1378/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-7-2006 προσφυγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών. Εκδόθηκε η 4012/2013 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-11-2014 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1378/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Full text
Απόφαση 1378 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1378/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (... ΑΕ), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μεντή, που ανακάλεσε την από 2-12-2016 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσιβλήτης: Εταιρίας με την επωνυμία "Κτιριακές Υποδομές Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της εταιρίας με την επωνυμία "ΟΣΚ Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κροκίδα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-7-2006 προσφυγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 4012/2013 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-11-2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα, ανέγνωσε την από 21-1-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη με αυτή υπ' αριθμ. 4012/2013 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά τη διαδικασία των διατάξεων του άρθρου 13 ν.1418/1984 περί δημοσίων έργων, υπ' αριθμ. 4012/2013 τελεσίδικη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών που απέρριψε, ως απαράδεκτη, την από 11-7-2006 προσφυγή της αναιρεσείουσας, όσον αφορά την αρχικώς καθ' ης αυτή απευθυνόταν ανώνυμη εταιρεία "Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων ΑΕ", καθολική διάδοχος της οποίας είναι η ήδη αναιρεσίβλητη.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 279 ΑΚ, στις περιπτώσεις που ο νόμος ή τα μέρη τάσσουν προθεσμία, μέσα στην οποία πρέπει να ασκηθεί το δικαίωμα, (αποσβεστική προθεσμία), εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την παραγραφή.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι δεν αποκλείεται και σε περίπτωση αποσβεστικής προθεσμίας η εφαρμογή κάποιου λόγου αναστολής ή διακοπής της παραγραφής, υπό την προϋπόθεση όμως ότι αυτή δεν προσκρούει στη φύση της συγκεκριμένης προθεσμίας και το σκοπό που επιδιώκεται με αυτή. Ειδικότερα η αποσβεστική προθεσμία, στην οποία εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις για την παραγραφή, σκοπό έχει να τάξει χρονικό όριο διάρκειας του δικαιώματος, άσχετα με την επιμέλεια ή την αδράνεια του δικαιούχου, το οποίο είναι ενεργό, όσο διαρκεί ο χρόνος που ορίζει ο νόμος ή προσδιορίζουν τα μέρη και μετά την πάροδο αυτού, για άρση της αβεβαιότητας που επιβάλλει το συμφέρον του υπόχρεου, αποσβήνεται.
Όταν ορίζεται δε, για την άσκηση του δικαιώματος ορισμένη προθεσμία, της οποίας η παραμέληση συνεπάγεται την απώλειά του, η άσκηση του συγκεκριμένου δικαιώματος μέσα στην τασσόμενη προθεσμία, συντελεί στη διατήρηση τούτου (δικαιώματος),με τη συνέπεια ότι, εκπληρουμένου του σκοπού για τον οποίο τέθηκε η προθεσμία και ο οποίο συνίσταται στην άρση της αβεβαιότητας που προκλήθηκε με την προσβολή του δικαιώματος, δεν εφαρμόζεται στην εν λόγω προθεσμία, ενόψει του άρθρου 279 ΑΚ, η διάταξη του άρθρου 261 εδ.
β' του ιδίου Κώδικα, κατά την οποία η παραγραφή της αξίωσης που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου και μπορεί να συμπληρωθεί, ενώ διαρκεί η δίκη, αν παραμεληθεί από το δικαιούχο, ως μη συμβιβαζόμενη προς την έννοια και τη φύση των αποσβεστικών προθεσμιών (ΑΠ 1307/2006, ΑΠ 194/2012).
Περαιτέρω, στην παράγραφο 3 του άρθρου 13 του ν. 1418/1984 περί δημοσίων έργων, ορίζονται τα εξής: "Της προσφυγής στο Εφετείο προηγείται υποχρεωτικά αίτηση θεραπείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγουμένου άρθρου, διαφορετικά η προσφυγή κηρύσσεται απαράδεκτη. Η προσφυγή στο Εφετείο ασκείται μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δύο μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης που εκδόθηκε στην αίτηση θεραπείας ή από τη λήξη της τρίμηνης προθεσμίας της παραγράφου 7 του προηγουμένου άρθρου".
Με την ως άνω διάταξη τάσσεται αποσβεστική προθεσμία, υπό την έννοια του άρθρου 279 ΑΚ, εντός της οποίας πρέπει να ασκηθεί η προβλεπόμενη σε αυτή προσφυγή, ή οποία πράγματι είναι αγωγή, επιδιώκουσα την επίλυση της ειδικής κατηγορίας διαφορών, που προκύπτουν από την εκτέλεση δημοσίων έργων, με σκοπό την ταχεία επίλυσή τους και την άρση της εντεύθεν δημιουργούμενης αβεβαιότητας (Ολ ΑΠ 145/1970, ΕλλΔ/νη 1970, 47, ΑΠ 2098/2009).
Επομένως, εφόσον ασκήθηκε εμπροθέσμως, εντός της οριζόμενης στο άρθρο 13 παρ. 3 ν. 1418/1984 δίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας, το δικαίωμα της προσφυγής για την επίλυση διαφορών που ανέκυψαν από τη σύμβαση κατασκευής δημοσίου έργου και έτσι πληρώθηκε ο σκοπός του νόμου για την άρση της δημιουργηθείσας από αυτές αβεβαιότητας, με τη μετά ταύτα παρέλευση χρονικού διαστήματος μεγαλύτερου των δύο μηνών, χωρίς να λάβει χώρα νέα διαδικαστική πράξη, δεν αποσβήνεται το δικαίωμα αυτό, ούτε νοείται συμπλήρωση της ανωτέρω προθεσμίας των δύο μηνών, μετά τη νόμιμη διακοπή της με την έγερση της σχετικής προσφυγής, σε επιδικία, επειδή, όπως προαναφέρθηκε, η διάταξη του άρθρου 261 εδ.β του ΑΚ, ως μη συμβιβαζόμενη προς την έννοια και τη φύση των αποσβεστικών προθεσμιών, δεν έχει ανάλογη εφαρμογή επί τούτων και συνακόλουθα ούτε επί της συγκεκριμένης δίμηνης προθεσμίας για την άσκηση της προβλεπόμενης στο άρθρο 13 του ν.1418/1984 προσφυγής, η οποία, κατά τα εκτεθέντα, έχουσα σκοπό την άρση της δημιουργηθείσας μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών αβεβαιότητας, άπαξ ασκηθείσα, ελλείπει και ο λόγος της αβεβαιότητας (Ολ.
ΑΠ 1338/1985, ΑΠ 161/1997, ΑΠ 1688/2005, ΑΠ 1325/2011). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Κανόνες δε ουσιαστικού δικαίου, υπό την αναφερόμενη στο άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ έννοια, αποτελούν και τα άρθρα 261 και 279 ΑΚ, που προαναφέρθηκαν.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, ότι το Εφετείο απέρριψε, ως απαράδεκτη, την από 11-7-2006 (.../2006) ένδικη προσφυγή της ήδη αναιρεσείουσας με την εξής αιτιολογία: "Μετά τη ματαίωση της συζήτησης της υπό κρίση προσφυγής, (η οποία ασκήθηκε εντός διμήνου από τη λήξη της οριζόμενης στο άρθρο 12 παρ. 7 του ν. 1418/1984 τρίμηνης προθεσμίας), κατά τη δικάσιμο της 22ας-5-2007, η προσφεύγουσα την επανέφερε προς συζήτηση, με την από 14-7-2008 κλήση της, που κατατέθηκε στη γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου στις 15-7-2008 (βλ.
αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …/15-7-2008), ματαιώθηκε δε εκ νέου, κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο της 23ης-3-2010. Στη συνέχεια η προσφεύγουσα, με την από 29-3-2010 (…/29-3-2010) κλήση, επέσπευσε και πάλι τη συζήτηση της υπό κρίση προσφυγής της. Ήδη, όμως, μεταξύ των δύο ως άνω διαδικαστικών πράξεων, ήτοι της άσκησης της προσφυγής και της κατάθεσης της πρώτης ως άνω από 14-7-2008/…/15-7-2008 κλήσεως, μετά τη ματαίωση της συζήτησης, κατά τη δικάσιμο της 22ας-7-2007, παρήλθε χρονικό διάστημα δεκατεσσάρων μηνών, ήτοι πολύ μεγαλύτερο της δίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας".
Έτσι όμως που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 261 και 279 του ΑΚ, που προαναφέρθηκαν, αφού, ενόψει της παραδοχής του ότι η ένδικη προσφυγή της αναιρεσείουσας είχε ασκηθεί εμπροθέσμως, εντός της οριζόμενης στο άρθρο 13 παρ. 3 του ν. 1418/1984 δίμηνης προθεσμίας, δεν μπορούσε πλέον να γεννηθεί ζήτημα συμπληρώσεως της ίδιας δίμηνης προθεσμίας, μετά τη νόμιμη διακοπή της, σε επιδικία, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη μείζονα σκέψη της παρούσας.
Επομένως, τα όσα συναφώς υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με το μοναδικό λόγο της αίτησης, κατά τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, κρίνονται βάσιμα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Συνακόλουθα τούτων, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του ν. 4139/2013. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από αυτή με τα παράβολα του Δημοσίου και του ΤΑΧΔΙΚ, όπως αυτά αναφέρονται στην υπ' αριθμ. …/2014 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης, που συντάχθηκε από τη γραμματέα του Εφετείου Αθηνών. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που δεν κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας της, κατά το σχετικό περί τούτου νόμιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4012/2013 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από αυτή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιουλίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ