Legislator Case Law & Legislation
1377/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds that court's factual findings on subsidy receipt are not reviewable legal matters.

Case Number 1377/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the Thessaloniki Regional Court of Appeal's decision regarding a photovoltaic company dispute. The appellants argued the lower court erred in finding the company received a 40% subsidy without proof, but the court rejected this as an inadmissible ground. The court ruled that the appellate court's conclusion was based on a proper evaluation of witness testimonies and documentary evidence, which constitutes a non-reviewable factual finding rather than a legal error.

Legislator headnote

AI generated

Articles 10 of Section 559 and 495 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a court's conclusion reached after evaluating evidence and witness testimony constitutes a factual finding and is not subject to appellate review, whereas the mere assertion of a fact by the appellant without proof does not constitute a 'thing' for appeal purposes.

Keywords

AI generated
appellate review factual findings evaluation of evidence non-reviewable matters subsidy receipt photovoltaic company Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 10 of Section 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 255/2020
Supreme Court Case 750/2018
Supreme Court Case 1864/2017
Supreme Court Case 752/2020
Supreme Court Case 719/2017
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1377 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1377/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Μ. Χ. του Θ., κατοίκου ... και 2) Ν. Κ. του Α., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ματσίγκο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Α. του Χ., κατοίκου ... και 2) Σ. συζύγου Ν. Μ., το γένος Χ. Α., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Φλώρα Τριαντάφυλλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Έδεσσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 97/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 667/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1381/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ' αριθ. 667/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από διαφορετικούς από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση δικαστές.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1372/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσσείοντες με την από 10-11-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας την από 20.5.2013 αγωγή τους κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, με την οποία ιστορούσαν ότι με το από 8.5.2007 ιδιωτικό συμφωνητικό που δημοσιεύτηκε νόμιμα, συνέστησαν με τον πρώτο εναγόμενο ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Ν.

Α.-Μ. Χ.-Σ. Μ. Ο.Ε." και τον τίτλο "ΦΩΤΟΡΡΟΗ", με σκοπό την εγκατάσταση και εκμετάλλευση φωτοβολταϊκών μονάδων, έδρα την Αριδαία, κεφάλαιο ποσού 10.000 Ε, ποσοστά συμμετοχής 45% για τον πρώτο ενάγοντα, 45% για τον πρώτο εναγόμενο και 10% για τη δεύτερη ενάγουσα, ενώ διαχειριστές και ταμίες της εταιρίες ορίστηκαν ο πρώτος ενάγων και ο πρώτος εναγόμενος.

Ότι προς επίτευξη του εμπορικού της σκοπού οι διάδικοι αγόρασαν στο όνομα της εταιρίας τέσσερα αγροτεμάχια για να εγκατασταθούν τα δίκτυα των φωτοβολταϊκών σταθμών, ανέθεσαν σε ειδικούς την οικονομική και τεχνική μελέτη του έργου, υπέβαλαν τις από 4.6.2007 και 15.6.2007 αιτήσεις για την εγκατάσταση τεσσάρων φωτοβολταϊκών σταθμών, 100 KW έκαστος, στην αρμόδια Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ), προκειμένου να εγκριθεί η επένδυση, να υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του αναπτυξιακού νόμου και να τύχει επιδοτήσεων και δανειοδοτήσεων.

Ότι την 14.9.2009 εκδόθηκαν οι σχετικές άδειες και χορηγήθηκε η προέγκριση της επένδυσης ύψους 1.782.430 ευρώ, πλην όμως για την τελική έγκριση αυτής έπρεπε προηγουμένως να εκπληρωθεί η υποχρέωση της καταβολής ίδιας συμμετοχής της εταιρίας, ποσού 440.000 ευρώ, σε δεσμευμένο τραπεζικό λογαριασμό της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος.

Ότι για το λόγο αυτό με το από 1.2.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης του εταιρικού, που δημοσιεύτηκε νόμιμα, οι διάδικοι εταίροι προέβησαν σε αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου κατά 440.000 ευρώ, εκ των οποίων ο πρώτος από αυτούς και ο πρώτος εναγόμενος κατέθεσαν στον ως άνω λογαριασμό της ΕΤΕ από 198.000 ευρώ έκαστος και η δεύτερη από αυτούς το ποσό των 44.000 ευρώ.

Ότι στη συνέχεια, με το από 8.2.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό, ανατέθηκε η εκτέλεση του έργου στο σύνολο του στην τεχνική εταιρία με την επωνυμία "ΕΝΕΡΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΕ". Ότι, ενώ είχαν αρχίσει οι προκαταρκτικές εργασίες της δημιουργίας των φωτοβολταϊκών πάρκων, για τις οποίες ήταν απαραίτητη η χρηματοδότηση της εταιρίας από την δανείστρια Εθνική Τράπεζα, ο πρώτος εναγόμενος ο οποίος είχε αναλάβει τα σχετικά με τη δανειοδότηση αυτή, ισχυρίσθηκε ότι η τράπεζα (ΕΤΕ) αδυνατούσε να δανειοδοτήσει την εταιρία, διότι τα ακίνητα περιουσιακά στοιχεία του πρώτου από αυτούς ήταν βεβαρυμένα με υποθήκη προς εξασφάλιση απαιτήσεων τρίτων και ότι για τον λόγο αυτό, κατ' απαίτηση της τράπεζας, ήταν αναγκαία η προσωρινή και εικονική έξοδος από την εταιρία των ιδίων (εναγόντων), με μία βραχείας διάρκειας τροποποίηση, προκειμένου να υποθηκεύσει ο ίδιος προσωπικά περιουσιακά του στοιχεία για να επιτευχθεί η δανειοδότηση της εταιρίας.

Ότι αυτοί πειθόμενοι για την αναγκαιότητα της εικονικής τους εξόδου από την εταιρία και χωρίς να διερευνήσουν το αληθές των ισχυρισμών του πρώτου εναγομένου, με τον οποίο ο πρώτος από αυτούς διατηρούσε στενούς φιλικούς δεσμούς και τον εμπιστεύονταν πλήρως, με το από 9.8.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης του αρχικού εταιρικού που συντάχθηκε, παραχώρησαν, χωρίς κανένα αντάλλαγμα, προς τον πρώτο εναγόμενο τα ποσοστά συμμετοχής τους στην εταιρία και ειδικότερα, ο μεν πρώτος ολόκληρο το ποσοστό συμμετοχής του στην εταιρία, ήτοι 45%, η δε δεύτερη ενάγουσα το 9%, ενώ το υπόλοιπο 1% μεταβίβασε προς τον δεύτερο εναγόμενο, που υπέχει θέση αχυρανθρώπου.

Ότι η μεταβίβαση αυτή ήταν εικονική, γεγονός που γνώριζαν όλοι οι συμβαλλόμενοι και ότι λόγω της εικονικότητας, το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό συντάχθηκε με την ρητή συμφωνία προσωρινής αποχώρησης των εναγόντων, βραχείας διάρκειας, μέχρι τη δανειοδότηση της εταιρίας από την ΕΤΕ και με τη συμφωνία επανεισόδου τους στην εταιρία και την επαναμεταβίβαση των εταιρικών τους μεριδίων, για τούτο και η εταιρία διατήρησε την επωνυμία της.

Ότι από το γεγονός ότι για την αποχώρησή τους δεν υπήρξε αντάλλαγμα, ούτε απόδοση των καταβληθέντων, ούτε άλλος όρος, καθίσταται προφανές ότι η αποχώρησή τους ήταν απολύτως εικονική, ενώ ταυτόχρονα αποκαλύπτεται και ο δόλος και η εξαπάτησή τους από τον πρώτο εναγόμενο για τον δήθεν λόγο αποχώρησής τους, δεδομένου ότι η Εθνική τράπεζα ουδέποτε έθεσε ευθέως τέτοιο ζήτημα και ουδέποτε προέβη στην εγγραφή υποθήκης σε ακίνητα του πρώτου εναγομένου.

Ότι εντούτοις ο εναγόμενος αρνείται να προσέλθει και να υλοποιήσει τη συμφωνία τους για ακύρωση της εικονικής τους αποχώρησης και επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, αλλά προχώρησε στην εγκατάσταση των φωτοβολταϊκών μονάδων και ολοκλήρωσε το έργο. Ότι έκτοτε ο πρώτος εναγόμενος διαχειρίζεται μόνος του την εταιρική περιουσία και καρπώνεται τα εισοδήματα, που αποφέρει η εκμετάλλευσή της, δοθέντος ότι η ΔΕΗ αγοράζει το παραγόμενο από την εταιρία ηλεκτρικό ρεύμα και καταβάλλει το συμφωνηθέν τίμημα κατά μήνα.

Ότι ο πρώτος εναγόμενος εκμεταλλευόμενος την εμπιστοσύνη τους και αντίθετα προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη με δόλια μέσα, τους έπεισε να προβούν στην ως άνω εικονική μεταβίβαση, προσωρινά προς αυτόν, των εταιρικών τους μερίδων, ενώ δεν είχε σκοπό να εφαρμόσει τα συμφωνηθέντα με σκοπό τον σφετερισμό των δικαιωμάτων τους.

Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγοντες ζήτησαν να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 9.8.2010 δικαιοπραξίας λόγω εικονικότητας και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι στην προς αυτούς αναμεταβίβαση των αρχικών ποσοστών της εταιρικής τους συμμετοχής, ώστε να ανακτήσουν την εταιρική τους ιδιότητα κατά το ποσοστό συμμετοχής που ίσχυε κατά το προ της αποχωρήσεώς τους χρονικό διάστημα, άλλως, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι δεν είναι άκυρη, ως εικονική, η σύμβαση μεταβίβασης, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι με βάση τις διατάξεις περί εκχωρήσεως, άλλως εκείνες περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, ο μεν πρώτος εναγόμενος να καταβάλει το ποσό των 377.023,50 ευρώ στον πρώτο ενάγοντα και το ποσό των 75.404,70 ευρώ στη δεύτερη ενάγουσα, ο δε δεύτερος εναγόμενος το ποσό των 9.308,70 ευρώ στη δεύτερη ενάγουσα, ως την συνολική αξία της συμμετοχής του καθενός εξ αυτών (εναγόντων) στο ενεργητικό της εταιρίας (εταιρικό κεφάλαιο, αξία ακινήτων, υπεραξία αδειών και αξία φωτοβολταϊκών σταθμών) επιπλέον δε να υποχρεωθεί ο πρώτος εναγόμενος να καταβάλει το ποσό των 100.000 ευρώ στον πρώτο ενάγοντα και το ποσό των 90.000 ευρώ στην δεύτερη ενάγουσα και ο δεύτερος εναγόμενος να καταβάλει στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 1.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής τους βλάβης.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Έδεσσας, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, με την υπ' αριθ. 97/2014 οριστική απόφασή του, αφού έκρινε νόμιμη την αγωγή κατά την κυρία βάση της ως ερειδόμενη στις διατάξεις των 138 παρ. 1 και 180 ΑΚ, πλην του αιτήματος της επαναμεταβιβάσεως των ποσοστών της εταιρικής συμμετοχής που απορρίφθηκε ως άνευ αντικειμένου, ακολούθως, χωρίς να προβεί στην εκτίμηση των λοιπών βάσεων, δέχθηκε αυτήν κατ' ουσίαν και αναγνώρισε την ακυρότητα του από 9.8.2010 ιδιωτικού συμφωνητικού λόγω εικονικότητας.

Κατά της απόφασης αυτής οι εναγόμενοι άσκησαν την από 8.10.2014 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 667/2018 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν οι εναγόμενοι την από 30.4.2018 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1381/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, κατά παραδοχή των από το άρθρο 559 αριθ. 11β ΚΠολΔ αιτιάσεων, προβαλλομένων με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αναιρέθηκε η ως άνω απόφαση του Εφετείου, με την αιτιολογία ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη προς απόδειξη του κρίσιμου για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, που αφορά στη φερεγγυότητα των εναγόντων ως προς τις επικαλούμενες καταβολές της αξίας των εταιρικών μεριδίων, τις οποίες αρνούνται οι εναγόμενοι, τα αναφερόμενα αποδεικτικά της οικονομικής τους καταστάσεως έγγραφα, τα οποία όμως δεν είχαν προσκομισθεί από τους ενάγοντες παραδεκτώς και συγκεκριμένα με τις προτάσεις που αυτοί κατέθεσαν ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, όπως έπρεπε, αλλά απαραδέκτως με την συμπληρωματική προσθήκη των προτάσεών τους.

Στη συνέχεια, οι ενάγοντες με την από 7.1.2020 κλήση τους επανέφεραν προς συζήτηση την ένδικη υπόθεση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως δικαστηρίου παραπομπής, το οποίο με την υπ’ αριθ. 1372/2021 απόφασή του δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την άνω έφεση των εναγομένων. Την απόφαση αυτή προσβάλλουν οι εναγόμενοι με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, για τους λόγους που διαλαμβάνονται σ' αυτήν και αναλύονται παρακάτω.

Από τις διατάξεις των άρθρων 138 και 180 του ΑΚ προκύπτει ότι η δήλωση βούλησης, που δεν έγινε στα σοβαρά αλλά μόνον φαινομενικά, είναι εικονική και άκυρη, θεωρούμενη ως μη γενομένη. Εικονική δε είναι η δήλωση δικαιοπρακτικής βούλησης, η οποία εν γνώσει του δηλούντος δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και αποσκοπεί στη δημιουργία εντύπωσης στους τρίτους περί της μεταβολής στην υφισταμένη νομική κατάσταση, χωρίς να υπάρχει στον δηλούντα πρόθεση τέτοιας μεταβολής.

Εικονική δυνατόν να είναι η δήλωση βουλήσεως όχι μόνο σε μονομερή δικαιοπραξία, αλλά και σε σύμβαση, όπως σύμβαση εταιρείας (άρθρο 741 ΑΚ), στην τελευταία δε αυτή περίπτωση για την αντίστοιχη ακυρότητα της συμβάσεως προϋποτίθεται γνώση της εικονικότητας από τον αντισυμβαλλόμενο του δηλούντος. Επομένως, για την ακυρότητα μιας συμβάσεως ως εικονικής, ουσιώδες στοιχείο είναι η γνώση και η συμφωνία όλων των κατά το χρόνο της καταρτίσεως της συμβαλλομένων, για το ότι η συναφθείσα σύμβαση είναι εικονική και δεν παράγει έννομες συνέπειες.

Για την εικονικότητα, δηλαδή, της δικαιοπραξίας αρκεί το γεγονός, ότι η δηλωθείσα βούληση των δικαιοπρακτούντων βαρύνεται με ελάττωμα, που συνίσταται στο ότι δεν αποσκοπεί πράγματι στην παραγωγή των εννόμων αποτελεσμάτων της καταρτιζόμενης δικαιοπραξίας. Στο σχετικό περί εικονικότητας ισχυρισμό εμπεριέχεται και το στοιχείο ότι κατά το χρόνο καταρτίσεως της όλοι οι συμβαλλόμενοι ήταν εν γνώσει της εικονικότητας.

Συνεπώς δεν είναι ανάγκη να προκύπτει και ο σκοπός για τον οποίο έγινε η ελαττωματική αυτή δήλωση, εκτός αν υποκρύπτει άλλη δικαιοπραξία και μόνο για την έρευνα του κύρους ή μη αυτής συμφώνως προς το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 138 ΑΚ (ΑΠ 1661/2022, ΑΠ 1450/2021, ΑΠ 752/2020, ΑΠ 648/2019).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Οι εν λόγω ερμηνευτικοί κανόνες εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στην σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς την δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων.

Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται ρητά στην απόφαση είτε να προκύπτει έμμεσα από αυτήν, γεγονός που συμβαίνει όταν, καίτοι δεν γίνεται ρητή αναφορά για διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας ή ακόμη περιέχεται ρητή αναφορά ότι δεν υπάρχει κενό ή αμφιβολία, το δικαστήριο προχωρεί σε ερμηνεία της συμβάσεως, από την οποία ερμηνεία αποκαλύπτεται ότι αυτό αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία ως προς την δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων που το υποχρέωσαν να προβεί στην ερμηνευτική αναζήτησή της.

Οι προαναφερόμενες διατάξεις παραβιάζονται, όταν το δικαστήριο, παρά την άμεση ή έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας ως προς την έννοια δικαιοπρακτικής δηλώσεως, δεν προσφεύγει σ' αυτές, για να αναζητήσει και να διαπιστώσει την αληθινή έννοιά της ή για να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μέσω της ερμηνείας κατέληξε, δεν συμφωνεί με τα κριτήρια της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών (Ολ.ΑΠ 26/2004, ΑΠ 912/2021, ΑΠ 898/2019, ΑΠ 1024/2018).

Οι ίδιοι ως άνω ερμηνευτικοί κανόνες παραβιάζονται και εκ πλαγίου, με την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και άρα είναι αναιρετέα κατά το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΑΠ 84/2020).

Η εικονικότητα όμως δικαιοπραξίας δεν ανάγεται στην έννοια της δήλωσης βούλησης αλλά συνιστά έλλειψη αληθούς βούλησης (εκούσια διάσταση μεταξύ της δήλωσης και της βούλησης). Επομένως η απόφαση που διερευνά αν η δήλωση ήταν εικονική, δεν δέχεται (εμμέσως) κενά ή αμφίβολα σημεία στη δικαιοπραξία, ούτε προβαίνει σε ερμηνεία της, αλλά στην αναζήτηση της ειλικρίνειας ή ανειλικρίνειας της δήλωσης (ΑΠ 1454/2022, ΑΠ 752/2020, ΑΠ 1340/2017).

Ακόμη, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).

Τέλος, η έλλειψη μείζονος πρότασης στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η παράλειψη, δηλαδή, παράθεσης των διατάξεων, στις οποίες στηρίζεται το αίτημα της αγωγής ή ένστασης, όπως και η ατελής ή η αντιφατική παράθεση των διατάξεων αυτών ή η παντελής έλλειψη αιτιολόγησης της ερμηνευτικής εκδοχής του δικαστηρίου της ουσίας σε σχέση με την αγωγή ή την ένσταση ή η ελλιπής ή αντιφατική σχετική αιτιολόγηση ως προς την ερμηνευτική εκδοχή, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα για τους λόγους του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ.

Και τούτο, διότι η συνταγματική επιταγή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολόγησης των δικαστικών αποφάσεων (άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος) δεν καθιερώνει, ούτε επιβάλλει αντίστοιχο αναιρετικό έλεγχο, ο δε κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης, αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως αιτιολογίες, όμως, νοούνται στη σχετική διάταξη μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές βάσει των αποδειχθέντων ή μη πραγματικών γεγονότων, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του ουσιαστικού νόμου. Οι διατάξεις που στηρίζουν το αγωγικό αίτημα κ.λπ.

αρκεί, έστω και αν δεν μνημονεύονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, να υφίστανται και να δικαιολογούν, βάσει των ουσιαστικών παραδοχών της, το διατακτικό της, διότι το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζουν οι νομικές αναλύσεις, αλλά οι ουσιαστικές παραδοχές που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση (ΑΠ 1186/2021, ΑΠ 302/2020, ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 900/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Δυνάμει του από 8.5.2007 ιδιωτικού συμφωνητικού, που καταχωρήθηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Έδεσσας με αύξοντα αριθμό 11219.5.2007, οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, Ν. Α. και Σ. συζ. Ν.

Μ. αδερφή του πρώτου τούτων, καθώς και ο πρώτος των εναγομένων και ήδη πρώτος των εκκαλούντων, Μ. Χ., συνέστησαν ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Ν.Α.- Μ.Χ.-Σ.Μ. Ο.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΦΩΤΟΡΡΟΗ", με έδρα την Αριδαία Ν. Πέλλας και με σκοπό την ανάπτυξη και δημιουργία υποδομών για την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, καθώς και τη δημιουργία και εκμετάλλευση τουριστικών μονάδων.

Από τους άνω συμβαλλόμενους οι δύο πρώτοι, που είναι αδέλφια, ασχολούνται από ετών με την εμπορία κρεάτων, είναι μέλη ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Α. Ν. και Σια ΟΕ", που εδρεύει στην Αριδαία, ενώ ο τρίτος (Μ. Χ.), ασχολείται με την εμπορία υαλοπινάκων, διατηρώντας προς τούτο ατομική επιχείρηση στην ίδια πόλη και παραλλήλως δραστηριοποιείται στον τομέα της ενέργειας συμμετέχων σε ομοειδούς αντικειμένου εταιρίες.

Ο πρώτος ενάγων και ο πρώτος εναγόμενος, που δραστηριοποιούνται επαγγελματικά στην ίδια πόλη, συνδέονταν με πολυετή στενή προσωπική και οικογενειακή φιλία. Ως κεφάλαιο της εταιρίας ορίστηκε το ποσό των 10.000 €, εκ του οποίου ποσοστό 45% καταβλήθηκε, κατά τα αναφερόμενα στο ανωτέρω συμφωνητικό, από τον πρώτο ενάγοντα Ν.

Α., ποσοστό 45% από τον εναγόμενο Μ. Χ. και ποσοστό 10% από τη δεύτερη ενάγουσα, Σ. Μ., ενώ διαχειριστές και ταμίες της εταιρίας ορίστηκαν ο πρώτος ενάγων και ο πρώτος εναγόμενος. Για την επίτευξη του σκοπού της ομόρρυθμης αυτής εταιρίας εκμετάλλευσης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας μέσω δημιουργίας και εγκατάστασης μονάδων παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος, ήτοι μέσω φωτοβολταϊκών σταθμών, οι διάδικοι προέβησαν στις ακόλουθες ενέργειες:

αγόρασαν δυνάμει των υπ' αριθ. ....2007, ....2007, ....2007 και ....2007 συμβολαίων αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αλμωπίας Ε. Μ.-Ε., που μεταγράφηκαν νόμιμα, στις 24.5.2007 και 31.5.2007, για λογαριασμό της εταιρίας, τέσσερα αγροτεμάχια, που βρίσκονται στην περιοχή Θηριόπετρα του Ν. Πέλλας, ανέθεσαν σε εξειδικευμένους μελετητές την εκπόνηση των απαραιτήτων οικονομοτεχνικών μελετών, υπέβαλαν για λογαριασμό της ομόρρυθμης εταιρίας, στις 4.6.2007 και στις 15.6.2007, αιτήσεις προς τη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ) για τη χορήγηση αδείας εγκατάστασης τεσσάρων φωτοβολταϊκών σταθμών στα παραπάνω αγορασθέντα ισάριθμα αγροτεμάχια, ισχύος εκάστου 100 KW, οι οποίες (αιτήσεις) έγιναν δεκτές από την ανωτέρω Υπηρεσία δια της εκδόσεως των υπ' αριθ. 2917/2009, 2993/2009, 2994/2009 2995/2009 αποφάσεών της και με ενέργειές τους, χορηγήθηκε προς την εταιρία προέγκριση της όλης επενδύσεως, ύψους 1.782.430 €.

Προκειμένου να υπαχθεί η επένδυση στις ευεργετικές διατάξεις του αναπτυξιακού νόμου 3299/2004, ο οποίος προέβλεπε την επιδότηση του 40% του συνολικού κόστους του έργου, την κάλυψη του 35% αυτού από τραπεζικό δανεισμό με ιδιαιτέρως ευνοϊκούς όρους και την συμμετοχή με ίδια κεφάλαια του 25%, οι διάδικοι υπέβαλαν, στις 28.1.2010 σχετική αίτηση και φάκελο προς τη Διεύθυνση Ιδιωτικών Επενδύσεων του Υπουργείου Ανάπτυξης, ώστε να εγκριθεί η επιδότηση του έργου και να τύχει της σχετικής τραπεζικής δανειοδοτήσεως η εταιρία.

Προκειμένου να εκπληρωθεί και η υποχρέωση της συμμετοχής της εταιρίας με ίδια κεφάλαια, ήτοι της κάλυψης του 25% του συνολικού κόστους του έργου με χρήματα της εταιρίας, συμφωνήθηκε μεταξύ των εταίρων και καταρτίστηκε το από 1.2.2010 τροποποιητικό ιδιωτικό συμφωνητικό, που νόμιμα δημοσιεύθηκε στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Έδεσσας την 4η.2.2010 με αύξοντα αριθμό 23, με το οποίο αυξήθηκε η περιουσία της εταιρίας (αύξηση κεφαλαίου) κατά 440.000 €, με αποτέλεσμα τούτο να ανέλθει στο συνολικό ποσό των 450.000 €, το οποίο, όπως ρητώς ορίστηκε, θα διατίθονταν για την κάλυψη της ιδίας συμμετοχής του επενδυτικού έργου, που αφορά την ίδρυση τεσσάρων φωτοβολταϊκών σταθμών, συνολικής ισχύος 399,52 KW.

Κατά τα αναφερόμενα στο εν λόγω συμφωνητικό, η αύξηση του κεφαλαίου πραγματοποιήθηκε με πρόσθετη εισφορά σε "μετρητά", εκ μέρους των τριών εταίρων, κατά το λόγο της μερίδας του καθενός στην εταιρική σχέση, ήτοι 45% ο καθένας εκ των Ν. Α. και Μ. Χ. και 10% η Σ. Μ. Όπως προκύπτει από τις μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενες από τους εναγομένους οκτώ (8) αποδείξεις εισπράξεως της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και τα από 7.3.2013 (δύο) έγγραφα της ίδιας τράπεζας, έκαστος εταίρος κατέθεσε το αναλογούν σ' αυτόν ποσό της ιδίας συμμετοχής του στην εταιρία στον υπ' αριθ. 319/440387-80 τραπεζικό λογαριασμό, ο οποίος για το σκοπό αυτό είχε ανοιχθεί στην ανωτέρω Τράπεζα και συγκεκριμένα στο υποκατάστημα Αριδαίας.

Πρόκειται ειδικότερα: α) Για τις υπ' αριθ. 26/4.2.2010 και ....2010 αποδείξεις, δια των οποίων ο εναγόμενος, Μ. Χ., φέρεται να καταθέτει ποσό 97.000 + 101.000 € αντιστοίχως και συνολικά 198.000 €, β) Για τις υπ' αριθ. 8/5.2.2010, ....2010, ....2010 και ....2010 αποδείξεις, δια των οποίων ο πρώτος ενάγων, Ν. Α., φέρεται να καταθέτει ποσό 39.000 + 85.000 + 19.000 + 55.000 € αντιστοίχως, ήτοι συνολικά 198.000 € και γ) Για τις υπ' αριθ. 14/12.5.2010 και 21/12.5.2010 αποδείξεις, δια των οποίων η δεύτερη ενάγουσα, Σ.

Μ., φέρεται να καταθέτει ποσό 20.000 + 10.000 € αντιστοίχως, ήτοι συνολικά 30.000 €. Ακολούθως, την 8η.2.2010 συνήφθη μεταξύ της ανωτέρω ομόρρυθμης εταιρίας και της τεχνικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΝΕΡΓΟΤΕΧΝΙΚΗ Ε.Π.Ε." ιδιωτικό συμφωνητικό, δυνάμει του οποίου η τελευταία, έναντι κατ' αποκοπή συμφωνηθέντος τιμήματος ποσού 1.721.439 €, ανέλαβε την πραγματοποίηση της εγκατάστασης τεσσάρων φωτοβολταϊκών μονάδων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στα ισάριθμα αγορασθέντα αγροτεμάχια και την παράδοση του έργου αυτού έτοιμου προς σύνδεση με το δίκτυο της ΔΕΗ, ενώ λίγο αργότερα και συγκεκριμένα στις 4.3.2010 η εταιρία κατέβαλε προς τη ΔΕΗ και την προϋπολογιστική δαπάνη, συνολικού ύψους 72.590 €, για τη σύνδεση των φωτοβολταϊκών μονάδων με το δίκτυο της, όπως τούτο προκύπτει από τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα υπ' αριθ. 698128, 698129, 698130 και 698131/4.3.2010 γραμμάτια εισπράξεως της ΔΕΗ, ποσού 19.040 €, 16.660 €, 20.230 € και 16.660 €, αντιστοίχως.

Στη συνέχεια, στις 21.5.2010, δυνάμει τεσσάρων συμβάσεων, που καταρτίστηκαν μεταξύ της "Ν. Α. - Μ. Χ. - Σ. Μ. Ο.Ε" και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΕΣΜΗΕ ΑΕ", ως διαχειρίστριας της τελευταίας του ελληνικού συστήματος μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, συμφωνήθηκε η πώληση και η αντίστοιχη αγορά για όλη την επόμενη εικοσαετία του παραγομένου από τις τέσσερις φωτοβολταϊκές μονάδες ηλεκτρικού ρεύματος, έναντι του μεταξύ τους συμφωνηθέντος τιμήματος, τις ως άνω δε συμβάσεις συνυπέγραψαν αμφότεροι οι διαχειριστές της ανωτέρω ομόρρυθμης εταιρίας, ήτοι ο πρώτος των εναγόντων και ο πρώτος των εναγομένων.

Στη συνέχεια, στις 17.5.2011, δυνάμει της υπ' αριθ. 3197005415/1752011 συμβάσεως παροχής πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που καταρτίστηκε μεταξύ της "Ν. Α. - Μ. Χ. - Σ. Μ. Ο.Ε.", ως πιστούχου και της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ως πιστώτριας, χορηγήθηκε στην ομόρρυθμη εταιρία πίστωση ποσού 1.463.500 €, με ιδιαιτέρως ευνοϊκό επιτόκιο, ενώ την εμπρόθεσμη αποπληρωμή του χρεωστικού καταλοίπου εγγυήθηκε ο πρώτος των εναγομένων, που συνυπέγραψε την σύμβαση ως εγγυητής.

Με τα χρήματα αυτά, στα οποία προστέθηκαν τα χρήματα της επιδότησης που χορηγήθηκε, καθώς και αυτά της ιδίας συμμετοχής της εταιρίας, οι τέσσερις μονάδες φωτοβολταϊκών ολοκληρώθηκαν και τέθηκαν σε λειτουργία και η εταιρία από την πώληση του παραγομένου σ' αυτές ηλεκτρικού ρεύματος προς τον ανωτέρω δημόσιο φορέα (ΔΕΔΗΕ), άρχισε να έχει και τα πρώτα έσοδά της.

Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι, ενόσω οι εργασίες εγκατάστασης και λειτουργίας των φωτοβολταϊκών μονάδων είχαν δρομολογηθεί, είχε υπογραφεί η σύμβαση και απέμεινε μόνο η τραπεζική δανειοδότηση για την ολοκλήρωση του έργου, απομένοντος, όπως προαναφέρθηκε, του 35% του συνολικού κόστους του έργου, ο πρώτος των εναγομένων, ο οποίος είχε αναλάβει προσωπικά τη διενέργεια όλων εκείνων των ενεργειών, που ήταν απαραίτητες για την επ' ονόματι της εταιρίας σύναψη της δανειακής συμβάσεως με την ΕΤΕ, πληροφόρησε τους ενάγοντες ότι η ΕΤΕ με την οποία είχε έλθει σε επαφή και είχε διαπραγματευθεί τους όρους της δανειοδότησης, αρνείται να τους χορηγήσει το σχετικό δάνειο, λόγω των μη εξυπηρετούμενων δανείων της επιχείρησης των εναγόντων και της βεβαρυμμένης με εμπράγματες ασφάλειες (υποθήκες) προς εξασφάλιση απαιτήσεων τρίτων της ακίνητης περιουσίας του πρώτου ενάγοντος και ότι, κατά δική της πρόταση (Τράπεζας), θα έπρεπε οι ενάγοντες να αποχωρήσουν, πρόσκαιρα και κατά φαινόμενο μόνον από την εταιρία, ούτως ώστε να δυνηθεί να υποθηκεύσει η Τράπεζα τα ελεύθερα βαρών ακίνητα του άλλου συνδιαχειριστή και συγκεκριμένα, του πρώτου εναγομένου προς εξασφάλιση του δανείου, που θα χορηγούσε.

Οι ενάγοντες, πείσθηκαν από τις ως άνω πληροφορίες του αντιδίκου τους και χωρίς να διερευνήσουν προσωπικά τις προϋποθέσεις χορήγησης του εν λόγω δανείου, συμφώνησαν να αποχωρήσουν προσωρινά από την εταιρία, ώστε να φαίνεται στους τρίτους ότι δεν συμμετέχουν σε αυτήν και ακολούθως, όταν πλέον το δάνειο θα είχε ληφθεί, να επανεισέλθουν σε αυτήν, αποκτώντας τόσο οι ίδιοι, όσο και ο συνεταίρος τους, τα αρχικά εταιρικά τους μερίδια.

Για το λόγο αυτό, συνήφθη το από 9.8.2010 τροποποιητικό ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των έως τότε εταίρων και του δευτέρου των εναγομένων, Ν. Κ., το οποίο νόμιμα δημοσιεύθηκε στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Έδεσσας την 31 η.8.2010 με αύξοντα αριθμό 231, δυνάμει του οποίου φέρονται να αποχωρούν από την εταιρία αμφότεροι οι ενάγοντες (Ν.

και Σ. Μ.) και να μεταβιβάζουν, χωρίς την καταβολή οποιαδήποτε ανταλλάγματος, όλο το εταιρικό τους μερίδιο στον πρώτο εναγόμενο, πλην ποσοστού 1%, το οποίο φέρεται να μεταβιβάζεται από τη δεύτερη ενάγουσα στον δεύτερο εναγόμενο, Ν. Κ. Με τη σύμβαση αυτή μεταβίβασης της εταιρικής συμμετοχής, ο μεν πρώτος εναγόμενος απέκτησε ποσοστό 99% της εταιρικής συμμετοχής, ενώ ο δεύτερος εναγόμενος, του οποίου η είσοδος στην εταιρία, ως νέου εταίρου, ήταν καθαρά τυπική και σκοπό είχε τη διατήρηση του νομικού προσώπου της εταιρίας και της μη μετατροπής της σε ατομική επιχείρηση, απέκτησε ποσοστό 1% της εταιρικής συμμετοχής.

Διαχειριστής, ταμίας και εκπρόσωπος της εταιρίας ορίστηκε με το παραπάνω συμφωνητικό ο πρώτος εναγόμενος, αμφότεροι δε οι εναγόμενοι υπεισήλθαν ως ειδικοί διάδοχοι στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μεταβιβαζόντων εναγόντων, τα οποία ουσιαστικά ασκούσε εφεξής αποκλειστικά ο πρώτος εναγόμενος.

Έτσι, με τη σύμβαση αυτή οι εναγόμενοι υπεισήλθαν ως ειδικοί διάδοχοι στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μεταβιβαζόντων εναγόντων, τα οποία ασκούσε εφεξής, εν τοις πράγμασι, αποκλειστικά και μόνον ο πρώτος εναγόμενος. Ακόμα, με τον συμβατικό όρο με αριθ. 3 της μεταβιβαστικής αυτής συμβάσεως ορίστηκε ρητά ότι "Η επωνυμία της εταιρίας παραμένει ως έχει" ήτοι η συντιθέμενη και από τα ονόματα των μεταβιβαζόντων-εναγόντων "Ν.

Α. - Μ. Χ. - Σ. Μ. Ο.Ε.". Με τον συμβατικό αυτόν όρο οι ενάγοντες συναίνεσαν ρητά στην χρησιμοποίηση του ονόματος τους στην επωνυμία της εταιρίας ... Οι περιεχόμενες στην ανωτέρω τροποποιητική σύμβαση δηλώσεις βουλήσεως των εναγόντων, δεν έγιναν στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά, καθόσον σκοπός τους ήταν να δημιουργηθεί στους άλλους και κυρίως, στην δανειοδότρια τράπεζα (ΕΤΕ) η εντύπωση, ότι αποχωρούν οι ίδιοι, που η τράπεζα τους θεωρούσε αφερέγγυους εταίρους και η εταιρία να αποτελείται πλέον από φερέγγυους εταίρους και κυρίως από τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος είχε πλέον το 99% της εταιρικής συμμετοχής, έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η δανειοδότηση της εταιρίας και η ολοκλήρωση της χρηματοδότησης της επένδυσης, χωρίς όμως να υπάρχει στους συμβαλλόμενους πρόθεση μεταβολής της εταιρικής τους συμμετοχής.

Το ότι η σύμβαση, που συνάφθηκε, ήταν εικονική και δεν παρήγαγε έννομες συνέπειες, γεγονός, που άπαντες οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν, αποδεικνύεται από το σύνολο των αποδεικτών μέσων αλλά και από το ότι ουδέποτε συνομολογήθηκε μεταξύ των μερών τίμημα, ως αναγκαίο στοιχείο της μεταβίβασης των εταιρικών μεριδίων των εναγόντων, που, σημειωτέον, αντιπροσώπευαν το 55% του καταβεβλημένου εταιρικού κεφαλαίου, καθώς και από το γεγονός ότι οι ενάγοντες συναίνεσαν στη διατήρηση της επωνυμίας της εταιρίας ως είχε...

Οι ενάγοντες, μετά την επίτευξη της δανειοδότησης της εταιρίας από την ΕΤΕ απαιτούσαν από τον πρώτο εναγόμενο την επανείσοδό τους στην εταιρία, ώστε να ανακτήσουν και πάλι τα εταιρικά μερίδια, που είχαν κατά το προ της αποχωρήσεώς τους χρονικό διάστημα, πλην όμως αυτός αρνούνταν να συμπράξει στην σχετική τροποποίηση του από 9.8.2010 ιδιωτικού συμφωνητικού.

Έτσι, άσκησαν την υπό κρίση αγωγή τους αιτούμενοι την αναγνώριση της ακυρότητας τούτου λόγω εικονικότητας. Οι εναγόμενοι αρνούνται την αγωγή και ισχυρίζονται, ότι η δήλωση των εναγόντων περί μεταβιβάσεως της εταιρικής τους συμμετοχής και αποχωρήσεώς τους από την εταιρία, η οποία εμπεριέχεται στο ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό, ήταν αληθής και σοβαρή, ανταποκρίνονταν δε πλήρως στην πραγματική τους βούληση.

Ειδικότερα, με τις προτάσεις που κατέθεσαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ισχυρίστηκαν, ότι οι ενάγοντες διέβλεψαν ότι για την εκτέλεση του έργου θα απαιτούνταν η καταβολή ιδιαιτέρως σοβαρών χρηματικών ποσών, πέραν ακόμη και αυτών που είχαν, ήδη, καταβληθεί για την απαιτούμενη αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου, τα οποία όμως οι ίδιοι (ενάγοντες) αδυνατούσαν, λόγω οικονομικής δυσπραγίας, να καλύψουν και έτσι, αποφάσισαν να αποχωρήσουν οικειοθελώς, πλην όμως αργότερα, όταν πλέον το έργο είχε ολοκληρωθεί και είχαν καλυφθεί οι τρέχουσες υποχρεώσεις τούτου αποκλειστικά με χρήματα του πρώτου εναγομένου, αυτοί μετανόησαν και θέλησαν να επανέλθουν στην εταιρία.

Ο ισχυρισμός αυτός ελέγχεται ως ουσία αβάσιμος, διότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι για την ολοκλήρωση και θέση σε λειτουργία των συγκεκριμένων φωτοβολταϊκών σταθμών απαιτήθηκαν επιπλέον χρηματικά ποσά, τα οποία ο πρώτος εναγόμενος εξ ιδίων κατέβαλε (δεν προσκομίζονται έγγραφα αποδεικτικά τέτοιων καταβολών) και τα οποία δεν μπορούσαν να καλυφθούν από την επιδότηση (40%) που είχε λάβει η εταιρία, από το δάνειο (35%) που χορηγήθηκε από την ΕΤΕ και τέλος, από το ποσό των 440.000 ευρώ, που αποτελούσε την συμμετοχή της ιδίας της εταιρίας (25%).

Επίσης, οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ότι δεν αξιώθηκε αντάλλαγμα από τους ενάγοντες για την μεταβίβαση της εταιρικής τους συμμετοχής, διότι ήταν ο πρώτος εναγόμενος που κατέθεσε για λογαριασμό των εναγόντων το συνολικό ποσό των 228.000 € στο όνομά τους, εμφανίζοντας αυτούς ως συμμετέχοντες στην αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου, καθόσον αντιμετώπιζαν πρόβλημα ρευστότητας.

Όπως ισχυρίζονται, ο πρώτος εναγόμενος κατέβαλε το ποσό των 198.000 €, που αποτελούσε το ποσοστό συμμετοχής του πρώτου ενάγοντος στο εταιρικό κεφάλαιο και κατ' επέκταση στην κάλυψη της συμμετοχής του στην επένδυση, με κατάθεση στον τηρούμενο στην ΕΤΕ λογαριασμό στις 4.2.2010 και στις 5.2.2010 με δύο (2) καταβολές, ποσού 97.000 € και 101.000 € αντιστοίχως (βλ. 9η σελίδα των προτάσεών του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου), ότι τελικώς, οι καταβολές αυτές δεν ήταν δύο (2), αλλά τέσσερις (4), οι οποίες έγιναν στις 5.2.2010 (ποσού 39.000 €), στις 2.3.2010 (ποσού 85.000 €), στις 12.5.2010 (ποσού 19.000 €) και στις 12.5.2010 (ποσού 55.000 €) και ότι εκ του ποσού αυτού, ο πρώτος εναγόμενος κατέβαλε 61.300 € (42.300 + 19.000) από προσωπικά του χρήματα και 55.000 € από προϊόν συμβάσεως δανείου, που κατάρτισε προφορικά με το φίλο του Γ.

Κ., ενώ ο πρώτος ενάγων κατέβαλε εξ ιδίων μόνο το ποσό των 81.700 €, το οποίο, ωστόσο, στη συνεχεία μείωσε σε 61.400 ευρώ, ισχυριζόμενοι ότι μια επιταγή της ALPHA BANK, ποσού 20.300 €, δεν θα πρέπει να καταλογιστεί υπέρ του πρώτου ενάγοντος, διότι αιτία εκδόσεως της ήταν οφειλή του πρώτου ενάγοντα προς τον πρώτο εναγόμενο από την τοποθέτηση κουφωμάτων στο κατάστημα του...

Ισχυρίζονται, επιπλέον, ότι ο πρώτος εναγόμενος κατέβαλε στις 12.5.2010 και το ποσό των 30.000 €, που αφορούσε την κάλυψη του ποσοστού της ιδίας συμμετοχής της δεύτερης ενάγουσας, ειδικότερα δε ότι κατέβαλε 20.000 € από δάνειο, που προφορικώς είχε συνάψει με το φίλο του Γ. Κ. και 10.000 € από χρήματα, που ο πατέρας του κατέθεσε στις 12.5.2010 στον τηρούμενο στην ALPHA BANK προσωπικό λογαριασμό του και τα οποία ο ίδιος (πρώτος εναγόμενος) αυθημερόν ανέλαβε για να τα καταθέσει στον τραπεζικό λογαριασμό της εταιρίας.

Ενώ με τις προτάσεις ενώπιον του δικαστηρίου τούτου υποστηρίζουν ότι ο πρώτος εναγόμενος κατέβαλε το σύνολο της συμμετοχής των εναγόντων για την αύξηση του κεφαλαίου στο όνομα αυτών (εναγόντων) και προσκομίζουν προς απόδειξη του ισχυρισμού τους αυτού τα αποδεικτικά κατάθεσης προς την ΕΤΕ, που φέρουν την υπογραφή του πρώτου εναγομένου και όχι την υπογραφή των εναγόντων.

Επίσης προσκομίζουν μετ' επικλήσεως την από τον Φεβρουάριο του 2015 γραφολογική έκθεση του ειδικού γραφολόγου Φ. Γ., σύμφωνα με την οποία οι υπογραφές στις υπ' αριθ. ....2010 και ....2010 και ....2010 αποδείξεις έχουν τεθεί από τον πρώτο εναγόμενο όπως και στις υπ' αριθ. ....2010 και ....2010 αποδείξεις με προσπάθεια όμως απομίμησης κάποιας υπογραφής τόσο του πρώτου ενάγοντα όσο και της δεύτερης ενάγουσας, η οποία ήταν ανεπιτυχής και είχε ως αποτέλεσμα να εγκαταλείψει σ' αυτές σημαντικά γραφολογικά στοιχεία του δικού του τυπογραφικού Τύπου.

Η έκθεση αυτή κατά την κρίση του δικαστηρίου τούτου που σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 ΚΠολΔ, ως αναγομένη στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων ..., είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κρίνεται ατεκμηρίωτη, καθόσον καταλήγει στο αστήρικτο συμπέρασμα ότι στην προσπάθεια απομίμησης της υπογραφής των εναγόντων, που έγινε από τον πρώτο εναγόμενο ο τελευταίος εγκατέλειψε σε αυτές δικά του γραφολογικά στοιχεία.

Επιπλέον οι εναγόμενοι προσκομίζουν α) βιβλιάρια καταθέσεων με δικαιούχους τον πρώτο εναγόμενο και τη σύζυγο του στα οποία, όπως υποστηρίζουν, προστέθηκαν ως συνδικαιούχοι οι ενάγοντες, όπου αναφέρονται ποσά, που οι συνδικαιούχοι επένδυσαν σε αμοιβαία κεφάλαια, προκειμένου να αποδείξουν ότι και οι ενάγοντες διέθεταν καταθέσεις και επενδυτικά προϊόντα σε χρόνο προ εξαμήνου από την αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου όπως απαιτούνταν από το άρθρο 6 του νόμου 3299/2004, όπως διατείνονται και β) έγγραφα σχετικά με την φερεγγυότητα του πρώτου εναγομένου και της αφερεγγυότητας των εναγόντων.

Ο ισχυρισμός αυτός, πέραν της αντιφατικότητάς του αφού αρχικά ισχυρίζονται οι εναγόμενοι ότι ο πρώτος ενάγων κατέβαλε εξ ιδίων για την αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου μόνο το ποσό των 81.700 €, το οποίο αργότερα μείωσαν σε 61.300 €, στη συνέχεια ισχυρίζονται ότι ουδέν κατέβαλαν οι ενάγοντες και όλο το ποσό της συμμετοχής τους στην αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου κατέβαλε ο πρώτος εναγόμενος, δεν αποδείχθηκε.

Τα ως άνω επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους εναγόμενους έγγραφα δεν αρκούν για να σχηματίσει το δικαστήριο πλήρη δικανική πεποίθηση περί της καταβολής του ποσοστού συμμετοχής των εναγόντων στην αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου αποκλειστικά και μόνον από τον πρώτο εναγόμενο. Ούτε ενισχύεται ο ισχυρισμός αυτός των εναγομένων από την κατάθεση του μάρτυρά τους Α.

Ξ. κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εξέταση του, αφού δεν είχε ίδια αντίληψη περί του γεγονότος τούτου αλλά όσα κατέθεσε, στηρίζονται σε όσα ο πρώτος εναγόμενος τον πληροφόρησε. Αντίθετα, ο μάρτυρας των εναγόντων κατέθεσε, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, περί τούτου ότι ήταν μπροστά όταν ο πρώτος ενάγων έστειλε τον υπάλληλο του να πάει χρήματα στην ΕΤΕ για την αύξηση του κεφαλαίου της εταιρίας.

Ο ίδιος ο υπάλληλος των εναγόντων, Ν. Σ., με την υπ' αριθ. ....2014 ένορκη βεβαίωσή του, γνωρίζοντας εξ ιδίων, κατέθεσε ότι εντός του έτους 2010 ο πρώτος ενάγων του έδινε διάφορα χρηματικά ποσά ύψους 200.000 € συνολικά, τα οποία πήγαινε και κατέθετε για λογαριασμό της εταιρίας, για τη συμμετοχή του στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου.

Σε κάθε περίπτωση, αληθής υποτιθέμενος ο ισχυρισμός αυτός των εναγομένων, αντιβαίνει στους κανόνες της κοινής λογικής ο πρώτος εναγόμενος ο οποίος ως έχων την σχετική συναλλακτική εμπειρία καθόσον παράλληλα με την ατομική επιχείρηση υαλοπινάκων δραστηριοποιούνταν από τότε και σε υδροηλεκτρικά πάρκα μέσω της εταιρίας " ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ Α.Ε", όταν διαπίστωσε την αφερεγγυότητά τους και την ως εκ τούτου αδυναμία τους να καταβάλουν το αναλογούν στο ποσοστό συμμετοχής τους για την αύξηση του κεφαλαίου της εταιρίας, να ζητήσει την έξοδο από την εταιρία των εναγόντων και όχι πολύ αργότερα αφού ήδη είχε προχωρήσει η επένδυση και λίγο πριν την δανειοδότηση της εταιρίας με το ποσό των 1.700.000 € περίπου.

Επίσης, σύμφωνα με τους κανόνες της λογικής και των συναλλακτικών πρακτικών, εάν πράγματι ο πρώτος εναγόμενος είχε καταβάλει από προσωπικά του χρήματα το ποσό των 166.700 ευρώ (198.000 + 30.000 - 61.400) προς κάλυψη του ποσοστού συμμετοχής των δύο εναγόντων στην επένδυση, θα είχε επιδιώξει να σημειωθεί τούτο στο ένδικο από 9.8.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο αυτοί αποχώρησαν από την εταιρία, ώστε να αποδεικνύεται η συνομολόγηση ισόποσου τιμήματος εξασφαλίζοντας τον σε περίπτωση απαίτησης των εναγόντων για αντάλλαγμα-τίμημα της μεταβίβασης προς αυτόν των εταιρικών τους μεριδίων.

Ούτε εξάλλου θα πρότειναν οι εκκαλούντες στους εφεσίβλητους, στο πλαίσιο επίλυσης της ένδικης διαφοράς, να τους καταβάλουν τα χρήματα που "ξόδευσαν για τα δύο από τα τέσσερα πάρκα και να τα αναλάβουν οι ίδιοι" κατά τον διαλαμβανόμενο στο δικόγραφο της εφέσεως ισχυρισμό.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός των εναγομένων, ότι οι ενάγοντες αποχώρησαν εκουσίως από την εταιρία, χωρίς να απαιτήσουν αντάλλαγμα ούτε κατά την αποχώρησή τους, αλλ' ούτε και μεταγενέστερα, διότι η εισφορά τους ήταν μηδαμινή στην αύξηση του κεφαλαίου της εταιρίας και στις λοιπές έως τότε υποχρεώσεις της εταιρίας, κρίνεται αναπόδεικτος και ως εκ τούτου απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος. Η κρίση του δικαστηρίου περί της εικονικότητας του από 9.8.2010 ιδιωτικού συμφωνητικού ενισχύεται από τη συναίνεση των εναγόντων να διατηρηθεί η εταιρική επωνυμία συντιθέμενη από τα ονόματά τους και μετά την μεταβίβαση της εταιρικής τους συμμετοχής και της αποχωρήσεως τους από την εταιρία, γεγονός που υποδηλώνει τη βούλησή τους να αποχωρήσουν προσωρινά και να επανέλθουν στη συνέχεια, βούληση, η οποία ήταν σε γνώση του πρώτου εναγομένου.

Εξάλλου, τυγχάνει πέραν πάσης λογικής να θέλουν οι ενάγοντες να αποχωρήσουν τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή από μία τέτοια εταιρία, που λίγο μόνο απείχε από την ευόδωση του σκοπού, για τον οποίο είχε συσταθεί και που ήταν η εγκατάσταση και λειτουργία των τεσσάρων σταθμών με σκοπό το κέρδος και μάλιστα, χωρίς οποιαδήποτε αντάλλαγμα για τη μεταβίβαση του εταιρικού τους μεριδίου, η αξία του οποίου, είχε εμφανώς αυξηθεί και με το ποσό της άϋλης αξίας των τεσσάρων αδειών εγκατάστασης, των τεσσάρων συμβάσεων σύνδεσης με τη ΔΕΗ και των ισάριθμων συμβάσεων πώλησης του ρεύματος στη ΔΕΔΗΕ, για όλη την επόμενη εικοσαετία.

Συνακόλουθα, εφόσον αποδείχθηκε, ότι η από 9.8.2010 σύμβαση περί μεταβιβάσεως των εταιρικών μεριδίων των εναγόντων στους εναγομένους, ενόψει και του χρόνου και των περιστάσεων υπό τις οποίες καταρτίστηκε και του αιτίου που παρακίνησε τους ενάγοντες προς κατάρτισή της, είναι εικονική, η από 20.3.2013 αγωγή κατά την κύρια βάση της πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να αναγνωριστεί η ακυρότητα του από 9.8.2010 ιδιωτικού συμφωνητικού, λόγω εικονικότητας.

Το πρωτοβάθμιο, συνεπώς, Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του, έστω και με ελλιπή αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την παρούσα, κατέληξε σε όμοια κρίση και αναγνώρισε την ακυρότητα του ανωτέρω ιδιωτικού συμφωνητικού λόγω εικονικότητάς του, ορθώς το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις ενώπιον του προσκομιζόμενες αποδείξεις εκτίμησε και δεν έσφαλε και γι" αυτό πρέπει οι σχετικοί πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της υπό κρίση έφεσης να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι. ...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας έτσι την με αριθ. 97/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η ένδικη από 20.5.2013 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά την κύρια βάση της και αναγνωρίσθηκε ότι το προαναφερθέν από 9.8.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό είναι εικονικό και φαινομενικά μόνο συντάχθηκε και εικονικώς φέρονται με αυτό οι ενάγοντες να μεταβιβάζουν τα εταιρικά τους μερίδια στους εναγομένους.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 138 και 180 του ΑΚ, καθόσον στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων, που ανελέγκτως έγιναν δεκτά ως αποδειχθέντα και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, σύμφωνα με το οποίο η από 9.8.2010 σύμβαση περί μεταβιβάσεως των εταιρικών μεριδίων των εναγόντων στους εναγομένους, ενόψει και του χρόνου και των περιστάσεων υπό τις οποίες καταρτίστηκε και του αιτίου που παρακίνησε τους ενάγοντες προς κατάρτισή της, είναι εικονική, αφού κατά τις ανέλεγκτες αυτές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης α) η δήλωση βουλήσεως των εναγόντων στο πιο πάνω ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο αυτοί φέρονται να μεταβιβάζουν τα εταιρικά τους μερίδια στους εναγόμενους, δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά και, ως εκ τούτου είναι εικονική, β) σκοπός τους ήταν να δημιουργηθεί στους άλλους και κυρίως, στην δανειοδότρια τράπεζα (ΕΤΕ) η εντύπωση, ότι αποχωρούν οι ίδιοι, που η τράπεζα τους θεωρούσε αφερέγγυους εταίρους και η εταιρία να αποτελείται πλέον από φερέγγυους εταίρους και κυρίως από τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος είχε πλέον το 99% της εταιρικής συμμετοχής, έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η δανειοδότηση της εταιρίας και η ολοκλήρωση της χρηματοδότησης της επένδυσης, χωρίς όμως να υπάρχει στους συμβαλλόμενους πρόθεση μεταβολής της εταιρικής τους συμμετοχής και γ) οι εναγόμενοι γνώριζαν την εικονικότητα της προαναφερόμενης δήλωσης βουλήσεως των εναγόντων.

Το Εφετείο ουδόλως ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 147 επ. του ΑΚ, ούτε άλλωστε, με βάση τόσο τα άνω εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή όσο και τις ανωτέρω παραδοχές, ήταν εφαρμοστέες αυτές. Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, με την κύρια βάση της ένδικης αγωγής τους οι ενάγοντες ρητά επικαλούνταν την εικονικότητα της επίμαχης δήλωσης βουλήσεώς τους για μεταβίβαση των εταιρικών τους μεριδίων και γι' αυτό ζητούσαν να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της δήλωσης αυτής λόγω της εικονικότητάς της, διηγηματικά δε και μόνον γίνονταν αναφορά περί εξαπάτησής τους από τον πρώτο εναγόμενο για τον λόγο αποχώρησής τους, χωρίς όμως να στηρίζουν την αγωγή τους στις περί απάτης διατάξεις του ΑΚ και χωρίς να ζητούν την ακύρωση της δήλωσής τους εξαιτίας τελεσθείσης εις βάρος τους απάτης, αφού ήδη ρητά επικαλούνταν ότι η σύμβαση μεταβίβασης των εταιρικών τους μεριδίων ήταν εικονική και μάλιστα έγινε κατόπιν συμφωνίας τους με τον πρώτο εναγόμενο περί της εικονικότητάς της και με τη γνώση όλων των συμβαλλομένων, σε τρόπο ώστε να μη μπορεί να γίνει λόγος περί νόμω αβασίμου της κύριας βάσης της αγωγής.

Εξάλλου και από τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης συνάγεται ότι το Εφετείο δεν ερεύνησε αν οι δοθείσες στους ενάγοντες από τον πρώτο εναγόμενο πληροφορίες περί αρνήσεως της ΕΤΕ για χορήγηση του δανείου ήταν βάσιμες ή όχι και συνακόλουθα αν η επίμαχη σύμβαση καταρτίσθηκε λόγω εξαπάτησης των εναγόντων, αφού άλλωστε τέτοια βάση δεν διαλαμβάνονταν στο δικόγραφο της αγωγής, αλλά, αντίθετα, δέχθηκε ότι η εν λόγω σύμβαση ήταν εικονική και δεν παρήγαγε έννομες συνέπειες, γεγονός που γνώριζαν όλοι οι συμβαλλόμενοι, με συνέπεια την απόλυτη ακυρότητα της άνω σύμβασης, καθόσον η εικονικότητα της δικαιοπραξίας συνεπάγεται την ακυρότητά της, σε αντίθεση με την κατάρτιση της δικαιοπραξίας συνεπεία εξαπάτησης ενός των συμβαλλομένων, η οποία καθιστά ακυρώσιμη την δικαιοπραξία και γι' αυτό ο αντίθετος ισχυρισμός των αναιρεσειόντων στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση και δη της καταρτίσεως της άνω σύμβασης μεταβιβάσεως των εταιρικών μεριδίων των εναγόντων προς τους εναγόμενους κατόπιν εξαπατήσεως τους από τον πρώτο εναγόμενο.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 138 και 180 του ΑΚ, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, καθόσον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της εικονικότητας ή μη της άνω δήλωσης βουλήσεως των εναγόντων, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του ΑΚ, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δηλαδή η επίμαχη δήλωση βουλήσεως των εναγόντων ήταν εικονική, με τις επιστηρίζουσες την κρίση αυτή ανέλεγκτες παραδοχές:

α) ότι δυνάμει του από 8.5.2007 ιδιωτικού συμφωνητικού οι ενάγοντες, καθώς και ο πρώτος των εναγομένων, συνέστησαν ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Ν.Α.-Μ.Χ.-Σ.Μ. Ο.Ε.", με σκοπό την ανάπτυξη και δημιουργία υποδομών για την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, καθώς και τη δημιουργία και εκμετάλλευση τουριστικών μονάδων, β) ότι για την κάλυψη του 25% του συνολικού κόστους του έργου με χρήματα της εταιρίας, συμφωνήθηκε μεταξύ των εταίρων και καταρτίστηκε το από 1.2.2010 τροποποιητικό ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο αυξήθηκε η περιουσία της εταιρίας (αύξηση κεφαλαίου) κατά 440.000 ευρώ, το οποίο θα διατίθονταν για την κάλυψη της ιδίας συμμετοχής του επενδυτικού έργου, που αφορά την ίδρυση τεσσάρων φωτοβολταϊκών σταθμών, συνολικής ισχύος 399,52 KW, γ) ότι η αύξηση του κεφαλαίου πραγματοποιήθηκε με πρόσθετη εισφορά σε "μετρητά", εκ μέρους των τριών εταίρων, κατά το λόγο της μερίδας του καθενός στην εταιρική σχέση, ήτοι 45% ο καθένας εκ των Ν.

Α. και Μ. Χ. και 10% η Σ. Μ., όπως προκύπτει και από τις αναφερόμενες οκτώ (8) αποδείξεις εισπράξεως της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και τα από 7.3.2013 (δύο) έγγραφα της ίδιας τράπεζας, δ) ότι, ενόσω οι εργασίες εγκατάστασης και λειτουργίας των φωτοβολταϊκών μονάδων είχαν δρομολογηθεί, είχε υπογραφεί η σύμβαση και απέμεινε μόνο η τραπεζική δανειοδότηση για την ολοκλήρωση του έργου, ο πρώτος των εναγομένων, ο οποίος είχε αναλάβει προσωπικά τη διενέργεια όλων εκείνων των ενεργειών, που ήταν απαραίτητες για την επ' ονόματι της εταιρίας σύναψη της δανειακής συμβάσεως με την ΕΤΕ, πληροφόρησε τους ενάγοντες ότι η ΕΤΕ με την οποία είχε έλθει σε επαφή και είχε διαπραγματευθεί τους όρους της δανειοδότησης, αρνείται να τους χορηγήσει το σχετικό δάνειο, λόγω των μη εξυπηρετούμενων δανείων της επιχείρησης των εναγόντων και της βεβαρυμμένης με εμπράγματες ασφάλειες (υποθήκες) προς εξασφάλιση απαιτήσεων τρίτων της ακίνητης περιουσίας του πρώτου ενάγοντος, ε) ότι κατά πρόταση της άνω Τράπεζας, θα έπρεπε οι ενάγοντες να αποχωρήσουν, πρόσκαιρα και κατά φαινόμενο μόνον από την εταιρία, ούτως ώστε να δυνηθεί να υποθηκεύσει η Τράπεζα τα ελεύθερα βαρών ακίνητα του πρώτου εναγομένου προς εξασφάλιση του δανείου που θα χορηγούσε, στ) ότι οι ενάγοντες πείσθηκαν από τις ως άνω πληροφορίες του αντιδίκου τους και χωρίς να διερευνήσουν προσωπικά τις προϋποθέσεις χορήγησης του εν λόγω δανείου, συμφώνησαν να αποχωρήσουν προσωρινά από την εταιρία, ώστε να φαίνεται στους τρίτους ότι δεν συμμετέχουν σε αυτήν και ακολούθως, όταν πλέον το δάνειο θα είχε ληφθεί, να επανεισέλθουν σε αυτήν, αποκτώντας τόσο οι ίδιοι, όσο και ο συνεταίρος τους, τα αρχικά εταιρικά τους μερίδια, ζ) ότι για το λόγο αυτό συνήφθη το από 9.8.2010 τροποποιητικό ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των έως τότε εταίρων και του δευτέρου των εναγομένων, δυνάμει του οποίου φέρονται να αποχωρούν από την εταιρία αμφότεροι οι ενάγοντες και να μεταβιβάζουν, χωρίς την καταβολή οποιαδήποτε ανταλλάγματος, όλο το εταιρικό τους μερίδιο στον πρώτο εναγόμενο, πλην ποσοστού 1%, το οποίο φέρεται να μεταβιβάζεται από τη δεύτερη ενάγουσα στον δεύτερο εναγόμενο, η) ότι οι περιεχόμενες στην ανωτέρω τροποποιητική σύμβαση δηλώσεις βουλήσεως των εναγόντων δεν έγιναν στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά, καθόσον σκοπός τους ήταν να δημιουργηθεί στους άλλους και κυρίως στην δανειοδότρια τράπεζα (ΕΤΕ) η εντύπωση ότι αποχωρούν οι ίδιοι, που η τράπεζα τους θεωρούσε αφερέγγυους εταίρους, και η εταιρία να αποτελείται πλέον από φερέγγυους εταίρους και κυρίως από τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος είχε πλέον το 99% της εταιρικής συμμετοχής, έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η δανειοδότηση της εταιρίας και η ολοκλήρωση της χρηματοδότησης της επένδυσης, χωρίς όμως να υπάρχει στους συμβαλλόμενους πρόθεση μεταβολής της εταιρικής τους συμμετοχής, γεγονός που άπαντες οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν, θ) ότι ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι οι ενάγοντες αποχώρησαν εκουσίως από την εταιρία, χωρίς να απαιτήσουν αντάλλαγμα ούτε κατά την αποχώρησή τους, αλλά ούτε και μεταγενέστερα, διότι η εισφορά τους ήταν μηδαμινή στην αύξηση του κεφαλαίου της εταιρίας και στις λοιπές έως τότε υποχρεώσεις της εταιρίας, κρίνεται αναπόδεικτος και ως εκ τούτου απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, και ι) ότι η εικονικότητα του από 9.8.2010 ιδιωτικού συμφωνητικού ενισχύεται από τη συναίνεση των εναγόντων να διατηρηθεί η εταιρική επωνυμία συντιθέμενη από τα ονόματά τους και μετά την μεταβίβαση της εταιρικής τους συμμετοχής και της αποχωρήσεως τους από την εταιρία, γεγονός που υποδηλώνει τη βούλησή τους να αποχωρήσουν προσωρινά και να επανέλθουν στη συνέχεια, βούληση η οποία ήταν σε γνώση του πρώτου εναγομένου, δεν ήταν δε αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ειδικότερα δε, καθόσον αφορά τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω του ότι παρέλειψε να καταστρώσει τη μείζονα σκέψη του δικανικού του συλλογισμού περί της ερμηνείας του άρθρου 138 ΑΚ, αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προεκτέθηκε, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται στην περίπτωση ανεπάρκειας και αντιφατικότητας των εκτιθέμενων στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού πραγματικών περιστατικών και όχι και στην περίπτωση έλλειψης μείζονος πρότασης στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

Επίσης, αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός των αναιρεσειόντων ότι το Εφετείο στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον, ενώ κατέφυγε εμμέσως πλην σαφώς σε εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, δεν αναφέρει ή αναφέρει συγκεχυμένα και ασαφώς τα περιστατικά με βάση τα οποία κρίθηκε ότι πρόκειται για εικονική δικαιοπραξία, και τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε, η εικονικότητα δικαιοπραξίας δεν ανάγεται στην έννοια της δήλωσης βούλησης αλλά συνιστά έλλειψη αληθούς βούλησης και, επομένως, η απόφαση που διερευνά αν η δήλωση ήταν εικονική, δεν δέχεται (εμμέσως) κενά ή αμφίβολα σημεία στη δικαιοπραξία, ούτε προβαίνει σε ερμηνεία της, αλλά στην αναζήτηση της ειλικρίνειας ή ανειλικρίνειας της δήλωσης.

Εν προκειμένω δε η κρίση του Εφετείου ότι η επίμαχη σύμβαση είναι εικονική αποτελεί πραγματική διαπίστωση συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευόμενων στην απόφαση αποδεικτικών μέσων και δεν είναι προϊόν αξιολόγησης και ερμηνευτικής αποσαφήνισης των σχετικών δηλώσεων βούλησης, ούτε συνιστούν ερμηνεία οι προαναφερθέντες συλλογισμοί και τα επιχειρήματα του Εφετείου προς παραδοχή της κύριας περί εικονικότητας της επίμαχης δικαιοπραξίας βάσης της ένδικης αγωγής, ούτε, τέλος, διαπίστωσε το Εφετείο, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας όσον αφορά την ανωτέρω δήλωση βούλησης των διαδίκων και, ως εκ τούτου, δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τις διατάξεις των οποίων έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την περί αυτών απόδειξη (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 246/2018, ΑΠ 1040/2017).

Δεν απαιτείται, όμως, να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποία για έμμεση απόδειξη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα.

Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 255/2020, ΑΠ 750/2018, ΑΠ 1864/2017). Τέλος, δεν αποτελούν πράγματα ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, ούτε τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου.

Ακόμη, δεν είναι πράγματα οι ισχυρισμοί που έχουν σχέση με την εκτίμηση των αποδείξεων και την απόκρουση των ισχυρισμών του αντιδίκου για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 752/2020, ΑΠ 719/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι, θεμελιώνοντας την κρίση της περί εικονικότητας του από 9.8.2010 ιδιωτικού συμφωνητικού στο ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της χρονικής συγκυρίας αποχώρησης των αναιρεσιβλήτων από την άνω εταιρία, δέχθηκε χωρίς απόδειξη ότι κατά το χρόνο αυτό η εταιρία έλαβε επιδότηση δυνάμει των διατάξεων του Ν. 3299/2004 και σε ποσοστό 40%.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνιστά "πράγμα", υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά πραγματικό επιχείρημα του Δικαστηρίου αντλούμενο από την αξιολόγηση των αποδείξεων. Σε κάθε περίπτωση, όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο στην ως άνω παραδοχή του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των καταθέσεων των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, των ενόρκων βεβαιώσεων που προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι και όλων των εγγράφων τα οποία με επίκληση προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Έτσι, στην παραδοχή του αυτή το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και ο παραπάνω, από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατόπιν όλων αυτών, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, που χάνουν τη δίκη, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις και διατυπώνουν σχετικό αίτημα (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10 Νοεμβρίου 2021 αίτηση των: 1) Μ. Χ. του Θ. και 2) Ν. Κ. του Α., για αναίρεση της με αριθ. 1372/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου καθώς και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ