Supreme Court dismisses appeal against payment order due to lack of written evidence for debt amount.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a payment order. The appellant argued that the lower court incorrectly interpreted EU directives and domestic laws to invalidate the price fixation, while the hospital contended that no written agreement existed for the specific price. The court rejected these claims, ruling that the payment order was valid because the debt was proven by public documents and the statutory requirement for a written contract was not met by the appellant's arguments.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; Article 361 and 513 of the Civil Code; Articles 623, 624, and 628 of the Code of Civil Procedure: A payment order may be issued based on a monetary claim proven by public or private documents, and an appeal based on the absence of a written contract for price determination is inadmissible when the claim is substantiated by such documents.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1378 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1378/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Ανδρονόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ" που εδρεύει στο δήμο Ρίου και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κωστόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-7-1995 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/1996 προδικαστική, 230/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 219/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 8-6-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 31-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ ιδρύονται, αντιστοίχως, λόγοι αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 361 ΑΚ "για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά". Κατά το άρθρο 513 ΑΚ "με τη σύμβαση της πώλησης ο πωλητής έχει την υποχρέωση να μεταβιβάσει την κυριότητα του πράγματος ή το δικαίωμα, που αποτελούν το αντικείμενο της πώλησης και να παραδώσει το πράγμα και ο αγοραστής έχει την υποχρέωση να πληρώσει το τίμημα που συμφωνήθηκε".
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των άρθρων 623 και 624 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων, με την συνδρομή των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής, είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφετέρου η απαίτηση αυτή και το πόσό της να αποδεικνύονται άμεσα από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο.
Αν η απαίτηση ή το ποσό της δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο δικαστής οφείλει, κατά το άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, στην περίπτωση δε που, παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτου κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ.
Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής για τον λόγο αυτόν απαγγέλλεται λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξάρτητα από την ύπαρξη δυνατότητας να αποδειχθεί η απαίτηση από άλλα αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με τις υπ' αριθμ. 6 και 15/28.12.1993 διακηρύξεις της Διευθύνσεως Εμπορίου της Νομαρχίας Αχαΐας, προκηρύχθηκε δημόσιος μειοδοτικός διαγωνισμός για την προμήθεια ειδών καθαριότητας και χαρτικών για το χρονικό διάστημα από 1-4-1994 μέχρι 31-3-1995 για την κάλυψη των αναγκών των κατονομαζομένων ιδρυμάτων του Δημοσίου και ΝΠΔΔ της πόλεως των ..., στα οποία περιλαμβάνεται και το ανακόπτον.
Μεταξύ των όρων του διαγωνισμού και ειδικότερα στο παράρτημα Α' υπό στοιχ. 3Θ περιλαμβανόταν και η ακόλουθη πρόβλεψη που αφορούσε την ανάδειξη χορηγητή ειδών, των οποίων οι τιμές έχουν απελευθερωθεί "1) το ποσοστό της έκπτωσης στις εκατό θα υπολογίζεται στην εκάστοτε νόμιμα διαμορφούμενη μέση τιμή λιανικής ή χονδρικής πώλησης του είδους την ημέρα της χορήγησης αυτού, που αντιστοιχεί στην ποιότητα και σε κάθε άλλο χαρακτηριστικό γνώρισμα του.
Δηλαδή θα συγκριθούν προϊόντα, τα οποία θα έχουν τον ίδιο σκοπό ή το ίδιο αποτέλεσμα, ανεξαρτήτως ονομασίας και δεν θα είναι απαραίτητο να συγκριθούν προϊόντα συγκεκριμένης προελεύσεως ή βιομηχανίας" .... Κριτήριο για την κατακύρωση θα αποτελέσει η μεγαλύτερη έκπτωση. Μετά τη διενέργεια του διαγωνισμού, κατά τον οποίο αναδείχθηκε μειοδότης ο καθ' ου η ανακοπή, υπογράφηκαν μεταξύ αυτού και του Διευθυντή της Διευθύνσεως Εμπορίου Ν.
Αχαΐας οι υπ' αριθμ. ... και ..., συμβάσεις προμήθειας ειδών καθαριότητας και χαρτικών για το χρονικό διάστημα από 11-4-1994 μέχρι 31-3-1995. Στις συμβάσεις αυτές διαλαμβάνοντο λεπτομερώς οι όροι τους οποίους ο χορηγητής, δηλαδή ο καθ' ου η ανακοπή, αποδέχεται ανεπιφύλακτα και αναλαμβάνει την υποχρέωση προμηθείας των άνω ειδών στο ανακόπτον.
Μεταξύ άλλων, στον με αριθμό 3 όρο των συμβάσεων με τίτλο "τιμή πληρωμής" αναφέρεται επί λέξει ότι "Ως τιμή πληρωμής της αξίας των χαρτικών και ειδών καθαριότητας που θα προμηθεύονται τα πιο πάνω ιδρύματα ορίζεται η εκάστοτε κατά την ημέρα της χορήγησης αγορανομικά καθορισμένη τιμή χονδρικής πώλησης ή η νόμιμα διαμορφούμενη μέση τιμή χονδρική πώλησης που αντιστοιχεί στην ποιότητα και σε κάθε χαρακτηριστικό γνώρισμά τους, μειωμένη κατά την έκπτωση 52,6%.
Η κανονικότητα των αγορανομικών ή μέσων διαμορφουμένων τιμών θα ελέγχεται και θα πιστοποιείται από την Διεύθυνση Εμπορίου Νομαρχίας Αχαΐας". Επίσης στην ίδια σύμβαση αναφέρεται ότι τα παραρτήματα της διακήρυξης του διαγωνισμού αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της συμβάσεως, στην οποία και έχουν επισυναφθεί.
Ο παραπάνω όρος της τιμής πληρωμής είναι νόμιμος κατά το μέρος που με αυτόν ορίζεται ότι η έκπτωση θα υπολογίζεται στην εκάστοτε διαμορφούμενη μέση τιμή χονδρικής πώλησης. Εφ' όσον τα είδη που αφορούν συμβάσεις προμηθείας δεν υπόκεινται σε διατίμηση δεν μπορεί να γίνει λόγος περί αγορανομικά καθορισμένης τιμής χονδρικής πώλησης, όπως εσφαλμένα αναγράφεται στις συμβάσεις και σ' αυτό το σημείο και μόνο αναφέρεται το ...
έγγραφο του Υπουργείου Εμπορίου - Δ/νση Πολιτικής Προμηθειών, που ορίζει για το μη σύννομο τρόπο συντάξεως του σχετικού όρου των συμβάσεων. Το ...έγγραφο του Υπουργείου Εμπορίου - Δ/νση Τιμών, όπως και τα .... και ...έγγραφα της Διευθύνσεως Εμπορίου, που αναφέρονται στο γεγονός ότι τα υπ' όψη είδη δεν ελέγχονται ως προς τη διαμόρφωση της τιμής των, δεν αναιρούν την εξενεχθείσα κρίση περί της νομιμότητας του προαναφερθέντος όρου των συμβάσεων, ο οποίος έχει τεθεί ειδικά για τις προμήθειες των ειδών αυτών.
Σε εκτέλεση των παραπάνω συμβάσεων ο καθ' ου η ανακοπή πώλησε και παρέδωσε στο ανακόπτον διάφορα προϊόντα (χαρτικά και είδη καθαριότητας), τα οποία αναφέρονται στα μνημονευόμενα στην αίτηση του καθ' ού η ανακοπή, ... τιμολόγια, αξίας 92.881.441 δρχ. Με βάση τα τιμολόγια αυτά και τα αντίστοιχα δελτία αποστολής, μετά από αίτηση του καθ' ου, εκδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία το ανακόπτον διατάχθηκε να καταβάλει στον καθ'ου, το παραπάνω ποσό, εντόκως από της ημερομηνίας εκδόσεως εκάστου τιμολογίου.
Όμως, ο καθ' ου η ανακοπή επιδιώκοντας την έκδοση της παραπάνω διαταγής πληρωμής, αντί να λάβει υπ' όψη του την νόμιμα διαμορφούμενη μέση τιμή χονδρικής πώλησης που αντιστοιχούσε στην ποιότητα και σε κάθε χαρακτηριστικό γνώρισμα των πωληθέντων παραπάνω προϊόντων, που αναγραφόταν στο όπισθεν μέρος κάθε τιμολογίου, πιστοποιουμένη από την Δ/νση Εμπορίου της Νομαρχίας Αχαΐας και με βάση την μέση αυτή τιμή να υπολογίσει την έκπτωση 52,5%, καθόρισε ο ίδιος μεγαλύτερη τιμή πώλησης, ισχυριζόμενος, ότι η τιμή του πωληθέντος προϊόντος έχει απελευθερωθεί και είναι ελεύθερη, με αποτέλεσμα να παρουσιάζονται μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ της τιμής έμπροσθεν και της τιμής όπισθεν του κάθε τιμολογίου.
Όπως όμως προκύπτει από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, η μέση τιμή χονδρικής πώλησης του προϊόντος που αναγράφεται όπισθεν του κάθε τιμολογίου εξευρίσκετο, όπως ορίζεται στις παραπάνω συμβάσεις, δηλαδή κατόπιν συγκρίσεως των τιμών του ίδιου προϊόντος κατά την ημέρα της παράδοσης με τις τιμές άλλων τριών επιχειρήσεων χονδρικής πώλησης του ίδιου προϊόντος.
Δηλαδή οι υπάλληλοι της Διευθύνσεως Εμπορίου της Νομαρχίας Αχαΐας επισκέπτοντο 3 επιχειρήσεις χονδρικής πώλησης του ίδιου προϊόντος και, αφού έπαιρναν τις τιμές που ίσχυαν την ημέρα της παράδοσής του, προσδιόριζαν την μέση τιμή χονδρικής πώλησης. Αν και υπήρχε, όπως αναφέρεται παραπάνω, μεγάλη απόκλιση μεταξύ των δύο τιμών, ουδέποτε ο καθ'ου κατέφυγε στην Επιτροπή προμηθειών ή ενώπιον άλλου οργάνου για την άρση της διαστάσεως που υπήρχε μεταξύ της τιμής του τιμολογίου και, εκείνης που ανεγράφετο όπισθεν του τιμολογίου, αλλά και εκπρόσωπος του δεν παρευρέθηκε, ποτέ, κατά το χρόνο που πραγματοποιείτο η τιμοληψία από τους εκπροσώπους της Διευθύνσεως Εμπορίου της Νομαρχίας Αχαΐας, αν και είχε κληθεί και είχε δηλώσει ότι θα παρευρεθεί.
Το ανακόπτον ουδέποτε είχε συμφωνήσει στις τιμές που υπήρχαν στο έμπροσθεν μέρος του τιμολογίου, αλλά αντίθετα είχε διαμαρτυρηθεί ότι οι τιμές αυτές ήταν υπερβολικές και οικονομικά ασύμφορες. Και ναι μεν στα τιμολόγια υπήρχε σημείωση, στην οποία αναφερόταν ότι τα είδη των τιμολογίων δεν κυκλοφορούσαν στην αγορά της ...
και ήσαν εξειδικευμένα με προδιαγραφές αποκλειστικά για νοσοκομειακή χρήση, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν συγκριτικά στοιχεία για τον προσδιορισμό της μέσης τιμής και έτσι ο καθ' ού εφάρμοζε το σύστημα της ελεύθερης τιμής που τον ευνοούσε, πλην όμως η σημείωση αυτή είχε τεθεί με σφραγίδα από τον ίδιο τον καθ'ού - προμηθευτή και όχι από την Δ/νση Εμπορίου Νομαρχίας Αχαΐας, τα δε πωλούμενα είδη ούτε εξειδικευμένα ήσαν, ούτε ήσαν με προδιαγραφές για νοσοκομειακή χρήση, αλλά αντίθετα ήσαν κοινά και συγκρίσιμα με άλλα.
Εξ άλλου, ο καθ'ού η ανακοπή, με εξώδικο συμβιβασμό, που καταρτίσθηκε την 1/3/2003, με δήλωση του, την οποία αποδέχθηκε το ανακόπτον, δηλαδή έγινε μετά την έκδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, παραιτήθηκε για το οφειλόμενο σε αυτόν τίμημα, πέραν εκείνου το οποίο αναγράφεται από την Δ/νση Εμπορίου Νομαρχίας Αχαΐας στο πίσω μέρος κάθε τιμολογίου και για αντίστοιχα ποσά της εκδοθείσας υπ' αριθμ. 545/95 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, ταυτόχρονα δε υποσχέθηκε ότι θα εκδώσει πιστωτικά σημειώματα προκειμένου να πληρωθεί από το ανακόπτον με βάση τις θεωρημένες τιμές της Διευθύνσεως Εμπορίου.
Επίσης ο καθ' ου παραιτήθηκε και από τους νομίμους και υπερημερίας τόκους για τα ποσά που οφείλονται. Ο ισχυρισμός αυτός που προτείνεται προς απόρριψη της ανακοπής, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως βάσει άλλου λόγου εφέσεως, γεννήθηκε μετά την έκδοση της εκκαλουμένης και ως εκ τούτου, ως οψιγενής, παραδεκτώς προτείνεται με τις προτάσεις και είναι νόμω και ουσία βάσιμος.
Με δεδομένο δε ότι από τα τιμολόγια, βάσει των οποίων εκδόθηκε η παραπάνω διαταγή πληρωμής, μόνο στα αριθμ. ..., ..., ..., ..., ... υπήρχε ταύτιση της τιμής μονάδας τους, με εκείνη που υπήρχε όπισθεν αυτών και που ήταν θεωρημένη από την Δ/νση Εμπορίου αλλά υπολογίζετο με έκπτωση όχι 52,6% αλλά 29,6%, ενώ στα υπόλοιπα υπάρχει διαφορά, όπως αυτή περιγράφεται παρακάτω....".
Με τις εκτεθείσες παραδοχές του, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των αναφερομένων πιο κάτω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου σχετικά με τους λόγους για τους οποίους ο αναιρεσείων (πωλητής) δεν εδικαιούτο να απαιτήσει από το αναιρεσίβλητο νοσοκομείο, για τα εμπορεύματα που του είχε πωλήσει, τίμημα υπέρτερο εκείνου που είχε αναγραφεί στην οπίσθια όψη εκάστου τιμολογίου (ως "πιστοποιηθέν" από την Διεύθυνση Εμπορίου Ν.
Αχαΐας), ούτε βεβαίως να επιδιώξει την έκδοση διαταγής πληρωμής για τέτοια ποσά. Στήριξε δε τη σχετική παραδοχή του, προεχόντως, στο γεγονός ότι περί τούτου δεν υπήρξε ούτε αρχική ούτε επιγενόμενη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, το δε αναγραφέν στην πρόσθια όψη των τιμολογίων τίμημα καθορίσθηκε μονομερώς από τον αναιρεσείοντα.
Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμοι ο δεύτερος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του και ο τέταρτος λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ) του αναιρετηρίου, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα. Περαιτέρω, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο κατά το πρώτο μέρος του (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ) αποδίδεται η αιτίαση ότι "η αναιρεσιβαλλόμενη εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο, ήτοι Οδηγίες της ΕΟΚ υπ' αριθμ. 77/64/ ΕΟΚ του Συμβουλίου και της υπ' αριθμ. 93/36/ΕΕ του Συμβουλίου της 13-6-1993, την υπ' αριθμ. 14/1989 Αγορανομική Διάταξη, ως τροποποιηθείσα ίσχυε, την υπ' αριθμ. 16/1992 Αγορανομική Διάταξη, ιδία το άρθρο 3 αυτής, το ΠΔ 173/1990 και ιδία τα άρθρα 19, 40 και 43 τούτου και τον Ν. 2000/1991 ως προς τις διατάξεις των τροποποιήσεων του Ν. 1797/1988, από την ορθή ερμηνεία των οποίων προκύπτει η κατάργηση του αγορανομικού καθορισμού της τιμής και της νόμιμα διαμορφούμενης μέσης τιμής χονδρικής ή λιανικής απελευθέρωση της αγοράς βάσει των άνω οδηγιών της ΕΟΚ".
Ο λόγος όμως αυτός στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι το Εφετείο ακύρωσε μερικώς την ένδικη διαταγή πληρωμής ερμηνεύοντας (και δη εσφαλμένα) τις ρηθείσες διατάξεις, ενώ, όπως προαναφέρθηκε, η προέχουσα παραδοχή αυτού (Εφετείου) στηρίζεται νομικώς μεν στο άρθρο 361 ΑΚ, ουσιαστικώς δε στην έλλειψη συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων περί καθορισμού του τιμήματος των πωληθέντων ειδών στο συγκεκριμένο ύψος, που ο αναιρεσείων ζήτησε με την αίτησή του για έκδοση της διαταγής πληρωμής.
Επομένως, και κατά το μέρος του αυτό, ο δεύτερος λόγος είναι αβάσιμος. Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 20 Κ.Πολ.Δ πλημμέλειες, ότι δηλαδή το Εφετείο δέχθηκε πως υπήρξε εξώδικος συμβιβασμός μεταξύ των διαδίκων και πως, με βάση αυτόν, ο αναιρεσείων παραιτήθηκε "για το .....τίμημα πέραν εκείνου, το οποίο αναγράφεται από τη Διεύθυνση Εμπορίου στο πίσω μέρος κάθε τιμολογίου και για αντίστοιχα ποσά της ....
Διαταγής πληρωμής", χωρίς να έχει προβάλει σχετικό ισχυρισμό το αναιρεσίβλητο νοσοκομείο και αφού παραμόρφωσε σχετική έγγραφη δήλωση του αναιρεσείοντος. Ο λόγος αυτός, ενόψει των προεκτεθέντων προβάλλεται αλυσιτελώς. Τούτο δε, διότι η σχετική παραδοχή διελήφθη στην απόφαση ως εκ περισσού, αφού η ανωτέρω προέχουσα αιτιολογία για έλλειψη σχετικής συμφωνίας των διαδίκων αρκεί, αυτή καθ' εαυτή, για τη στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Τέλος, αβάσιμος είναι και ο πρώτος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 14 Κ.Πολ.Δ) αναιρετικός λόγος, σύμφωνα με τον οποίο η εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου ασκηθείσα ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής έπρεπε να απορριφθεί ως εκπρόθεσμη, αφού συνυπολογισθούν στη σχετική προθεσμία και τα Σάββατα ως εργάσιμες ημέρες.
Τούτο δε διότι όπως συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 1 § 1 της κυρωθείσας με τον ν. 1157/1981 πράξεως νομοθετικού περιεχομένου, τα Σάββατα δεν θεωρούνται εργάσιμες ημέρες για τις δημόσιες, τουλάχιστον υπηρεσίες (βλ. ΑΠ 1760/2006). Κατόπιν τούτων, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 8-6-2007, αίτηση του ..., για αναίρεση της 219/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα την δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποίαν ορίζει σε τριακόσια πενήντα ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ