τις 31.12.1985 ή, προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, η λήψη της τελευταίας πιστώσεως δανείου έγινε μέχρι την ημερομηνία αυτή, β) το τριπλάσιο, εάν τα άνω περιστατικά συνέβησαν μετά την υπό (α) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.1990, γ) το διπλάσιο, εάν συνέβησαν μετά την υπό (β) ημερομηνία και μέχρι τις 31.12.2000.
Σε κάθε περίπτωση, στο ποσό που λαμβάνεται ως βάση, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπολογίζονται τόκοι εξ ανατοκισμού".
Με το άρθρο 39 παρ.1, 2 και 12 του νεότερου ν. 3259/2004, η ισχύς του οποίου άρχισε από 4-8-2004, ορίζεται : "Η συνολική ληξιπρόθεσμη οφειλή από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, οι οποίες συνομολογούνται ή έχουν συνομολογηθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου με πιστωτικά ιδρύματα, δεν δύναται να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κατά περίπτωση ληφθέντος κεφαλαίου εκάστου δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσότερων δανείων ή πιστώσεων ή προκειμένου περί αλληλόχρεων λογαριασμών, του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, με την επιφύλαξη των παραγράφων 4 και 5 του παρόντος άρθρου (παρ. 1). Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να αναπροσαρμόσουν το ύψος των απαιτήσεων τους σύμφωνα με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου του παρόντος άρθρου ... (παρ. 2α) ... Κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000, όπως (ο νόμος αυτός) ισχύει" (παρ.12) μετά την αντικατάσταση του, με το άρθρο 42 του ν. 2912/2000.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες εγκαθίδρυσαν υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων για τον επανακαθορισμό των προς αυτά οφειλών από συμβάσεις ή πιστώσεις, ώστε η εκάστοτε προς αυτά οφειλή να μην υπερβαίνει το τετραπλάσιο, τριπλάσιο ή διπλάσιο, κατά περίπτωση, του ληφθέντος κεφαλαίου κάθε δανείου ή πίστωσης ή του αθροίσματος των ληφθέντων κεφαλαίων περισσοτέρων λογαριασμών του ποσού της οφειλής, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά την τελευταία εκταμίευση του λογαριασμού, και όπως το ως άνω πολλαπλάσιο ορίστηκε τόσο με το άρθρο 30 παρ. 1 του Ν. 2789/2000 (αρχική μορφή) καθώς επίσης διατηρήθηκε όμοιο, μετά την αντικατάσταση αυτού, με το άρθρο 42 ν. 2912/2001, σε συνδυασμό και με τη διάταξη του εδαφ. 12 του άρθρου 39 ν. 3259/2004, κατά την οποία "κατά τα λοιπά ισχύουν αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 30 του ν. 2789/2000 όπως ισχύει", προκύπτει ότι με το άρθρο 39 του ν. 3259/2004, βελτιώθηκαν οι ρυθμίσεις του άρθρου 30 παρ.1 του ν. 2789/2000, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 42 παρ. 1 του ν. 2912/2001 και περιορίσθηκε μόνο το οριζόμενο ως ανώτατο όριο, του τετραπλασίου της απαιτήσεως από κάθε είδους συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων με πιστωτικά ιδρύματα, στο τριπλάσιο αυτής και δεν καταργήθηκαν οι ως άνω διαβαθμίσεις των οφειλών ανάλογα με το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού, ούτε αποκλείσθηκαν από τη ρύθμιση εκείνες οι οφειλές που δεν υπερέβαιναν το τριπλάσιο του ληφθέντος δανείου (Α.Π. 912/2011, 26/2010).
Το ως άνω πολλαπλάσιο των απαιτήσεων, όπως αυτό ορίστηκε με την αρχική διάταξη του άρθρου 30 ν. 2789/2000 και ακολούθως με τη διάταξη του άρθρου 42 παρ.1 και 2 του ν.2912/2001, εξακολουθεί να ισχύει παράλληλα με το Ν. 3259/2004, με τον οποίο δεν προβλέπεται κάποιος διαφορετικός τρόπος υπολογισμού της οφειλής από εκείνον που προβλέπεται από το άρθρο 30 ν. 2789/2000 και 42 Ν 2912/2001, ενώ ο προσδιορισμός των ειδικότερων όρων της συμφωνίας (χρόνος αποπληρωμής, τρόπος αποπληρωμής κ.ο.κ.) προϋποθέτει την ύπαρξη απάντησης του πιστωτικού ιδρύματος στην αίτηση του οφειλέτη, η οποία ανοίγει το δρόμο για την επίτευξη σχετικής συμφωνίας περί υπαγωγής στις περαιτέρω ευνοϊκές ρυθμίσεις του νεότερου αυτού νόμου (όπως αποπληρωμή εντός πέντε ή επτά ετών, εκ των οποίων δύο έτη θα αποτελούν περίοδο χάριτος, (πρβλ.
άρθρο 39 παρ. 2 εδ. β Ν 3259/2004).
Η εν λόγω διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 39 Ν. 3259/2004, δεν κάνει καμία διάκριση στον υπολογισμό της οφειλής ανάλογα με το χρονικό διάστημα που χορηγήθηκαν το δάνειο ή η πίστωση, πράγμα που ρυθμίζεται από τον προηγούμενο ν. 2789/2000, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 42 του ν. 2912/2001, ο οποίος δεν έχει κανένα χρονικό περιορισμό εφαρμογής του και εξακολουθεί να ισχύει και να εφαρμόζεται και μετά τη νέα ρύθμιση του ν. 3259/2004, σύμφωνα με το εδ. 12 του ίδιου άρθρου 39 του νόμου αυτού.
Η ερμηνεία αυτή εναρμονίζεται τόσο με τη γραμματική διατύπωση των εν λόγω διατάξεων, όσο και με το σκοπό και τη βούληση του νομοθέτη, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νεότερου νόμου, που αποσκοπεί στη βελτίωση των ρυθμίσεων που ισχύουν, με τον περιορισμό της επιβαρυνσέως των οφειλετών από πολλαπλάσια χρέη, σε σχέση με την αρχική οφειλή τους λόγω του συνδυασμού υψηλών επιτοκίων και συχνότητας ανατοκισμού των ληξιπρόθεσμων οφειλών, εξ αιτίας ακριβώς των οποίων ο νομοθέτης και με τον προγενέστερο νόμο 2789/2000 θέλησε χάριν του γενικότερου συμφέροντος της πορείας της οικονομίας να παράσχει διευκολύνσεις στους τραπεζικούς οφειλέτες κατά την εξόφληση των οφειλών τους στο σύνολό τους και όχι μόνον ως προς τα ποσά που αναλογούν στον ανατοκισμό (βλ σχ.
ΑΠ 782/2009), και δεν αποσκοπεί στη μεταβολή προς το χειρότερο της υφιστάμενης ευνοϊκότερης ρύθμισης, ως προς το συντελεστή πολλαπλασιασμού (2 αντί 3) του άρθρου 39 παρ. 1 του ν. 2789/2000, όπως αυτός ισχύει για συμβάσεις δανεισμού ή πιστώσεων που είχαν συναφθεί ή το οριστικό κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού είχε συμβεί από 1-1-1991 και έως 31-12-2000.
Αντίθετη ερμηνεία θα ήταν πέρα από τη βούληση του νομοθέτη (ΑΠ 842/2012). Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006, 4/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: " Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι για τον υπολογισμό της συνολικής της οφειλής προς την εναγομένη τράπεζα, η οποία ήταν ληξιπρόθεσμη στις 4-8-2004, λαμβάνεται ως βάση το ληφθέν από αυτή δάνειο από 32.281,73 ευρώ, το οποίο δεν εκτίθεται στη αγωγή ότι είναι δάνειο προς κατ' επάγγελμα αγρότη, πολλαπλασιαζόμενο όμως με συντελεστή δύο εφόσον τούτο προβλέπεται στο άρθρο 30 Ν. 2789/2000, όπως ισχύει, για δάνεια που συνομολογήθηκαν μετά το έτος 1990 όπως το δικό της, οπότε μετά την αφαίρεση των καταβολών προκύπτει υπόλοιπο οφειλόμενο 24.908,52 ευρώ (32,281,73 Χ 2 = 64.563,46 - καταβολές 39.654,94) και όχι το ληφθέν κεφάλαιο πολλαπλασιαζόμενο με συντελεστή τρία που προβλέπεται στο άρθρο 39 παρ.1 του Ν 3259/2004 οπότε μετά την αφαίρεση των καταβολών προκύπτει το υπολογισθέν από την εναγομένη ως οφειλόμενο ποσό των 57.190,25 ευρώ (32,281,73 Χ 3 = 96.845,19 -καταβολές 39.654,94).
Ο υπολογισμός όμως αυτός της οφειλής δεν στηρίζεται στις προαναφερόμενες σαφείς διατάξεις του άρθρου 39 παρ.1, 2, 6 και 8 του Ν. 3259/2004 ... Επομένως η αγωγή με το προαναφερόμενο αίτημα είναι μη νόμιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε νόμιμη την αγωγή και ακολούθως την δέχτηκε ως ουσιαστικά βάσιμη, έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου.
Κατά συνέπεια πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως ουσιαστικά βάσιμη κατ' αποδοχήν του πρώτου λόγου αυτής...εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση...και δικαστεί κατ' ουσίαν πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως μη νόμιμη".
Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, υπέπεσε στην αποδιδόμενη σ' αυτό με το μοναδικό, εκ του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, πλημμέλεια, ότι κατόπιν εσφαλμένης ερμηνείας (και ακολούθως εφαρμογής) της διατάξεως του άρθρου 39 παρ.1, 2, 12 του ν. 3259/2004, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 30 Ν. 2789/2000, όπως ισχύει μετά το άρθρο 42 Ν. 2912/2001, δέχθηκε, ότι η επίμαχη δανειακή σύμβαση, (η οποία συνήφθη μεταξύ των διαδίκων το έτος 1992 και ρυθμίσθηκε εκ νέου με δύο δανειακές συμβάσεις που καταρτίσθηκαν μεταξύ τους το έτος 1996), έπρεπε να επανυπολογισθεί με το συντελεστή 3, και όχι με τον αιτούμενο συντελεστή 2, όπως ορίζεται με το άρθρο 30 παρ. 1 του ν. 2789/2000, όπως ισχύει.
Ενόψει αυτών, πρέπει να γίνει δεκτός ο αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 4384/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 28 Αυγούστου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ