Appeal dismissed because the defendants improperly raised a new plea of lack of standing in the appeal rather than the appeal brief.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by several companies against a second-instance judgment. The appellants attempted to introduce a new argument regarding their lack of passive standing in the appeal brief, which the court deemed inadmissible. The court held that such procedural objections must have been raised in the original lawsuit or the appeal brief, not added later as a new plea. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 paragraphs 1-3 and 527 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court examines whether a party who did not appear or did not participate properly in the proceedings was properly summoned. Furthermore, arguments regarding standing must be raised in the original lawsuit or the appeal brief, not introduced as a new plea in the appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1379 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1379/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καθών η κλήση: 1) Ανώνυμης εμπορικής και βιομηχανικής εταιρείας με την επωνυμία "Χ4 ΑΕΒΕ" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Χ4 ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΠΕ" που εδρεύει στο ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, 3. Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΠΑΝ ΣΕΡΒΙΣ ΕΠΕ" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 4. Χ4, 5. Χ5, 6. Χ6 και 7. Χ7, κατοίκων όλων ... . Οι τρεις πρώτες εταιρείες δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο, ο μεν 4ος, παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Καρατζογιάννη, οι δε 5ος, 6ος και 7η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο ο οποίος δήλωσε ότι οι τρείς πρώτες εταιρείες βρίσκονται υπό εκκαθάριση.
Του αναιρεσιβλήτου-καλούντος: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σιουρούνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-9-1997 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου-καλούντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2120/2002 προδικαστική 4977/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8664/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 20-3-2006 αίτησή τους επί της οποίας εκδόθηκε η 210/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο καλών- αναιρεσίβλητος με την από 14-3-2007 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 2-11-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αναίρεση εν μέρει.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων-καθών η κλήση ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου-καλούντος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ.1-3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποίος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Αν δε στη δίκη για την αναίρεση συμμετέχουν περισσότεροι και κάποιος από αυτούς, απουσιάζει ή δεν συμμετέχει νόμιμα και δεν έχει κλητευθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους (Ολ.ΑΠ 2/2006). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδαφ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδαφ.
β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή, της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι ότι ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.
Αντιθέτως αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολιπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί , κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και επομένως δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επίσπευσής της, συζήτησης ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η έγγραφη αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο, και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του.
Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 143 παρ.3, 104 και 96 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η επίδοση της κλήσης για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης μπορεί να γίνει εγκύρως και στον δικηγόρο που υπογράφει την αίτηση, ως πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος και ο οποίος τεκμαίρεται ότι τυγχάνει αντίκλητός του για την υπόθεση για την οποία υπέγραψε το σχετικό δικόγραφο και έχει, ως εκ τούτου, την κατά το άρθρο 142 του ίδιου Κώδικα εξουσία.
να παραλαμβάνει τα προς τον διάδικο που τον διόρισε απευθυνόμενα και αφορώντα στην υπόθεση δικόγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (24.11.2008) συζητήθηκε με εκφώνησή της κατά τη σειρά του πινακίου η κρινόμενη από 20.03.2006 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8.664/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών (αριθμ.
πιν.47), που φέρεται για συζήτηση με την από 14.3.2007 κλήση του αναιρεσιβλήτου. Κατά τη συζήτηση όμως αυτή, όπως από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου προκύπτει, δεν εκπροσωπήθηκαν, ούτε με δήλωση, κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, οι πρώτη, δεύτερη και τρίτη αναιρεσείουσες και καθών η κλήση εταιρίες "Χ4 ΑΒΕΕ", "Χ4 ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΠΕ" και "ΠΑΝ ΣΕΡΒΙΣ ΕΠΕ".
Από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Δικάσιμος για την εκδίκαση της κρινόμενης αίτησης ορίστηκε αρχικώς η 13.11.2006, συζητήθηκε δε αυτή κατά την εν λόγω αρχική δικάσιμο με επίσπευση των αναιρεσειόντων, μετά την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 210/2007 απόφαση του τμήματος τούτου του Αρείου Πάγου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση.
Μετά την έκδοση της εν λόγω απόφασης, η υπόθεση επαναφέρθηκε για συζήτηση με την από 14.03.2007 κλήση του αναιρεσιβλήτου και ορίστηκε δικάσιμος για συζήτηση της υπόθεσης η 25.02.2008. Κατά τη δικάσιμο αυτή 25.02.2008, οι ήδη απολιπόμενες πρώτη, δεύτερη και τρίτη των αναιρεσειόντων εκπροσωπήθηκαν από τον άνω αναφερόμενο δικηγόρο Γ.
Καρατζογιάννη, ο οποίος όμως, δεν αποδεικνύεται ότι είχε διορισθεί νομίμως ως πληρεξούσιος δικηγόρος τους, και η συζήτηση δε της υπόθεσης αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία, όπως προαναφέρθηκε, δεν εμφανίσθηκαν ούτε με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, οι εν λόγω τρεις αναιρεσείουσες.
Από την υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ..., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσίβλητος, που επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι, με εντολή του νομίμως παρισταμένου πληρεξουσίου του δικηγόρου Κ.Σουρούνη, αντίγραφο της άνω κλήσης για τη συζήτηση της υπόθεσης κατά τη δικάσιμο της 25.02.2008, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον υπογράφοντα την αίτηση αναιρέσεως ως πληρεξούσιο και αντίκλητο των αναιρεσειόντων δικηγόρο Γ.
Καρατζογιάννη. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των τριών αναιρεσειουσών.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώνει άλλο παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι στις προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης περιλαμβάνονται ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεως και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αυτής και της ζημίας.
Παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5.960/1933 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1325/1972), κατά το οποίο τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ' αυτό ποινές εκείνος που εκδίδει επιταγή χωρίς να έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής της επιταγής.
Από την ποινική αυτή διάταξη, που θεσπίστηκε για την προστασία όχι μόνο του δημόσιου αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 και επ. του ΑΚ, προκύπτει, ότι εκείνος που εκδίδει εν γνώσει του ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας έτσι παράνομα και υπαίτια άλλον, υποχρεούται να τον αποζημιώσει.
Η αξίωση προς αποζημίωση κατά τα άρθρο 914 και επ. ΑΚ συρρέει με την αξίωση από την επιταγή κατά τα άρθρα 40-47 του Ν. 5960/1933 και απόκειται στον δικαιούχο να ασκήσει αυτήν που προκρίνει. Δικαιούχος της αποζημιώσεως είναι όχι μόνο ο κομιστής της επιταγής κατά το χρόνο της εμφανίσεώς της (τελευταίος κομιστής), αλλά και κάθε υπογραφέας που πλήρωσε την επιταγή, ως εξ αναγωγής υπόχρεος, και έγινε κομιστής, αφού αυτός υφίσταται τελικά τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία του είναι απότοκος της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτήν.
Τα ανωτέρω ισχύουν και στην περίπτωση που ο κομιστής της επιταγής τη μεταβιβάσει σε άλλον λόγω ενεχύρου, οπότε δικαίωμα να την εμφανίσει προς πληρωμή έχει ο τελευταίος (ενεχυρούχος δανειστής), (άρθρο 1255 ΑΚ). Αν όμως την πληρώσει ο ενεχυράσας οφειλέτης, αποκτώντας εκ νέου τον τίτλο, ο ίδιος είναι αυτός που ζημιώνεται από τη μη πληρωμή της.
Εξάλλου, το δικαίωμα αναγωγής κατά του εκδότη και των προγενεστέρων υπογραφέων παρέχεται από τις διατάξεις του Ν. 5960/1933 (άρθρο 44), σε καθέναν υπογραφέα που την πλήρωσε και ο οποίος δύναται επιπλέον να διαγράψει την υπογραφή του, καθώς και τις υπογραφές των επομένων οπισθογράφων, με συνέπεια να εμφανίζεται και ως τελευταίος κομιστής που στηρίζει το δικαίωμά του σε αδιάκοπη σειρά οπισθογραφήσεων (άρθρα 19 και 47 παρ.2 του Ν. 5960/1933).
Αντίθετη άποψη, ότι δηλ. δικαιούχος της αποζημιώσεως από τη μη πληρωμή της επιταγής είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής αυτής, δεν συνάγεται ούτε από τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 79 του Ν. 5960/1933, που είχε προστεθεί με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, και κατά την οποία η ποινική δίωξη (για την πράξη της παρ. 1) ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε.
Τούτο δε διότι από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι ο όρος "κομιστής" της επιταγής χρησιμοποιείται στην παραπάνω διάταξη μόνο υπό την έννοια του τελευταίου κομιστή. Κατά συνέπεια, ως "κομιστής" θεωρείται κατά τη διάταξη αυτή και ο εξ αναγωγής υπόχρεος, ο οποίος πλήρωσε την επιταγή και έγινε κομιστής της.
Εξάλλου, η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε ήδη από το άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006 και ορίζεται πλέον ρητώς, ότι δικαίωμα υποβολής εγκλήσεως έχουν τόσο ο κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όσο και ο εξ αναγωγής υπόχρεος ο οποίος εξόφλησε την επιταγή και έγινε κομιστής της. Στην ίδια διάταξη προστέθηκε με το παραπάνω άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006, για την άρση κάθε αμφισβήτησης, ότι ο εξ αναγωγής υπόχρεος ο οποίος εξόφλησε την επιταγή δικαιούται να λάβει αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τις αδικοπραξίες (άρθρο 914 επ.).
Τέλος, η άποψη ότι ο εξ αναγωγής δικαιούχος ή ο ενεχυράσας την επιταγή κομιστής δεν έχουν δικαίωμα αποζημιώσεως κατά τα άρθρα 914 και επ. του ΑΚ, οδηγεί σε ανεπιεική αποτελέσματα, που δεν συνάγονται από το σκοπό του νόμου, αφού έτσι ωφελείται τελικά ο εκδότης, παρότι η δόλια συμπεριφορά του αποτελεί εκτροπή του θεσμού της επιταγής από την κατά νόμο λειτουργία του και συντελεί στη μείωση της αξιοπιστίας της επιταγής ως ex lege οργάνου πληρωμών.
Το ότι οι παραπάνω ζημιωθέντες έχουν δικαίωμα να στραφούν κατά του εκδότη ή των προηγουμένων οπισθογράφων ασκώντας το προαναφερόμενο δικαίωμα αναγωγής δεν οδηγεί σε αντίθετο συμπέρασμα, αφού η παρεχόμενη από τις σχετικές διατάξεις προστασία είναι ενδεχόμενο στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποβαίνει αναποτελεσματική.
Επομένως, και υπό την ισχύ της παρ. 5 του άρθρου 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933, όπως αυτή είχε πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 15 παρ. 3 του Ν. 3472/2006, ο ενεχυράσας την επιταγή οφειλέτης, ο οποίος πλήρωσε την επιταγή και έγινε εκ νέου κομιστής αυτής, έχει αξίωση αποζημιώσεως κατά του εκδότη, ως αμέσως ζημιωθείς από την παράνομη και υπαίτια πράξη του τελευταίου, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικοπραξιών (Ολ.ΑΠ 23/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση το εφετείο δέχτηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τα εξής: Ότι ο ήδη αναιρεσείων Χ4, ενεργώντας ως εκπρόσωπος της πρώτης αναιρεσείουσας εταιρίας με την επωνυμία "Χ4 ΑΕΒΕ" και στα πλαίσια των καθηκόντων του, υπογράφοντας κάτω από την εταιρική επωνυμία, εξέδωσε στις 30.3.1997 τέσσερις επιταγές, ποσού η κάθε μία 58.100.000 δρχ., πληρωτέες εις διαταγήν της αναιρεσείουσας εταιρίας με την επωνυμία "Χ4 ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΠΕ" από την Εμπορική Τράπεζα και από το λογαριασμό που διατηρούσε στην τράπεζα αυτή η εκδότρια.
Ότι η λήπτρια των επιταγών αυτών παραπάνω εταιρία μεταβίβασε αυτές δι' οπισθογραφήσεως στην αναιρεσείουσα εταιρία με την επωνυμία "ΠΑΝ ΣΕΡΒΙΣ ΕΠΕ", η οποία στη συνέχεια τις μεταβίβασε δι' οπισθογραφήσεως στον αναιρεσείοντα Χ4, αυτός δε τις μεταβίβασε επίσης δι' οπισθογραφήσεως στον αναιρεσείοντα Χ5, ο οποίος τις μεταβίβασε δι' οπισθογραφήσεως στον αναιρεσείοντα Χ6, ο οποίος τις μεταβίβασε επίσης δι' οπισθογραφήσεως στην αναιρεσείουσα Χ7 ενώ η τελευταία τις μεταβίβασε επίσης δι' οπισθογραφήσεως στον αναιρεσίβλητο.
Ότι στο πίσω μέρος του σώματος των επιταγών αυτών υπάρχει σφραγίδα με έντυπα στοιχεία "πληρώσατε εις διαταγήν Τράπεζας Εργασίας ΑΕ κατάστημα ... - ... 31.3.1997" και έπεται η υπογραφή του αναιρεσιβλήτου. Ότι οι επιταγές αυτές εμφανίστηκαν προς πληρωμή, μέσω του γραφείου συμψηφισμού, στην πληρώτρια Εμπορική Τράπεζα από την Τράπεζα Εργασίας την 1.4.1997 και δεν πληρώθηκαν διότι ο σχετικός λογαριασμός της εκδότριας εταιρίας είχε κλείσει από 13.8.1996, όπως βεβαιώνεται από την υπηρεσία συμψηφισμού της πληρώτριας τράπεζας, επί του σώματος των επιταγών.
Με βάση τις παραδοχές αυτές δέχθηκε το Εφετείο ότι τελευταίος κομιστής των επιταγών ήταν ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος παρέδωσε αυτές στην Τράπεζα Εργασίας μόνο προς είσπραξη και τις ανέλαβε από αυτή μετά την εμφάνιση και μη πληρωμή τους. Ακολούθως το Εφετείο δεχθέν ότι ο αναιρεσίβλητος ως τελευταίος νόμιμος κομιστής των επιταγών δικαιούται αποζημίωση λόγω αδικοπαξίας (ΑΚ 914) τελεσθείσας από την πρώτη αναιρεσείουσα (εκδότρια αυτών) και τον τέταρτο (νομίμο εκπρόσωπό της), και ότι οι λοιποί αναιρεσείοντες ευθύνονται προς πληρωμή των επιταγών αυτών ως προγενέστεροι εξ οπισθογραφήσεως κομιστές απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων.
Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, υπό των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδονται στο Εφετείο οι αιτιάσεις α) ότι με την κρίση του πως ο ενάγων, αν και είχε μεταβιβάσει τις επιταγές στην Τράπεζα Εργασίας και τις ανέλαβε μετά την εμφάνισή τους και τη μη πληρωμή τους, είναι ο τελευταίος κομιστής, δικαιούμενος να αξιώσει αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, που τελέστηκε από την εκδότρια των επιταγών και το νόμιμο εκπρόσωπό της, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 79 ν.5960/33, 914, 297,298 ΑΚ (πρώτο σκέλος) και β) με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε πως ο αναιρεσίβλητος είναι ο τελευταίος εξ οπισθογραφήσεως νόμιμος κομιστής των επιταγών (δεύτερο σκέλος).
Ο λόγος αυτός, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, είναι αβάσιμος, αφού, με την εκτεθείσα κρίση του, το Εφετείο ορθώς κατά τα προαναφερθέντα, ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής αυτών των διατάξεων.
Από τις διατάξεις των άρθρων 34 ν.5960/33, 416, 418 και 419 ΑΚ προκύπτει ότι, η εξ επιταγής ενοχή του υποχρέου προς πληρωμή αυτής (εκδότη και οπισθογράφων) αποσβήνεται με την καταβολή του ποσού αυτής στον νόμιμο κομιστή της. Η καταβολή αυτού του ποσού στον νόμιμο κομιστή από έναν των εις ολόκληρο ενεχομένων, απαλλάσσει και τους λοιπούς συνοφειλέτες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 483 ΑΚ.
Η καταβολή του ποσού της επιταγής πρέπει να είναι προσήκουσα, δηλαδή να λαμβάνει ο δανειστής ό,τι πράγματι δικαιούται, δεν υποχρεούται δε ο δικαιούχος, αντί του ποσού της επιταγής να δεχθεί άλλη παροχή (δόση αντί καταβολής), εκτός αν κατά συμφωνία των μερών ο δανειστής δέχεται άλλη παροχή προς εξόφληση της προηγουμένης.
Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ.1 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένη ένσταση του εναγόμενου οφειλέτη, ότι εξόφλησε τον δανειστή με καταβολή σ' αυτόν άλλης παροχής εκτός της αρχικώς συμφωνηθείσας και οφειλόμενης, πρέπει να αναφέρεται ο χρόνος καταρτίσεως της εν λόγω συμφωνίας, η νέα συμφωνηθείσα παροχή καθώς και εκείνη για την απόσβεση της οποίας με δόση αντί καταβολής δίδεται η νέα παροχή και ο τρόπος εκπλήρωσης της νέας παροχής.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης των ήδη αναιρεσειόντων προκύπτει, ότι αυτοί, με το 2ο λόγο έφεσης επανέφεραν στο Εφετείο προς απόρριψη της αγωγής τον εξής επί λέξει ισχυρισμό: "Διότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε σιγή την ένσταση εξοφλήσεως των επιδίκων επιταγών που προβάλαμε νομοτύπως και εμπροθέσμως με τις κατατεθείσες προτάσεις μας και αποδείξαμε πλήρως προσκομίζοντας μία σειρά από τιμολόγια-δελτία αποστολής εμπορευμάτων της 1ης από εμάς που παραδόθηκαν στον ενάγοντα-εφεσίβλητο προς πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της απαίτησης που είχε εναντίον της.
Συγκεκριμένα κατά της απαίτησης του ενάγοντα-εφεσιβλήτου προβάλλαμε την ένσταση εξοφλήσεως διότι ο τελευταίος είχε παραλάβει τα κάτωθι εμπορεύματα αξίας όπως αποδεικνύεται από τα προσαγόμενα δελτία αποστολής". Ο ισχυρισμός αυτός (λόγος έφεσης) ως ένσταση εξόφλησης, με δόση αντί καταβολής, των επιδίκων επιταγών ορθώς απορρίφθηκε από το Εφετείο ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται ο χρόνος κατάρτισης της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας, δυνάμει της οποίας ο ενάγων δέχθηκε να λάβει εμπορεύματα προς εξόφληση του ποσού των επιταγών, ποία ήταν τα εμπορεύματα αυτά κατ'είδος, ποσότητα και αξία και πότε έγιναν οι επί μέρους παραλαβές.
Επομένως ο δεύτερος λόγος από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παρά τον νόμο απέρριψε την ένσταση αυτή ως αόριστη, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται σε όλους τους λόγους αναίρεσης, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο 'Αρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο τρόπος προβολής του. Το γεγονός δε ότι ο σχετικός ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, αυτό όμως δεν σημαίνει και ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης.
Όμως και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτή για πρώτη φορά στον 'Αρειο Πάγο, εφόσον στηρίζονται σε πραγματικά γεγονότα που υποβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και αυτό προκύπτει από τη προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος που αυτός προτάθηκε ή επαναφέρθηκε στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Εξάλλου ναι μεν η συνδρομή της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποίησης των διαδίκων εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη και συνεπώς, ο περί αυτής ισχυρισμός για να ιδρύσει λόγο αναίρεσης πρέπει να έχει προταθεί στο εφετείο και να αναγράφεται στο αναιρετήριο, ότι έγινε η σχετική πρόταση.
Τέλος από το άρθρο 527 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο εναγόμενος, η εναντίον του οποίου αγωγή έγινε δεκτή με την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μπορεί με το δικόγραφο της έφεσής του ή με δικόγραφο προσθέτων λόγων έφεσης να επαναφέρει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο τις ενστάσεις του που απορρίφθηκαν πρωτοδίκως, τις οψιγενείς και αυτές για τις οποίες, χωρίς να είναι οψιγενείς ή να είχαν προταθεί πρωτοδίκως, συντρέχει λόγος από τους αναφερόμενους στο άρθρο 269 του ιδίου Κώδικα.
Δεν είναι όμως νόμιμη η επαναφορά ισχυρισμών στο εφετείο από τον εκκαλούντα εναγόμενο με τις προτάσεις, σε όσες περιπτώσεις οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο, ούτε με την προσθήκη των προτάσεων. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής:
Οι τρείς πρώτες αναιρεσείουσες με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και προς απόκρουση της εναντίον τους αγωγής του αναιρεσιβλήτου, προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι δεν νομιμοποιούνται παθητικώς, διότι "αυτές έχουν πτωχεύσει δυνάμει των υπ' αριθμ. ... αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ...".
Με την οριστική του απόφαση το Πολυμελές Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχθηκε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, απορρίψαν ως αόριστο τον άνω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης. Οι τελευταίοι επανέφεραν στο Εφετείο τον εν λόγω ισχυρισμό όχι με σχετικό λόγο της εφέσεώς τους αλλά με την προσθήκη στις προτάσεις τους, ήτοι απαραδέκτως.
Επομένως, ο υπαγόμενος στη ρύθμιση του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ τρίτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο ψέγεται το Εφετείο ότι παρά τον νόμο έκρινε ως αόριστο τον προβληθέντα ως άνω ισχυρισμό, είναι απαράδεκτος. Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Μαρτίου 2006 αίτηση των α) της εταιρίας με την επωνυμία "Χ4 ΑΕΒΕ", β) της εταιρίας με την επωνυμία "Χ4 ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΠΕ", γ) της εταιρίας με την επωνυμία "ΠΑΝ ΣΕΡΒΙΣ ΕΠΕ", δ) Χ4, ε) Χ5, στ) Χ6 και ζ) Χ7, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8.664/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από ευρώ χίλια οκτακόσια (1.800).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ