Supreme Court dismisses appeal on mortgage foreclosure, upholding 20% payment order based on family hardship criteria.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by Eurobank Ergasias against the First Instance Court's decision in a mortgage foreclosure case. The court found the lower court correctly applied the 20% payment rule due to the appellant's severe financial hardship, including unemployment and a large family, which justified the reduced amount over the statutory 80% standard. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant's security deposit was returned to the public treasury.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 8, 9 of Law 3869/2010; The Supreme Court holds that a First Instance Court may lawfully order a payment amount lower than the standard 80% if the debtor demonstrates exceptional financial hardship and inability to pay the full amount, thereby validating the lower court's discretion based on specific family circumstances.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1377 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1377/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας – καλούσας:
Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Τράπεζα Eurobank Ergasias Aνώνυμη Εταιρεία» και ήδη «Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος, στην ως άνω από 17.08.2021 δήλωση, καθώς και με τις από 10.09.2021 κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε την ως άνω μεταβολή της αναιρεσείουσας εταιρείας.
Των αναιρεσιβλήτων – καθ’ ων η κλήση:
1) Ο. Θ. του Σ.,
2) Σ. Θ. του Θ.,
κατοίκων … Πρέβεζας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παπαδημητρίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και
3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10.03.2015 και 16.03.2015 αιτήσεις των ήδη 1ου και 2ου των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Πρέβεζας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 267/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 82/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13.02.2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και οι 1ος και 2ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Κατά την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως την συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν την συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Περαιτέρω, με το άρθρο 83 παρ. 2 του ν. 4690/2020 «Κατεπείγουσες ρυθμίσεις για την προστασία της δημόσιας υγείας από τις συνεχιζόμενες συνέπειες της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, την ανάπτυξη, την κοινωνική προστασία και την επαναλειτουργία των δικαστηρίων και άλλα ζητήματα» ορίζεται ότι «2. Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.
Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προς ενημέρωση των διαδίκων, και πάντως όχι επί ποινή ακυρότητας, η νέα δικάσιμος γνωστοποιείται από τον γραμματέα στον δικηγορικό σύλλογο της έδρας του δικαστηρίου.
Στις υποθέσεις με διάδικο το Ελληνικό Δημόσιο, ο γραμματέας του δικαστηρίου γνωστοποιεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους τη νέα δικάσιμο με το οικείο πινάκιο ή έκθεμα. Με πρωτοβουλία επίσης του γραμματέα μπορεί να γνωστοποιείται η νέα δικάσιμος με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων ή με ανάρτηση στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr για όσα δικαστήρια και διαδικασίες έχουν ενταχθεί στο εν λόγω σύστημα».
Με την προαναφερόμενη διάταξη προβλέπεται μεν ο αυτεπάγγελτος επαναπροσδιορισμός της συζήτησης των υποθέσεων που ματαιώθηκαν κατά το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, πλην όμως, σε περίπτωση ερημοδικίας κάποιου διαδίκου κατά την ορισθείσα νέα δικάσιμο, προκειμένου να ισχύσει η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, ως κλήτευση κατ' αυτή του απολειπόμενου διαδίκου, απαιτείται ως προϋπόθεση ο εν λόγω διάδικος, είτε να είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ο ίδιος, είτε να είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω της αναστολής.
Σε αντίθετη περίπτωση, η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο για τη νέα δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευσή του κατ' αυτή και απαιτείται η νόμιμη κλήτευσή του.
Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η υπό κρίση από 13.02.2019 (αρ. κατ. 4/2019) αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία» κατά των 1) Ο. Θ., 2) Σ. Θ. και 3) της «Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.», με την οποία ζητείται η αναίρεση της υπ’ αριθμ. 82/2018 αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρεβέζης.
Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσδιορίσθηκε, κατ’ άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, να συζητηθεί στη δικάσιμο της 08.05.2020, κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτηση αυτής, λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων εξ αιτίας του κορωνοϊού COVID-19.
Μετά την κατάθεση της από 10.05.2020 κλήσεως της «Τράπεζας Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία», ως καθολικής διαδόχου της αρχικώς αναιρεσείουσας «Τράπεζα Eurobank Ergasias Ανώνυμη Εταιρεία», ορίστηκε νέα δικάσιμος η 19.02.2021, όπως δε προκύπτει από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη υπ’ αριθμ. .../22.10.2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιώς Νικολάου Κατσιβάρδα, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ανωτέρω κλήσεως επιδόθηκε νομίμως στην τρίτη αναιρεσίβλητη Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος προς την οποία είχε ήδη επιδοθεί ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ’ αριθμ. .../18-7-2019 έκθεση επιδόσεως του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή.
Κατά τη δικάσιμο εκείνη (19.02.2021) ματαιώθηκε η συζήτηση της υπόθεσης, εξ αιτίας των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, επαναπροσδιορίστηκε δε αυτή αυτεπαγγέλτως για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με πράξη της Προέδρου του Δ' τμήματος, και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο, σύμφωνα με το άρθρο με το άρθρο 83 παρ. 2 του ν. 4690/2020.
Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, η τρίτη αναιρεσίβλητη Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση μη παράστασης κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, παρέστησαν δε νομίμως και προσηκόντως η αναιρεσείουσα και οι πρώτος και δεύτερος των αναιρεσιβλήτων.
Ενόψει όμως του ότι η ως άνω αναιρεσίβλητη είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο της 19.02.2021, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, η με πρωτοβουλία του γραμματέα εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο κατά την αυτεπαγγέλτως ορισθείσα δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ισχύει ως κλήτευση αυτής.
Συνεπώς, παρά την απουσία της, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στην συζήτηση της υποθέσεως.
[II] Από τις διατάξεις των άρθρων 558, 566 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων, οι οποίοι ήσαν διάδικοι στην δίκη στην οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος, όχι όμως εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνον εναντίον εκείνων από αυτούς, ως προς τους οποίους επιδιώκεται και, με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειές της, είναι δυνατή η αναίρεση στης προσβαλλόμενης αποφάσεως. Αν οι προτεινόμενοι λόγοι δεν αφορούν κάποιο διάδικο, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη ως προς αυτόν, αφού, και αν ακόμη ευδοκιμήσουν οι προβληθέντες λόγοι, δεν είναι δυνατό να αναιρεθεί η απόφαση ως προς αυτόν (ΑΠ 60/2020, 1001/2014, 239/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων, αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, προκύπτει ότι:
Ο ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος Ο. Θ., άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πρεβέζης την από 10.03.2015 (αρ. κατ. 19/2015) αίτηση, με την οποία, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία να πληρώσει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του προς τις καθ’ ών η αίτηση πιστώτριές του, και δη α) της ανερχόμενης στο ποσό των 77.180,23 ευρώ οφειλής του προς την ήδη αναιρεσείουσα Eurobank, από σύμβαση στεγαστικού δανείου, για την οποία εγγυήθηκε ο πατέρας του Σ.
Θ., και β) της ανερχόμενης στο ποσό των 5.489,83 ευρώ προς την τρίτη αναιρεσίβλητη Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, από καταναλωτικό δάνειο, ζήτησε τη ρύθμιση των χρεών του, συγχρόνως δε ζήτησε να εξαιρεθεί από την εκποίηση η περιγραφόμενη κύρια κατοικία του. Επίσης, ο ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος Σ. Θ. άσκησε ενώπιον του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου την από 16.03.2015 (αρ.
κατ. 24/2015) αίτηση, με την οποία, επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία να πληρώσει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του προς τις καθών η αίτηση πιστώτριές του, και δη α) της ανερχόμενης στο ποσό των 77.180,23 ευρώ οφειλής του προς την ήδη αναιρεσείουσα Eurobank, ως εγγυητής στη σύμβαση στεγαστικού δανείου που η τελευταία κατήρτισε με τον υιό του Ο.
Θ., και β) της ανερχόμενης στο ποσό των 3.435,93 ευρώ προς την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, από καταναλωτικό δάνειο, ζήτησε τη ρύθμιση των χρεών του. Οι ως άνω αιτήσεις συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε επ' αυτών η υπ’ αριθμ. 267/2016 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Πρεβέζης, η οποία απέρριψε αυτές ως αόριστες. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν έφεση οι ως άνω αιτούντες και ήδη πρώτος και δεύτερος των αναιρεσιβλήτων, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 82/2018 οριστική απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρεβέζης, που έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 267/2016 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Πρεβέζης, και α) έκανε εν μέρει δεκτή την από 10.03.2015 (αρ.
κατ. 19/2015) αίτηση του Ο. Θ., ρύθμισε τα χρέη αυτού προς τις πιστώτριες κατά τον αναφερόμενο σ' αυτή τρόπο, και εξαίρεσε από την εκποίηση αα) την κύρια κατοικία του, επιβάλλοντάς του την υποχρέωση να καταβάλλει στην πιστώτριά του και ήδη αναιρεσείουσα Eurobank το ποσό των 76,86 ευρώ μηνιαίως, για χρονικό διάστημα 15 ετών, για την εξυπηρέτηση του στεγαστικού του δανείου, και ββ) το αναφερόμενο ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ανήκε σ' αυτόν κατά ποσοστό 50%, και β) α) έκανε εν μέρει δεκτή την από 16.03.2015 (αρ.
κατ. 24/2015) αίτηση του Σ. Θ., ρύθμισε τα χρέη αυτού προς τις πιστώτριες κατά τον αναφερόμενο σ' αυτή τρόπο και εξαίρεσε από την εκποίηση το αναφερόμενο ΙΧΕ αυτοκίνητο, που ανήκε σ' αυτόν κατά ποσοστό 50%. Η αναιρεσείουσα με το μοναδικό λόγο της υπό κρίση αναιρέσεώς της επικαλείται πλημμέλειες της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σε σχέση με το ποσό που όρισε ότι έχει υποχρέωση να καταβάλει προς αυτήν ο πρώτος αναιρεσίβλητος Ο.
Θ. για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του. Ο λόγος όμως αυτός δεν αφορά στον δεύτερο και την τρίτη των αναιρεσιβλήτων, ως προς τους οποίους, τυχόν παραδοχή της αποδιδόμενης στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειας, δεν θα έχει ως αποτέλεσμα την αναίρεση αυτής.
Συνεπώς, η αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του δευτέρου και της τρίτης των αναιρεσίβλητων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προηγηθείσα νομική σκέψη.
[III] Κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 εδάφ. α' και β' του ν. 3869/2010 («Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...»), όπως το δεύτερο εδάφιο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 παρ. 1 ν. 4161/2013 και ισχύει, άμεσα και χωρίς εξαιρέσεις, από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, στις 14.06.2013, δηλαδή και κατά το χρόνο συζήτησης (04.12.2015) της ερευνώμενης αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (πριν αντικατασταθεί, στη συνέχεια, με το άρθρο 1 παρ. 18 της ΥΠΟ ΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 ν. 4336/2015 και, ακολούθως, με το άρθρο 14 παρ. 1 ν. 4346/ 2015, του οποίου η εφαρμογή αρχίζει από 01.01.2016 και δεν καταλαμβάνει εκκρεμείς υποθέσεις, καθώς και αιτήσεις που έχουν κατατεθεί έως και 31.12.2015, κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρ. 14 παρ. 11 αυτού), «ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης, ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό.
Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας [...]». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να εξαιρεθεί, κατά πρόταση του οφειλέτη, η κύρια κατοικία του από την εκποίηση, πρέπει η κατοικία αυτή να έχει ορισμένα κρίσιμα χαρακτηριστικά και, συγκεκριμένα, θα πρέπει η αντικειμενική αξία της να μην υπερβαίνει το όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας που προβλέπεται από τις διατάξεις που ισχύουν, προσαυξημένο κατά 50%.
Με βάση αυτά, ο οφειλέτης θα καταβάλλει σε δόσεις συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται, κατά το δίκαιο που ισχύει στην ερευνώμενη περίπτωση, μέχρι και το 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας. Από την απολύτως σαφή γραμματική και μόνο διατύπωση της ως άνω διάταξης, η οποία αναφέρεται «σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας» και όχι «σε συνολικό ποσό που ανέρχεται στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας» συνάγεται ευθέως ότι το ποσό των απαιτήσεων που μπορεί με τον τρόπο αυτό να ικανοποιηθεί, ως αντάλλαγμα, δύναται να ανέρχεται σε ποσοστό 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας κατ' ανώτατο ύψος, και όχι κατά κατώτατο.
Επομένως, το ποσό των απαιτήσεων που μπορεί με τον τρόπο αυτό να ικανοποιηθεί, ως αντάλλαγμα, δύναται να ανέρχεται και σε ποσοστό κατώτερο του 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας (ΑΠ 681/2020, 494/2020, 120/2020). Και ναι μεν ο νόμος δεν παραθέτει στη συνέχεια, ειδικά κριτήρια για τον καθορισμό του ύψους των μηνιαίων καταβολών για το χρέος αυτό, που επιβάλλεται στον οφειλέτη ως πρόσθετο, ώστε να επωφεληθεί από την εξαίρεση της εκποίησης της κύριας κατοικίας, πλην όμως τα κριτήρια αυτά συνάγονται με συστηματική ερμηνεία από την ανάλογη ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 5 του ν. 3869/2010, και είναι ιδίως, η χρόνια ανεργία χωρίς υπαιτιότητα του οφειλέτη, σοβαρά προβλήματα υγείας, ανεπαρκές εισόδημα για την κάλυψη στοιχειωδών βιοτικών αναγκών του οφειλέτη ή άλλοι λόγοι ίδιας τουλάχιστον βαρύτητας.
Η από την προεκτεθείσα διάταξη προβλεπόμενη εξαίρεση της κύριας κατοικίας του οφειλέτη από τη ρευστοποίηση, η οποία άλλωστε δεν παρέχεται σε όλους τους οφειλέτες, αλλά σε αυτούς που η αξία της κατοικίας τους δεν υπερβαίνει ένα όριο, εκπορεύεται καταρχάς από την ανάγκη προστασίας του, ώστε να αποκατασταθεί γενικά η κοινωνική συνοχή (που αποτελεί πάντοτε σκοπό του θετού δικαίου), η οποία έχει διαρραγεί, λόγω του μεγάλου αριθμού ιδιωτών οφειλετών στο κοινωνικό πεδίο των συμβατικών εννόμων σχέσεων προς πιστωτικά ιδρύματα, αλλά και ειδικά, ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα σε κάθε υπερχρεωμένο κοινωνό (φυσικό πρόσωπο), να αποτελέσει εκ νέου δυναμικό παράγοντα της οικονομικής - συναλλακτικής κοινωνίας.
Δικαιολογείται, όμως, ειδικότερα από την ανάγκη προστασίας της κύριας κατοικίας του, η οποία, υπό την έννοια της οικογενειακής στέγης, ως κοινωνικό αγαθό, απολαμβάνει συνταγματικής προστασίας, κατ' άρθρο 21 του Συντάγματος (ΑΠ 681/2020, 494/2020).
[IV] Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, τόσο πριν, όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στον νόμο, και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 01.01.2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, εν προκειμένω, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (19.02.2019), η οποία είναι ταυτόσημη με την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, κατά των προαναφερομένων αποφάσεων (των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων), αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της.
[V] Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με τον αναιρεσίβλητο Ο. Θ., έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα:
«| Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα των αιτούντων που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Ο αιτών … γεννήθηκε στις 23.06.1982. Είναι φυσικό πρόσωπο, χωρίς να έχει σήμερα την εμπορική ιδιότητα και πτωχευτική ικανότητα, μιας και τυγχάνει από τον Οκτώβριο του έτους 2013 και μέχρι σήμερα μόνιμα άνεργος εξαιρουμένου του χρονικού διαστήματος από 08.06.2015 έως 16.06.2015 κατά το οποίο απασχολήθηκε ως σερβιτόρος σε ξενοδοχείο της εταιρείας «Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις … ΑΕ», λαμβάνοντας συνολικά το ποσό των 140 ευρώ περίπου.
Κατά την προηγούμενη διάρκεια του επαγγελματικού του βίου, ήτοι από το έτος 1998 έως και το έτος 2013, απασχολείτο συνεχώς και αδιαλείπτως ως οικοδόμος (εργάτης σε συνεργείο μπογιατζή). Είναι έγγαμος με την S. Θ., αλβανικής ιθαγένειας, από το έτος 2005. Από τον εν λόγω γάμο τους έχουν αποκτήσει δύο ανήλικα σήμερα τέκνα, ήτοι την Α.
Ο. Θ., που γεννήθηκε στην … στις 05.12.2006 και την Ν. Ο. Θ., που γεννήθηκε στην … στις 31.07.2009. Ο ως άνω αιτών δεν έχει κατορθώσει να εξασφαλίσει μέχρι σήμερα κάποια σταθερή θέση απασχόλησης (παρότι είναι σε διαρκή αναζήτηση) λόγω της παρούσας μεγάλης κρίσης στην αγορά εργασίας και δη στον τομέα των κατασκευών και των οικοδομικών έργων.
Έκτοτε και μέχρι σήμερα, δεν έχει πια κανέναν απολύτως τακτικό οικονομικό πόρο και κανένα ατομικό εισόδημα από την όποια πηγή. Η σύζυγος του ως άνω αιτούντος απασχολείται ως καθαρίστρια στην εδρεύουσα στον ... Πρέβεζας εταιρεία με την επωνυμία «… ΑΕ Ιχθυοκαλλιέργειες» και κατά την απασχόληση της αυτή εισπράττει το καθαρό ποσό των 300 ευρώ/ μήνα.
Το εν λόγω εισόδημα, ενόψει του ότι ο ως άνω αιτών παραμένει μόνιμα άνεργος δίχως να έχει κανένα απολύτως έσοδο, συνιστά και το νυν οικογενειακό τους εισόδημα, που καθίσταται πλέον αντικειμενικά ανεπαρκές για την κάλυψη και των πιο στοιχειωδών δαπανών του ως άνω αιτούντος και της οικογένειας του. Εξάλλου, τα στοιχειώδη έξοδα διαβίωσης της τετραμελούς οικογενείας του αιτούντος ξεπερνούν μηνιαίως το συνολικό ποσό των 1.100 ευρώ, εάν υπολογισθούν αναλυτικά οι απολύτως αναγκαίες μηνιαίες δαπάνες τους, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι εξής (κατά μέσο όρο):
λογαριασμοί κοινής ωφέλειας (ΔΕΗ, ΔΕΥΑΠ κτλ) και λοιπά έξοδα, δασμοί και φόροι της οικογενειακής κατοικίας τους: 200 ευρώ, κοινόχρηστα και δαπάνες θέρμανσης: 50 ευρώ, έξοδο κατοχής (τέλη κυκλοφορίας, ασφάλιστρα κτλ) και συντήρησης (service, βλάβες κτλ) ΙΧΕ αυτοκίνητου και δαπάνες μετακινήσεων (καύσιμα) 100 ευρώ, εν γένει δαπάνες διατροφής, ένδυσης και υπόδησης της τετραμελούς οικογένειας του: 600 ευρώ, έξοδα ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και στοιχειώδη έξοδα ψυχαγωγίας: 100 ευρώ, δαπάνη κατοχής και χρήσης κινητών τηλεφώνων: 50 ευρώ.
Ο αιτών, η σύζυγος του και τα δύο ανήλικα τέκνα τους κατοικούν σήμερα σε ένα διαμέρισμα (Α4) του πρώτου ορόφου οικοδομής πολυκατοικίας, κτισμένης το 2004 επί οικοπέδου εμβαδού 688,79 τ.μ κείμενου εντός της πόλης της Πρέβεζας στο … ΟΤ και επί της δημοτικής οδού ..., που αποτελείται (το διαμέρισμα) από καθιστικό, κουζίνα, δύο υπνοδωμάτια, οφφίς, λουτρό και εξώστες, έχει επιφάνεια 82,35 τ.μ και ποσοστό ιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 77/1000 εξ αδιαιρέτου στο οποίο ανήκει κατ’ αποκλειστική χρήση ο υπ’ αριθμ … χώρος στάθμευσης αυτοκινήτου της πιλοτής της οικοδομής επιφάνειας 18τ.μ.
Το ανωτέρω διαμέρισμα περιήλθε στον ως άνω αιτούντα, κατά αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή, δυνάμει τον υπ’ αριθμ. …/16-05-2006 συμβολαίου αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Πρέβεζας Αγλαϊας Τριάντη, νομίμως μεταγραφέντος στις 31.05.2006 στον τ. … με α/α … των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πρέβεζας.
Η νυν αντικειμενική αξία του ανωτέρω διαμερίσματος του ως άνω αιτούντος ανέρχεται, σήμερα στο ποσό των 69,174 ευρώ. Περαιτέρω, ο ως άνω αιτών τυγχάνει συνιδιοκτησίας κατά 50% εξ αδιαιρέτου και ενός 1ΧΕ αυτοκινήτου με αριθμό κυκλοφορίας ..., εργοστασίου κατασκευής Opel, μοντέλο Vectra, κυλινδρισμού 1797 κ.ε., έτους α' κυκλοφορίας 2004.
Πλην του εν λόγω οχήματος και του προαναφερόμενου διαμερίσματος, ο αιτών και η σύζυγός του δεν διαθέτουν την παραμικρή άλλη ακίνητη περιουσία, ούτε άλλα οχήματα, ούτε τραπεζικές καταθέσεις, ούτε μετοχές, ούτε κινητά σημαντικής αξίας, ούτε απαιτήσεις κατά τρίτων. Περαιτέρω ο αιτών χωρίς δόλο αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε μόνιμη αδυναμία να εκπληρώσει τις οικονομικές υποχρεώσεις του και τις ληξιπρόθεσμες οφειλές που έχει και συγκεκριμένα:
Α) στην πρώτη των καθ’ων η αίτηση «ΈFG EURΟΒΑΝΚ ΕRGASIAS Α.Ε» από τη με αριθμό ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, ως πρωτοφειλέτης, καθότι εγγυητής τυγχάνει ο πατέρας του, Σ. Θ., το ποσό των 77.180,23 ευρώ (κεφάλαιο 76.455,92 ευρώ, τόκοι 578,89 ευρώ και έξοδα 145,72 ευρώ), το οποίο (δάνειο) είναι εξασφαλισμένο με εμπράγματο δικαίωμα (προσημείωση υποθήκης επί του ανωτέρω διαμερίσματος, που όπως προαναφέρθηκε - αποτελούν την κύρια και μόνη οικογενειακή κατοικία του αιτούντος και
Β) στη δεύτερη των καθ’ ων η αίτηση «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» από τη με αριθμό ... καταναλωτικό δάνειο ως πρωτοφειλέτης και μη υπάρχοντος εγγυητή, το ποσό των 5.489,83 ευρώ (κεφάλαιο 5.473,57 ευρώ + τόκοι 16,26 ευρώ).
Με βάση λοιπόν τα ανωτέρω οι συνολικές οφειλές του αιτούντος προς τις ανωτέρω καθ’ ων η αίτηση ανέρχονται στο ποσό των (77.180,23 ευρώ+5.489,83 ευρώ=)82.670,06 ευρώ. Η περιέλευση του αιτούντος στην ανωτέρω ιστορούμενη δεινή οικονομική κατάσταση, σε καμία περίπτωση δεν οφείλεται σε δόλο ή υπαιτιότητα του, αλλά συνέβη όλως ακουσίως, άδολα και αιφνίδια.
Η φυσιολογική ανάγκη της οικογενείας του να αποκτήσει μια στέγη και η έλλειψη ιδίων κεφαλαίων, τον ανάγκασαν να καταφύγει στο δανεισμό, προκειμένου να καταστεί δυνατόν να αγορασθεί η οικογενειακή οικία τους. Και ενώ ο ως άνω αιτών πίστευε καλοπροαίρετα ότι θα είναι σε θέση εργαζόμενος όπως έκανε πάντα, αλλά και με τη συνεισφορά των εισοδημάτων της συζύγου του, να ανταποκρίνεται στο ακέραιο στις δανειακές υποχρεώσεις του, μιας και το έτος 2006 (όταν έλαβε το στεγαστικό δάνειο από την EURΟΒΑΝΚ) το οικογενειακό του εισόδημα ανερχόταν τουλάχιστον σε 2.000 ευρώ/ μήνα, ωστόσο δεν μπορούσε να προβλέψει ή να, αναμείνει την τεράστια οικονομική κρίση που έπληξε την ελληνική κοινωνία το έτος 2010 και ιδίως εκμηδένισε τις οικοδομικές και κατασκευαστικές δραστηριότητες, αφανίζοντας όλα τα συναφή επαγγέλματα (όπως αυτό του ως άνω αιτούντος), που συνδέονται με αυτές.
Η οικονομική αυτή κρίση είχε ως συνέπεια την απουσία κάθε ευκαιρίας και κάθε πρότασης για να εργασθεί, την μοιραία έξοδο του σε καθεστώς μόνιμης ανεργίας, την αδυναμία του να βρει κάποια νέα θέση απασχόλησης, τις αισθητές μειώσεις στις μηνιαίες αποδοχές της συζύγου του και τη σημαντική αύξηση του κόστους ζωής και άρα των αναγκαίων δαπανών του νοικοκυριού τους.
Συντρέχουν επομένως στο πρόσωπο του αιτούντος οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 και ειδικότερα αυτή των άρθρων 8 παρ. 2. Έτσι η ρύθμιση των χρεών του θα γίνει με μηνιαίες καταβολές στις πιο πάνω πιστώτριες από τα εισοδήματα του ο χρόνος των οποίων κρίνεται ότι πρέπει να οριστεί σε τρία (3) έτη (36 μήνες) (άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 16 παρ.2 του ν. 4161/2013 σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ.
Α. υποπαρ. Α4 άρθρο 2 παρ. 5 και 4 του Ν. 4336/2015). Όσον αφορά τον ειδικότερο προσδιορισμό της ρύθμισης αυτής, λαμβανομένων υπόψη των βασικών βιοτικών αναγκών του αιτούντος με βάση τις συνθήκες ζωής και την ηλικία του στις οποίες συμπεριλαμβάνονται τα στοιχειώδη, έξοδα για τροφή, ένδυση, ηλεκτροφωτισμό, ύδρευση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη αυτού, το προς διάθεση στις πιστώτριες ποσό πρέπει να οριστεί σε είκοσι (20) ευρώ το μήνα, όπως αναλύεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.
Επίσης θα πρέπει να οριστούν μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση της ως άνω κύριας κατοικίας του αιτούντος , για την το 20% στην πρώτη των καθ’ ων η αίτηση «ΈFG EURΟΒΑΝΚ ΕRGASIAS Α.Ε.» ως προς τη με αριθμό ... σύμβαση στεγαστικού δανείου για την οποία υπάρχει εμπράγματη ασφάλεια. Δεδομένου ότι η αντικειμενική αξία της ως άνω κύριας κατοικίας του αιτούντος ανέρχεται στο ποσό των 69.174 ευρώ (βλ.
σχετ. το φύλλο υπολογισμού της αντικειμενικής αξίας του προς εξαίρεση διαμερίσματος - κύριας κατοικίας που έχει εκδώσει η αρμόδια ΔΟΥ Πρέβεζας), ο ως άνω αιτών θα πρέπει να καταβάλλει και για χρονικό διάστημα δεκαπέντε (15) ετών (180 μήνες) το συνολικό ποσό των (69.174 Χ 20:100=) 13.834,80 ευρώ, ήτοι το ποσό των (13.834,80 ÷ 180 μήνες =) 76,86 ευρώ μηνιαίως για δεκαπέντε (15) έτη, όπως ειδικότερα καθορίζεται στο διατακτικό.
Τέλος θα πρέπει να εξαιρεθεί από την εκποίηση το περιγραφόμενο στην αίτηση αυτοκίνητο, το οποίο ανήκει στη συνιδιοκτησία του ως άνω αιτούντος κατά 50% εξ αδιαιρέτου, λόγω του ότι έχει ασήμαντη αξία και υφίσταται δυσχέρεια πωλήσεως του ένεκα και της πραγματικής κατάστασης του|».
[VI] Με βάση τις παραδοχές αυτές το Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο επί της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου - αιτούντος Ο. Θ., επέβαλε σ' αυτόν την υποχρέωση να καταβάλει στην ήδη αναιρεσείουσα, για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του, το συνολικό ποσό των 13.834,80 ευρώ, που αντιστοιχεί σε ποσοστό 20% της αντικειμενικής της αξίας αυτής. Έτσι που έκρινε το ως Εφετείο δίκασαν Πρωτοδικείο, και ειδικότερα, με το να ορίσει το συνολικό ποσό που οφείλει να καταβάλει ο αιτών για τη διάσωση της πρώτης κατοικίας του σε ποσοστό κατώτερο του 80% της αντικειμενικής αξίας του, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή της με το ν. 4161/2013.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1α του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρεβέζης δεν εφάρμοσε σωστά την εν λόγω διάταξη, αφού όρισε εσφαλμένα και παρά το νόμο το συνολικό ποσό που οφείλει να καταβάλει ο αιτών για τη διάσωση του ακινήτου του, σε ποσοστό κατώτερο του 80% της αντικειμενικής αξίας του (20% της αντικειμενικής αξίας), ενώ κρίνοντας ορθά και σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, το οποίο και ίσχυε, για την περίπτωση αυτή, θα έπρεπε να ορίσει τις καταβολές σε ποσοστό 80% επί της αντικειμενικής αξίας αυτού, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση της παραβάσεως του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, διότι το δικαστήριο κατέληξε στην ως άνω κρίση (του καθορισμού του ποσού που οφείλει να καταβάλει ο αιτών για τη διάσωση του ακινήτου του σε ποσοστό 20% της αντικειμενικής αξίας αυτού), χωρίς καμία αιτιολογία. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Πρεβέζης, έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα στην ανάλογη ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 5 του ν. 3869/2010 κριτήρια, αναφέροντας στην προσβαλλόμενη απόφασή του περιστατικά των συνθηκών ζωής, ατομικής και οικογενειακής, του αναιρεσιβλήτου (έγγαμος με δύο ανήλικα τέκνα, γεννηθέντα στις 05.12.2006 και 31.07.2009 αντιστοίχως, άνεργος από πενταετίας, ανεπιτυχείς επανειλημμένες και επίμονες προσπάθειες εξεύρεσης εργασίας λόγω της κρίσης στον τομέα κατασκευών και οικοδομικών έργων, στον οποίο απασχολείτο, μοναδικό οικογενειακό εισόδημα οι ύψους 300 ευρώ μηνιαίες απολαβές της συζύγου του από την εργασία της ως καθαρίστρια, που είναι αντικειμενικά ανεπαρκές να καλύψουν τις στοιχειώδεις δαπάνες διαβίωσης της τετραμελούς οικογένειας, οι οποίες ξεπερνούν το ποσό των 1.100 ευρώ).
[VII] Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 01.01.2016, ένδικα μέσα), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα, κατά το άρθρο 746 του ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο « [...] Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται», που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 951/2015).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13.02.2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 4/2019 αίτηση για αναίρεση της 82/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρεβέζης. Και
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ