Legislator Case Law & Legislation
1379/2006 AI generated

Supreme Court allows appeal against second instance court's refusal to consider notarized witness certificates obtained before the lawsuit began.

Case Number 1379/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision, which had rejected evidence based on the lack of prior summons to the State. The appellants submitted notarized witness certificates obtained prior to the lawsuit initiation for administrative purposes, arguing they were admissible under Article 559 of the Civil Procedure Code. The court ruled that the lower court erred in excluding these valid evidentiary means without considering their legal admissibility, thereby remanding the case for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 270(1), 336(3), 339, 395, 524(1) and 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure; Evidence obtained prior to the lawsuit initiation by third parties via notarized witness certificates is admissible for judicial fact-finding unless the court deems it intended specifically for the current trial.

Keywords

AI generated
notarized witness certificates prior to lawsuit initiation admissibility of evidence Civil Procedure Code remittal for retrial administrative purpose evidence summons requirement

Cited Legislation

AI generated
Article 270(1) and (3) of the Code of Civil Procedure
Article 336(3) of the Code of Civil Procedure
Article 339 of the Code of Civil Procedure
Article 395 of the Code of Civil Procedure
Article 524(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 13/1998

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1379 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1379/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Γεώργιο Καπερώνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ...., 2) .... και 3) ...... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Λευκόπουλο.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Αικατερίνη Γαλάνη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/9/2002 αγωγή, των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28465/2003 ίδιου Δικαστηρίου και 2101/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5 Μαΐου 2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καπερώνης, ανέγνωσε την από 10 Φεβρουαρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 5-5-2005 αίτηση αναιρέσεως της 2101/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης για τον ένατο λόγο της. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 270 παρ. 1 και 3, 336 παρ. 3, 339, 395 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, στη δευτεροβάθμια δίκη, επί εφέσεως κατ΄ αποφάσεως Μονομελούς Πρωτοδικείου, η οποία έχει εκδοθεί κατά την τακτική διαδικασία, στην οποία είχε εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδαφ. α΄ ΚΠολΔ, λαμβάνονται υπόψη και αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και συνεπώς άκυρα για οποιοδήποτε λόγο (Ολ.

ΑΠ 13/1998). Τέτοια αποδεικτικά μέσα είναι, μεταξύ άλλων, και τα αχαρτοσήμαντα έγγραφα ή ανεπικύρωτα φωτοαντίγραφα εγγράφων ή από άλλο λόγο άκυρα έγγραφα. Εξάλλου, από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι στη διαδικασία αυτή το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και τις ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη, συμβολαιογράφου ή προξένου, μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή.

Μαρτυρίες, όμως, τρίτων, που έχουν ληφθεί υπό τον τύπο των ενόρκων βεβαιώσεων πριν από την έναρξη της δίκης, όπως σε προηγηθείσα δίκη ασφαλιστικών μέτρων ή σε κάποια διοικητική διαδικασία, εφόσον επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες, μπορεί να ληφθούν υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων από το δικαστήριο, εκτός αν, κατά την κρίση του, έχουν ληφθεί για να χρησιμεύσουν στη δίκη.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις από 19-4-2004, προτάσεις των αναιρεσειουσών ενώπιον του Εφετείου, αυτές (αναιρεσείουσες) επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως προς θεμελίωσή της, από 9-9-2003, αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής τους, η οποία θεμελιώνεται και στην έκτακτη χρησικτησία του επιδίκου από τον δικαιοπάροχο αυτών (αναιρεσειουσών), εκτός άλλων αποδεικτικών μέσων, και τις 6470 και 6471 της 3-11-1997 ένορκες βεβαιώσεις των ....,....

και ....., που είχαν ληφθεί στο παρελθόν για αιτία που δεν αφορά την προκειμένη δίκη και συγκεκριμένως για να προσκομισθούν στο Γνωμοδοτικό Συμβούλιο του άρθρου 90 του π.δ. 284/1988. Από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά τη διάγνωση της ουσίας της διαφοράς, δεν έλαβε υπόψη τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις, με την αιτιολογία ότι «δεν δόθηκαν μετά προηγουμένη κλήτευση του Ελληνικού Δημοσίου (εναγομένου – εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου) προ δύο τουλάχιστον εργασίμων ημερών».

΄Ετσι, όμως, το Εφετείο, χωρίς να δέχεται και ότι οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις, καίτοι, έχουν ληφθεί αρκετά πριν από την έναρξη της ενώπιον εκείνου δίκης, έγιναν, παρά ταύτα, σκοπίμως για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα και στην ενώπιον εκείνου δίκη, εσφαλμένως δεν τις έλαβε υπόψη, αν και ήταν επιτρεπτά αποδεικτικά μέσα, που του επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι ήδη αναιρεσείουσες, προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όπως βάσιμα υποστηρίζουν αυτές, με τον ένατο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.

γ΄ ΚΠολΔ.

Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός, ως παραδεκτός και βάσιμος, ο ανωτέρω λόγος, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., στο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 2101/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει σε τριακόσια τριάντα (330) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαϊου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ