Supreme Court dismisses appeal on contradictory reasoning claim regarding landlord's rent acceptance. The court finds no contradiction between legal basis and factual findings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision on contradictory reasoning. The appellant argued the court contradicted itself regarding whether the tenant voluntarily accepted rent without reservation, but the court found the first statement addressed the legal basis for termination while the second addressed the factual absence of damages. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 173 and 200 of the Civil Code; Article 559(1) and 19 of Article 559 of the Code of Civil Procedure: Contradictory reasoning exists only when the court's statements on the same legal issue are logically inconsistent, not when different aspects of a case (legal characterization vs. factual findings) are addressed sequentially without logical conflict.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1378 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1378/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Η. Ν. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ευστρατιάδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Πάολα Μάλοβιτς.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-3-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την προφορικώς ασκηθείσα ενώπιον του ακροατηρίου (και με τις από 7-3-2013 κατατεθείσες προτάσεις) ανταγωγή του ήδη αναιρεσείοντος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1608/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1478/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση των οποίων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-7-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σοφία Ντάντου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Παραβίαση των κανόνων των ΑΚ 173 και 200 υπάρχει, όταν το Δικαστήριο της ουσίας: α) Παρά τη διαπίστωση, ευθέως ή εμμέσως κενού ή ασάφειας, ως προς τη δήλωση της βούλησης, των συμβαλλομένων, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή έννοια των δηλώσεων βούλησης των συμβαλλομένων (Ολ. 26/2004), β) προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, καίτοι δέχεται ανέλεγκτα ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης (ΑΠ 604/2011), γ) αφού διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία και προσέφυγε στους εν λόγω κανόνες, προβαίνει σε κακή εφαρμογή της (Ολ. ΑΠ 26/2004) και δ) παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους.
Εξάλλου η ευθεία παράβαση κανόνα δικαίου, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, υπάρχει εφόσον αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν αυτός εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. (Ολ. ΑΠ 36/1988). Ενώ έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του αριθμ. 19 του ανωτέρω άρθρου υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας, ή την άρνησή της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.
ΑΠ 25/2004). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο αναφορικά με την καταγγελία της ένδικης μισθώσεως και την συνεπεία αυτής εννόμων συνεπειών τους, δέχθηκε, ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...........Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ..., δραστηριοποιούμενη στο χώρο της εμπορίας και διακίνησης πετρελαιοειδών δυνάμει του από 1.3.2004 ιδιωτικού συμφωνητικού κατάρτισε σύμβαση εμπορικής συνεργασίας με τον εναγόμενο, ο οποίος διατηρούσε επιχείρηση πώλησης υγρών καυσίμων και λιπαντικών στις …, (6ο χλμ.
Ε.Ο…..), με την οποία ο τελευταίος ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύεται αποκλειστικά από αυτήν με διαδοχικές αγορές όλα τα πετρελαιοειδή καύσιμα που θα απαιτούνταν για τις ανάγκες της επιχείρησής του. Διάρκεια της σύμβασης, ορίστηκε το χρονικό διάστημα πέντε ετών, ενώ μεταξύ άλλων, συμφωνήθηκε με τον 9° όρο της σύμβασης,ότι η ενάγουσα αναλάμβανε την υποχρέωση, μετά από αίτημα του πρατηριούχου εναγομένου, να σχεδιάσει και να εκτελέσει στο πρατήριο του, με δικές της δαπάνες και επιμέλεια διάφορες εργασίες και δη τοποθέτηση παγίων, βαφές παγίων κτιρίου, υδραυλικές και ηλεκτρολογικές εργασίες, άσφαλτο ως 2.000 τ.μ., βιομηχανικό δάπεδο 460 τ.μ., τοποθέτηση 4 δεξαμενών, ηλεκτρικό πίνακα κλπ, με συνολικό προϋπολογιζόμενο κόστος (συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α.) 139,500 ευρώ, με την προοπτική της εμπορικής συνεργασίας τους καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος της.
Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου ως άνω όρου της σύμβασης,ορίστηκε ότι " εάν ο πρατηριούχος καταγγείλει τη σύμβαση πριν τον ορισμένο χρόνο λήξης της ή εάν η ... καταγγείλει τη σύμβαση πριν από την παραπάνω ημερομηνία εξ υπαιτιότητας του εναγομένου, τότε (εκτός του ποσού της αξίας των εμπορευμάτων και της χορηγηθείσας εμπορευματικής πίστωσης) οφείλει να καταβάλει στην ...
και ποσό ευρώ ίσο προς το κόστος μεταφοράς των χρησιδανεισθέντων στο πρατήριο, το κόστος των έργων και των κάθε είδους εργασιών που η ... εκτέλεσε στο πρατήριο, καθώς επίσης και το κόστος των χρησιμοποιηθέντων υλικών, αποδεικνυόμενα από σχετικά τιμολόγια, αποβλέποντας στη λειτουργία του καθ' όλη της διάρκεια που έχει συμφωνηθεί.....Η απόσβεση των έργων και εργασιών συμφωνείται στο 1/8 της συνολικής αξίας κατ' έτος.
Σε περίπτωση λήξης ή λύσης της μεταξύ τους σύμβασης συνεργασίας, ο πρατηριούχος οφείλει να αποδώσει στην ... ποσό ίσο προς το αναπόσβεστο κόστος των προβλεπόμενων έργων και εργασιών. Σε εκτέλεση της άνω σύμβασης η ενάγουσα προέβη στις προβλεπόμενες από το συμφωνητικό εργασίες και έργα, καθώς και στην αγορά τριών δεξαμενών, και συγκεκριμένα δύο δεξαμενών υπόγειων 15 κ.μ.
με χώρισμα (10 κ.μ. και 5 κ.μ.) και μίας υπόγειας δεξαμενής 9 κ.μ., αντί συνολικού τιμήματος 5.272,24 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α.....τις οποίες και τοποθέτησε στο πρατήριο, όπου υπήρχαν ήδη τοποθετημένες και άλλες δεξαμενές του εναγομένου και συνδέθηκαν με το προϋφιστάμενο σύστημα σωληνώσεων και με το έδαφος με οπλισμένο σκυρόδεμα και οπλισμό από σίδερα.
Η συνεργασία ωστόσο αυτή έληξε τελικά πρόωρα, το έτος 2006, οπότε και υπογράφτηκε μεταξύ των ως άνω συμβαλλομένων το από 20-12-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό λύσης, με δημιουργηθείσα οφειλή του εναγομένου προς την ενάγουσα ποσού 64.440 ευρώ. Παράλληλα, την ίδια ημέρα (20.12.2006), οι διάδικοι συμφώνησαν μεταξύ τους να εκμισθώσει και να υπεκμισθώσει, κατά τις κατωτέρω αναφερόμενες διακρίσεις, ο εναγόμενος το ακίνητο, όπου λειτουργούσε το πρατήριο του, στην ενάγουσα .προκειμένου να το εκμεταλλευτεί η τελευταία ως πρατήριο υγρών καυσίμων με πλυντήριο και λιπαντήριο, μίνι μάρκετ, κατάστημα πώλησης ορυκτελαίων και λοιπών ειδών και γενικά ως σταθμό εξυπηρέτησης αυτοκινήτων και αυτοκινητιστών, καθώς και για την προβολή των προϊόντων και δραστηριοτήτων αυτής.
Ειδικότερα, το μίσθιο αυτό ακίνητο βρίσκεται επί του 6ου χιλιομέτρου Εθνικής ..., στη θέση "…" της αγροτικής περιοχής ..., το δε πρατήριο είχε ανεγερθεί σε ένα διαιρετό τμήμα έκτασης 1.356 τ.μ. περίπου του με αριθμό …1 αγρού, συνολικής έκτασης 2.820 τ.μ. περίπου, ιδιοκτησίας του εναγομένου Ο μίσθιος χώρος αποτελούνταν από:
α) δύο συνεχόμενα ισόγεια καταστήματα, με τους χαρακτηριστικούς αριθμούς ένα (1) και δύο (2), σύμφωνα με τη με αριθμό …2/06-10-1995 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας που συνέταξε η συμβολαιογράφος Φ. Δ.- Λ., τα οποία λειτουργούσαν ως γραφείο, μίνι μάρκετ και αυτόματο μάρκετ λιπαντικών, από εννέα υπόγειες δεξαμενές, ηλεκτρονικό πίνακα ελέγχου, κλπ, καθώς και τον ελεύθερο χώρο του ως άνω ακινήτου και β) κατάστημα εμβαδού 56,07 τ.μ., το οποίο ήταν συνεχόμενο με τα προαναφερόμενα καταστήματα και το οποίο είχε μισθώσει ο εναγόμενος από τον Δ.
Ν., δυνάμει του από 25-09-2006 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, για χρονική διάρκεια έως την 24-09-2018. Η διάρκεια της μίσθωσης αυτής μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου ορίστηκε για το χρονικό διάστημα από 01-01-2007 έως την 24- 09-2018, το μηνιαίο δε, καταβαλλόμενο μίσθωμα συμφωνήθηκε να ανέρχεται στο ποσό των 1.786,00 ευρώ, με τη συμφωνία αναπροσαρμογής του κατ' έτος, μετά το δεύτερο έτος της μίσθωσης, κατά το ποσοστό μεταβολής του δείκτη τιμών καταναλωτή του προηγούμενου της αναπροσαρμογής έτους, προσαυξημένου κατά δύο εκατοστιαίες μονάδες.
Με την υπογραφή του συμφωνητικού αυτού η μισθώτρια κατέβαλε στον εκμισθωτή μέρος από κάθε μηνιαίο μίσθωμα που ήταν καταβλητέο για όλη τη χρονική διάρκεια της μίσθωσης και δη 486,00 ευρώ και συνολικά το ποσό των 69.984,00 ευρώ, εφόσον υπολογίστηκε ότι η διάρκεια αυτή αφορά 144 μήνες (144 μήνες Χ 486 ευρώ =69.984 ευρώ), γεγονός το οποίο αναγράφηκε και στο συνταχθέν ιδιωτικό συμφωνητικό ( 4ος όρος ).Με το ποσό αυτό εξοφλήθηκε και η προαναφερόμενη απαίτηση της ενάγουσας σε βάρος του εναγομένου,ποσού 64.440 ευρώ που προέκυψε από τη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας τους.
Ρητά επίσης ορίστηκε με τον 5ο όρο του μισθωτηρίου ότι " σε περίπτωση κατά την οποία, από οποιαδήποτε αιτία κατά τη διάρκεια της μίσθωσης, η μισθώτρια θα χάσει τη χρήση του μισθίου, ή θα υποχρεωθεί να πληρώσει εκ νέου μισθώματα λόγω κατάσχεσης ή μεταβίβασης, ο εκμισθωτής θα υποχρεούται να αποδώσει τα μη δεδουλευμένα μισθώματα που προκαταβλήθηκαν εντόκως από το χρόνο καταβολής τους, επιπλέον δε αυτών και ποσό 121.580 ευρώ ίσο προς το κόστος εργασιών που η ...
έχει εκτελέσει στο μίσθιο και το εν γένει χώρο αυτού, αποβλέποντας στη λειτουργία του με τα σήματά της καθ' όλη τη διάρκεια που έχει συμφωνηθεί....."....Στη συνέχεα η ενάγουσα με το με την ίδια ημερομηνία (20.12.2006), ιδιωτικό συμφωνητικό και προς εκπλήρωση των επιχειρηματικών της σχεδίων, υπεκμίσθωσε το μίσθιο ακίνητο, στην ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "...", με την οποία κατάρτισε παράλληλα και συμφωνητικό εμπορικής συνεργασίας, η χρονική διάρκεια των οποίων ορίστηκε ως την 24-09-2018.
Όμως στις 6-6- 2011 η σύμβαση υπομίσθωσης και εμπορικής εταιρίας με την προαναφερόμενη ομόρρυθμη εταιρία έληξε με καταγγελία της ενάγουσας και η υπομισθώτρια αποχώρησε από το μίσθιο. Κατόπιν τούτου, η ενάγουσα με την από 12-07-2011 εξώδικη καταγγελία της, η οποία περιήλθε στον εναγόμενο την 19-07-2011....κατήγγειλε τη μίσθωση κατ' άρθρο 43 π.δ. 34/11995, καλώντας τον να παραλάβει τα κλειδιά του ένδικου μισθίου με την πάροδο τριών μηνών από την επίδοσή της, ζητώντας μεταξύ άλλων, την επιστροφή του ποσού της εγγυοδοσίας, το οποίο, μετά από αντίστοιχη αναπροσαρμογή του μισθώματος, κατά τα συμφωνηθέντα, είχε ανέλθει κατά το χρονικό εκείνο σημείο στο ποσό των 2.006,24 ευρώ, καθώς και την καταβολή ποσού 70.921,67 ευρώ το οποίο αντιστοιχούσε στο αναπόσβεστο τμήμα των εργασιών που είχε ήδη εκτελέσει και δηλώνοντας ότι θα αποξηλώσει εντός του τριμήνου τον κινητό εξοπλισμό που τοποθέτησε στο μίσθιο, μεταξύ δε αυτού και τις δεξαμενές.
Ο υπολογισμός του άνω ποσού των 70.921,67 έγινε με βάση το υπολειπόμενο χρονικό διάστημα της μίσθωσης και δη αυτό των 84 μηνών σε σχέση με όλη τη διάρκεια της μίσθωσης, η οποία υπολογίστηκε στους 144 μήνες (84/144 Χ 121.580,00 ευρώ = 70.921,67 ευρώ). Τα αποτελέσματα της άνω καταγγελίας επήλθαν μετά πάροδο τριών (3) μηνών από αυτήν, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 43 του πδ 34/1995, όπως αυτή είχε αντικατασταθεί με την παρ. 1 του άρθρου 3853/2010, δηλαδή την 20-10-2011, οπότε η ένδικη μίσθωση λύθηκε και γεννήθηκε η υποχρέωση της ενάγουσας να καταβάλει ως αποζημίωση στον εναγόμενο ποσό ίσο με ένα μηνιαίο μίσθωμα, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί κατά το χρόνο της καταγγελίας της μίσθωσης.
Πριν τη λήξη της μίσθωσης ο εναγόμενος με την από 01-09-2011 εξώδικη δήλωση του που περιήλθε στην ενάγουσα την 06-09-2011.......αποδεχόμενος την καταγγελία της μίσθωσης όρισε ημερομηνία παράδοσης του μισθίου την 26-09-2011, την οποία δεν αποδέχθηκε η ενάγουσα δηλώνοντας με την από 21-09-2011 εξώδικη απάντησή της ότι δεν θα προβεί στην παράδοση του μισθίου πριν την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας των τριών μηνών από την καταγγελία, όπως και έγινε αφού το μίσθιο παραδόθηκε την 9.11.2011.
Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η λήξη της επίδικης μίσθωσης επήλθε όχι στις 20.10.2011, αλλά στις 6.9.2011 που με την άνω εξώδικο του αποδέχθηκε την καταγγελία της μίσθωσης και ζήτησε από την ενάγουσα να του παραδώσει το μίσθιο κι ως εκ τούτου, επειδή από την 6.9.2011 μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής που έλαβε χώρα την 9.3.2012.......
παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των έξι (6) μηνών οι αξιώσεις της ενάγουσας για δαπάνες επί του μισθίου έχουν υποπέσει στην παραγραφή της διάταξης του άρθρου 603 ΑΚ, κατά την οποία "οι αξιώσεις του μισθωτή για δαπάνες παραγράφονται ύστερα από έξι μήνες αφότου έληξε η μίσθωση".Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου είναι αβάσιμος, γιατί στην προκειμένη περίπτωση δεν έχουμε λύση της μίσθωσης με οικειοθελή απόδοση του μισθίου εκ μέρους του μισθωτή στον εκμισθωτή και παραλαβή του από αυτόν ανεπιφύλακτα, αλλά καταγγελία της μίσθωσης με τη διάταξη του άρθρου 43 πδ 34/1995, η οποία αποτελεί κανόνα αναγκαστικού δικαίου κι ως εκ τούτου, δεν χωρεί παρέκκλιση ως προς τους όρους ή την ενέργεια της καταγγελίας, δηλαδή αν τα αποτελέσματα αυτής θα είναι άμεσα και όχι μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας, ακόμη και αν η παρέκκλιση είναι αποτέλεσμα συμφωνίας των μερών που έλαβε χώρα μετά την κατάρτιση της μίσθωσης.
Επομένως μετά την παραδοχή ότι η λήξη της επίδικης μίσθωσης επήλθε στις 20.10.2011,οι αξιώσεις της ενάγουσας δεν έχουν υποπέσει στην εκ του άρθρου 603 ΑΚ παραγραφή και η σχετική ένσταση του εναγομένου πρέπει να απορριφθεί. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση του, ομοίως απέρριψε την άνω ένσταση ως αβάσιμη, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος έφεσης του εναγομένου, με τον οποίο επαναφέρεται η ένσταση τούτη, είναι αβάσιμος.
Εφόσον η ένδικη μίσθωση έληξε πριν τον συμβατικό της χρόνο, ο εναγόμενος κατά τον προαναφερόμενο 5° όρο του μισθωτηρίου οφείλει στην ενάγουσα το αναπόσβεστο κόστος των εργασιών που έχουν εκτελεστεί από αυτήν στο μίσθιο και το οποίο συμφωνήθηκε, ότι θα αποδοθεί σε αυτήν "σε περίπτωση κατά την οποία, από οποιαδήποτε αιτία κατά τη διάρκεια της μίσθωσης, η μισθώτρια θα χάσει τη χρήση του μισθίου. . . ".
Το γεγονός ότι μέρος των εργασιών που εκτελέστηκαν, αφορούν προηγούμενο από τη μισθωτική περίοδο χρονικό διάστημα, δεν αναιρεί την άνω υποχρέωση του εναγομένου, καθώς ο ίδιος συμφώνησε αυτοβούλως, με βάση την αρχή της αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων και σταθμίζοντας τα συμφέροντά του, να αποδώσει το ποσό αυτό, αναγνωρίζοντας μάλιστα με τον άνω όρο της μίσθωσης ότι το κόστος των εργασιών που είχαν εκτελεστεί στο μίσθιο και τον εν γένει χώρο αυτού, ανέρχεται σε 121.580 ευρώ .
Ενόψει δε του ότι οι υπολειπόμενοι μήνες της συμφωνηθείσας διάρκειας της μίσθωσης ήταν 83 (από 21-10-2011 έως 24-09-2018), το αναπόσβεστο μέρος των εργασιών που πρέπει να αποδώσει ο εναγόμενος, με το νόμιμο τόκο από τη λήξη της μίσθωσης, ανέρχεται σε (121.580,00 ευρώ Χ 83/144 μήνες =) 70.077,36 ευρώ. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι δεν οφείλει το άνω ποσό, καθόσον η ένδικη μίσθωση λύθηκε κατόπιν καταγγελίας της ενάγουσας,ενώ ο άνω όρος της σύμβασης προβλέπει αποζημίωση στην περίπτωση η μισθώτρια "χάσει τη χρήση του μισθίου" .
Πράγματι ο όρος αυτός της σύμβασης είναι ασαφής και προσδιορίζει μόνο μία περίπτωση κατά την οποία οφείλεται η απόδοση των αναπόσβεστων δαπανών και επομένως απαιτείται προσέγγισή του με τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (αρθ. 173, 200 ΑΚ), ώστε να διαγνωστεί η αληθινή βούληση των συμβληθέντων με τη χρήση των αρχών της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών.
Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη :α) ότι με την επίδικη μίσθωση, η ενάγουσα σκόπευε αποκλειστικά να εκμεταλλευτεί το μίσθιο δια της υπομίσθωσης του σε τρίτο, μετά από μια αποτυχημένο,, διετή λειτουργία του πρατηρίου υγρών καυσίμων εκ μέρους του εναγομένου που δημιούργησε μόλις σε δύο χρονιά οφειλή προς την ίδια 64.440 ευρώ, β) ότι από την κατάρτιση της επωφελήθηκε και ο εναγόμενος, που μπόρεσε με την προκαταβολή των μισθωμάτων που έλαβε να εξοφλήσει την άνω οφειλή του, γ) ότι η σύναψη του όρου 5 της επίδικης μίσθωσης με το άνω περιεχόμενο έγινε αφού προηγήθηκε η εκκαθάριση των υφισταμένων οφειλών του εναγομένου προς την ενάγουσα από την σύμβαση εμπορικής συνεργασίας τους, μιας και σε αυτήν προβλεπόταν κατά τα προαναφερόμενα υποχρέωση του εναγομένου να αποδώσει στην ενάγουσα σε περίπτωση πρόωρης λύσης της συνεργασίας τους το αναπόσβεστο κόστος έργων και εργασιών, το οποίο κόστος μαζί με αυτό των μελλοντικών εργασιών που προϋπολογίστηκαν διαμορφώθηκε με κοινή συμφωνία στο άνω ποσό, γ) ότι η απόσβεση της επένδυσης που η ενάγουσα πραγματοποίησε στο μίσθιο θα επερχόταν μόνο με τη συμβατική λήξη της μίσθωσης, όπως αποδέχθηκε και ο ίδιος ο εναγόμενος με το μισθωτήριο και όχι με την πρόωρη, για την οποία (πρόωρη λήξη) δεν μπορεί να αποδοθεί ευθύνη στην ενάγουσα, γιατί επήλθε ως αναγκαστική συνέχεια της λύσης της υπομίσθωσης και δ) το σύνολο της προαναφερόμενης συμφωνίας και ερμηνεύοντας αυτή κατά τους ορισμούς των άρθρων 173 και 200ΑΚ, καταλήγει στην κρίση ότι, το αναπόσβεστο κόστος δαπανών οφείλεται και στην ένδικη περίπτωση, δηλαδή την καταγγελία της ένδικης μίσθωσης κατά τη διάταξη του άρθρου 43 πδ 34/1995.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του επιδίκασε στην ενάγουσα το άνω ποσό των 70.077,36 ευρώ για την αιτία αυτή, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και οι περί του αντιθέτου δεύτερος, τρίτος και έκτος λόγοι της έφεσης του εναγομένου, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι .Ανάγκη ερμηνείας όμως της επίδικης σύμβασης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200ΑΚ, προκύπτει και από την ασάφεια του προαναφερόμενου 8ου όρου της μίσθωσης περί "ομαλής λήξης της μίσθωσης" από την οποία εξαρτάται η αξίωση της ενάγουσας για αποζημίωση για κατασκευές που έκανε στο μίσθιο.
Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στην οποία οδηγείται λαμβάνοντας υπόψη όλα τα προαναφερόμενα και κατόπιν προσφυγής στις άνω διατάξεις, "ομαλή λήξη της μίσθωσης " κατά την αληθινή βούληση των διαδίκων είναι αυτή που επέρχεται με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου της μίσθωσης, οποιαδήποτε δε άλλη περίπτωση πρόωρης λήξης αυτής, στην οποία εντάσσεται και η προκείμενη περίπτωση, με την καταγγελία της μισθώτριας, μη υφιστάμενης κάποιας ειδικότερης διάκρισης, αποκλείει το αποτέλεσμα της συμφωνίας αυτής, που είναι η παραμονή των κατασκευών (στις οποίες συμπεριλαμβάνονται, όπως προαναφέρθηκε, δυνάμει ειδικής πρόβλεψης στο συμφωνητικό και οι τρεις δεξαμενές) προς όφελος του εκμισθωτή, χωρίς να υπάρχει αξίωση της μισθώτριας για αποζημίωση.
Συνακόλουθα ο εναγόμενος υποχρεούται να αποκαταστήσει τη ζημιά που υπέστη η ενάγουσα από την αγορά και τοποθέτηση των παραπάνω τριών δεξαμενών στο μίσθιο...... Όπως προαναφέρθηκε, η ενάγουσα δαπάνησε για την αγορά των δεξαμενών αυτών, το ποσό των 5.272,24 ευρώ. Το κόστος αυτό δεν συνυπολογίστηκε την 20-12-2006 στο κόστος των αναπόσβεστων έργων και εργασιών που αναλύθηκε παραπάνω, εφόσον για την τύχη αυτών υπάρχει ειδική ρύθμιση στον 8° όρο του ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες εργασίες και έργα, για τα οποία υπάρχει σχετική πρόβλεψη στον 5ο όρο του μισθωτηρίου.
Την κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύει και η ίδια η από 21-09-2011 εξώδικη δήλωση της ενάγουσας προς τον εναγόμενο όπου αναγράφεται ειδικότερα (2η σελίδα αυτής) ότι "Το κόστος των εργασιών που εκτέλεσε η εταιρία μας στο μίσθιο, οι οποίες έχουν καταγραφεί λεπτομερώς και αποδεικνύονται από νόμιμα παραστατικά δαπανών, δεν έχουν καμία σχέση με την τοποθέτηση των κινητών πραγμάτων στο μίσθιο, ούτε σχετίζεται με την αξία των κινητών πραγμάτων, τα οποία θα αφαιρεθούν αυτούσια από το ακίνητο και ανήκουν στην κυριότητα της εταιρίας μας", στα δε κινητά πράγματα, συγκαταλέγει και τις δεξαμενές.
Εξάλλου, αν το κόστος αγοράς των δεξαμενών συνυπολογιζόταν στο αναπόσβεστο κόστος των υπόλοιπων εργασιών, θα είχε αφαιρεθεί ήδη από το προηγούμενο κονδύλιο. Το αναπόσβεστο κόστος αυτών ωστόσο, υπολογιζόμενο κατά το χρόνο αγοράς και τοποθέτησής των,που είχε ολοκληρωθεί την 28-04-2004...... και με βάση αφενός τους 167 μήνες που διέτρεξαν από το Μάιο του 2004 έως την έναρξη της μίσθωσης και αφετέρου τους 83 μήνες που είναι το υπολειπόμενο χρονικό διάστημα της μίσθωσης, ανέρχεται σε (5.272,24 Χ 83/167=) 2.620,33 ευρώ.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του επιδίκασε στην ενάγουσα για την άνω αιτία το ποσό των 2.620,33 ευρώ, νομιμότοκα από την άσκηση της καταγγελίας της μίσθωσης, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος έφεσης του εναγομένου είναι αβάσιμος....
Με τον πέμπτο λόγο της έφεσης του εναγομένου, αυτός επαναφέρει την παραδεκτώς προταθείσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, αναφορικά με τα άνω κονδύλια του αναπόσβεστου κόστους των εργασιών που εκτελέστηκαν από την ενάγουσα, επικαλούμενος για τη θεμελίωσή της με το εφετήριό του τα εξής πραγματικά περιστατικά: 1) ότι ή ίδια η ενάγουσα επέλεξε να αποχωρήσει από το μίσθιο πριν τη συμβατική λήξη της μίσθωσης με την εκ μέρους της καταγγελία β) ότι της προκάλεσε βλάβες και αισθητικές δυσμορφίες στο μίσθιο, όπως αυτές στην ανταγωγή του αναφέρει και γ) ότι οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του ένδικου δικαιώματος της ενάγουσας είναι δυσχερείς για αυτόν και την πολύτεκνη οικογένειά του που αντιμετωπίζουν προβλήματα επιβίωσης, ενώ αντιθέτως η ενάγουσα η οικονομική κατάσταση της ενάγουσας είναι πάρα πολύ καλή .
Έχοντας το άνω περιεχόμενο η ένταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθόσον η προπεριγραφείσα συμπεριφορά της ενάγουσας συνιστά άσκηση εκ μέρους της νόμιμου δικαιώματος της, που δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος, ακόμη και αν ληφθούν υπόψη όλα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, εκ των οποίων το πρώτο (1°) θέτει απλά σε αμφιβολία την ύπαρξη του αγωγικού δικαιώματος και δεν μπορεί να θεμελιώσει καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες νομικές σκέψεις, το δεύτερο (2) δεν συνιστά κατάχρηση με την έννοια που προεκτέθηκεσ, ενώ οι δυσμενείς επιπτώσεις που αναγκαία θα έχει η επιδίκαση των απαιτήσεων της ενάγουσας, αντιμετωπιζόμενες σε συνάρτηση με το έννομο συμφέρον της τελευταίας να διεκδικήσει την απόδοση των αναπόσβεστων δαπανών της στο μίσθιο μετά την καταγγελία της μίσθωσης, - την οποία καταγγελία όπως προαναφέρθηκε αποδέχθηκε ο εναγόμενος προτείνοντας μάλιστα να του αποδοθεί το μίσθιο πριν την επέλευση των αποτελεσμάτων της- και τη βλάβη που θα υποστεί από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος της, δεν καθιστούν μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Εφόσον τα ίδια δέχθηκε και η εκκαλούμενη απόφαση που απέρριψε ως μη νόμιμη την άνω ένσταση, δεν έσφαλε, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και ως εκ τούτου, ο πέμπτος λόγος της έφεσης του εναγομένου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Πλέον των άνω ποσών που αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος οφείλει στην ενάγουσα, εφόσον η ένδικη μίσθωση έληξε και η ενάγουσα αποχώρησε τον από το μίσθιο παραδίδοντάς το στον εναγόμενο, πρέπει να επιστραφεί σ' αυτήν και το ποσό της εγγυοδοσίας που προκατέβαλε στον εναγόμενο ύψους 2.006,24 ευρώ, για το οποίο δεν υπάρχει λόγος έφεσης.
Κατ' ακολουθία όσων εκτέθηκαν η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει μερικά δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 72.697,69 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την καταγγελία της μισθώσεως, δηλαδή από 20.7.2011, καθώς και το ποσό των 2.006,24 ευρώ άτοκα και μέχρι την εξόφληση, όπως ορθά κρίθηκε και από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο......Στην προκειμένη περίπτωση και αναφορικά με την ασκηθείσα ανταγωγή, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι ο εναγόμενος - αντενάγων παρέλαβε το μίσθιο ακίνητο τον Νοέμβριο του 2011, χωρίς μέχρι τότε να διατυπώσει καμία επιφύλαξη για τυχόν φθορές που προκάλεσε σε αυτό η ενάγουσα.
Μόνο στην παραπάνω από 1.9.2011 εξώδικη δήλωσή του, που καλούσε την αντεναγομένη μισθώτρια να παραλάβει το μίσθιο πριν την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας, ανέφερε ότι θα της επέστρεφε την καταβληθείσα εγγυοδοσία μετά την αφαίρεση των κινητών πραγμάτων και αφού θα έκανε εκτίμηση "των ενδεχομένων φθορών του μισθίου".
Αυτή η εκτίμηση όμως δεν έγινε ούτε εντός του εξαμήνου από την παραλαβή του μισθίου, ούτε μέχρι την άσκηση της επίδικης αγωγής (9.3.2012), παρά μόλις τον Ιανουάριο του έτους 2013, όταν ανέθεσε στον πολιτικό μηχανικό Γ. Δ. να κάνει αυτοψία στο μίσθιο. Σύμφωνα με την τεχνική έκθεση του εν λόγω μηχανικού που με επίκληση προσκομίζει ο αντενάγων, στο μίσθιο ακίνητο διαπιστώθηκε :
α) ο εξωτερικός χρωματισμός των υαλοπινάκων της πρόσοψης με ανεξίτηλη βαφή λευκού χρώματος και δη βαφή αυτοκινήτων, αντί εσωτερικού με εύκολα αφαιρούμενο υδατοδιαλυτό υλικό, η αφαίρεση του οποίου είναι δυσχερής και πρακτικά αδύνατη χωρίς να μείνουν μόνιμες χαρακιές στην επιφάνεια του υαλοπίνακα, ώστε θα πρέπει να αντικατασταθούν οι υαλοπίνακες με άλλους της ίδιας ποιότητας και τεχνολογίας, και δη 45 τ.μ.
με κόστος120,00 ευρώ ανά τιμή μονάδος (τμ.) και δη το ποσό των (45 τ.μ Χ 120,00 ευρώ) 5.400,00 ευρώ, β) ότι εντός του καταστήματος εξακολουθούν να υφίστανται δύο ελαφρά διαχωριστικά από γυψοσανίδα, τα οποία διαμορφώνουν την κάτοψη του καταστήματος σε τρεις χώρους, επιφάνειας καθενός εξ αυτών (των διαχωριστικών) 50 τ.μ., ώστε να πρέπει να γίνουν εργασίες αποξήλωσής τους, τεμαχισμού τους, φόρτωσής τους, μεταφοράς τους και απόρριψής τους σε κατάλληλο χώρο, καθώς και εργασίες αποκατάστασης της τοιχοποιίας, επιχρισμάτων και χρωματισμών στα σημεία στήριξης των διαχωριστικών, για τις οποίες θα απαιτηθεί κατ' αποκοπή το ποσό των 2.000,00 ευρώ, γ) ότι εντός του καταστήματος εξακολουθεί να υφίσταται ψευδοροφή, η οποία κατ' επιθυμία του αντενάγοντος θα πρέπει αφαιρεθεί, καθώς, επειδή χαμήλωσε η οροφή και καλύφθηκαν τα παράθυρα στην πίσω πλευρά, δεν είναι ικανοποιητικός ο φωτισμός του καταστήματος.
Για τις εργασίες δε αποξήλωσης, τεμαχισμού, φόρτωσης, απομάκρυνσης των υλικών και αποκατάστασης των σημείων στήριξης θα απαιτηθεί κατ' αποκοπή το ποσό των 2.000,00 ευρώ, δ) ότι στον κύριο χώρο του καταστήματος, όπου το δάπεδο είναι διαστρωμένο με ασβεστοβυνιλικά πλακίδια, πολλά από αυτά έχουν σημαντικές καταστροφές, κυρίως από πτώση βαρέων αντικειμένων.
Επειδή δε η αποκατάστασή τους δεν είναι ευχερής, διότι δεν θα εξευρεθούν πλακίδια της ίδιας χρωματικής απόχρωσης, θα πρέπει να αντικατασταθούν σε όλη την επιφάνεια του παραπάνω χώρου, εμβαδού 100 τ.μ. περίπου, για την οποία εργασία θα απαιτηθεί ανά τιμή μονάδος το ποσό των 25,00 ευρώ, συνολικά δε το ποσό των (100 τ.μ.
Χ 25,00 ευρώ=) 2.500,00 ευρώ, ε) ότι στο WC, δύο (2) λεκάνες είναι κατεστραμμένες και θα πρέπει να αντικατασταθούν, για τις οποίες θα απαιτηθεί το ποσό των (2 τεμάχια Χ 100,00 ευρώ η καθεμία) 200,00 ευρώ, στ) ότι στον αύλειο χώρο υπάρχουν τρία (3) φρεάτια πλαστικά με σπασμένα καπάκια και για την αντικατάστασή τους θα απαιτηθεί το ποσό των (3 τεμάχια Χ 100,00 ευρώ το καθένα=) 300,00 ευρώ, ζ) ότι επίσης στον αύλειο χώρο εντός των κήπων του καταστήματος υπάρχουν κοχλίες (μπουλόνια) πακτωμένοι σε θεμέλια οπλισμένου σκυροδέματος ως "αναμονές" στύλων διαφημιστικών πινακίδων, μία (1) με μεγάλων διαστάσεων θεμελίωση και άλλες έξι (6) μικρότερες, εφόσον δε επιθυμεί ο αντενάγων την αποκατάσταση του αρχικού τοπίου, θα πρέπει σε κάθε θέση να γίνει εκσκαφή, απομάκρυνση τους επίχωση και τέλος διάστρωση με κηπόχωμα, εργασίες για τις οποίες θα απαιτηθεί κατ' αποκοπή το ποσό των 2.300,00 ευρώ, η) ότι τα εξωτερικά κουφώματα έχουν βαφεί πρόχειρα από μη εξειδικευμένους τεχνίτες, ώστε η επιφάνειά τους να μην είναι λεία, αλλά με ανάγλυφα σταλαγματιών από στερεοποιημένο χρώμα, ώστε να πρέπει να γίνει απόξεση με συρματόβουρτσα και εκ νέου χρωματισμός, εργασία για την οποία θα απαιτηθεί κατ' αποκοπή το ποσό των 1.000,00 ευρώ, συνολικά δε το κόστος των άνω εργασιών ανέρχεται στο ποσό των 15.700 ευρώ., το οποίο ζητά με την ανταγωγή του ο αντενάγων.
Ωστόσο η χρήση που έκανε η αντεναγομένη στο μίσθιο είναι αυτή που ανταποκρίνεται στις ειδικότερες συμφωνίες των μερών, στους σκοπούς των συμβαλλομένων, το είδος και τον προορισμό του μισθίου, λαμβανομένης υπόψη της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών. Ειδικότερα σύμφωνα με προαναφερόμενο 8° όρο του μισθωτηρίου, παρεχόταν ρητά από τον αντενάγοντα-εναγόμενο η δυνατότητα στη μισθώτρια αντεναγομένη - να προβαίνει κατά την κρίση της σε μετατροπές του μισθίου και να κάνει προσθήκες σε αυτό, με το μόνο περιορισμό να μη μεταβάλει την κατά προορισμό χρήση του μισθίου ως πρατηρίου υγρών καυσίμων κλπ.
Επομένως, ορισμένες από τις επεμβάσεις, στο μίσθιο, όπως ο χρωματισμός των υαλοπινάκων, η τοποθέτηση γυψοσανίδων και ψευδοροφής, καθώς και η τοποθέτηση κοχλίων για τη στήριξη διαφημιστικών πινακίδων, διενεργήθηκαν στην ουσία κατόπιν ρητής συμφωνίας με τον αντενάγοντα εκμισθωτή και προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο σκοπός για τον οποίο μισθώθηκε, πέραν του ότι η τοποθέτηση κοχλίων δεν συνιστά φθορά στο μίσθιο κατά την έννοια που προεκτέθηκε, αφού δεν έχει επιβλαβή επενέργεια επ'αυτού .
Άλλωστε στις μισθώσεις πρατηρίων υγρών καυσίμων η συναλλακτική συνήθεια περιλαμβάνει τη ριζική ανακαίνιση του πρατηρίου από την εταιρία πετρελαιοειδών που αναλαμβάνει την αποκλειστική προμήθεια των προϊόντων της .
Συνεπώς το κόστος αυτών των εργασιών δεν θα πρέπει να βαρύνει την αντεναγομένη- μισθώτρια. Περαιτέρω, αναφορικά με τις φθορές στα πλακίδια, τις λεκάνες, τα φρεάτια και τη βαφή των εξωτερικών κουφωμάτων, δεν προσκομίζεται από τον αντενάγοντα-εναγόμενο, κανένα αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ποιά ήταν η κατάσταση του μισθίου για αυτά πριν από την εκμίσθωσή του στην αντεναγομένη- ενάγουσα, ούτε ο παραπάνω μηχανικός κάνει κάποια εκτίμηση της τυχόν παλαιότητας των αναφερόμενων στην έκθεση του ζημιών, δεδομένου ότι ο μισθωτής δεν μπορεί να ζητήσει την αποκατάσταση των ζημιών σε τέτοιο βαθμό, ώστε η εκτέλεση των αντίστοιχων εργασιών, να επαναφέρει το μίσθιο στην πριν από τη μίσθωση κατάσταση ή ακόμη και να βελτιώσει αυτή.
Μετά την παραδοχή, ότι οι άνω μεταρρυθμίσεις επί του μισθίου εντάσσονται στα πλαίσια της συμβατικής χρήσης του μισθίου και ότι η αντεναγομένη δεν αποδείχθηκε ότι προκάλεσε φθορές και ζημιές στο μίσθιο, ούτε εξάλλου παράνομα και υπαίτια, οι αξιώσεις του αντεναγομένου για αποζημίωση της θετικής του ζημιάς, αλλά και της αποθετικής του, συνισταμένης στα μισθώματα τα οποία θα αποκέρδαινε όχι για αόριστο χρονικό διάστημα, όπως εκλαμβάνει ο αντεναγόμενος, αλλά για τον χρόνο που θα απαιτείτο για την αποκατάσταση των τυχόν φθορών και ζημιών του μισθίου, είναι .
ουσιαστικά αβάσιμες, όπως ουσιαστικά αβάσιμη είναι και η αξίωσή του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αφού καμία αδικοπρακτική συμπεριφορά της αντεναγομένης δεν αποδείχθηκε σε βάρος του. Συνακόλουθα η κρινόμενη ανταγωγή και η με το ίδιο περιεχόμενο ασκηθείσα ένσταση συμψηφισμού πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες, όπως ορθά κρίθηκε και από το πρωτοβάθμιο Δικαστηρίου, απορριπτομένων ως εκ τούτου, των περί του αντιθέτου, εβδόμου, ογδόου, ενάτου και δεκάτου λόγων έφεσης του εναγομένου αντενάγοντα ως αβασίμων.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων εκμισθωτής, αναφορικά με την αγωγική απαίτηση της αποζημίωσης των "αναπόσβεστων εργασιών" που πραγματοποίησε η αναιρεσίβλητη στο επίδικο μίσθιο - πρατήριο υγρών καυσίμων του πρώτου, παραπονείται για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ως προς την ερμηνεία της περιεχόμενης στον όρο 5 του από 20.12.2006 ένδικου μισθωτηρίου συμβολαίου της ένδικης μίσθωσης φράσης "....η μισθώτρια θα χάσει τη χρήση".
Ειδικότερα στον προαναφερόμενο 5ο όρο του ένδικου μισθωτηρίου συμβολαίου αναφέρονται επί λέξει τα εξής: "Σε περίπτωση κατά την οποία, από οποιαδήποτε αιτία κατά την διάρκεια της μίσθωσης η μισθώτρια θα χάσει τη χρήση του μισθίου ή θα υποχρεωθεί να πληρώσει εκ νέου μισθώματα λόγω κατάσχεσης ή μεταβίβασης, ο εκμισθωτής θα υποχρεούται να αποδώσει τα μη δεδουλευμένα μισθώματα που προκαταβλήθηκαν εντόκως από τον χρόνο καταβολής τους επιπλέον δε ο αιτών και ποσό εκατόν είκοσι μιάς χιλιάδων πεντακοσίων ογδόντα (121.580) ευρώ, ίσο προς το κόστος εργασιών που η ...
έχει εκτελέσει στο μίσθιο και το εν γένει χώρο αυτού, αποβλέποντας στη λειτουργία του με τα σήματά της καθ' όλη τη διάρκεια που έχει συμφωνηθεί. Για το σκοπό αυτό ο εκμισθωτής αποδέχθηκε σήμερα και παρέδωσε στην ... μία συναλλαγματική έκδοσης και εις διαταγήν της τελευταίας, πληρωτέα στο κατάστημα … της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού εκατόν είκοσι μιάς χιλιάδων πεντακοσίων ογδόντα ευρώ (121.580), ίσου δηλαδή προς το προϋπολογιζόμενο κόστος των εργασιών, η οποία αφέθηκε ασυμπλήρωτη ("λευκή") ως προς την ημερομηνία λήξης της....".
Από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, αφού διαπίστωσε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, την ύπαρξη αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της προαναφερόμενης δηλώσεως βουλήσεως των διαδίκων στον όρο 5 του από 20.12.2006 μισθωτηρίου συμβολαίου, στην επίδικη φράση σε περίπτωση κατά την οποία από οποιαδήποτε αιτία, κατά τη διάρκεια της μίσθωσης η μισθώτρια θα "χάσει τη χρήση του μισθίου" έκρινε με βάση τις αρχές της καλής πίστεως και λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, ότι η απόδοση των αναπόσβεστων δαπανών, που ανέρχονται στο ποσό των 70.077,36 Ευρώ οφείλεται από τον ενάγοντα εκμισθωτή και ήδη αναιρεσείοντα και στην ένδικη περίπτωση, δηλαδή την καταγγελία της ένδικης μίσθωσης κατά την διάταξη του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995 όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το Ν.3853/2010 και για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα συμφέροντα των μερών, τη φύση και τον σκοπό της σύμβασης, που ήταν η εκμετάλλευση από την πλευρά της μισθώτριας και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρίας δια της υπομίσθωσής του σε τρίτο, την προηγηθείσα συμπεριφορά των διαδίκων με την εκκαθάριση των υφισταμένων οφειλών του αναιρεσείοντος προς την αναιρεσίβλητη εταιρία από την από 1.3.2004 προηγηθείσα εμπορική συνεργασία τους, στην οποία αναφερόταν, επίσης, η υποχρέωση του αναιρεσείοντος προς απόδοση στην αναιρεσίβλητη του αναπόσβεστου κόστους των εργασιών σε περίπτωση πρόωρης λύσης της ως άνω εμπορικής τους συνεργασίας.
Εξάλλου η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει, κατά τα ανωτέρω, σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, που δικαιολογούν την ως άνω έννοια της δηλώσεως βουλήσεως με βάση τις αρχές της καλής πίστης, λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών, καθόσον στον προαναφερόμενο με αριθμό 5 όρο του επίδικου μισθωτηρίου, στον οποίο αναφέρεται η ερμηνευθείσα κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ φράση "η μισθώτρια θα χάσει τη χρήση του μισθίου" περιλαμβάνεται και η διάταξη σε περίπτωση κατά την οποία, "από οποιαδήποτε αιτία" κατά την διάρκεια της μίσθωσης η μισθώτρια θα χάσει τη χρήση του μισθίου, χωρίς ωστόσο, να εξαιρεί και την καταγγελία της ένδικης μίσθωσης κατά την διάταξη του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1 του Ν.3853/2010.
Επομένως ο πρώτος από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί. Περαιτέρω με τον δεύτερο από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το Εφετείο κατά την εξέταση της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος ως προς τα αγωγικά κονδύλια του αναπόσβεστου κόστους εργασιών της μισθώτριας αναιρεσίβλητης και την αξία των δεξαμενών καυσίμων ουσιώδης ισχυρισμούς για την έκβαση της δίκης πράγματα, που επικαλέστηκε ενιστάμενος προς θεμελίωση της ενστάσεως αυτής, τα οποία μαζί με εκείνα, που αυτός επικαλέστηκε και έλαβε υπόψη το Δικαστήριο, καθιστούν βάσιμη την ένσταση αυτή, η οποία απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, προς θεμελίωση της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος επικαλέσθηκε τα ακόλουθα "πράγματα": 1) ότι η ίδια η ενάγουσα επέλεξε να αποχωρήσει από το μίσθιο πριν τη συμβατική λήξη της μίσθωσης με την εκ μέρους της καταγγελία και ότι πρόκειται περί ζημίας εξ οικείου πταίσματός της, 2) ότι της προκάλεσε βλάβες και αισθητικές δυσμορφίες στο μίσθιο και γ) ότι οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του ένδικου δικαιώματος της ενάγουσας είναι δυσχερείς για αυτόν και την πολύτεκνη οικογένειά του, που αντιμετωπίζουν προβλήματα επιβίωσης, ενώ αντιθέτως η οικονομική κατάσταση της ενάγουσας είναι πάρα πολύ καλή.
Από την παραδεκτή επισκόπηση των ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου υποβληθέντων προτάσεων αλλά και του πέμπτου λόγου της από 3.7.2014 (και με αριθμό κατάθ. 2773/10.7.2014 εφέσεως του εκκαλούντος εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος προκύπτει, ότι τους ανωτέρω ουσιώδεις ισχυρισμούς-πράγματα που πρότεινε ο αναιρεσείων με τον ως άνω λόγο της το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, τους έλαβε υπόψη του και με σαφή και επαρκή αιτιολογία τους απέρριψε. Κατόπιν αυτού ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το τμήμα, με το οποίο αιτιάται για πλημμέλεια από τον αριθ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.
Με το δεύτερο από τον αριθ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τμήμα του δεύτερου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για παραμόρφωση της από 1.9.2011 εξώδικης δήλωσης- πρόσκλησής του προς την αναιρεσίβλητη εταιρία, που είχε ως αποτέλεσμα το Εφετείο να εξαγάγει λάθος κρίση περί της καταχρηστικής ασκήσεως ή μη του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης ως προς την διεκδίκηση των υπόγειων δεξαμενών, μη δεδουλευμένων μισθωμάτων και αναπόσπαστο τμήμα των εκτελεσθεισών εργασιών. Ο λόγος αυτός κατά το προαναφερόμενο τμήμα είναι απαράδεκτος και πρέπει ν' απορριφθεί διότι η αποδιδόμενη με το τμήμα αυτό αναιρετική πλημμέλεια δεν συνιστά διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα, που πράγματι περιλαμβάνει αλλά παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (Ολ. ΑΠ.2/2008). Σε κάθε περίπτωση ο παραπάνω λόγος είναι απορριπτέος, καθόσον το Δικαστήριο δεν στήριξε την κρίση του αποκλειστικά στο ως άνω έγγραφο αλλά στο σύνολο των προσκομισθέντων εγγράφων.
Περαιτέρω με το πρώτο από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τμήμα του τρίτου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων ως προς το αγωγικό κονδύλιο αποζημιώσεως των οικοδομικών κατασκευών, βελτιώσεων και καλλωπισμών, στην οποία περιλαμβάνονται και οι τρεις (3) δεξαμενές, που η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία τοποθέτησε στο επίδικο μίσθιο-πρατήριο υγρών καυσίμων προβάλλει την αιτίαση της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ως προς την περιεχόμενη στον όρο 8 του από 20.12.2006 ένδικου μισθωτηρίου συμβολαίου της ένδικης μίσθωσης βούληση των συμβληθέντων μερών κατά την ερμηνεία της φράσης "...ομαλή λήξη της μίσθωσης...". Ειδικότερα στον προαναφερόμενο 8 όρο του ένδικου μισθωτηρίου συμβολαίου αναφέρονται επί λέξει τα ακόλουθα:
8. Συμφωνείται ότι η μισθώτρια δικαιούται κατά την κρίση της να προβαίνει σε μετατροπές του μισθίου και να κάνει προσθήκες σ' αυτό, αρκεί να μην μεταβάλλεται η κατά προορισμόν χρήση του μισθίου ως πρατηρίου υγρών καυσίμων, με πλυντήριο και λιπαντήριο, mini market, κατάστημα πώλησης ορυκτελαίων και λοιπών ειδών των οποίων η εμπορία επιτρέπεται από τέτοια είδους καταστήματα και γενικά ως σταθμός εξυπηρέτησης αυτοκινήτων και αυτοκινητιστών, καθώς και για ; την προβολή των προϊόντων και δραστηριοτήτων της μισθώτριας.
Η μισθώτρια δικαιούται κατά την, αποχώρηση της από το μίσθιο να αποκομίσει όλα τα κινητά πράγματα (αντλίες, στέγαστρο, σήματα κλπ), τα οποία εγκατέστησε στο μίσθιο για την λειτουργία του.
Με την ομαλή λήξη της μίσθωσης, όλες οι οικοδομικές κατασκευές, βελτιώσεις, καλλωπισμοί και άλλες σχετικές εργασίες παραμένουν προς όφελος του εκμισθωτή, άνευ αξιώσεως της μισθώτριας προς αποζημίωση. Οι ως άνω κατασκευές κλπ θα γίνουν πάντοτε τηρουμένων των νόμων και ο εκμισθωτής, με έξοδα της μισθώτριας, υποχρεούται να προβεί σε κάθε νόμιμη ενέργεια για την έκδοση της σχετικής άδειας κατασκευής. (Στις ως άνω κατασκευές συμπεριλαμβάνονται και τέσσερις δεξαμενές που η μισθώτρια τοποθέτησε στο πρατήριο).
Το Εφετείο με τις προαναφερόμενες παραδοχές αφού διαπίστωσε ασάφεια και ως προς τον όγδοο όρο του εν λόγω μισθωτηρίου, έκρινε, με βάση τις αρχές της καλής πίστης και λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, ότι η "ομαλή λήξη της μίσθωσης" είναι αυτή, που επέρχεται με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου της μίσθωσης και οποιαδήποτε άλλη περίπτωση πρόωρης λήξης στην οποία εντάσσεται και η ένδικη με την καταγγελία της μισθώτριας, αποκλείει το αποτέλεσμα της εν λόγω συμφωνίας, που είναι η παραμονή των εγκαταστάσεων, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι τρεις (3) δεξαμενές με αποτέλεσμα ο εναγόμενος εκμισθωτής και ήδη αναιρεσείων να υποχρεούται σε αποζημίωση από την αγορά και τοποθέτηση των εν λόγω τριών (3) δεξαμενών στο μίσθιο. Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης ως προς το πρώτο τμήμα του, με το οποίο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος κατά το τμήμα τούτο και πρέπει ν' απορριφθεί. Με το δεύτερο από τον αριθ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τμήμα του τρίτου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται ότι ως προς την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ενάγουσας εταιρίας του αγωγικού κονδυλίου της αποζημιώσεως των τριών (3) δεξαμενών δεν έλαβε υπόψη του τους εξής ουσιώδεις ισχυρισμούς-πράγματα:
α) ότι οι δεξαμενές, οι θεμελιωμένες μέσα στο έδαφος με οπλισμένο, σκυρόδεμα και μεταλλικές σωληνώσεις αποτελούν μόνιμη αναγκαία εγκατάσταση σταθερά συνδεδεμένη με το έδαφος που παραμένει προς όφελος του μισθίου και β) ότι άλλως αποτελούν "επωφελείς δαπάνες" διότι ένα πρατήριο υγρών καυσίμων δεν λειτουργεί χωρίς δεξαμενές.
Από τις παραδοχές της, προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι τους προαναφερόμενους ουσιώδεις ισχυρισμούς - πράγματα, τους έλαβε υπόψη του και τους απέρριψε τον μεν πρώτο ότι οι εν λόγω δεξαμενές αποτελούν συστατικά του εδάφους κατά την έννοια του άρθρου 954 εδ.9 ΑΚ και δεν είναι δυνατή η αφαίρεσή τους, τον δε δεύτερο με την παραδοχή ότι οι εν λόγω προς όφελος του μισθίου δεξαμενές θα παρέμειναν στο μίσθιο μετά την παρέλευση του συμβατικού χρόνου της ένδικης μίσθωσης, των δώδεκα (12) ετών.
Επομένως και κατά το ανωτέρω τμήμα του τρίτου λογού αναίρεσης, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του αριθ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί. Με τον κατ' ορθότερο χαρακτηρισμό από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τέταρτο λόγο, ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το Εφετείο απέρριψε με εσφαλμένη αιτιολογία το αγωγικό αίτημα της αναιρεσίβλητης για τα μη δεδουλευμένα μισθώματα, που αυτή του προκατέβαλε ενώ όφειλε να το απορρίψει ως καταχρηστικώς ασκούμενο δικαίωμα (281 ΑΚ).
Ο λόγος αυτός θα πρέπει ν' απορριφθεί καθόσον το εν λόγω κονδύλιο απορρίφθηκε ως μη νόμιμο, όπως και από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο είχε απορριφθεί και συνεπώς το Εφετείο δεν είχε την δυνατότητα να ερευνήσει την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της εν λόγω αξίωσης, αφού δεν υπεισήλθε στην ουσία της υπόθεσης ως προς την αξίωση αυτή.
Με τον πέμπτο από τον αριθμ. 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το Εφετείο προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα αναφορικά με την ένσταση συμψηφισμού μέχρι του ποσού των 47.276,00 Ευρώ, που πρότεινε με τις ενωμένες με ανταγωγή προτάσεις του ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου προς απόκρουση της από 1.3.2012 ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης, δεν έλαβε υπόψη του την κατάθεση του μάρτυρος ανταποδείξεως αλλά και τις φωτογραφίες που προσκόμισε και επικαλέσθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Ο λόγος αυτός κατά το ανωτέρω τμήμα του, είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί, καθόσον από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, τα οποία ρητά μνημονεύει στην προσβαλλόμενη απόφαση και δη στο σημείο της που αναφέρει κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα, όπου γίνεται αναφορά τόσο στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όσο και στις φωτογραφίες.
Με τον έκτο από τους αριθμ. 1 και 9 του άρθρου559 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων αιτιάσεις ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα κοινής πείρας για την αποζημίωση που οφείλει η αναιρεσίβλητη για βλάβες στο μίσθιο που άφησε κατ' ουσία αδίκαστο σχετικό του αίτημα. Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο του τμήμα από τον αριθμό 1, είναι απαράδεκτος διότι δεν αναφέρει ποια και κατά ποίο τρόπο διδάγματα κοινής πείρας παραβιάστηκαν κατά την εκδίκαση της ασκηθείσας με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ανταγωγής του, με την οποία αιτήθηκε να υποχρεωθεί η αντεναγομένη να του καταβάλει αποζημίωση 15.700 ευρώ για αποκατάσταση ζημιών στο μίσθιο πέραν της συνήθους χρήσεως, 28.576 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη - μισθώματα, που απέδωσε μέχρι τον χρόνο της ασκήσεως της ανταγωγής του και 3.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, που έχει υποστεί από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της αντεναγομένης.
Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει ότι το Εφετείο άφησε αίτηση αδίκαστη, καθόσον, μετά την παραδοχή ότι οι μεταρρυθμίσεις, που συντελέσθηκαν από την αντεναγομένη στο μίσθιο εντάσσονται στα πλαίσια της συμβατικής χρήσης του μισθίου και ότι η τελευταία δεν προκάλεσε παράνομα και υπαίτια φθορές και ζημιές στο μίσθιο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ανταγωγή του αναιρεσείοντος εκμισθωτή. Επομένως το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δε υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου ο έκτος λόγος ως προς το δεύτερο τμήμα του πρέπει ν' απορριφθεί.
Με τον έβδομο από τους αριθ. 10α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το Εφετείο, ως προς την παραλαβή του μισθίου, με ανεπαρκή αιτιολογία δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα ότι παρέλαβε τα κλειδιά του μισθίου ανεπιφύλακτα.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί καθόσον από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο με πλήρη αιτιολογία κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα αναφορικά με την παραλαβή του μισθίου μετά από εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, με την παραδοχή ότι ο εναγόμενος- αντενάγων παρέλαβε το μίσθιο ακίνητο τον Νοέμβριο του 2011, χωρίς μέχρι τότε να διατυπώσει καμία επιφύλαξη για τυχόν φθορές, που προκάλεσε σε αυτό η ενάγουσα και ότι το πρώτο με την από 1.9.2011 εξώδικη δήλωσή του με την οποία καλούσε την αντεναγόμενη μισθώτρια να παραλάβει το μίσθιο πριν την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας ανέφερε ότι θα της επέστρεφε την καταβληθείσα εγγυοδοσία μετά την αφαίρεση των κινητών και αφού θα έκανε εκτίμηση "των ενδεχομένων φθορών του μισθίου", στην οποία (εκτίμηση) προέβη όχι εντός του εξαμήνου από την παραλαβή του μισθίου αλλά τον Ιανουάριο του έτους 2013.
Με τον όγδοο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων παραπονείται για ευθεία παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 603 ΑΚ, που αφορά την εξάμηνη παραγραφή των αξιώσεων του μισθωτή και εν προκειμένω της αναιρεσίβλητης μισθώτριας για δαπάνες αναγκαίες-επωφελείς επί του επίδικου μισθίου. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί, διότι στην προκειμένη υπόθεση η λύση της ένδικης μίσθωσης δεν επήλθε με οικειοθελή απόδοση του μισθίου εκ μέρους του μισθωτή και εν προκειμένω της αναιρεσίβλητης μισθώτριας στον εκμισθωτή εναγόμενο-αντενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα αλλά με καταγγελία της μίσθωσης κατά την διάταξη του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 17 παρ.2-4 του Ν.3853/2010, με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 17 παρ.4 ορίσθηκε ότι ισχύει για καταγγελίες, που έγιναν μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2012 και αφορά μισθώσεις, που έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του (17.6.2010), σύμφωνα με την οποία τα αποτελέσματα της καταγγελίας επέρχονται τρεις (3) μήνες από την καταγγελία.
Η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 17 του Ν.3853/2010 είναι αναγκαστικού δικαίου και ως εκ τούτου δεν χωρεί παρέκκλιση ως προς τους όρους ή την ενέργεια της καταγγελίας, δηλαδή αν τα αποτελέσματα αυτής θα είναι άμεσα και όχι μετά την πάροδο της τρίμηνης προθεσμίας από την καταγγελία.
Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα η αιτίαση που προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα με τον όγδοο λόγο αναίρεσης ότι η λήξη της επίδικης μίσθωσης επήλθε όχι στις 20.10.2011 δηλαδή μετά την παρέλευση των τριών (3) μηνών από την από 12.7.2011 γραπτή καταγγελία του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995 (καταγγελία "μεταμέλειας") της μισθώτριας, που επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα μισθωτή στις 19.7.2011 (με την υπ' αριθμ.
…9β/19.7.2011 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Σερρών Σ. Δ.) και άρχισε να τρέχει από την επομένη στις 20.7.2011 και έληξε στις 20.10.2011, οπότε και λύθηκε η ένδικη μίσθωση και από την προθεσμία αυτή άρχισε να τρέχει το εξάμηνο της παραγραφής της αξιώσεως των αναγκαίων-επωφελών δαπανών κατά το άρθρο 603 ΑΚ της αναιρεσίβλητης μισθώτριας κατά του ενάγοντος εκμισθωτή και ήδη αναιρεσείοντος αλλά στις 6.9.2011, ημέρα κατά την οποία επέδωσε στην μισθώτρια αναιρεσίβλητη την από 1.9.2011 εξώδικη δήλωση, που περιήλθε στην ενάγουσα-αντεναγομένη μισθώτρια και ήδη αναιρεσίβλητη (με την υπ' αριθμ.
…0/6.9.2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ. Ρ.), με την οποία αποδεχόμενος την καταγγελία της μίσθωσης όρισε ότι η λήξη της επίδικης μίσθωσης επήλθε στις 6.9.2011 οπότε και άρχισε η εξάμηνη παραγραφή των απαιτήσεων με αποτέλεσμα να έχουν παραγραφεί μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, που έλαβε χώρα στις 9.3.2012 με την επίδοση αυτής στον εναγόμενο εκμισθωτή-αναιρεσίβλητο.....
και όχι στις 20.10.2011, που ισχυρίζεται η ενάγουσα μισθώτρια - αναιρεσίβλητη. Με βάση τα εκτιθέμενα ανωτέρω ορθά εφαρμόζοντας το νόμο δέχθηκε το εκδον την προσβαλλομένη απόφαση Δικαστηρίου, ότι η λύση της ένδικης μίσθωσης επήλθε κατόπιν καταγγελίας της μισθώτριας τα αποτελέσματα της οποίας επήλθαν μετά τρίμηνο, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 17 παρ. 2-4 του Ν. 3853/2010, η οποία είναι αναγκαστικού δικαίου και ως εκ τούτου δεν χωρεί παρέκκλιση ως προς τους όρους και την ενέργεια της εν λόγω καταγγελίας όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον όγδοο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο οποίος είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.
Με τον ένατο από τους αριθ. 10α, 8β, 1β και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη για την αυθαίρετη κατά τον αναιρεσείοντα κρίση περί "επιχειρησιακής αποτυχίας" του κατά την διετή λειτουργία του πρατηρίου υγρών καυσίμων εκ μέρους του που δημιούργησε μόλις σε δύο χρόνια οφειλής προς την αναιρεσίβλητη 64.440 ευρώ, ενώ κατά τις αιτιάσεις του, η λειτουργία της επιχειρήσεως του ήταν επιτυχής, διότι όχι μόνον απομείωνε ικανοποιητικά το χρέος της, αλλά κέρδιζε και τα απαραίτητα για τις βιοτικές ανάγκες της πολύτεκνης οικογένειας του γεγονότα που πρότεινε και ότι η παραδοχή αυτή δημιουργεί λανθασμένη και δυσμενή εντύπωση για το πρόσωπό του αλλά και σε εσφαλμένη κρίση περί της αληθούς ερμηνείας του 5ου όρου της επίδικης μισθώσεως.
Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι με την κατ' επίφαση επίκληση αναιρετικών πλημμελειών του άρθρ. 559 ΚΠολΔ από τους αριθ. 10α, περί του ότι το Δικαστήριο δέχθηκε ως αληθινά πράγματα χωρίς απόδειξη, 8β περί του ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 1β περί παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας και 19 περί έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας πλήττει την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί αποτυχημένης διετούς λειτουργίας του πρατηρίου εκ μέρους του (αναιρεσείοντα) (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Με τον δέκατο από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αναφορικά με την αγωγική απαίτηση του αναπόσβεστου μέρους των εργασιών από 121.580 ευρώ, αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας για την εφαρμογή των αντίστοιχων κανόνων δικαίου και δεν διέλαβε υπόψη της τα κοινώς αυτονόητα:
α) ότι μέσα στο αιτηθέν κεφάλαιο περιλαμβάνεται το ποσό του ΦΠΑ, που η ίδια η αναιρεσίβλητη αναλύει στην αγωγή της, β) ότι το αιτηθέν κεφάλαιο και τα αντίστοιχα εκδοθέντα τιμολόγια για δαπάνες της μισθώτριας, προκάλεσαν αντίστοιχη έκπτωση φόρου εισοδήματος και έμμεσο όφελος της και γ) ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ουδεμία διάκριση έκανε, ούτε περαιτέρω αποδείξεις ζήτησε από την μισθώτρια για τον ακριβή προσδιορισμό του αιτηθέντος κεφαλαίου.
Ο λόγος αυτός εκτός της αοριστίας του (ΑΠ 574/2010), διότι δεν αναφέρει ποια συγκεκριμένα διδάγματα παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παράβαση, σε κάθε δε περίπτωση τα κατά τον αναιρεσείοντα παραβιασθέντα διδάγματα κοινής πείρας δεν αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή γεγονότων σ' αυτούς αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων δηλαδή την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1662/2010) και πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Με τον ενδέκατο από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για αντιφατική αιτιολογία ως προς την ανεπιφύλακτη ή μη παραλαβή του μισθίου από τον ίδιο που είχε ως αποτέλεσμα την απόρριψη της ενστάσεως της εξάμηνης παραγραφής που ο ίδιος πρότεινε ως προς τις αξιώσεις της ενάγουσας μισθώτριας-αναιρεσίβλητης και συγκεκριμένα ενώ αρχικά δέχεται ότι "στην προκειμένη περίπτωση δεν έχουμε λύση της μίσθωσης με οικειοθελή απόδοση του μισθίου εκ μέρους του μισθωτή στον εκμισθωτή και παραλαβή του από αυτόν ανεπιφύλακτα αλλά καταγγελία της μίσθωσης με την διάταξη του άρθρου 43 π.δ 34/1995, η οποία αποτελεί κανόνα αναγκαστικού δικαίου και ως εκ τούτου, δεν χωρεί παρέκκλιση ως προς τους όρους ή την ενέργεια της καταγγελίας" (σελ. 15, 16) στην συνεχεία δέχεται ότι "στην προκειμένη περίπτωση και αναφορικά με την ασκηθείσα ανταγωγή, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι ο εναγόμενος-αντενάγων παρέλαβε το μίσθιο ακίνητο τον Νοέμβριο του 2011, χωρίς μέχρι τότε να διατυπώσει καμία επιφύλαξη για τυχόν φθορές που προκάλεσε σε αυτό η ενάγουσα.
Μόνο στην παραπάνω από 1-9-2011 εξώδικη δήλωση του...... και αφού θα έκανε εκτίμηση των ενδεχομένων φθορών του μισθίου". Από τις παραδοχές αυτές δεν προκύπτει αντίφαση αιτιολογιών, ως προς την ανεπιφύλακτη παραλαβή του μισθίου, που άσκησαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της προταθείσας ενστάσεως της εξάμηνης παραγραφής (άρθρο 603ΑΚ) της αγωγικής αξίωσης του αναπόσβεστου κόστους των εργασιών της μισθώτριας, καθόσον η μεν πρώτη παραδοχή αφορά το ιστορικό της νομικής βάσης της ένδικης αγωγής ότι δηλαδή πρόκειται για καταγγελία του άρθρου 43 του π.δ 34/1995 και όχι για λύση της μίσθωσης με οικειοθελή αποχώρηση και ανεπιφύλακτη παραλαβή, η δε δεύτερη αφορά την ουσιαστική αβασιμότητα της ασκηθείσας από τον αναιρεσείοντα ανταγωγής ότι δηλαδή, κατά τις παραδοχές, δεν προξενήθηκαν από την αντεναγομένη μισθώτρια φθορές στο μίσθιο, πέραν της συνήθους, διότι μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής της μισθώτριας δεν είχαν διατυπωθεί επιφυλάξεις για τυχόν φθορές, που προκάλεσε σ' αυτό η αντεναγομένη μισθώτρια-αναιρεσίβλητη, παρά μόνο στην από 1-9-2011 εξώδικη δήλωσή του, με την οποία κάλεσε την ως άνω αντεναγομένη μισθώτρια να παραλάβει το μίσθιο πριν την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας της μισθώτριας σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 43 του π.δ 34/1995, όπου ο αντενάγων-αναιρεσείων κάνει μνεία για "ενδεχόμενες φθορές του μισθίου".
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο κατά το άρθρο 495 παρ.4 εδ.ε' ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 6-7-2016 αίτηση για αναίρεση της 1478/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Σεπτεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ