Supreme Court partially allows appeal against civil compensation order exceeding victim's prior claim in negligence homicide case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against a second-instance judgment ordering civil compensation for mental anguish. The lower court awarded 50 euros to a victim who had not previously claimed damages in the initial proceedings, thereby exceeding its authority. Consequently, the court struck down only the specific provision regarding this excessive compensation while dismissing the remainder of the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArt. 524 para. 2 in conjunction with Art. 470 of the Code of Criminal Procedure; Art. 510 para. 1 item 10 of the Code of Criminal Procedure: When a second-instance court orders civil compensation exceeding the amount previously claimed by the victim in the first instance, it exceeds its authority and must partially annul the decision to protect the accused's rights.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1378 / 2020 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1378/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονυσία Μπιτζούνη, Μιλιτιάδη Χατζηγεωργίου, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Ελισάβετ Τσιρακίδου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Όλγας Σμυρλή (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Β. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Βραχά, για αναίρεση της υπ' αριθ. 95/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Mε υποστηρίζουσες την κατηγορία: 1) Ι. Ν. του Π. και 2) Σ. Τ. του Χ., κατοίκων ... οι οποίες δεν παραστάθηκαν.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε, όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17/2/2020 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 18-2-2020, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου 1661/18-2-2020 και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 332/2020.
Αφού άκουσε
Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να απαλειφθεί η διάταξη της προσβαλλομένης απόφασης περί χρηματικής ικανοποίησης στις υποστηρίζουσες την κατηγορία και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 17.2.2020 και με αριθμό γενικού πρωτ. 1661/18.2.2020 αίτηση - δήλωση του Β. Σ. του Α. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 95/14.1.2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος από αμέλεια σκότωσε άλλον τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, "από αμέλεια πράττει όποιος από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια απαιτείται η διαπίστωση, αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την επιβαλλόμενη κατ' αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική, αφετέρου δε, ότι ο ίδιος, σύμφωνα με τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και ιδίως εξαιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε (μη συνειδητή αμέλεια) είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν (ενσυνείδητη αμέλεια) και το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την ενέργεια ή την παράλειψή του.
Η παράλειψη, ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, αφού το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται στη μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. Όταν, όμως, η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς, που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του ΠΚ, κατά το οποίο, "όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται, όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προβεί σε ενέργεια για την αποτροπή του αποτελέσματος".
Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται, ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης (δηλαδή ειδικής και όχι γενικής) υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση συνιστά πρόσθετο στοιχείο του εγκλήματος που τελείται με παράλειψη και μπορεί να πηγάζει από ρητή, επιτακτικού χαρακτήρα, διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπαιτίου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος (Ολ.ΑΠ 4/2010).
Στην περίπτωση αυτή πρέπει στην αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης να αναφέρεται και η συνδρομή της υποχρέωσης αυτής, να εκτίθενται, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαιτίου να ενεργήσει, επιπροσθέτως δε, αν πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός, ήτοι η νομική διάταξη, στην οποία θεμελιώνεται η ιδιαίτερη υποχρέωση προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, ενώ, αν η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση προκύπτει από την ιδιότητα του υπαιτίου, δεν είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός αυτής από ειδική διάταξη νόμου.
Ακόμη για τη θεμελίωση του ανωτέρω εγκλήματος, πρέπει να υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάτου, η οποία, εκτός των λοιπών στοιχείων του εγκλήματος, πρέπει να αιτιολογείται με σαφήνεια και πληρότητα, προκειμένου να έχει η σχετική καταδικαστική απόφαση την επιβαλλόμενη, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
Η πράξη ή η παράλειψη του δράστη τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα, όταν αυτή, κατά την κοινή αντίληψη, είναι εκείνη που, από μόνη της ή μαζί με τη συμπεριφορά άλλου προσώπου, βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς το αποτέλεσμα. Στα εγκλήματα που τελούνται με παράλειψη, θεωρείται ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράλειψης και του επελθόντος εγκληματικού αποτελέσματος στην περίπτωση, κατά την οποία, αν δεν είχε συντρέξει η αμελής συμπεριφορά (παράλειψη) του υπαιτίου, αν γινόταν, δηλαδή, η επιβεβλημένη ενέργεια, που τελικά δεν έγινε, τότε με μεγάλη πιθανότητα, η οποία εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, θα αποτρεπόταν το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του Κ.Ποιν.Δ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.
Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Εξάλλου, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ.
Ε' του Κ.Ποιν.Δ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και της έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, με αριθμό 95/2020, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό μετ' αναίρεση της υπ' αριθμόν 470/2018 αποφάσεώς του, με την υπ' αριθμόν 1514/2019 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία προσδιορίζονται κατ' είδος σ' αυτή, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν κατά λέξη τα εξής περιστατικά:
ο κατηγορούμενος στη ... Σερρών, στις 2-4-2012 από αμέλεια του, δηλαδή έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τας περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης του και επέφερε το θάνατο άλλου, αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος αυτού.
Συγκεκριμένα δε αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο κατηγορούμενος με τον αδελφό του Α. Σ. και τον πατέρα τους Α. Σ. διατηρούν από κοινού επιχείρηση, με αντικείμενο την αποσυναρμολόγηση αυτοκινήτων, τρακτέρ, κλπ και εν γένει παλιών μεταλλικών εξαρτημάτων, η οποία βρίσκεται σε οικόπεδο του πατέρα τους στη ...
Σερρών, και συγκεκριμένα στο πίσω μέρος του οικοπέδου. Την επιχείρηση αυτή διατηρούν από κοινού οι ανωτέρω παρόλο που ο κατηγορούμενος και ο πατέρας του εμφανίζονται ως αγρότες. Ο αδελφός του κατηγορουμένου Α. μέσα στο ίδιο ως άνω οικόπεδο διατηρεί επιχείρηση, ηλεκτρολογείου, η οποία έχει πρόσοψη στον κοινοτικό δρόμο.
Για τις ανάγκες λειτουργίας της παραπάνω επιχειρήσεως του ο κατηγορούμενος χρησιμοποιούσε τουλάχιστο επί δέκα (10) χρόνια έναν αεροσυμπιεστή, ιδιοκτησίας του, ο οποίος βρισκόταν στο πίσω μέρος του προαναφερθέντος οικοπέδου και σε επαφή με το ηλεκτρολογείο, κάτω από υπόστεγο, όπου φυλάσσονταν μια θεριζοαλωνιστική μηχανή του κατηγορουμένου, διάφορα εργαλεία, τρακτέρ, εξαρτήματα και ανταλλακτικά.
Την 2.4.2012 ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στον Γ. Τ. και του ζήτησε να τον βοηθήσει να επιδιορθώσουν τον αεροσυμπιεστή, καθόσον ο πιεσοστάτης του παρουσίαζε βλάβη. Ο Γ. Τ. υπηρετούσε ως μόνιμος επαγγελματίας οπλίτης με το βαθμό του λοχία στον Ελληνικό Στρατό Ξηράς, με την ειδικότητα του τεχνίτη τροχοφόρων μηχανημάτων, υπηρετούσε στο 567 Μ/Π ΤΠ και ήταν κάτοικος εν ζωή ...ς Σερρών και σύζυγος της πρώτης πολιτικώς Ι.
Ν. του Π., υιός της δεύτερης πολιτικώς ενάγουσας Σ. Τ. του Χ. και πατέρας τεσσάρων ανηλίκων τέκνων. Όταν ο Γ. Τ. βρισκόταν εκτός της ανωτέρω υπηρεσίας του συμπλήρωνε το εισόδημά του κάνοντας επιδιορθώσεις αυτοκινήτων στον αύλειο χώρο της κατοικίας του, χρησιμοποιώντας όποτε υπήρχε ανάγκη εργαλεία της επιχείρησης του κατηγορουμένου, με τον οποίο διατηρούσε φιλική σχέση.
Μετά το τηλεφώνημα του κατηγορούμενου περί ώρα 11,00 μετέβη άμεσα στο χώρο όπου βρισκόταν ο αεροσυμπιεστής και μαζί με τον κατηγορούμενο αφού αντικατέστησαν τον πιεσοστάτη που παρουσίασε βλάβη με καινούργιο, έθεσαν σε λειτουργία τον αεροσιμπιεστή προκειμένου να ρυθμίσουν την πίεση αυτού στον επιθυμητό βαθμό.
Όταν η ένδειξη της πίεσης ανήλθε στα 12 bar, όπως δηλώνει ο κατηγορούμενος, το αεροφυλάκιο διερράγη και προκλήθηκε ισχυρή έκρηξη, με αποτέλεσμα ο Γ. Τ., ο οποίος ήταν σκυμμένος πάνω από το μηχάνημα να υποστεί βαριά κοιλιακή κάκωση δεξιά, βαριά οπισθοπεριτοναϊκή κάκωση δεξιά, με βαριές συνθλιπτικές ρηκτικές ιστικές κακώσεις και κακώσεις ενδοκοιλιακών σπλάχνων, ρήξεις ύπατος, εντερικών ελίκων, δεξιού νεφρού, δεξιού επινεφριδίου, κατάγματα του δεξιού πλευρικού τόξου και του δεξιού λαγονίου οστού και που ως μόνη ενεργός αιτία επέφεραν τον θάνατο αυτού την 2.4.2012 περί ώρα 17:39.
Η ανωτέρω έκρηξη που επέφερε το θανάσιμο τραυματισμό του Γ. Τ. προκλήθηκε εξαιτίας της κακής κατάστασης του αεροσυμπιεστή, οποίος χρησιμοποιούνταν από τον κατηγορούμενο συνεχώς τουλάχιστον για μια δεκαετία, χωρίς να συντηρείται τακτικά, και κατά τον ενδεδειγμένο τρόπο από αυτόν, ούτε ποτέ να έχει ελεγχθεί και επισκευασθεί από εξειδικευμένα άτομα, όπως απαιτούνταν, λόγω της κατασκευής του και της επικινδυνότητας που ενείχε η χρήση πεπιεσμένου αέρα για τη λειτουργία του.
Συγκεκριμένα σύμφωνα με σχετικό εγχειρίδιο χρήσης παρόμοιου συμπιεστή, ο κατηγορούμενος χρήστης του έπρεπε α) τουλάχιστον κάθε εβδομάδα, και κανονικά πριν από κάθε χρήση του και μετά από αυτήν, να ανοίγει τη βαλβίδα στραγγισμού που βρίσκεται στη βάση του, ώστε να αποστραγγίζεται το αεροφυλάκιο από τα συσσωρευμένα ύδατα που παράγονται από τη χρήση του μηχανήματος, καθώς η υγρασία του ατμοσφαιρικού αέρα κατά την ψύξη αυτού εντός του αεροφυλακίου συμπυκνώνεται σε νερό το οποίο μπορεί να προκαλέσει οξείδωση και διάβρωση του μετάλλου του δοχείου β) κάθε τρεις μήνες να γίνεται έλεγχος για ενδεχόμενη εσωτερική διάβρωση του δοχείου, και γ) σύμφωνα με την 14165/Φ17.4/373 της 2/9/1993 υπουργική απόφαση θα πρέπει vα γίνεται επανέλεγχος του δοχείου κάθε πέντε (5) χρόνια από ειδικά εξουσιοδοτημένο φορέα.
Το συγκεκριμένο μηχάνημα, το οποίο ο κατηγορούμενος είχε αγοράσει μεταχειρισμένο από προηγούμενο χρήστη του και χρησιμοποιούσε επί δέκα (10) και πλέον έτη, όπως προαναφέρθηκε, όπως αναφέρεται στην πραγματογνωμοσύνη που διενήργησε μετά την έκρηξη στα πλαίσια της προανάκρισης ο μηχανολόγος μηχανικός Ν.
Μ., έφερε εσωτερικά διάβρωση σε ζώνες πλάτους 120 και 150 χιλιοστών κατά μήκος εκατέρωθεν του σημείου συρραφής του κυλίνδρου του αεροφυλακίου (βλ. τις συνημμένες στην πραγματογνωμοσύνη φωτογραφίες), οφειλόμενη σε συγκεντρωμένο νερό στον πυθμένα αυτού, γεγονός που καταδεικνύει την πλημμελή συντήρησή του από τον κατηγορούμενο, ο οποίος αμελούσε τακτικά να προβεί στην ανωτέρω ενέργεια αποστράγγισης του συμπυκνώματος, όπως αποδεικνύεται από την ύπαρξη ιχνών αυτού στον πυθμένα του αεροφυλακίου του επίδικου αεροσυμπιεστή.
Ο πραγματογνώμονας Ν. Μ. με βάση τα ευρήματα της έκρηξης εκτίμησε ότι η αντοχή του συγκεκριμένου δοχείου (του οποίου οι προδιαγραφές του, εάν βρισκόταν, σε καλή κατάσταση προβλέπουν αντοχή σε 19 bar) προσδιορίστηκε περίπου σε 13,9 bar με συντελεστή ασφαλείας 1,5 και ότι αν θεωρηθεί ακριβές το αναφερόμενο από τον ιδιοκτήτη του μηχανήματος ότι το αεροφυλάκιο διερράγη όταν η πίεση στο εσωτερικό του έφθασε στα 12 bar, προκύπτει ότι η πραγματική αντοχή του ήταν μικρότερη εκείνης που κανονικά αναμενόταν.
Ο κατηγορούμενος βέβαια κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου απολογία του, στην αιτίαση ότι δεν συντηρούσε το σχετικό μηχάνημα τακτικά και κατά τον ενδεδειγμένο τρόπο, ισχυρίστηκε ότι αν δούλευε (εννοεί τον, αεροσυμπιεστή) το άδειαζε μέρα παρά μέρα, πλην όμως ο ισχυρισμός του αυτός δεν επιβεβαιώνεται από τις παραπάνω διαπιστώσεις του πραγματογνώμονα, ενώ για την υποχρέωσή του για τον ανά τρίμηνο έλεγχο για ενδεχόμενη εσωτερική διάβρωση του δοχείου ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι ".....Δεν μπορώ εγώ να το δω από μέσα, δεν το ήξερα (εννοεί ότι είχε την σχετική υποχρέωση).......
". Η εν λόγω διάβρωση του μεταλλικού κυλίνδρου του αεροφυλακίου στα σημεία συγκόλλησής του μείωσε την αντοχή των ραφών με αποτέλεσμα κατά την αύξηση της πιέσεως από τον Γ. Τ. να δημιουργηθεί ρωγμή σε κάποιο σημείο τους, που έφερε πιθανόν τη μεγαλύτερη διάβρωση, η οποία επεκτάθηκε αμέσως κατά μήκος αυτών των ραφών συγκόλλησης, προκαλώντας τη θραύση τους και εξ αυτού την έκρηξη. Λόγω δε της πλημμελούς συντήρησης του επίδικου αεροσυμπιεστή από τον κατηγορούμενο νομέα και κάτοχό του, αυτός δημιούργησε τις πρόσφορες συνθήκες για την επέλευση του ζημιογόνου αποτελέσματος.
Συνεπώς για τον θανάσιμο τραυματισμό του Γ. Τ. ευθύνεται ο κατηγορούμενος καθόσον αυτός παρέλειψε από αμέλεια του, μολονότι λόγω της ανωτέρω ιδιότητάς του (νομέας και κάτοχος του αεροσυμπιεστή) και της προηγούμενης συμπεριφοράς του (πλημμελής συντήρηση του) είχε ιδιαίτερη, νομική υποχρέωση να εμποδίσει το θανόντα να επέμβει στο μηχάνημα, επιχειρώντας να το επισκευάσει, αφού αυτός ουδόλως είχε εξειδικευμένες γνώσεις γι' αυτό, και πάντως να τον ενημερώσει για την παλαιότητά του, την κακή κατάσταση του, την ενδεχόμενη εσωτερική διάβρωσή του, λόγω της μη ενδεδειγμένης συντήρησης του από αυτόν, και τη μείωση της αντοχής του σε αυξημένη πίεση αέρα και εν γένει την επικινδυνότητα που ενείχε η προσπάθεια επιδιόρθωσής του. Ο κατηγορούμενος όχι μόνο παρέλειψε να προβεί στα ανωτέρω αλλά αντίθετα, μη προβλέποντας το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, κάλεσε τον θανόντα να προβεί στην επιδιόρθωση του επίδικου αεροσυμπιεστή χωρίς καμία προηγούμενη ενημέρωσή του, γεγονός το οποίο δεν αρνήθηκε ο κατηγορούμενος ο οποίος, κατά την ενώπιον του δικαστηρίου αυτού απολογία του δήλωσε ".....
Δεν του 'πα κάτι, γιατί δεν ήταν άσχετος, δούλευε τα μηχανήματα..... ..... Αν ήξερα ότι υπάρχει επικινδυνότητα, δεν θα 'μουν εγώ εκεί, ούτε τα παιδιά μου, εκεί παίζουν. Δεν τον σταμάτησα, αφού το δούλευε το εργαλείο. Το μηχάνημα το 'χα στα 10 χρόνια. Αν γνώριζα ότι υπήρχε κίνδυνος, ούτε εγώ θα 'μουν εκεί.". Στα εγχειρίδια χρήσεως επίσης που αφορούν σε αεροσυμπιεστές και αναφέρονται σε ρύθμιση του πιεσοστατή υπάρχει η υπόμνηση εντός πλαισίου ότι ο πιεσοστάτης του αεροσυμπιεστή έχει ρυθμιστεί στο εργοστάσιο και ενδεχόμενη επέμβαση μπορεί να προκαλέσει προβλήματα στη λειτουργία ή και στην ασφάλεια της συσκευής.
Οποιαδήποτε επέμβαση στη ρύθμιση του πιεσοστάτη πρέπει να εκτελείται μόνο από ειδικευμένο τεχνικό, και να μην επιτρέπεται σε άλλους να χειρίζονται τον αεροσυμπιεστή παρά μόνο αν διαθέτουν κατάλληλες γνώσεις και εμπειρία. Είχε δε ο παραπάνω κατηγορούμενος ιδιαίτερη νομική υποχρέωση για την αποτροπή του βλαπτικού αυτού αποτελέσματος, πηγάζουσα από τις οδηγίες χρήσεως και την 14165/Φ17.4/373 της 2/9/1993 υπουργική απόφαση σύμφωνα με την οποία πρέπει να γίνεται επανέλεγχος του δοχείου κάθε πέντε χρόνια από ειδικά εξουσιοδοτημένο φορέα.
Ο κατηγορούμενος ζητώντας την απαλλαγή του ισχυρίστηκε ότι καμία ευθύνη δεν τον βαρύνει καθόσον ο θανών Γ. Τ. χρησιμοποιούσε τακτικά το εν λόγω μηχάνημα για τις δικές του εργασίες και γνώριζε την παλαιότητα του, την κακή κατάστασή του και την πλημμελή συντήρησή του καθόσον το μηχάνημα έφερε έντονη οξείδωση και διάβρωση και στην εξωτερική του επιφάνεια.
Ο ισχυρισμός αυτός του κατηγορουμένου είναι απορριπτέος καθόσον ο θανών μπορεί να γνώριζε την παλαιότητα του μηχανήματος, δεν αποδείχθηκε όμως ότι διέθετε γνώσεις και εμπειρία για τη ρύθμιση του πιεσοστάτη, ούτε ότι μπορούσε όμως να γνωρίζει την πλημμελή συντήρηση του μηχανήματος εκ μέρους του κατηγορουμένου, εφόσον ο τελευταίος δεν τον είχε ενημερώσει, όπως ο ίδιος παραδέχθηκε, όπως προαναφέρθηκε.
Αντίθετα λόγω της συνεχούς επαγγελματικής χρήσεως του μηχανήματος αυτού από τον κατηγορούμενο ο θανών είναι λογικό να πίστευε ότι ο κατηγορούμενος πραγματοποιούσε τον καθαρισμό του αεροφυλακίου από το συμπύκνωμα του υγρού/όπως όφειλε σύμφωνα με το εγχειρίδιο χρήσης του και τους κανόνες περιοδικού επανελέγχου του δοχείου, όπως αυτοί προσδιορίζονται στην υπ' αριθμ. 14165/Φ17.4/373 της 2/9/1993 υπουργική απόφαση.
Περαιτέρω το μηχάνημα στην εξωτερική του επιφάνεια έφερε οξειδώσεις, όχι όμως, όπως ισχυρίστηκε κατά την ενώπιον του δικαστηρίου τούτου απολογία του ο κατηγορούμενος, και διαβρώσεις, όπως κατέθεσε και ο παραπάνω πραγματογνώμονας, ότι οποίες προέρχονται από την υγρασία της ατμόσφαιρας, δεν επηρεάζουν την εσωτερική επιφάνεια, δεν έχουν σχέση με την καλή ή κακή κατάσταση του μηχανήματος και δεν παραπέμπουν σε κακή συντήρηση του μηχανήματος.
Τέλος δε πρέπει να αναφερθεί ότι αναφορικά με την διαπίστωση του πραγματογνώμονα ότι το συγκεκριμένο μηχάνημα έφερε από κατασκευής του συγκολλήσεις με μίσχο, και αυτό το χαρακτηρίζει ως τοπικό ελάττωμα, εκτιμά ότι αυτό συνηγορεί υπέρ του χαρακτηρισμού της συγκολλήσεως ως όχι πολύς καλής, όμως δεν αποτέλεσε την αφετηρία της θραύσης των συγκολλήσεων.
Με βάση τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και τα οποία προσδίδουν σ' αυτή τον χαρακτηρισμό της άνευ συνειδήσεως αμέλειας του κατηγορουμένου, ο κατηγορούμενος, απορριπτομένων των ισχυρισμών του, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της άνω αποδιδόμενης σ' αυτόν αξιόποινης πράξης κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας".
Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο, με την ελαφρυντική περίσταση του προτέρου συννόμου βίου (άρθρο 84 παρ.2 παρ. α' του νέου Π.Κ.), για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για την οποία του επέβαλε ποινή φυλακίσεως δώδεκα (12) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο κατά λέξη διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Στη ... Σερρών, στις 2-4-2012, από αμέλειά του, δηλαδή έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα της πράξης του και επέφερε το θάνατο άλλου, αν και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος αυτού.
Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος, ήταν ιδιοκτήτης ενός αεροσυμπιεστή με αεροφυλάκιο, χωρητικότητας 500 λίτρων, ο πιεσοστάτης του οποίου παρουσίαζε διαρροή και, για το λόγο αυτό, κάλεσε τον Γ. Τ., στρατιωτικό, με την ειδικότητα του τεχνίτη τροχοφόρων μηχανημάτων, για να αποκαταστήσει τη βλάβη στο ανωτέρω μηχάνημα.
Ανέλαβε, συνεπώς, με την πράξη του αυτή, την ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να λαμβάνει τα κατάλληλα προστατευτικά μέτρα για την ασφάλεια του Γ. Τ., και, ειδικότερα, να τον ενημερώσει επισταμένως για την παλαιότητα του μηχανήματος, για την ύπαρξη τεχνικών ελαττωμάτων ή διαβρώσεών του και για την αντοχή του, με δεδομένο ότι το μηχάνημα έφερε αεροφυλάκιο που περιείχε πεπιεσμένο αέρα, ωστόσο, ο κατηγορούμενος, αν και γνώριζε ότι ο αεροσυμπιεστής ήταν παλαιός και είχε τεχνικά ελαττώματα, με αποτέλεσμα να είχε μειωθεί η αντοχή των συγκολλήσεων των μερών του λόγω διάβρωσης και ότι, συνεπώς, δεν θα ήταν ανθεκτικός σε αυξημένη πίεση αέρα, δεν φρόντισε να ενημερώσει τον Γ.
Τ., αλλά αντίθετα, μη προβλέποντας το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, τον κάλεσε και του ανέθεσε να επισκευάσει τον αεροσυμπιεστή, με αποτέλεσμα αυτής της παραλείψεώς του, ο Γ. Τ., αφού αντικατέστησε, τον πιεσοστάτη που παρουσίαζε τη διαρροή, επανεκκίνησε την αντλία, προκειμένου να ξαναγεμίσει το αεροφυλάκιο με πεπιεσμένο αέρα και ανέμενε να φτάσει η πίεση στην επιθυμητή τιμή για να ρυθμίσει τον πιεσοστάτη να διακόπτει τη λειτουργία της αντλίας, το αεροφυλάκιο, εξαιτίας της πίεσης που είχε φτάσει στα 12 bar, αν και οι προδιαγραφές του μηχανήματος, εάν βρισκόταν σε καλή κατάσταση προβλέπουν αντοχή σε 19 bar, διερράγη, υπό μορφή ισχυρής έκρηξης, με αποτέλεσμα ο Γ.
Τ. να υποστεί βαριά κοιλιακή κάκωση δεξιά, βαριά οπισθοπεριτοναϊκή κάκωση δεξιά, με βαριές συνθλιπτικές ρηκτικές ιστικές κακώσεις και κακώσεις ενδοκοιλιακών σπλάγχνων, ρήξεις ύπατος, εντερικών ελίκων, δεξιού νεφρού, δεξιού επινεφριδίου, κατάγματα του δεξιού πλευρικού τόξου και του δεξιού λαγονίου οστού και που ως μόνη ενεργός αιτία επέφεραν το θάνατο αυτού την 2-4-2012.
Με τις ανωτέρω παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώ-νονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα ως άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος τούτου, οι αποδείξεις, που τα θεμελιώνουν, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις προπαρατεθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, των άρθρων 302,15 και 28 παρ.1 του Π.Κ., τις οποίες το Δικαστήριο της ουσίας ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την αμελή συμπεριφορά του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου πραγματικά περιστατικά, το είδος της αμέλειας και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ αυτής και του προκληθέντος θανάτου του Γ. Τ.. Συγκεκριμένα, με τα διαλαμβανόμενα στο αιτιολογικό της αποφάσεως επαρκώς αιτιολογούνται τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προσδιορίζουν την αμέλεια του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, συνισταμένη στο ότι όντας ιδιοκτήτης ενός αεροσυμπιεστή με αεροφυλάκιο, χωρητικότητας 500 λίτρων, ο πιεσοστάτης του οποίου παρουσίαζε διαρροή, κάλεσε τον φίλο του Γ.
Τ. για την επισκευή του, ο οποίος υπηρετούσε ως μόνιμος επαγγελματίας οπλίτης στον Ελληνικό Στρατό Ξηράς, με την ειδικότητα του τεχνίτη τροχοφόρων μηχανημάτων. Ο τελευταίος, μετά την αντικατάσταση του πιεσοστάτη με καινούργιο έθεσε σε λειτουργία τον αεροσυμπιεστή, προκειμένου να ρυθμίσει την πίεση αυτού στον επιθυμητό βαθμό, όταν όμως η ένδειξη της πίεσης ανήλθε στα 12 bar, το αεροφυλάκιο διερράγη και προκλήθηκε ισχυρή έκρηξη, με αποτέλεσμα ο Γ.
Τ. να τραυματισθεί θανάσιμα. Με τις παραδοχές δε του σκεπτικού αιτιολογείται επαρκώς ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος και του επελθόντος εξαιτίας αυτής θανατηφόρου τραυματισμού του Γ. Τ., αφού δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι το αποτέλεσμα του θανάτου του οφείλεται σε παράλειψη του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος να τον ενημερώσει για την κακή κατάσταση του αεροσυμπιεστή, τον οποίο είχε αγοράσει μεταχειρισμένο και χρησιμοποιούνταν συνεχώς πλέον της δεκαετίας από της αγοράς του, χωρίς ποτέ να ελεγχθεί από εξειδικευμένα άτομα, όπως απαιτείτο, λόγω της κατασκευής του και της επικινδυνότητας που ενείχε η χρήση πεπιεσμένου αέρα για τη λειτουργία του.
Ειδικότερα, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως σύμφωνα με σχετικό εγχειρίδιο συντήρησης του εν λόγω μηχανήματος, ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων έπρεπε τουλάχιστον κάθε εβδομάδα και πριν από κάθε χρήση να ανοίγει τη βαλβίδα στραγγισμού, ώστε να αποστραγγίζεται το αεροφυλάκιο από τα συσσωρευμένα ύδατα, που παράγονται από τη χρήση του μηχανήματος, διότι διαφορετικά μπορεί να προκληθεί οξείδωση και διάβρωση του μετάλλου του δοχείου, για την αποτροπή δε του κινδύνου αυτού, κάθε τρεις μήνες έπρεπε να γίνεται έλεγχος του δοχείου και σύμφωνα με την υπ' αριθμόν 14165/Φ17.4/373 της 2.9.1993 υπουργική απόφαση , θα έπρεπε να γίνεται έλεγχος του δοχείου κάθε πέντε χρόνια από ειδικά εξουσιοδοτημένο φορέα.
Εξαιτίας δε της μη τηρήσεως των ανωτέρω υποχρεώσεών του και της εξ αυτού του λόγου κακής συντήρησης του άνω μηχανήματος, αυτό έφερε εσωτερικά διάβρωση σε ζώνες πλάτους 120 και 150 χιλιοστών, κατά μήκος εκατέρωθεν του σημείου συρραφής του κυλίνδρου του αεροφυλακίου οφειλόμενη σε συγκέντρωση ύδατος στον πυθμένα, λόγω της μη κατά τακτά χρονικά διαστήματα αποστράγγισης του συμπυκνώματος, το οποίο (συμπύκνωμα) προκάλεσε διάβρωση του μεταλλικού κυλίνδρου του αεροφυλακίου στα σημεία συγκόλλησης και μείωσε την αντοχή των ραφών με αποτέλεσμα κατά την αύξηση της πιέσεως από τον Γ.
Τ. να δημιουργηθεί ρωγμή σε κάποιο σημείο, η οποία επεκτάθηκε αμέσως κατά μήκος των ραφών συγκόλλησης προκαλώντας τη θραύση τους και την εξ αυτής έκρηξη. Αιτιολογείται ακόμη με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως η αντοχή του συγκεκριμένου δοχείου, όπως εκτιμήθηκε από τον πραγματογνώμονα Ν. Μ., (του οποίου οι προδιαγραφές εάν βρισκόταν σε καλή κατάσταση προβλέπουν αντοχή 19 bar), η οποία προσδιορίστηκε σε 13,9 bar περίπου, με συντελεστή ασφαλείας 1,5 και με δεδομένο ότι το αεροφυλάκιο διερράγη όταν η πίεση στο εσωτερικό του έφθασε στα 12 bar, προκύπτει ότι η πραγματική αντοχή του ήταν μικρότερη εκείνης που κανονικά θα αναμενόταν.
Επίσης, με σαφήνεια παρατίθεται η μορφή υπαιτιότητας του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, η οποία περιγράφεται ως μη συνειδητή αμέλεια (μη πρόβλεψη του αξιοποίνου αποτελέσματος), διαλαμβάνεται δε και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του και του επελθόντος θανατηφόρου αποτελέσματος, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο προκληθείς από το προπεριγραφόμενο ατύχημα τραυματισμός του Γ.
Τ., ήταν η μόνη ενεργός αιτία του θανάτου του, επειδή, λόγω της ανωτέρω ιδιότητας του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος ως νομέα και κατόχου του αεροσυμπιεστή και της προηγούμενης συμπεριφοράς του σχετικά με την πλημμελή συντήρηση αυτού, είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να εμποδίσει τον θανόντα να επέμβει στο άνω μηχάνημα, επιχειρώντας να το επισκευάσει, μολονότι δεν είχε εξειδικευμένες γνώσεις περί αυτού, και κυρίως την υποχρέωση να τον ενημερώσει για την παλαιότητα και την κακή κατάστασή του, λόγω της μη ενδεδειγμένης συντήρησής του, και της εξ αιτίας αυτής μείωσης της αντοχής του σε αυξημένη πίεση αέρα και την εν γένει επικινδυνότητα της προσπάθειας επιδιόρθωσής του από μη ειδικό τεχνίτη.
Εν τούτοις, από αμέλεια παρέλειψε να προβεί στα ανωτέρω, αλλά αντίθετα, μη προβλέποντας το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, κάλεσε τον Γ. Τ. να προβεί στην επιδιόρθωση του ως άνω αεροσυμπιεστή, με επακόλουθο το ανωτέρω περιγραφόμενο αποτέλεσμα. Εξάλλου, είναι αβάσιμες οι μερικότερες αιτιάσεις του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση:
α) έχει ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία με το να δεχθεί αφενός μεν ότι αυτός παρέλειψε να ενημερώσει τον θανόντα για την κατάσταση του μηχανήματος και αφετέρου να δέχεται ουσιαστικά με τις παραδοχές της ότι ο θανών ήταν γνώστης της καταστάσεώς του, αφού τέτοια παραδοχή για γνώση από τον θανόντα της πραγματικής καταστάσεως του αεροσυμπιεστή δεν διαλαμβάνεται στην απόφαση, παρά μόνον ότι ο θανών χρησιμοποιούσε μερικές φορές εργαλεία του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος.
β) Ο ισχυρισμός ότι στερείται νομίμου βάσεως, λόγω της αντιφατικής και ελλιπούς αιτιολογίας, διότι ενώ δέχεται ότι ο τύπος του συγκεκριμένου αεροφυλακίου άντεχε πίεση έως 12 bar, δεν αναφέρει ποιά ήταν η αναμενόμενη αντοχή σε bar, είναι επίσης αβάσιμος, αφού, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, διαλαμβάνεται στις αιτιολογίες ότι με βάση τα ευρήματα της πραγματογνωμοσύνης του Ν.
Μ., η αντοχή του συγκεκριμένου αεροφυλακίου προσδιορίστηκε σε 13,9 bar με συντελεστή ασφαλείας 1,5, εφόσον δε διερράγη όταν η πίεση στο εσωτερικό του έφθασε τα 12 bar, προκύπτει ότι η πραγματική αντοχή του ήταν μικρότερη εκείνης που θα αναμενόταν, χωρίς να είναι απαραίτητος στην περίπτωση αυτή ο ακριβής προσδιορισμός της αντοχής του, αφού είναι βέβαιο ότι ήταν μικρότερη των 12 bar.
γ) Είναι ομοίως αβάσιμος ο ισχυρισμός ότι δεν καθορίζεται με την προσβαλλόμενη απόφαση η μορφή της αμελούς συμπεριφοράς του, που συνέτρεξε για την επέλευση του θανατηφόρου ατυχήματος, αφού σαφώς περιγράφεται κατά τα στοιχεία της στο σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό ως άνευ συνειδήσεως αμέλεια.
δ) Όσον αφορά δε στον ισχυρισμό του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος περί ενδοιαστικής κρίσης στις παραδοχές του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως που αναφέρεται κατά λέξη ότι "Αντίθετα λόγω της συνεχούς επαγγελματικής χρήσεως του μηχανήματος αυτού από τον κατηγορούμενο ο θανών είναι λογικό να πίστευε ότι ο κατηγορούμενος πραγματοποιούσε τον καθαρισμό του αεροφυλακίου από το συμπύκνωμα του υγρού, όπως όφειλε σύμφωνα με το εγχειρίδιο χρήσης του και τους κανόνες περιοδικού επανελέγχου του δοχείου, όπως αυτοί προσδιορίζονται στην υπ' αριθμ. 14165/Φ.17.4/373 της 2.9.1993 υπουργική απόφαση", είναι αβάσιμος.
Τούτο διότι, η ως άνω παραδοχή, δεν αφορά σε ενδοιαστική κρίση, καθώς από το σύνολο των παραδοχών που προηγήθηκαν προκύπτει ότι το άνω Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να απαντήσει και να απορρίψει τον προβληθέντα προηγουμένως ισχυρισμό του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, ότι ο θανών χρησιμοποιούσε τακτικά το εν λόγω μηχάνημα για τις δικές του εργασίες και εξ αυτού του λόγου γνώριζε την παλαιότητά του, την κακή κατάσταση στην οποία βρισκόταν και την πλημμελή συντήρηση του, διέλαβε την ως άνω αιτιολογία ως ενισχυτικό στοιχείο της ευλόγου πεποιθήσεως που θα είχε ο θανών, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων πραγματοποιούσε τον καθαρισμό του αεροφυλακίου και προέβαινε σε τακτικό έλεγχο αυτού, σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στο εγχειρίδιο χρήσης του.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα πρώτος, ως προς όλα τα σκέλη του και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και για εσφαλμένη εφαρμογή των προπαρατεθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν με αντιφατικές αιτιολογίες και έλλειψη νομίμου βάσεως, όπως και ανωτέρω αναφέρθηκε, είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 331, 333, 358, 362 και 367 του νέου Κ.Π.Δ., που έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, εφόσον η προσβαλλόμενη, με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, απόφαση εκδόθηκε υπό την ισχύ του νέου ΚΠΔ, η έναρξη του οποίου ορίσθηκε από 1.7.2019 (βλ. άρθρο 590 παρ.1 εδ. α' σε συνδ. με άρθρο 589 παρ.3 αυτού), προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου, το οποίο δεν αναγνώσθηκε κατά την προφορική συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ.
δ' του ίδιου Κώδικα, από την οποία ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως, διότι έτσι στερείται ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει επ' αυτού τις απόψεις του, να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο ή να αντιταχθεί στην ανάγνωσή του.
Το περιεχόμενο του αναγνωσθέντος εγγράφου δεν είναι αναγκαίο να καταχωρίζεται στα πρακτικά της αποφάσεως ούτε να μνημονεύεται ποιο αποδεικτέο θέμα αφορά, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία εκείνα, από τα οποία προσδιορίζεται επαρκώς η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία, για το ποιο έγγραφο αναγνώσθηκε.
Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητας του εγγράφου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να εκθέσει (κατά το άρθρ. 358 Κ.Ποιν.Δ.) τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του ως προς το περιεχόμενό του, δεδομένου, μάλιστα, ότι, εφόσον στην πραγματικότητα συντελέσθηκε η ανάγνωση του εγγράφου, παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε σχετικές με το περιεχόμενό του δηλώσεις και εξηγήσεις, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο (πληρότητα ή μη του τίτλου), με τον οποίο αναφέρεται στα πρακτικά το αναγνωσθέν έγγραφο, αλλά από το αν αναγνώσθηκε πραγματικά ή όχι.
Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Τα ανωτέρω, όμως, δεν ισχύουν και η ως άνω ακυρότητα αποτρέπεται, όταν πρόκειται για έγγραφα, που αποτελούν στοιχεία του κατηγορητηρίου, ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφα διαδικαστικά ή αναφέρονται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενο τους προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μεταξύ των εγγράφων, που μνημονεύονται ως αναγνωσθέντα στο ακροατήριο, τα οποία έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος, περιλαμβάνεται και η υπ' αριθμόν πρωτοκ. .../15-ε πραγματογνωμοσύνη του Ν.
Μ., από την οποία αναγνώσθηκαν οι παράγραφοι 1.1.9, 1.1.10, 1.4.3 και 1.4.4. που αφορούν σε κρίσιμα πορίσματα αυτής, σχετιζόμενα με την κακή, λόγω πλημμελούς συντήρησης, κατάσταση του ένδικου αεροσυμπιεστή. Με την ανάγνωση των ως άνω περικοπών της εν λόγω πραγματογνωμοσύνης, δεν καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητα του εγγράφου και ότι κατέστη γνωστό το περιεχόμενο του στον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα και τη συνήγορο του, οι οποίοι είχαν τη δυνατότητα να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με τα αναγνωσθέντα χωρία ή και ολόκληρης της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, πλην όμως δεν προέβαλαν καμία αντίρρηση για την ανάγνωση των παραπάνω παραγράφων, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, οπότε ο αναιρεσείων δεν στερήθηκε του απορρέοντος από το άρθρο 358 του ΚΠΔ, κατά τα άνω, υπερασπιστικού του δικαιώματος, εφόσον είχε την ευχέρεια στο ακροατήριο να επιφέρει τις παρατηρήσεις του.
Επίσης, αναγνώσθηκε και η υπ' αριθμόν 1514/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, ως διαδικαστικό έγγραφο, όπως αναφέρεται στη σελίδα 2 των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με την οποία αναιρέθηκε η υπ' αριθμόν 470/2018 προηγούμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης. Με βάση τα ανωτέρω, ο υποστηρίζων τα αντίθετα τρίτος λόγος αναιρέσεως, περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Α' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, με τη διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Θ' του νέου Κ.Ποιν.Δ (ταυτόσημη με την αντίστοιχη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του προϊσχύσαντος Κ.Ποιν.Δ), θεσπίζεται ως λόγος αναίρεσης της απόφασης και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίδει ο νόμος.
Η υπέρβαση εξουσίας εμφανίζεται με τη θετική και την αρνητική μορφή. Θετική υπέρβαση εξουσίας υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποφάσισε για ζήτημα, το οποίο δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του, ενώ αρνητική, όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα, για το οποίο είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του.
Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 470 εδ. α' του Κ.Ποιν.Δ, στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του, ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση. Με την τελευταία διάταξη καθιερώνεται η αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του κατηγορουμένου, με οποιονδήποτε τρόπο, αμέσως ή εμμέσως, και ειδικότερα είτε με την επαύξηση των ποινικών κυρώσεων σε βάρος του καταδικασθέντος (πραγματική χειροτέρευση), είτε με την επιβάρυνση της νομικής μεταχείρισης αυτού, κυρίως με την αναγνώριση βαρύτερης ενοχής από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ή την καταδίκη για πράξη, για την οποία δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη, ούτε έλαβε χώρα καταδίκη στον πρώτο βαθμό (νομική χειροτέρευση), διαπιστούμενη με τη σύγκριση του περιεχομένου των διατακτικών της προσβαλλόμενης με το ένδικο μέσο απόφασης και της εκδιδόμενης από το δικαστήριο του ένδικου μέσου.
Ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλει την αιτίαση ότι το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, με τις διαλαμβανόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογίες, τον κήρυξε ένοχο για πράξη εντελώς διαφορετική κατά τόπο, χρόνο και λοιπές περιστάσεις από εκείνες, για τις οποίες είχε ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και παραπέμφθηκε με το κλητήριο θέσπισμα στο ακροατήριο του δικαστηρίου να δικασθεί.
Συγκεκριμένα, κατά τους ισχυρισμούς του, ενώ με το κλητήριο θέσπισμα τα περιστατικά που στοιχειοθετούν την αμέλειά του θεμελιώνονται στην έλλειψη ενημερώσεως του θανόντος για την κακή συντήρηση του επιδίκου μηχανήματός του, με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως θεμελιώνεται η υπαιτιότητα του και σε κακή συντήρηση του μηχανήματος, από την οποία επήλθε ο θάνατος του Γ.
Τ., μεταβάλλοντας έτσι ανεπίτρεπτα την κατηγορία. Από την παραδεκτή επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, του κλητηρίου θεσπίσματος, με βάση το οποίο παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών να δικασθεί για την ένδικη αξιόποινη πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, η υπαιτιότητά του θεμελιώνεται στην παράλειψή του από αμέλεια να ενημερώσει τον θανόντα για την κακή συντήρηση του άνω μηχανήματος.
Ωσαύτως, με τις παραδοχές του σκεπτικού, η αμέλεια του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου θεμελιώνεται στην παράλειψή του να ενημερώσει τον θανόντα περί της κακής και ελλιπούς συντήρησης του μηχανήματος, όπως και στο προαναφερθέν κλητήριο θέσπισμα διαλαμβάνεται. Η πρόσθετη αναφορά στο σκεπτικό περί παράλειψης του αναιρεσείοντος να προβαίνει σε τακτική συντήρηση και έλεγχο λειτουργίας του εν λόγω μηχανήματος, δεν στοιχειοθετεί επιπλέον αμέλεια αυτού αναφορικά με το θάνατο του Γ.
Τ., αλλά αιτιολογία διευκρινιστική και κυρίως ενισχυτική της υποχρέωσής του, όπως ενημερώσει τον θανόντα για την κακή, ελλείψει συντηρήσεως, κατάσταση του ανωτέρω μηχανήματος, χωρίς έτσι να επέρχεται διαφοροποίηση της πράξεως και του διατακτικού της ως άνω αποφάσεως του Δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος, το οποίο (διατακτικό) δεν διαφέρει από την περιεχόμενη στο κλητήριο θέσπισμα κατηγορία, με την οποία παραπέμφθηκε στο ακροατήριο.
Κατά συνέπεια η πρόσθετη αυτή παραδοχή του σκεπτικού, δεν συνιστά μεταβολή της κατηγορίας, αλλά ακριβέστερο προσδιορισμό των πρωτοδίκως γενομένων δεκτών περιστατικών που αφορούν στην παράλειψη του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος να ενημερώσει τον θανόντα για την κακή κατάσταση του μηχανήματος, με τη διευκρίνιση αυτών, χωρίς εξ αυτού του λόγου, να μεταβάλλεται ο χαρακτηρισμός του αδικήματος επί το βαρύτερο, ώστε να συνιστά χειροτέρευση της θέσεως του και επίσης δεν διαφοροποιείται το αδίκημα κατά τόπο και χρόνο.
Συνεπώς, τα όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως για υπέρβαση εξουσίας από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του ΚΠΔ, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμα.
Περαιτέρω, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για την ερευνά της βασιμότητας του σχετικού αναιρετικού λόγου, που αφορά στην υπέρβαση, από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της παραπομπής, της εξουσίας του με το να επιδικάσει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το ποσό των 50 ευρώ στη Σ.
Τ., επισκόπηση των πρακτικών της πρωτόδικης απόφασης, του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Σερρών με αριθμό 228/2015, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο η Ι. Ν. του Π. και η Σ. Τ., σύζυγος και μητέρα αντίστοιχα του θανόντος Γ. Τ. και διά των πληρεξουσίων δικηγόρων τους δήλωσαν παράσταση πολιτικής αγωγής, για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν από το αδίκημα που διέπραξε σε βάρος τους ο κατηγορούμενος καν ήδη αναιρεσείων, ζήτησαν δε να υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 50,00 ευρώ στην κάθε μία (με επιφύλαξη).
Το άνω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού δέχθηκε την παράσταση πολιτικής αγωγής, υποχρέωσε τον κατηγορούμενο να καταβάλει στις πολιτικώς ενάγουσες το ποσό των 50 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την άνω αιτία. Κατόπιν ασκήσεως της υπ' αριθμόν εκθέσεως 11/15 εφέσεως από τον κατηγορούμενο, εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 470/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία στη συνέχεια αναιρέθηκε με την υπ' αριθμόν 1514/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως αυτής ενώπιον του ως άνω δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της εν λόγω αποφάσεως 470/2018), πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, εμφανίσθηκε μόνον η Ι. Ν. του Π., σύζυγος του θανόντος, η οποία δήλωσε ομοίως παράσταση πολιτικής αγωγής κατά του τότε κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος και ζήτησε να υποχρεωθεί να της καταβάλει, ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστη από το άνω αδίκημα που διέπραξε σε βάρος της ο τελευταίος, το ποσό των 50 ευρώ.
Το ως άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μετά την καταδίκη του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος για την παραπάνω πράξη του, τον υποχρέωσε να καταβάλει στην παρασταθείσα πολιτικώς ενάγουσα το ποσό των 50 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστη από την τέλεση σε βάρος της του αδικήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια του συζύγου της, Γ.
Τ.. Μετά την αναίρεση της ως άνω αποφάσεως του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου και την παραπομπή της υποθέσεως προς νέα εκδίκαση από το ίδιο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εμφανίσθηκαν ενώπιον αυτού πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας οι Ι., Ν. και η Σ. Τ., σύζυγος και μητέρα αντίστοιχα, όπως προαναφέρθηκε, του θανόντος Γ.
Τ. και ζήτησαν πάλι να υποχρεωθεί ο κατηγορούμενος να τους καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν από τον κατά τα άνω θανάσιμο τραυματισμό του Γ. Τ. το ποσόν των 50 ευρώ στην κάθε μία. Το ως άνω Δικαστήριο της ουσίας, με την τώρα προσβαλλόμενη υπ' αριθμόν 95/2020 απόφασή του, έκανε δεκτή την παράσταση πολιτικής αγωγής αμφοτέρων των ως άνω προσώπων και επιδίκασε στην κάθε μία το αιτηθέν ποσόν.
Με το να επιδικάσει όμως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της παραπομπής στην πολιτικώς ενάγουσα (υποστηρίζουσα την κατηγορία, μετά την τροποποίηση του άρθρου 63 του Κ.Ποιν.Δ. με το ν. 4620/2019 που ισχύει από 1.7.2019), Σ. Τ. ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 50 ευρώ λόγω ψυχικής οδύνης, υπερέβη την εξουσία του, καθιστώντας με τον τρόπο αυτό ανεπίτρεπτα χειρότερη τη θέση του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος (άρθρο 524 παρ.2 σε συνδ.
με άρθρο 470 του νέου Κ.Ποιν.Δ.), αφού, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, στην ως άνω πολιτικώς ενάγουσα που δεν είχε παρασταθεί κατά την πρώτη εκδίκαση της υποθέσεως από το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση και δεν είχε επιδικασθεί σ' αυτήν χρηματική ικανοποίηση από το Δικαστήριο εκείνο, κατά το βάσιμο περί αυτού σχετικό λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Θ' του Κ.Ποιν.Δ. Επομένως, κατά παραδοχή του λόγου αυτού, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη μόνον κατά το κεφάλαιό της, που αφορά στην επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης ποσού πενήντα (50) ευρώ στην πολιτικώς ενάγουσα - υποστηρίζουσα την κατηγορία, Σ. Τ. του Χ. και να απαλειφθεί από τον Άρειο Πάγο κατά το μέρος αυτό η σχετική διάταξη, αφού ως προς αυτήν δεν συντρέχει περίπτωση παραπομπής της υποθέσεως στο Δικαστήριο της ουσίας, ελλείψει αντικειμένου περαιτέρω έρευνας.
Κατά τα λοιπά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί.
Σημειώνεται ότι οι υποστηρίζουσες την κατηγορία Ι. Ν. και Σ. Τ., οι οποίες κλήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα να παραστούν στην παρούσα δίκη, όπως προκύπτει από τα με ημερομηνίες 10.6.2020 και 10.6.2020 αποδεικτικά επιδόσεως της Αρχιφύλακα Μ. Μ., που υπάρχουν στο φάκελλο της δικογραφίας, δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, πλην όμως η συζήτηση, εφόσον εμφανίσθηκε ο αναιρεσείων, έγινε σαν να ήσαν και αυτές παρούσες (άρθρο 515 παρ.2 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθμόν 95/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης και συγκεκριμένα, κατά το μέρος της διάταξής της περί επιδικάσεως του ποσού των πενήντα (50) ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης στην πολιτικώς ενάγουσα - υποστηρίζουσα την κατηγορία Σ. Τ. του Χ..
ΑΠΑΛΕΙΦΕΙ από το διατακτικό της ως άνω προσβαλλόμενης αποφάσεως το μέρος της διάταξής της περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης ποσού πενήντα (50) ευρώ στην Σ. Τ. του Χ..
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατά τα λοιπά την από 17.2.2020 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 18.2.2020) του Β. Σ. του Α., κατοίκου ... για αναίρεση της ανωτέρω αποφάσεως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2020.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ