Legislator Case Law & Legislation
1379/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's finding that contract termination was invalid due to lack of specific EU regulation compliance.

Case Number 1379/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellants' request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a distribution contract dispute. The appellants argued the lower court erred by failing to consider specific facts about lubricant supply and misapplied burden of proof rules under Article 559 of the Code of Civil Procedure. The court rejected these claims, ruling that the appellants' arguments regarding the inability to supply specific lubricants did not constitute a valid ground for contract termination and were therefore inadmissible for appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(8), 559(10) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court's decision does not rely on facts presented by the parties or if the arguments raised do not constitute a substantial ground for terminating the contract.

Keywords

AI generated
contract termination burden of proof substantial ground appeal admissibility distribution agreement EU regulation compliance Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Article 298 of the Civil Code
Article 216(1) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court of Greece, Case 3/1997
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1379 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1379/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Προεδρεύουσα, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Δημητρίου Δαλιάνη), Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Απριλίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1. Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Χ1 και ΣΙΑ ΟΕ" που εδρεύει στο ... και 2. Χ2, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Μπατσίλα.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία " SHELL HELLAS ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ ΚΑΙ ΧΗΜΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ" που εδρεύει στο ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-10-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10-10-2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 9139/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-11-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου ανέγνωσε την από 16-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. ... έκθεση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς ..., ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης, με τις κάτω από αυτήν πράξεις του Προέδρου και του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, με τις οποίες ορίσθηκε το αρμόδιο για την εκδίκαση της υποθέσεως Τμήμα του Δικαστηρίου, η δικάσιμος και ο Εισηγητής δικαστής, καθώς και κλήση προς συζήτηση για την ορισθείσα δικάσιμο, επιδόθηκε με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στην αναιρεσίβλητη.

Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία της αγωγής ελέγχεται με την εν λόγω διάταξη, ενώ η νομική αοριστία, η οποία υπάρχει όταν το δικαστήριο αρκείται για το ορισμένο της αγωγής σε στοιχεία λιγότερα από τα οριζόμενα στο νόμο, ελέγχεται από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ.

Εξ άλλου με τα άρθρα 298 ΑΚ και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ ορίζεται αντίστοιχα "ότι η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετικής ζημίας) καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί".

Η αγωγή εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 και 117 πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, πρέπει τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα και οι ειδικές περιστάσεις και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, να εκτίθενται στην αγωγή.

Δεν αρκεί δηλαδή ή αφηρημένη επανάληψη των ως άνω εκφράσεων του άρθρου 238 Α.Κ, ούτε του συνολικώς φερομένου ως διαφυγόντος κέρδους, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη και λεπτομερής, κατά περίπτωση μνεία των συγκεκριμένων περιστατικών, περιστάσεων και μέτρων, που καθιστούν πιθανό το κέρδος ως προς τα επί μέρους κονδύλια, καθώς και ιδιαίτερη επίκληση των κονδυλίων αυτών, ώστε να μπορεί να διαταχθεί απόδειξη (Ολ.

Α.Π. 20/1999, Α.Π.258/2008).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής η ενάγουσα εταιρία SHELL HELLAS Α.Ε και τώρα αναιρεσίβλητη, εξέθετε σ' αυτήν τα εξής : Ότι με το από 15-5-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε μεταξύ της δικαιοπαρόχου της Α.Ε. ΤΕΧΑΚΟ, την οποία απορρόφησε αυτή με συγχώνευση και της πρώτης των αναιρεσειόντων εταιρίας συνήφθη σύμβαση αποκλειστικής συνεργασίας διάρκειας οκτώ ( 8 ) ετών, δυνάμει της οποίας, έναντι ανταποδοτικών ωφελημάτων, που θα της έδινε, η τελευταία ( πρώτη των εναγομένων-αναιρεσειόντων ) ανέλαβε την υποχρέωση να πωλεί στο πρατήριο, ιδιοκτησίας της, υγρά καύσιμα και λιπαντικά, που θα της προμήθευε αυτή, ότι με το από 1-12-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό η εταιρία ΤΕΧΑΚΟ συναίνεσε στην εκμίσθωση του πρατηρίου από την πρώτη στον δεύτερο εναγόμενο και ήδη δεύτερο των αναιρεσειόντων, ο οποίος υπεισήλθε σε όλα τα δικαιώματα και της υποχρεώσεις της αρχικής εκμισθώτριας, η οποία συμφωνήθηκε να ευθύνεται ως εγγυήτρια της εκτέλεσης των όρων της σύμβασης με την ΤΕΧΑΚΟ, ότι αν και η ενάγουσα τήρησε τις συμβατικές υποχρεώσεις της, οι εναγόμενοι της κοινοποίησαν την από 13-11-2001 καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης και έκτοτε ο δεύτερος εναγόμενος έπαυσε να προμηθεύεται απ' αυτήν υγρά καύσιμα.

Ζήτησε δε με βάση το ιστορικό αυτό να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι της οφείλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 196.733,88 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη της, από 1-12-2001 μέχρι του συμβατικού χρόνου λήξης της μεταξύ τους συμβάσεως την 30-4-2006, τα οποία θα πραγματοποιούσε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων αν συνέχιζε κατά τη σύμβαση να προμηθεύει το πρατήριο του δεύτερου εναγομένου με τα προϊόντα της και τα οποία διαφυγόντα κέρδη υπολογίζει βάσει των ελαχίστων συμφωνημένων ποσοτήτων υγρών καυσίμων που θα προμήθευε τον δεύτερο εναγόμενο κατά τους όρους της σύμβασης και του καθαρού κέρδους που θα αποκόμιζε βάσει των ακαθαρίστων και καθαρών κερδών της προηγούμενης περιόδου που παραθέτει στην αγωγή.

Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι ορισμένη και παραδεκτή, γιατί περιέχει όλα τα από τις διατάξεις των άρθρων 298 Α.Κ. και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ αναγκαία για τη θεμελίωση και προσδιορισμό της αποθετικής ζημίας ( διαφυγόντος κέρδους) της ενάγουσας πραγματικά περιστατικά. Η παράθεση και ο προσδιορισμός της εξοικονομηθείσας από την ενάγουσα δαπάνης δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής, αλλά μπορεί να προσδιορισθεί με βάση τις αποδείξεις.

Συνεπώς, το Εφετείο, που έκρινε ορισμένη και παραδεκτή την αγωγή, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο και ο περί του αντιθέτου πρώτος από το άρθρο 559 αριθ.1 και 14 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.

Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο κατά το δεύτερο σκέλος του από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε, χωρίς αποδείξεις, ότι η ενάγουσα απώλεσε κέρδη συνεπεία της καταγγελίας της σύμβασης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο τη σχετική κρίση του περί διαφυγόντων κερδών στήριξε στα αναφερόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις καταθέσεις των μαρτύρων, τις προσκομισθείσες με επίκληση ένορκες βεβαιώσεις και στα επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα.

Με τον δεύτερο υπό στοιχ. Α από το άρθρο 559 αριθ. 1, πράγματι δε από τον αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, την ένδικη αγωγή, αφού η ενάγουσα δεν εκθέτει σ' αυτήν όλα τα ικανά ανταλλάγματα και πλεονεκτήματα που ανέλαβε την υποχρέωση να παράσχει και ισχυρίζεται ότι δήθεν παρέσχε στον πρατηριούχο, ώστε η σύμβαση να είναι συμβατή με τον Κανονισμό 1984/1983 της ΕΟΚ. Ο λόγος αυτός, που δεν αφορά τη δημόσια τάξη, είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι δεν προβλήθηκε στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ( άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ).

Στο άρθρο 81 Συνθ. ΕΟΚ ορίζονται τα εξής : "1. Είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά και απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς και ιδίως εκείνες οι οποίες συνίστανται :

α) στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής, β) στον περιορισμό ή στον έλεγχο της παραγωγής της διαθέσεως της τεχνολογικής αναπτύξεως ή των επενδύσεων, γ) στην κατανομή των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού, δ) στην εφαρμογή άνισων όρων επί ισοδυνάμων παροχών, έναντι των εμπορικών συναλλασσομένων, με αποτέλεσμα να περιέρχονται αυτοί σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό, ε) στην εξάρτηση της συνάψεως συμβάσεων από την αποδοχή, εκ μέρους των συναλλασσομένων, προσθέτων παροχών που εκ φύσεως ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών. 2.

Οι απαγορευόμενες δυνάμει του παρόντος άρθρου συμφωνίες ή αποφάσεις είναι αυτοδικαίως άκυρες. 3. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 δύνανται να κηρυχθούν ανεφάρμοστες: σε κάθε συμφωνία ή κατηγορία συμφωνιών μεταξύ επιχειρήσεων, σε κάθε απόφαση ή κατηγορία αποφάσεων ενώσεων επιχειρήσεων, και σε κάθε εναρμονισμένη πρακτική ή κατηγορία εναρμονισμένων πρακτικών, η οποία συμβάλλει στη βελτίωση της παραγωγής ή της διανομής των προϊόντων ή στην προώθηση της τεχνικής ή οικονομικής προόδου, εξασφαλίζοντας συγχρόνως στους καταναλωτές δίκαιο τμήμα από το όφελος που προκύπτει, και η οποία :

α) δεν επιβάλλει στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις περιορισμούς μη απαραίτητους για την επίτευξη των στόχων αυτών, και β) δεν παρέχει στις επιχειρήσεις αυτές τη δυνατότητα καταργήσεως του ανταγωνισμού επί σημαντικού τμήματος των σχετικών προϊόντων". Κατ' εφαρμογή της παραγράφου 3 του ανωτέρω άρθρου εκδόθηκε ο Κανονισμός 1984/1983 της Επιτροπής, όπως τροποποιήθηκε με τον Κανονισμό 1582/1997 της Επιτροπής, που αφορά κατηγορίες συμφωνιών αποκλειστικής προμήθειας.

Στο άρθρο 9 του Κανονισμού, που αναφέρεται ειδικότερα στις συμφωνίες πρατηρίων βενζίνης, ορίζεται : "σύμφωνα με το άρθρο 85 παράγραφος 3 της συνθήκης και υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 11 και 13 του παρόντος κανονισμού, το άρθρο 85 παράγραφος 1 της συνθήκης κηρύσσεται ανεφάρμοστο στις συμφωνίες στις οποίες συμμετέχουν μόνο δύο επιχειρήσεις και στις οποίες το ένα συμβαλλόμενο μέρος, ο μεταπωλητής, αναλαμβάνει την υποχρέωση έναντι του αντισυμβαλλομένου του προμηθευτή, σε αντάλλαγμα για την παροχή ειδικών οικονομικών ή χρηματοδοτικών πλεονεκτημάτων, να προμηθεύεται μόνο από αυτόν, από επιχείρηση συνδεδεμένη με αυτόν, ή από επιχείρηση στην οποία αυτός έχει αναθέσει τη διανομή των προϊόντων του, ορισμένα καύσιμα αυτοκινήτων με βάση το πετρέλαιο ή ορισμένα καύσιμα αυτοκινήτων και ορισμένα άλλα καύσιμα με βάση το πετρέλαιο που καθορίζονται στη σύμβαση".

Για να εφαρμοστεί όμως το άρθρο 85 του Κανονισμού δεν αρκεί η διαπίστωση της ύπαρξης των απαριθμουμένων ενεργειών αλλά απαιτείται η συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων που τάσσει το άρθρο 85 της Συνθήκης της ΕΟΚ, μεταξύ των οποίων είναι και δυνατότητα επίδρασης των συμπράξεων που προαναφέρθηκαν στο εμπόριο μεταξύ Κρατών-μελών της ΕΟΚ.

Η προϋπόθεση δε αυτή θεωρείται ότι συντρέχει όταν επηρεάζεται ή μπορεί να επηρεαστεί το εμπόριο έστω και δύο μόνο Κρατών-μελών. Επίσης, δεν μπορούν να αποκλειστούν οι συμπράξεις επιχειρήσεων να λειτουργούν και ο ανταγωνισμός να αναπτυχθεί και μέσα στα όρια ενός Κράτους-μέλους ως τμήματος του ενιαίου της κοινής αγοράς, αρκεί η σύμπραξη να μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ δύο τουλάχιστον κρατών-μελών.

Οι συμφωνίες, επομένως, αποκλειστικής προμήθειας με σκοπό την μεταπώληση εμπορευμάτων, στις οποίες συμμετέχουν, αποκλειστικά επιχειρήσεις από ένα Κράτος-μέλος και οι οποίες αφορούν τη μεταπώληση εμπορευμάτων μέσα σ' αυτό τα κράτος-μέλος, για να εμπέσουν ενδεχομένως στην απαγόρευση του άρθρου 85 § 1 της Συνθήκης της ΕΟΚ θα πρέπει να επηρεάζουν, ιδίως σε περίπτωση που αφορούν ομοειδείς συμφωνίες, στο σύνολο τους το εμπόριο μεταξύ κρατών-μελών ( Α.Π. 388/2008).

Και αυτό, διότι η σχετική με τον ανταγωνισμό διάταξη του άρθρου 85 § 3 (ήδη 81 § 3) της Συνθήκης ΕΟΚ, αναφέρεται στον έλεγχο των συμφωνιών που με βάση το σύνολο των νομικών και πραγματικών δεδομένων μπορεί να πιθανολογεί άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά ότι το διακρατικό εμπόριο μπορεί να επηρεαστεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε η πραγματοποίηση των στόχων μίας ενιαίας αγοράς να καθίσταται δυσχερής.

Διαφορετικά εφαρμόζεται όχι το κοινοτικό αλλά το εθνικό δίκαιο περί ανταγωνισμού της συγκεκριμένης χώρας, εκτός αν στην τελευταία περίπτωση η συμφωνία κ.λ.π. αναφέρεται στην συνολική αγορά ενός κράτους-μέλους με άμεσο στόχο και αποτέλεσμα ην εδραίωση στεγανοποιήσεων εθνικού χαρακτήρα και την απομόνωση της αγοράς αυτής από τις υπόλοιπες και εντεύθεν επηρεάζονται τα εμπορικά ρεύματα και ο ανταγωνισμός εντός της κοινής αγοράς, όποτε και πάλι έχει εφαρμογή το προαναφερόμενο άρθρο 85 ( ΑΠ 1126/2006 ).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα : " Στις 15-5-1998, μεταξύ της εταιρείας με την επωνυμία "ΤΕΧΑΚΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΩΝ", που στη συνέχεια μετονομάστηκε σε "ASTRON ΟΙL ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΩΝ" και ήδη από τον Ιούλιο του έτους 2001 συγχωνεύτηκε νόμιμα δι' απορροφήσεως από την εκκαλούσα εταιρεία (SHELL ΗΕLLAS) η οποία υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις εκείνης, ως καθολική διάδοχος της και της εταιρείας με την επωνυμία "Χ1 ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ " καταρτίστηκε έγγραφη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας με διάρκεια οκτώ (8) ετών και αντικείμενο την εκμετάλλευση και λειτουργία του πρατηρίου υγρών καυσίμων, που διατηρούσε η τελευταία στο ...

επί της οδού .... Κατά τη σύμβαση η δεύτερη εταιρεία (πρατηριούχος) υποχρεωνόταν να προμηθεύεται και να διαθέτει προς τρίτους από το ως άνω πρατήριο της υγρά καύσιμα και ορυκτέλαια, προερχόμενα μόνο από την πρώτη εταιρεία και να πωλεί μηνιαίως, κατ' ελάχιστο όριο: α) 40 χιλιόλιτρα βενζίνες, β) 40 χιλιόλιτρα πετρέλαιο και 200 χιλιόγραμμα λιπαντικά.

Αντίστοιχα, με την ίδια σύμβαση η ανωτέρω εταιρεία πετρελαιοειδών ανέλαβε την υποχρέωση να παραχωρήσει στην πρατηριούχο τη χρήση του κινητού εξοπλισμού και των σημάτων της για τη λειτουργία του πρατηρίου, να εκτελέσει τις αναγκαίες τεχνικές εργασίες για τη βελτίωση του πρατηρίου της, αξίας 5.718.600 δρχ.

και να της χορηγήσει εμπορευματική πίστωση 10 ημερών για τα καύσιμα και 90 ημερών για τα ορυκτέλαια, μέχρι του ποσού των 3.000.000 δρχ. Στο κείμενο της συμβάσεως αυτής δεν υπήρχε όρος ο οποίος να προβλέπει την κατάργηση ή τη συνέχιση της σε περίπτωση συγχωνεύσεως της προμηθεύτριας εταιρείας με άλλη, ούτε όρος περί εγκρίσεως (γραπτής ή προφορικής), εκ μέρους της πρατηριούχου, για οποιαδήποτε αλλαγή του νομικού προσώπου της πρώτης.

Στη συνέχεια, η πρώτη εναγομένη εταιρεία, με τη συναίνεση της εταιρείας "ΤΕΧΑΚΟ Ανώνυμος Ελληνική Εταιρεία Πετρελαίων", εκμίσθωσε το πρατήριο στον δεύτερο εναγόμενο - εφεσίβλητο Χ2 και η ίδια κατέστη, με έγγραφη συμφωνία, εγγυήτρια της συμβάσεως αυτής, παραιτούμενη της ενστάσεως της διζήσεως και της διαιρέσεως, ευθυνόμενη, έναντι της ΤΕΧΑΚΟ ΑΕΕΠ, ως πρωτοφειλέτρια, για κάθε τυχόν οφειλή που ήθελε προκύψει από τη συνεργασία με τον ανωτέρω εναγόμενο - εφεσίβλητο (βλ.

προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από 1-12-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό). Στις 27-7-2001 ολοκληρώθηκε η διαδικασία συγχωνεύσεως της αρχικής συμβαλλόμενης ανώνυμης εταιρείας (που εν τω μεταξύ είχε μετονομαστεί σε "ΑSΤΟΝ ΟΙL ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ ΚΑΙ ΧΗΜΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ"), δι' απορροφήσεως της από την εκκαλούσα, η οποία έκτοτε, ως καθολική διάδοχος της, υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις εκείνης έναντι των τρίτων και συνακόλουθα και έναντι του εφεσίβλητου πρατηριούχου.

Η σύμβαση εμπορικής συνεργασίας των διαδίκων με τα προαναφερόμενα δικαιώματα και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις για κάθε συμβαλλόμενο μέρος ήταν έγκυρη κατά το προαναφερόμενο μέρος της και δεν αντίκειται ούτε στον υπ' αριθμ. 1984/1983 κανονισμό της Επιτροπής ΕΟΚ, ούτε στον υπ' αριθμ 2790/1999 κανονισμό της επιτροπής ΕΕ, αφού δεν αποδείχθηκε ότι συμμορφούμενος ο δεύτερος εφεσίβλητος σε αυτόν, υπέκειτο σε υπέρμετρη δέσμευση, ούτε ότι απέκλειε τον ανταγωνισμό με τους πρατηριούχους που προμηθευόταν τα ίδια προϊόντα από άλλες εταιρίες διαθέσεως πετρελαιοειδών, καθορίζοντας ο ίδιος το επιδιωκόμενο κέρδος και την επικράτηση της επιχειρήσεως του έναντι των αντίστοιχων λοιπών πρατηριούχων της ίδιας περιοχής.

Αυτός, με δική του επιλογή εξακολούθησε και μετά την υπεισέλευση στη θέση της αρχικής συμβαλλόμενης, της εκκαλούσας εταιρείας, να διατηρεί στο πρατήριο του τα σήματα και τα χρώματα της ως άνω απορροφηθείσης εταιρείας. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εφεσίβλητος πρατηριούχος απαίτησε ποτέ την οποιαδήποτε βελτίωση του πρατηρίου, είτε από την αρχική αντισυμβαλλόμενη εταιρεία, είτε από τη διάδοχο της και ήδη αντίδικο του εκκαλούσα προμηθεύτρια εταιρεία και αυτές το αρνήθηκαν προς αποφυγή του κόστους που θα τους επιβάρυνε και κατά το μέρος που το κόστος αυτό περιλαμβανόταν στις υποχρεώσεις του.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του. που περιλαμβάνονται στις προτάσεις του και προβάλλονται προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχτηκε ότι οι εφεσίβλητοι εναγόμενοι, με την από 13-11-2001 εξώδικη καταγγελία τους, την οποία κοινοποίησαν στην εκκαλούσα στις 23-11-2001, κατήγγειλαν τη μεταξύ τους σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, επικαλούμενοι ως λόγους καταγγελίας:

α) την επιβολή μονομερούς εκ μέρους της ( εκκαλούσας ) όρων συνεργασίας, που οι ίδιοι ουδέποτε είχαν συμφωνήσει, β) τη ζημία τους λόγω της αλλαγής του νομικού προσώπου της αρχικής αντισυμβαλλομένης Εταιρείας ("ΤΕΧΑΚΟ ΑΕΕΠ"), την οποία δεν ενέκριναν γραπτά ή προφορικά και συνεπώς δεν δεσμεύονται να συνεχίσουν τη συνεργασία, γ) την αλλαγή εκ μέρους της τιμολογιακής πολιτικής υπό την έννοια της προμήθειας των καυσίμων σε υψηλότερες τιμές και δ) την ελλιπή τεχνική υποστήριξη στο πρατήριο τους που δημιουργούσε προβλήματα στην τροφοδοσία των πελατών τους και στην ομαλή λειτουργία του πρατηρίου.

Ο πρώτος λόγος της καταγγελίας, ανεξάρτητα από την αοριστία του, διότι δεν προσδιορίζονται σαφώς και συγκεκριμένο);; οι "επιβαλλόμενοι μονομερώς όροι", δεν αποδείχτηκε βάσιμος, εφόσον δεν αποδείχτηκε ότι η εκκαλούσα εταιρεία που προέκυψε μετά την απορρόφηση της εταιρείας "ΤΕΧΑΚΟ ΑΕΕΠ" επέβαλε στους εφεσίβλητους μονομερώς όρους που δεν είχαν συμφωνηθεί.

Αντίθετα, όπως προεκτέθηκε, η σύμβαση λειτουργούσε ομαλά και μετά τη συγχώνευση, χωρίς καμία διαμαρτυρία εκ μέρους των εφεσίβλητων μέχρι την 31-7-2001, που κοινοποίησαν στην εκκαλούσα εξώδικη δήλωση-πρόσκληση και διαμαρτυρία. Ο δεύτερος λόγος της καταγγελίας είναι επίσης αβάσιμος, διότι, όπως από το κείμενο της συμβάσεως συνεργασίας προκύπτει, δεν συ μ περιελήφθη σ' αυτό όρος περί εγκρίσεως εκ μέρους του πρατηριούχου, γραπτώς ή προφορικώς, κάθε μεταβολής τοπ νομικού προσώπου της αρχικώς συμβληθείσης προμηθεύτριας εταιρείας και περί μη δεσμεύσεως τους από τη σύμβαση, σε περίπτωση μη εγκρίσεως τους, ούτε ότι καταρτίστηκε μεταγενέστερα οποιαδήποτε σχετική συμφωνία μεταξύ τους.

Αντίθετα στη σύμβαση περιελήφθη όρος (14.4) κατά τον οποίο, για την οποιαδήποτε μεταβολή της νομικής μορφής εκμεταλλεύσεως του πρατηρίου με την υπεισέλευση τρίτων προσώπων, απαιτείτο έγγραφη συναίνεση της εταιρείας "ΤΕΧΑΚΟ" όπως και δόθηκε από την τελευταία για την εκμίσθωση του, από την εταιρεία "Χ1 ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" στον δεύτερο εφεσίβλητο Χ2.

Αναφορικά με τον τρίτο λόγο της καταγγελίας πρέπει να λεχθεί, ότι δεν αποδείχθηκε η βασιμότητα του, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα εταιρεία προσέφερε στον δεύτερο εναγόμενο - εφεσίβλητο καύσιμα σε υψηλότερες τιμές εκείνων με τις οποίες τα προμηθευόταν από την εταιρεία ΤΕΧΑΚΟ. Ειδικότερα, ο μάρτυρας των εναγομένων Τ, που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και ήταν επιθεωρητής της εταιρείας ΤΕΧΑΚΟ και για ένα χρονικό διάστημα και της εκκαλούσας -ενάγουσας εταιρείας, κατέθεσε μεν ότι υπάρχουν δύο πρατήρια στην περιοχή του ...

που αγόραζαν από την τελευταία εταιρεία τα καύσιμα σε χαμηλότερες τιμές, τις οποίες δεν τις προσδιόρισε, ενώ επίσης δεν κατέθεσε ότι η ενάγουσα επέβαλε στους εναγομένους τις υψηλότερες τιμές, αλλά ότι δεν τους παρείχε τις εκπτώσεις που ζητούσαν για να αντιμετωπίσουν τον ανταγωνισμό από άλλες εταιρίες, γιατί δεν ήταν "παιδιά της SΗΕLL" και ότι όσοι έμειναν έγιναν "παιδιά της".

Ο ίδιος επίσης κατέθεσε, ότι η ενάγουσα έδινε τις ίδιες εκπτώσεις που έδινε και η ΤΕΧΑΚΟ. Εξ άλλου, δεν αποδείχτηκε ότι οι όροι της επίδικης συμβάσεως και η συμπεριφορά της ενάγουσας αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 2 Ν.703/1977, αφού η ενάγουσα δεν κατέχει παρά ένα μέρος της Ελληνικής αγοράς υγρών καυσίμων και δεν μπορούσε να επιβάλλει στον εναγόμενο πρατηριούχο πολιτική ικανή να απειλήσει σοβαρά την επιχειρηματική του υπόσταση.

Σχετικά με την έλλειψη τεχνικής υποστηρίξεως και την προβληματική τροφοδοσία του πρατηρίου του δευτέρου εναγομένου εκ μέρους της, που περιλαμβάνονται στον τέταρτο λόγο της καταγγελίας, οι μάρτυρες των εναγομένων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και στις ένορκες βεβαιώσεις κατέθεσαν μεν ότι τον Αύγουστο του έτους 2001 η ενάγουσα έπαυσε να τους προμηθεύει βενζίνη με το πρόσθετο clean system, οι καταθέσεις τους όμως αυτές αναιρούνται από την κατάθεση της μάρτυρος της ενάγουσας από την κατάθεση της μάρτυρος της ενάγουσας στο ακροατήριο του ίδιου Δικαστηρίου, κατά την οποία η ενάγουσα, αντί του προαναφερομένου προσθέτου στη βενζίνη, τους παρείχε άλλα καλύτερα πρόσθετα, όπως το ΝΕΜΟ, ενώ η βενζίνη V-ΡΟWER κυκλοφόρησε τον Μάρτιο και διατέθηκε στα πρατήρια τον Απρίλιο του έτους 2002 (ήτοι μετά την καταγγελία της συμβάσεως).

Εξάλλου, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν αποδείχτηκε ότι οι εναγόμενοι ζήτησαν από την ενάγουσα την τοποθέτηση διαφόρων κινητών στο πρατήριο του δευτέρου και αυτή αρνήθηκε. Αναφορικά με την επικαλούμενη καθυστέρηση εκ μέρους της ενάγουσας, ως προς την τροφοδοσία του πρατηρίου με καύσιμα, μετά την καταγγελία της συμβάσεως της με τον μεταφορέα ....

τον Μάρτιο του έτους 2000, δεν αποδείχτηκε βάσιμη, διότι, όπως κατατέθηκε και από τον μάρτυρα των εναγομένων Τ, η ενάγουσα διέθετε δικά της αυτοκίνητα και βυτιοφόρο και μπορούσε να μεταφέρει τα καύσιμα στα διάφορα πρατήρια, όπως και του δευτέρου εναγομένου. Η μάρτυρας της ενάγουσας, εξάλλου, ... κατέθεσε, ότι μετά την συγχώνευση και την απορρόφηση της ΤΕΧΑΚΟ από την ενάγουσα, οι πωλήσεις των καυσίμων διπλασιάστηκαν, πράγμα που δεν θα συνέβαινε, αν η εξυπηρέτηση στην προμήθεια των καυσίμων ήταν πλημμελής.

Με τα δεδομένα αυτά, δεν συνέτρεχε σπουδαίος λόγος για την έκτακτη καταγγελία της συμβάσεως εκ μέρους των εφεσίβλητων. Χαρακτηριστική προς τούτο είναι και η κατάθεση του ως άνω μάρτυρα τους στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατά την οποία, ο λόγος της καταγγελίας δεν αναφερόταν ειδικά στην συμπεριφορά της εκκαλούσης, αλλά στο γεγονός ότι ο δεύτερος εφεσίβλητος επιθυμούσε τη συνεργασία με άλλη εταιρεία (εφόσον κατά τη γνώμη του μάρτυρα δεν υφίστατο δέσμευση από τη σύμβαση του με την εκκαλούσα), προκείμενου να εξασφάλιζε χαμηλότερες τιμές στα καύσιμα.

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί, ότι πράγματι ο δεύτερος εφεσίβλητος, μετά την καταγγελία της ενδίκου συμβάσεως, συνεργάστηκε, όπως ομολογεί και στις προτάσεις του, με νέα εταιρεία, ήτοι την εταιρεία "ΑΙΓΑΙΟΝ ΟΙΕ ΑΕ", η οποία συνεργασία προϋποθέτει και κάποιας χρονικής διάρκειας στάδιο διαπραγματεύσεων και βούληση του ως άνω εφεσίβλητου, ήτοι να διακόψει τη συνεργασία του με την εκκαλούσα, για δικούς του αποκλειστικά λόγους αναγόμενους στα οικονομικά συμφέροντα του (επιδιωκόμενη αύξηση των κερδών του), με την προσφορά καλυτέρων τιμών προμηθευθέντων προϊόντων που μεταπωλούσε από το πρατήριο του από νέες εταιρείες διαθέσεως πετρελαιοειδών, οι οποίες επεξέτειναν το δίκτυο τους και στην περιοχή όπου βρίσκεται το πρατήριο του εφεσίβλητου, προσφέροντας πλέον δελεαστικούς όρους στους συνεργαζόμενους με αυτές πρατηριούχους καυσίμων, όπως συμβαίνει στο εμπόριο με κάθε νέα μεγάλη εταιρεία, που θέλει να αντιμετωπίσει με επιτυχία τις ανταγωνίστριες εταιρίες του ίδιου κλάδου, είτε με την προσφορά μικρότερων τιμών διαθέσεως των προϊόντων της, είτε με προσφορά διαφόρων δώρων προς τους καταναλωτές.

Συνακόλουθα, εφόσον οι εφεσίβλητοι κατήγγειλαν έκτακτα την ένδικη σύμβαση χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου, υποχρεούνται σε αποζημίωση της εκκαλούσης και ειδικότερα για τα διαφυγόντα κέρδη της, που προσδοκούσε με πιθανότητα να λάβει, και απώλεσε από την 1-12-2001, που ζητεί με την αγωγή μέχρι την 31-12-2004.

Η απώλεια αυτή των κερδών της οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα των εφεσίβλητων, λόγω της κατά προεκτεθέντα άκαιρης και χωρίς σπουδαίο λόγο καταγγελίας της συμβάσεως, χωρίς να είναι συνυπαίτια για την πρόσκληση ή την επαύξηση της ζημίας η εκκαλούσα, όπως αβάσιμα διατείνονται οι εναγόμενοι με την προβολή της ενστάσεως του συντρέχοντος πταίσματος της κατ' άρθρο 300 ΑΚ".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων-αναιρεσειόντων να καταβάλουν στην ενάγουσα, εις ολόκληρο ο καθένας, το ποσό των 65.150,40 ευρώ. Έτσι που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις της συνθήκης ΕΟΚ και του Κανονισμού 1984/1983 της Επιτροπής, ούτε αυτές του Κανονισμού 2790/1999 της Επιτροπής που προβλέπει το ανεφάρμοστο του άρθρου 81 παρ. 1 Συνθ.

ΕΟΚ σε συμφωνίες που συνάπτονται μεταξύ δύο ή περισσοτέρων επιχειρήσεων, καθεμία από τις οποίες δραστηριοποιείται σε διαφορετικό επίπεδο της αλυσίδας παραγωγής ή διανομής. Διότι υπό τις προδιαληφθείσες πραγματικές παραδοχές του, στις οποίες δεν περιλαμβάνονται καθόλου περιστάσεις δυνάμενες να στηρίξουν κρίση ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση αποκλειστικής διανομής δύναται να έχει επιπτώσεις στο ενδοκοινοτικό εμπόριο και επάγεται αποτελέσματα περιοριστικά του ανταγωνισμού, περιστατικά, άλλωστε, τα οποία δεν είχαν επικαλεσθεί ούτε οι εναγόμενοι, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ακυρότητας της συμβάσεως αυτής σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 81 παρ. 1 και 2 Συνθ.

ΕΟΚ. Κατ' ακολουθίαν, ο δεύτερος υπό στοιχ. Β και Γ από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι έπρεπε να απορριφθεί η αγωγή, λόγω ακυρότητας της σύμβασης από την παράλειψη της ενάγουσας να χορηγήσει στους εναγόμενους όλα τα συμφωνηθέντα χρηματοοικονομικά ανταλλάγματα που προβλέπονται από τον Κανονισμό 1984/1983, είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που αποδίδει στο Εφετείο τις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 10 και 13 του ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι δέχθηκε χωρίς καμία απόδειξη και με εσφαλμένη κατανομή του βάρους απόδειξης ότι η αναιρεσίβλητη χορήγησε στην πρατηριούχο εταιρία τα συμφωνηθέντα οικονομικά ανταλλάγματα που προβλέπονται στο άρθρο 85 της Συνθήκης της ΕΟΚ, προβάλλεται αλυσιτελώς, αφού συνδέεται με το κύρος της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης αποκλειστικής διανομής και προϋποθέτει την παραδοχή ότι αυτή μπορεί να έχει επιπτώσεις στο ενδοκοινοτικό εμπόριο και επάγεται αποτελέσματα περιοριστικά του ανταγωνισμού, πράγμα που δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση.

Για τους ίδιους λόγους αλυσιτελώς προβάλλεται και ο τρίτος από τον αριθ. 8, πράγματι όμως από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος του αναιρετηρίου, ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη την αίτηση των αναιρεσειόντων για επίδειξη των τιμολογίων και λοιπών παραστατικών αγοράς και τοποθέτησης στο πρατήριο υγρών καυσίμων των συμφωνηθέντων ως αντάλλαγμα καινούργιων κινητών πραγμάτων, τα οποία έγγραφα χρησίμευαν για την απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι η σύμβαση είναι άκυρη λόγω μη χορήγησης όλων των ανωτέρω ανταλλαγμάτων.

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης όχι δε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί ( Ολ.ΑΠ 3/1997 ). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο ( τελευταίο ) από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του όλα τα περιστατικά που είχαν επικαλεσθεί πρωτοδίκως οι αναιρεσείοντες για τη θεμελίωση της ενστάσεως τους ότι η καταγγελία της σύμβασης έγινε από σπουδαίο λόγο και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό ότι η αναιρεσίβλητη αδυνατούσε να τους προμηθεύει με τα λιπαντικά της εταιρίας ΤΕΧΑΚΟ, την οποία ως προς τα προϊόντα αυτά δεν την διαδέχθηκε η αναιρεσίβλητη.

Το περιστατικό, όμως, αυτό της αδυναμίας της ενάγουσας να προμηθεύει το πρατήριο των εναγομένων με λιπαντικά της εταιρίας " ΤΕΧΑΚΟ ΛΙΠΑΝΤΙΚΑ Α.Ε. ", χωρίς την επίκληση άρνησης της αναιρεσίβλητης να προμηθεύει το πρατήριο με τα δικά της λιπαντικά με τις τιμές, τους όρους και τις διευκολύνσεις που είχαν συμφωνηθεί για τα λιπαντικά της ΤΕΧΑΚΟ, τα οποία δεν προβάλλεται ισχυρισμός ότι υπερτερούσαν έναντι εκείνων της SΗΕLL, δεν συνιστά σπουδαίο λόγο καταγγελίας της σύμβασης και συνεπώς δεν αποτελούσε ουσιώδη ισχυρισμό και η μη λήψη υπόψη από το Εφετείο δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-11-2008 αίτηση των: 1) Εταιρίας με την επωνυμία " Χ1 ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε. ", που εδρεύει στο ... και 2) Χ2, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως της υπ' αριθ. 9139/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ioυλίου 2010.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ