1378/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΔικαιοδοσία. Πότε επιλαμβάνονται τα διοικητικά Δικαστήρια. Υποκείμενη σχέση ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου. Αδικαιολόγητος πλουτισμός. Πότε υπάρχει αρμοδιότης των διοικητικών δικαστηρίων. Πότε προβάλλεται κατά τρόπο ορισμένο και νόμιμο ο από το άρθρο 559 αρ. 8 λόγος αναίρεσης. Από τη γενική αναφορά σε λήψη υπόψη εγγράφων, χωρίς εξειδίκευσή του, δεν καθιδρύεται, άνευ άλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος.
Legislator headnote
AI generated1378/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συμβάσεις, οι οποίες δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά, είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 3/1999, Ολ. ΑΠ 7/2001, 8/2000). Τέλος, κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια.
Full text
Απόφαση 1378 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Δικαιοδοσία. Πότε επιλαμβάνονται τα διοικητικά Δικαστήρια. Υποκείμενη σχέση ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου. Αδικαιολόγητος πλουτισμός. Πότε υπάρχει αρμοδιότης των διοικητικών δικαστηρίων. Πότε προβάλλεται κατά τρόπο ορισμένο και νόμιμο ο από το άρθρο 559 αρ. 8 λόγος αναίρεσης. Από τη γενική αναφορά σε λήψη υπόψη εγγράφων, χωρίς εξειδίκευσή του, δεν καθιδρύεται, άνευ άλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος.
Αριθμός 1378/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κοινότητας Θεοδωριάνων Ν. Άρτας ΝΠΔΔ, που εδρεύει στα Θεοδώριανα Άρτας και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Πρόεδρο της Κ. Κ. , κάτοικο Άρτας. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παντελή Μήτση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσιβλήτου: Λ. Λ. Β. , κατοίκου ... , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Τόλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-2-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο 'Αρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 83/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 112/2008 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 18-2-2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 1-10-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4,559 αρ. 4 και 580 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για υπέρβαση δικαιοδοσίας ιδρύεται, όταν το δικαστήριο αποφάνθηκε για υπόθεση, η οποία δεν υπάγεται στή δικαιοδοσία του (Ο λ . ΑΠ 293/1981), Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο.
κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ακόμη, το άρθρο 24 του Συντάγματος ορίζει στην παράγραφο 1, ότι η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και στην παράγραφο 3, ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές, Σε εφαρμογή των παραπάνω συνταγματικών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του ν. 1409/1983, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, υπάγονται από 11-6-1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Κ.Πολ.Δ., οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι, προκειμένου για έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, ως προς την οποία έχει καθιερωθεί, από το νόμο, δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων αποκλείουσα την ανάμειξη των πολιτικών δικαστηρίων, δεν είναι δυνατή η έγερση ενώπιον των τελευταίων αγωγής. Αυτό ισχύει για όλες τις αξιώσεις που πηγάζουν από την έννομη σχέση, ακόμη και για την αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού, όταν η υποκείμενη σχέση, η οποία προκάλεσε τον πλουτισμό είναι δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 2/1993, Ολ.
ΑΠ 138/1966). Αντίθετα, υπάρχει δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν υπάρχει σχέση ιδιωτικού δικαίου (ΑΕΔ 10/1993), έστω και ως βάση αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΕΔ 2/1993, Ολ. ΑΠ 5/1995). Με το άρθρο 1 παρ. 2 του ιδίου νόμου 1406/1983, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων πλην άλλων, και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδ. 1), δηλαδή εκείνες οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη από τη σύμβαση αυτή αξίωση.
Είναι δε η σύμβαση διοικητική, αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. και με τη σύναψη της σύμβασης επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος ανάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ., είτε με βάση το κανονιστικό καθεστώς που διέπει τη σύμβαση, είτε με βάση ρήτρες που προβλέπονται κανονιστικά και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, χάριν του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή σε θέση μη προσιδιάζουσα στον, με βάση τις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου, συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (ΑΠ 408/2010).
Συμβάσεις, οι οποίες δεν συγκεντρώνουν τα γνωρίσματα αυτά, είναι ιδιωτικές και οι διαφορές από αυτές υπάγονται στα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 3/1999, Ολ. ΑΠ 7/2001, 8/2000). Τέλος, κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια.
Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεωστήτως ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη". Κατά δε το άρθρο 908 εδ. α του ιδίου Κώδικα "ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα τυχόν έλαβε από αυτό". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι, σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται υπηρεσίες ή εργασίες με άκυρη σύμβαση,"ο αντισυμβαλλόμενος" του παρέχοντος, που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης, η οποία συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια την οποία απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της παροχής που έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, αν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες (ΑΠ 1225/2008).
Ο παραπάνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και για Δημόσιο και τα Ν.Π,Δ.Δ., αφού γι' αυτά δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (Ολ. ΑΠ 218/1977). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 40 και 41 του Ν.Δ/τος 496/1974 "Περί Λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου", και του άρθρου μόνου της υπ' αριθμ. 2054839/454/0026/3-7-1992 Απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, κάθε σύμβαση για λογαριασμό του ν.π.δ.δ.
έχουσα αντικείμενο άνω των 150.000 δραχμών, υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου, ο οποίος είναι ουσιαστικός και όχι αποδεικτικός (ΑΠ 322/2010, ΑΠ 1694/2009). Αν δεν τηρηθεί ο τύπος αυτός, η σύμβαση είναι άκυρη. Η διάταξη του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 41 του πιο πάνω Ν.Δ/τος κατά το οποίο "η εκ της μη τηρήσεως του τύπου της εγγράφου αποδοχής ακυρότης, αίρεται εν περιπτώσει εκπληρώσεως της συμβάσεως", εφαρμόζεται μόνον, όταν εκπληρώθηκε σύμβαση, για την οποία προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση, χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι δε και όταν δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και αποδοχή (Ολ.
ΑΠ 862/1984, ΑΠ 1694/2009). Στην παρούσα περίπτωση, η αναιρεσείουσα Κοινότητα (Ν.Π.Δ.Δ.) προβάλλει, πλην άλλων, πως λανθασμένα η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε την ένδικη υπόθεση, εφ' όσον δεν είχε δικαιοδοσία προς τούτο, δοθέντος ότι η επίδικη διαφορά υπήγετο, ως διοικητική διαφορά, στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων.
Από την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, προκύπτει ότι, ο ενάγων-αναιρεσίβλητος εξέθεσε μεταξύ άλλων, ότι:α) συνήψε με την αναιρεσείουσα Κοινότητα, κατά το χρονικό διάστημα από 15-7-2000 έως 10-11-2000 τέσσερις προφορικές συμβάσεις έργου που αφορούσαν εσωτερική οδοποιία Κοινότητας Θεοδωριάνων Άρτας, βελτίωση - συντήρηση δρόμου Θεοδωριάνων - Χούνη, διάνοιξη δρόμου προς Παλαιοχώραφα και τσιμεντόστρωση Κοινοτικού Δρόμου προς Καταφύγιο.
Ζήτησε δε, αφού εξέθεσε πως εκτέλεσε τα παραπάνω έργα, να του καταβληθεί η οφειλόμενη εισέτι αμοιβή του (υπόλοιπο αυτής) από 31.755,73 ευρώ με βάση τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ, εφ' όσον οι παραπάνω συμβάσεις ήταν άκυρες, αφού δεν υπήρχε έγγραφος τύπος. Όμως, με τέτοιο περιεχόμενο, η σύμβαση εισάγει διαφορά ιδιωτικού δικαίου, αφού, σε περίπτωση εγκυρότητας της, εφαρμοστέο θα ήταν το ιδιωτικό δίκαιο, γιατί αυτή, ούτε περιλάμβανε ούτε κάποιο από τα διάδικο, μέρη και μάλιστα η παραπονούμενη σχετικά αναιρεσείουσα προβάλλει, πως αυτή περιείχε όρους που επέτρεπαν στην εναγόμενη Κοινότητα μονομερείς επεμβάσεις σε όλο το συμβατικό πλαίσιο, ούτε διέπονταν από εξαιρετικό υπέρ αυτής νομοθετικό ή συμβατικό καθεστώς.
Συνεπώς, το Εφετείο, το οποίο δικάζοντας την αγωγή αυτή έκρινε πως η παραπάνω διαφορά είναι ιδιωτικού δικαίου και ότι είναι αρμόδιο το πολιτικό δικαστήριο για την εκδίκαση της διαφοράς αυτής (απορρίπτοντας ως αβάσιμη την ένσταση της αναιρεσείουσας Κοινότητας), δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία του και οι αντίθετοι από το άρθρο 559 αρ. 4 Κ.Πολ.Δ. λόγοι, πρώτος, κατά πρώτο σκέλος του, και δεύτερος λόγοι, αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 Κ,Πολ,Δ., αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, η απόφαση του υπόκειται σε αναίρεση. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1530/2001, ΑΠ 511/2003, ΑΠ 1255/2004).
Για να υπάρξει λόγος για τη μη λήψη υπόψη αυτοτελούς ισχυρισμού, προϋποτίθεται: 1) να ασκεί αυτός ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αλλά και να έχει προβληθεί από τον ίδιο τον ασκούντα την αναίρεση (ΑΠ 1398/1980, ΑΠ 572/1984) διάδικο, κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 12/2/2001, ΑΠ 163/2004, ΑΠ 1255/2004), επί πλέον δε, να είναι και ο ίδιος νόμιμος (Ολ.
ΑΠ 14/2004, ΑΠ 1499/95). Για το ορισμένο του λόγου δε, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ποια ήταν τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που, παρά το νόμο, δεν λήφθηκαν ή λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, και ποια επίδραση άσκησαν ή θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 44/2003, ΑΠ 493/2002, ΑΠ 530/1992), ακόμη δε τα στοιχεία, από τα οποία να απορρέει, ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο (ΑΠ 44/2003, ΑΠ 885/1994).
Πράγματα, άρα, δεν αποτελούν τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων και, γενικότερα, οι ισχυρισμοί τους, οι οποίοι υποβάλλονται, διηγηματικά, προς ευδοκίμηση της αγωγής ή στα πλαίσια της γενικής άρνησής της και αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην κρινόμενη υπόθεση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της αναίρεσης της ισχυρίζεται πως πρόβαλε ότι: 1) για τα με αριθμούς 1, 2 και 3 (όπως αναφέρονται στην αγωγή) έργα, υπάρχουν έγκυρες συμβάσεις και έχουν εκδοθεί σχετικά εντάλματα πληρωμής, 2)τα έργα αυτά ολοκληρώθηκαν, όχι από τον ενάγοντα, αλλά από τρίτους, στους οποίους αυτά ανατέθηκαν μετά από αποφάσεις του Κοινοτικού της Συμβουλίου, 3) ο μάρτυς του ενάγοντος προσδοκά συμφέρον από την έκβαση της δίκης, 4) τα έργα εξοφλήθηκαν στους εργολάβους που ανέλαβαν την εκτέλεση τους.
Τα παραπάνω εκτιθέμενα, όμως, δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια που προεκτέθηκε, αλλά ισχυρισμούς που συνιστούν άρνηση της αγωγής και προβάλλονται, απλά, προς απόρριψη της, μετά από εκτίμηση των προσαχθεισών αποδείξεων. Άλλωστε, εκτίθενται και αόριστα χωρίς να μνημονεύονται στο σχετικό δικόγραφο, ούτε τα στοιχεία από τα οποία να προκύπτει, ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί προτάθηκαν κατά τρόπο παραδεκτό, από την αναιρεσείουσα, στο Εφετείο.
Σε κάθε περίπτωση δε, αναφέρονται σε θέματα ουσιαστικής κρίσης της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθρ. 561 αρ. 1 Κ.ΠοΛ.Δ. βλ. και ΑΠ 221/1995, ΑΠ 1068/2002). Συνακόλουθα, ο τα αντίθετα προβάλλων πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
III. Κατά το άρθρο 589 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, πλην άλλων, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος αν προκύπτει από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.
Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου χωρίς ανάγκη ειδικής αιτιολόγησης καθενός ξεχωριστά, εφ' όσον, από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα, η λήψη υπόψιν του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 853/2006, ΑΠ 1-072/2005, ΑΠ 694/2003, βλ. και ΑΠ 918/2006).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως απορρέει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχεται ότι προς σχηματισμό της κρίσης του στην ερευνώμενη υπόθεση, έλαβε υπ' όψίν τις καταθέσεις των μαρτύρων "...που εξετάσθηκαν ενόρκως ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και διαλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του..." και "...όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν οι διάδικοι...".
Από τη γενική αυτή αναφορά, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε όλα γενικώς τα αναφερόμενα στην αίτηση αναίρεσης έγγραφα (τα με αριθμούς ... , ... , ... και ... χρηματικά εντάλματα και τις αντίστοιχες με αυτά αποφάσεις του Κοινοτικού Συμβουλίου της αναιρεσείουσας) και όχι μόνο την κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσίβλητου.
Και τούτο, πέραν του ότι οι αναφερόμενες αποφάσεις του Κοινοτικού Συμβουλίου μνημονεύονται εντελώς αόριστα, αφού, ούτε ο αριθμός τους, ούτε ο χρόνος λήψης τους εκτίθεται.
Συνεπώς, η προβαλλόμενη με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης αιτιάται, ότι, δηλαδή, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα παραπάνω έγγραφα (πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ), πρέπει ν' απορριφθεί, ως αβάσιμη. Μετά ταυτα η κρινόμενη αίτηση πρέπει ν' απορριφθεί στο συνολό της, ως αβάσιμη και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (αρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, μειωμένη όμως, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 281 παρ. 2 του Ν.3463/2006 για "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων".
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18.2.2009 αίτηση της Κοινότητας Θεοδωριάνων Ν.Άρτας, για αναίρεση της με αριθμό 112/2008 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων. Και, Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου από χίλια (1.000) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Δεκεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και, δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 5 Σεπτεμβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ