Supreme Court partially allows appeal against bank judgment, dismissing arguments regarding second defendant.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal filed by B. M. against the First Instance Court's judgment, while dismissing the appeal filed by Credit Agricole regarding the second defendant. The court found the appeal by B. M. substantiated on specific grounds but rejected supplementary arguments, whereas the bank's appeal was inadmissible for the second defendant due to non-appearance. Consequently, the judgment was annulled in part, remitted to the Court of First Instance for retrial, and costs were allocated between the parties.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1) of the Code of Civil Procedure; Art. 580(3) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may partially annul a lower court judgment when specific grounds of appeal are admissible and substantiated, remitting the case for retrial while rejecting inadmissible or unsubstantiated arguments.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1377 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1377/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του, στις 4 Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Του αναιρεσείοντος: Β. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Εμμανουήλ Γιαννακάκι και Αγγελική Ζαρόκωστα και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "CREDIT AGRICOLE CORPORATE & INVESTMENT BANK», που εδρεύει στο Παρίσι Γαλλίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Θεόδωρο Σιούφα και Κωνσταντίνο Καλαβρό και κατέθεσε προτάσεις.
Β. Της αναιρεσείουσας: Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "CREDIT AGRICOLE CORPORATE & INVESTMENT BANK" πρώην CALYON, πρώην CREDIT AGRICOLE INDOSUEZ, που εδρεύει στο Παρίσι Γαλλίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Θεόδωρο Σιούφα και Κωνσταντίνο Καλαβρό και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Μ. του Α., κατοίκου ..., 2) Γ. Ε. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Εμμανουήλ Γιαννακάκι και Αγγελική Ζαρόκωστα και κατέθεσαν προτάσεις.
Γ. Του αναιρεσείοντος: Γ. Ε. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Νταλάκο και κατέθεσε προτάσεις.
Tης αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "CREDIT AGRICOLE CORPORATE & INVESTMENT BANK», που εδρεύει στο Παρίσι Γαλλίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Θεόδωρο Σιούφα και Κωνσταντίνο Καλαβρό και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 8/2/2013 και 3/10/2013 αγωγές της υπό στοιχεία Α και Γ ήδη αναιρεσιβλήτου και υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3839/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 91/2016 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο υπό στοιχείο Α αναιρεσείων με την από 14/6/2016 αίτησή του και τους από 25/10/2017 και 30/10/2017 πρόσθετους λόγους αυτής, η υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 15/12/2016 αίτησή της και ο υπό στοιχείο Γ αναιρεσείων με την από 21/12/2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αιτήσεών τους, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.
Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του παρόντος δικαστηρίου (4-12-2017) συζητήθηκαν οι εξής αιτήσεις αναίρεσης: 1) Η με αριθμό κατάθεσης 90/21-12-2016 αίτηση του Γ. Ε. του Χ., 2) η από 14-6-2016 αίτηση του Β. Μ. του Α. και 3) η από 15-12-2016 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "CREDITAGRICOLE CORPORATE & INVESTMENT BANK», για αναίρεση της τελεσίδικης 91/2016 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην του κατ' αυτήν εφεσίβλητου Γ.
Ε., αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε κατ' ουσία τις εφέσεις που είχαν ασκήσει ο Β. Μ. και η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "CREDITAGRICOLE CORPORATE & INVESTMENT BANK" κατά της 2094/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, και μετά την εξαφάνισή της, δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την από 8-2- 2013 και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 3-10-2013 αγωγή της ως άνω ανώνυμης εταιρείας, με τις οποίες ζητούσε να υποχρεωθούν οι αντίδικοι να της καταβάλουν αποζημίωση.
Οι ως άνω αιτήσεις αναίρεσης, οι οποίες έχουν ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ), πρέπει να συνεκδικασθούν, γιατί είναι συναφείς και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων. Με τις ως άνω αιτήσεις αναίρεσης, πρέπει, επίσης, να συνεκδικαστούν, λόγω συναφείας, και οι από 25-10-2017 και 30-10-2017 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης που άσκησε ο αναιρεσείων Β.
Μ., παραδεκτά, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, με ιδιαίτερα δικόγραφα, που επιδόθηκαν στην αναιρεσίβλητη την 1-11-2017, ήτοι τριάντα πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα αρχικά για τη συζήτηση της αναίρεσης δικάσιμο της 4-12- 2017, όπως προκύπτει από τις 6680 και 6681/1-11-2017 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά Θ.
Σ..
Α) Επί της με αριθμό κατάθεσης 90/21-12-2016 αίτησης αναίρεσης του Γ. Ε.. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104, 105, 576 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά δικαστήρια, περιλαμβανομένου και του Αρείου Πάγου, με πληρεξούσιο δικηγόρο, που διορίζεται είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά.
Η πληρεξουσιότητα παρέχει το δικαίωμα στον πληρεξούσιο να παριστά στο δικαστήριο εκείνον που την έδωσε, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται πλην άλλων και η άσκηση ένδικων μέσων, καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες που δημιουργούνται από τις πράξεις αυτές.
Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη της πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 13/2008).
Αν ο διάδικος εκπροσωπείται στη συζήτηση από δικηγόρο, χωρίς αυτός να αποδεικνύει την πληρεξουσιότητά του, η έλλειψη της οποίας εξετάζεται αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης, θεωρείται δικονομικώς απών. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1- 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δε λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.
Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται ως εάν ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.
Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν όμως κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, προχωράει στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 206/2017). Εάν δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει την συζήτηση της αιτήσεως αναίρεσης και δεν αποδεικνύεται ότι ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή δεν μετέχει κανονικά στη συζήτηση κλήθηκε από τον εμφανισθέντα αντίδικο του νομότυπα και εμπρόθεσμα να παραστεί, κατά την συζήτηση της αιτήσεως, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναίρεσης (ΑΠ 1143/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται για συζήτηση η με αριθ. καταθ. 90/21-12-2016 αίτηση του Γ. Ε. για αναίρεση της 91/2016 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο (4-12-2017), ο αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από το δικηγόρο Μιχαήλ Νταλάκο, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου της προαναφερόμενης δικασίμου.
Ο ανωτέρω δικηγόρος, ο οποίος έχει υπογράψει και το δικόγραφο της αναίρεσης, προς απόδειξη της νομιμοποίησης του να εκπροσωπήσει τον αναιρεσείοντα, προσκομίζει το 8/8-7-2016 πληρεξούσιο, το οποίο συντάχθηκε ενώπιον του Α’ Γραμματέα του Επίτιμου Προξενείου της Ελλάδος στη Νίκαια της Γαλλίας Ν. Σ., λόγω κωλύματος του Επίτιμου Προξένου.
Όμως, με το συγκεκριμένο πληρεξούσιο δεν παρέχεται στον ως άνω δικηγόρο εντολή εκπροσώπησης του αναιρεσείοντος στην παρούσα δίκη επί της αίτησης αναίρεσης, αλλά μόνο για την ενέργεια άλλων εξώδικων κυρίως, αλλά και συγκεκριμένων δικαστικών πράξεων που δεν έχουν σχέση με την αίτηση, με αποτέλεσμα και η εκπροσώπηση του ενώπιον του δικαστηρίου, να μη είναι προσήκουσα και να θεωρείται για το λόγο αυτό δικονομικώς απών.
Πρέπει, συνεπώς, να ερευνηθεί, αν κλήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά την συζήτηση της αιτήσεως. Από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει ποιος εκ των διαδίκων επισπεύδει την συζήτηση της αιτήσεως αναίρεσης, υπογράφοντας την απαιτουμένη κλήση και την παραγγελία προς το δικαστικό επιμελητή για την επίδοση, και δεν αποδεικνύεται, ούτε άλλωστε η παριστάμενη στη συζήτηση αναιρεσίβλητη (αντίδικος του) επικαλείται, ότι ο αναιρεσείων κλήθηκε από αυτήν νομότυπα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά την συζήτηση της συγκεκριμένης αιτήσεως.
Δεν προσκομίζεται ούτε έκθεση επιδόσεως της αιτήσεως αναίρεσης από κάποιον από τους διαδίκους προς τον αντίδικο του, ούτε το επιδοθέν αντίγραφο αυτής, με την, κατά το άρθρο 139 παρ. 3 ΚΠολΔ, σημείωση του ενεργήσαντος την επίδοση δικαστικού επιμελητή. Επομένως, πρέπει, κατά την αυτεπάγγελτη περί τούτου έρευνα, να κηρυχθεί, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσας, απαράδεκτη η συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναίρεσης.
Β) Επί της από 14-6-2016 αίτησης του Β. Μ. και των από 25-10-2017 και 30-10-2017 πρόσθετων λόγων αναίρεσης, αυτού.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτο. Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό, αυτό δηλαδή που δημιουργείται από την παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων κύρους της (ΟλΑΠ 12/2000).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 516 παρ. 2 ΚΠολΔ, έφεση έχει δικαίωμα να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Η συνδρομή του έννομου συμφέροντος, κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου μέσου και υπάρχει όταν ο διάδικος που νίκησε, βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και ειδικότερα, αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη.
Η έλλειψη δε του εννόμου συμφέροντος, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης κατά το άρθρο 73 ΚΠολΔ, συνεπάγεται την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου (ΑΠ 429/2018, 471/2016). Ο ενάγων που στηρίζει την αξίωσή του σε δύο βάσεις στο δικόγραφο της αγωγής, και αν ακόμη γίνει δεκτή η αγωγή του κατά τη μία βάση και απορριφθεί ως προς την άλλη, μπορεί να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης ως προς το μέρος της που απορρίπτει την αγωγή του και έχει έννομο συμφέρον για την άσκησή της, εφόσον ο αντίδικος του έχει ασκήσει έφεση κατά της απόφασης αυτής ως προς το μέρος που δέχεται την αγωγή, καθόσον μόνο με τη δική του (ενάγοντος) έφεση, μπορεί να αποτραπεί η τελεσίδικη απόρριψη της αγωγής του και ως προς τις δύο βάσεις, πράγμα που θα συμβεί σε περίπτωση παραδοχής της έφεσης του εναγόμενου και απόρριψης της αγωγής ως προς τη βάση που είχε γίνει δεκτή με την πρωτόδικη απόφαση και μη άσκησης έφεσης από τον ενάγοντα ως προς τη βάση που απορρίφθηκε με αυτή (ΑΠ 51/1980).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη την αξίωσή της για καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης στήριζε στην από 8-2-2003 αγωγή της, σε αδικοπραξία, αφενός μεν κατά το άρθρο 914 ΑΚ, αφετέρου κατά τις διατάξεις του άρθρου 919 του ίδιου Κώδικα.
Με την 3839/2014 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς έγινε δεκτή η αγωγή κατά το μέρος που η αγωγική αξίωση στηριζόταν στη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, ενώ απορρίφθηκε, ως μη νόμιμη, θεμελιούμενη στο άρθρο 919 ΑΚ. Κατά της ως άνω οριστικής απόφασης, άσκησε την από 16-10-2014 έφεσή του ο αναιρεσείων, ζητώντας να απορριφθεί στο σύνολο της η αγωγή, ήτοι και κατά το μέρος που είχε γίνει δεκτή πρωτοδίκως.
Επίσης, έφεση κατά της απόφασης αυτής, άσκησε και η αναιρεσίβλητη, ζητώντας, εκτός των άλλων, την εξαφάνιση της οριστικής ως άνω απόφασης, κατά το μέρος που απέρριψε ως μη νόμιμη, τη θεμελιούμενη στη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ βάση της αγωγής της. Σύμφωνα, όμως, με αυτά και όσα ανωτέρω αναπτύχθηκαν, η προσβαλλόμενη απόφαση που δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό λόγο αυτής, που αφορά την απόρριψη της προαναφερόμενης βάσης της αγωγής, δεν υπέπεσε στην εκ του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου.
Τούτο διότι, ενόψει της άσκησης έφεσης από τον αντίδικο της κατά της απόφασης, με την οποία γινόταν δεκτή η αγωγή στηριζόμενη στη μία βάση αυτής, η ενάγουσα, είχε έννομο συμφέρον να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης ως προς τη διάταξη^ με την οποία απέρριπτε την σωρευόμενη βάση της αξίωσής της, ώστε να αποτρέψει τυχόν τελεσίδικη απόρριψη της αγωγής στο σύνολο της και, συνεπώς, δεν ήταν απαράδεκτη.
Κατ' ακολουθίαν ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΓΙ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 29/1998, ΑΠ 156/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, "όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει».
Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας.
Προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης αυτής είναι: 1) Συμπεριφορά του δράστη (πράξη ή παράλειψη) που αντίκειται στα χρηστά ήθη. Τέτοια συμπεριφορά υπάρχει όταν, κατ' αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με τις αντιλήψεις του με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου, η συμπεριφορά του δράστη αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου (πάνω στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο. 2) Η συμπεριφορά να συνοδεύεται από πρόθεση, έστω και με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, πρόκλησης ζημίας.
Δεν είναι απαραίτητο ο δράστης να προέβη στη ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη με μόνο σκοπό τη ζημία του άλλου (άμεσος δόλος), αλλά αρκεί να προέβλεψε ότι με τη συμπεριφορά του αυτή ήταν ενδεχόμενη η επέλευση ζημίας στον άλλον και, παρά ταύτα, αυτός δεν απείχε από την πράξη ή την παράλειψη από την οποία επήλθε η ζημία. 3) Η πρόκληση ζημίας σε άλλον και 4) Η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας, υπό την έννοια ότι η εν λόγω συμπεριφορά, εκτός του ότι αποτέλεσε αναγκαίο όρο της επέλευσης της ζημίας, ήταν, καθ' εαυτήν, και ικανή, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει, έτσι ώστε η ζημία να μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδοθεί, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, στην αιτιώδη δυναμικότητα της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και, αντίστοιχα, η συμπεριφορά αυτή να συνιστά πρόσφορη - επαρκή αιτία της ζημίας (ΑΠ 212/2018, ΑΠ 704/2017, ΑΠ 486/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, μετά από την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον παρόντα αναιρετικό λόγο μέρος της απόφασής του, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 16.1.2009 η ενάγουσα τραπεζική εταιρεία απέστειλε στη δανειζόμενη ειδοποίηση υπερημερίας - καταγγελία με την οποία, αναφερόμενη σε προγενέστερη με ημερομηνία 12.1.2009 όχληση πληρωμής και στην πάροδο τριών τραπεζικών ημερών, χωρίς την απόδοση του ποσού του δανείου, στηριζόμενη στο γεγονός της υπερημερίας, ειδοποίησε τη δανειζόμενη ότι η υποχρέωση για τη συνέχιση της διαθέσεως του δανείου έχει ήδη λήξει και ότι το δάνειο παρέμενε ληξιπρόθεσμο και απαιτητό για το ποσό των 25.500.000 δολαρίων ΗΠΑ.
Σημειώνεται ότι ο πρώτος εναγόμενος, συνεχίζοντας τις ίδιες αντισυμβατικές ενέργειες και παραλείψεις, παρέλειψε την αποστολή εξωδίκου με σκοπό την παροχή εξηγήσεων ή την καταβολή χρημάτων. Η ενάγουσα εταιρεία απέστειλε στον Β. Μ. την από 8.6.2011 εξώδικη κοινοποίηση πιστοποιητικού οφειλής και όχληση προς πληρωμή της, ενώ σύμφωνα με το με ημερομηνία 2.11.2011 αντίγραφο κίνησης λογαριασμού, που εκδόθηκε, σύμφωνα με την προαναφερόμενη ρήτρα της σύμβασης δανείου, από την εκκαλούσα Τράπεζα, το ύψος της οφειλής της δανειζόμενης εταιρείας ανήρχετο, στις 31.10.2011, στο ποσό των 7.11.038,90 δολαρίων ΗΠΑ.
Η εταιρεία F. N. Inc, στις 4.11.2010 κοινοποίησε στον πρώτο εναγόμενο Β. Μ. την από 4.11.2010 εξώδικη γνωστοποίηση δεδομένων, πρόσκληση για την παροχή εξηγήσεων και πληροφοριών και επιστροφή ιδιοποιηθέντων (βλ. υπ' αρ. 3637Β/74.11.2010 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιά Θ. Κ.), δήλωσε στον τελευταίο ότι με απόφασή του και με την υπογραφή του ανοίχθηκε στο όνομα της εταιρείας Λογαριασμός στη Βρετανική Τράπεζα "ROYAL BANK OF SCOTLAND», με αριθμό ...
και αριθμό αναφοράς IBAN GR ... και, σύμφωνα με τα έγγραφα που η τελευταία Τράπεζα παρέδωσε στην εταιρεία F. N., διαπίστωσε ότι πραγματοποίησαν, μαζί με το δεύτερο εναγόμενο Γ. Ε. τα ακόλουθα εμβάσματα : 1) Έμβασμα με την υπογραφή αμφότερων των εναγόμενων, ποσού δολαρίων ΗΠΑ 489.200 πλέον εμβαστικών εξόδων (δολάρια 45 + δολάρια 55,94) = δολάρια 100,94 και συνολικά δολάρια ΗΠΑ 489.300,94 που έγινε την 31.3.2008 στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κατάστημα Μιαούλη) σε πίστωση του λογαριασμού IBAN GR ..., Δ.
Μ. - Φ. I.. - Θ., oι οποίοι είναι δικηγόροι, χωρίς να εξηγείται η αιτία του εμβάσματος, 2) Έμβασμα ποσού δολαρίων ΗΠΑ 489.200 πλέον εμβαστικών εξόδων (δολάρια 45 + δολάρια 55,94) = δολάρια 100,94 και συνολικά δολάρια ΗΠΑ 489.300,94 που έγινε την 10 Απριλίου 2008 στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, Κατάστημα Ομονοίας (1550), σε πίστωση του λογαριασμού με αριθμό IB AN GR ..., επ' ονόματι Π.
Κ. (πρόσωπο άσχετο προς τις δραστηριότητες της εταιρείας), με σημείωση ότι γίνεται για Λογαριασμό του Γ.. Ε. και της M. J., χωρίς να εξηγείται περαιτέρω στην σχετική εντολή η αιτία του εμβάσματος, το οποίο έγινε με εντολή των εναγομένων. Το ποσό αυτού του εμβάσματος ισούται προς ευρώ 308.221,06 (ισοτιμία ημέρας 1 ευρώ προς δολάρια ΗΠΑ 1.5875), 3) Έμβασμα ποσού δολαρίων ΗΠΑ 342500 πλέον εξόδων δολαρίων ΗΠΑ 20, ήτοι εν όλω δολάρια ΗΠΑ 342.520 που έγινε την 21 Μαίου-2008 στην Capital One Bank, 991 Third Avenue, New York, No 10021 ABA Routing No. 021407912, Swift ..., σε πίστωση του λογαριασμού ...
επ' ονόματι S. Ε.. E. (προσώπου αγνώστου στην εταιρεία), χωρίς να εξηγείται στην σχετική εντολή η αιτία του εμβάσματος Το έμβασμα αυτό έγινε με εντολή που υπογράφουν οι εναγόμενοι. Περί του εμβάσματος αυτού πληροφορήθηκε η F. N. Ine ότι έγινε στον S. Ε.. E. (πρόσωπο άσχετο προς τις δραστηριότητες της εταιρείας), προκειμένου να πληρωθεί για Λογαριασμό του Μ.
και της συζύγου του Σ. Ν., το ποσό των δολαρίων ΗΠΑ 340.000 που αντιπροσώπευε το πληρωτέο ποσό κατά την ημερομηνία υπογραφής συμβάσεως αγοράς (Purchase Agreement) της Μονάδος (Unit) 20Α ενός Condominium, στη Νέα Υόρκη, που υπεγράφη μεταξύ των αγοραστών και του S.(δηλ της εταιρείας …, LLC) την 21 Μαΐου 2008, το οποίο ποσό, κατεβλήθη, όντως, την 21 Μαίου 2008.
Το ποσό αυτής ισούται προς 217.431,60 ευρώ (ισοτιμία ημέρας 1 ευρώ προς δολάρια ΗΠΑ 1.5753), 4) Έμβασμα ποσού δολαρίων ΗΠΑ 150.000 πλέον εξόδων δολαρίων ΗΠΑ 20, ήτοι εν όλω δολαρίων ΗΠΑ 150.020 που έγινε την 27 Μαΐου 2008 (στην Credit Suisse), σε πίστωση του λογαριασμού ... και αριθμό IB AN CH ... επ' ονόματι εταιρείας A. T. Limited (που είναι άγνωστη στην εταιρεία), χωρίς να εξηγείται στην σχετική εντολή η αιτία του εμβάσματος.
Το έμβασμα αυτό έγινε με εντολή που περιέχεται (μαζί με άλλες) σε Επιστολή υπό ημερομηνία 26,05.2008, που υπογράφουν οι εναγόμενοι. Το ποσό αυτής ισούται προς 95.190,36 ευρώ (ισοτιμία ημέρας 1 ευρώ προς 1.5760 δολάρια ΗΠΑ), 5) έμβασμα ποσού δολαρίων ΗΠΑ 175.000 πλέον εξόδων δολαρίων 20, ήτοι εν όλω δολάρια ΗΠΑ 175.020 που έγινε την 27 Μαΐου 2008 στην Τράπεζα Πειραιώς, κατάστημα Φιλοθέης (2053), σε πίστωση του λογαριασμού υπ' αριθ. ...
και αριθμό ΙΒΑΝ GR ... επ' ονόματι Γ.. Ε., χωρίς να εξηγείται στην σχετική εντολή η αιτία του εμβάσματος. Η εντολή αυτή, ως και η προηγούμενη, περιέχεται στην από 26.05.2008 Επιστολή της Εταιρείας προς την RBS που υπογράφουν οι εναγόμενοι. Το ποσό αυτής ισούται προς 111.053,29 ευρώ (ισοτιμία ημέρας 1 ευρώ προς δολάρια ΗΠΑ 1.5760), β) έμβασμα ποσού δολαρίων ΗΠΑ 300.000 πλέον εξόδων δολαρίων 20, ήτοι εν όλω δολάρια ΗΠΑ 300.020 που έγινε την 27η Μαΐου 2008, στην UBS AG, κατάστημα Stamford, Swift Code ..., σε πίστωση του λογαριασμού υπ' αριθ. ...
υπέρ της EFG Bank, η οποία έχει Swift Code ..., για περαιτέρω πίστωση του λογαριασμού ... και αριθμό IBAN …, υπ' όψη κ.κ. J.. S./Y.. D., προσώπων ασχέτων με τις δραστηριότητες της εταιρείας, χωρίς να εξηγείται στην σχετική εντολή η αιτία του εμβάσματος. Η εντολή αυτή, ως και η προηγούμενη, περιέχεται στην από 26.05.2008 Επιστολή της εταιρείας προς την RBS που υπογράφουν οι εναγόμενοι.
Το ποσό αυτής ισούται προς 190.368,02 ευρώ (ισοτιμία ημέρας 1 ευρώ προς δολάρια ΗΠΑ 1.5760), 7) Μεταφορά ποσού δολαρίων ΗΠΑ 282.500 πλέον εξόδων δολαρίων 20, ήτοι εν όλω δολάρια ΗΠΑ 282.520 που έγινε την 4 Ιουνίου 2008, σε πίστωση του λογαριασμού υπ' αριθ. L. H. Ιnc. στην ίδια Τράπεζα RBS, με account identifier ... και SORT CODE ... και swift ... και code word ..., η οποία εταιρεία L.
H. Inc. είναι άσχετη προς τις δραστηριότητες της εταιρείας, χωρίς να εξηγείται στην σχετική εντολή η αιτία της μεταφοράς του ποσού αυτού σε αυτήν. Η εντολή αυτή περιέχεται στην από 04.06.2008 Επιστολή της εταιρείας προς την RBS που υπογράφουν οι εναγόμενοι. Το ποσό αυτής ισούται προς 182.671,67 ευρώ (ισοτιμία ημέρας 1 ευρώ προς δολάρια ΗΠΑ 1.5466), 8) Μεταφορά ποσού δολαρίων ΗΠΑ 435000 πλέον εξόδων δολαρίων 25, ήτοι εν όλω δολάρια ΗΠΑ 435.025, που έγινε την 25 Ιουνίου 2008, σε πίστωση του λογαριασμού υπ' αριθ.
L. H. Inc. στην ίδια Τράπεζα RBS, με account identifier ... - ... και sort code ... και Swift ... και code word ..., η οποία εταιρεία L. H. Inc. είναι άσχετη προς τις δραστηριότητες της εταιρείας, χωρίς να εξηγείται στην σχετική εντολή η αιτία της μεταφοράς του ποσού αυτού σε αυτήν. Η εντολή αυτή περιέχεται σε Επιστολή της εταιρείας (χωρίς ημερομηνία) προς την RBS που υπογράφουν οι εναγόμενοι.
Το ποσό αυτής ισούται προς 278.880,06 ευρώ (ισοτιμία ημέρας 1 ευρώ προς δολάρια ΗΠΑ 1.5599), 9) Έμβασμα ποσού δολαρίων ΗΓΙΑ 135.000 πλέον εξόδων δολαρίων 20, ήτοι εν όλω δολάρια ΗΠΑ 135.020 που έγινε την 2 Ιουλίου 2008 στην Τράπεζα Πειραιώς, Κατάστημα Φιλοθέης (2053), σε πίστωση του λογαριασμού υπ' αριθ. ... και αριθμό IB AN GR ... επ' ονόματι Γ..
Ε. και/ή M. J., χωρίς να εξηγείται στην σχετική εντολή η αιτία του εμβάσματος. Η εντολή του εμβάσματος περιέχεται στην άνευ ημερομηνίας Επιστολή της εταιρείας προς την RBS που υπογράφουν οι εναγόμενοι. Το ποσό αυτής ισούται προς 86.159,15 ευρώ (ισοτιμία ημέρας 1 ευρώ προς δολάρια ΗΠΑ 1.5806), 10)Έμβασμα ποσού δολαρίων ΗΠΑ 300.000 που έγινε την 4 Ιουλίου 2008 στην UBS AG, κατάστημα Stamford, Swift Code ..., σε πίστωση του λογαριασμού υπ' αριθ. ...
υπέρ της EFG Bank Zurich, η οποία έχει Swift Code ... για περαιτέρω πίστωση του λογαριασμού IB AN CH... υπ' όψη κ.κ. J.. S. /Υ.. D., προσώπων αγνώστων στην εταιρεία και ασχέτων με τις δράστηριότητές της, χωρίς να εξηγείται στην σχετική εντολή η αιτία του εμβάσματος. Η εντολή του εμβάσματος περιέχεται στην άνευ ημερομηνίας Επιστολή της εταιρείας προς την RBS που υπογράφουν οι εναγόμενοι.
Το ποσό αυτής ισούται προς 191.436,41 ευρώ (ισοτιμία ημέρας 1 ευρώ προς δολάρια ΗΠΑ 1.5671), 11) Έμβασμα ποσού δολαρίων ΗΠΑ 150.000 πλέον εξόδων δολαρίων 20, ήτοι εν όλω δολάρια ΗΠΑ 150.020, που έγινε την 24 Ιουλίου 2008, στην Τράπεζα Πειραιώς, κατάστημα Φιλοθέης (2053), σε πίστωση του λογαριασμού υπ' αριθ. ... και αριθμό IBANGR ... επ' ονόματι Γ..
Ε. και/ή M. J., χωρίς να εξηγείται στην σχετική εντολή η αιτία του εμβάσματος. Η εντολή του εμβάσματος περιέχεται στην άνευ ημερομηνίας Επιστολή της εταιρείας προς την RBS που υπογράφουν οι εναγόμενοι. Το ποσό αυτής ισούται προς 95.694,33 ευρώ (ισοτιμία ημέρας 1 ευρώ προς δολάρια ΗΠΑ 1,5677), 12) Μεταφορά ποσού δολαρίων ΗΠΑ 150.000 πλέον εξόδων δολαρίων 20, ήτοι εν όλω δολάρια ΗΠΑ 150.020, που έγινε την 4 Σεπτεμβρίου 2008, σε πίστωση του λογαριασμού υπ' αριθ.
L. H. Inc., στην ίδια Τράπεζα RBS, με account identifier ...-... και SORT CODE ... και Swift ... και code word ..., η οποία εταιρεία L. H. Inc., ως προαναφέρθηκε, είναι άγνωστη στην εταιρεία, χωρίς να εξηγείται στην σχετική εντολή η αιτία της μεταφοράς του ποσού αυτού σε αυτήν. Η εντολή αυτή περιέχεται στην από 03.09 2008 Επιστολή της εταιρείας προς την RBS που υπογράφουν οι εναγόμενοι.
Το ποσό αυτής ισούταιπρος 103.547,76 ευρώ (ισοτιμία ημέρας 1 ευρώ προς δολάρια HFIA 1,4488), 13) Έμβασμα ποσού δολαρίων ΗΠΑ 150.000 πλέον εξόδων δολαρίων 20, ήτοι εν όλω δολάρια ΗΠΑ 150.020, που έγινε την 4 Σεπτεμβρίου 2008 στην Τράπεζα Πειραιώς, σε πίστωση του λογαριασμού υπ' αριθ. ... και αριθμό αναφοράς IBAN GR ..., επ' ονόματι Γ. Ε.
και swift code ..., χωρίς να εξηγείται στην σχετική εντολή η αιτία του εμβάσματος Η εντολή του εμβάσματος περιέχεται στην από 03.09.2008 προαναφερθείσα Επιστολή της εταιρείας προς την RBS που υπογράφουν οι εναγόμενοι και το ποσό της οποίας ισούται προς 103.547,76 ευρώ (ισοτιμία ημέρας 1 ευρώ προς 1,4488 δολάρια ΗΠΑ), 14) Έμβασμα ποσού δολαρίων ΗΠΑ 250000 πλέον εξόδων δολαρίων 20, ήτοι εν όλω δολάρια ΗΠΑ 250.020, που έγινε την 13 Νοεμβρίου 2008, στην Τράπεζα Πειραιώς, Κατάστημα Φιλοθέης (2053), σε πίστωση του λογαριασμού υπ' αριθ. ...
και αριθμό IB AN GR ..., επ' ονόματι Γ. Ε. και/ή M. J., χωρίς να εξηγείται στην σχετική εντολή η αιτία του εμβάσματος. Η εντολή του εμβάσματος περιέχεται στην από 12.11.2008 Επιστολή της εταιρείας προς την RBS που υπογράφουν οι εναγόμενοι. Το ποσό αυτής ισούται προς 199.616,77 ευρώ (ισοτιμία ημέρας 1 ευρώ προς 1.2525 δολάρια ΗΠΑ), 15) Μεταφορά ποσού δολαρίων ΗΠΑ 270.300, που έγινε την 11 Δεκεμβρίου 2008, σε πίστωση του λογαριασμού με αριθμό αναφοράς IBAN GR ..., επ' ονόματι της εταιρείας T.
H. Ltd., στην ίδια Τράπεζα RBS, με Swift code ... και code word ..., η οποία εταιρεία T. H. Ltd είναι άγνωστη στην εταιρεία, χωρίς να εξηγείται στην σχετική εντολή η αιτία της μεταφοράς του ποσού αυτού σε αυτήν. Η εντολή αυτή περιέχεται στην από 10.12.2008 προαναφερθείσα Επιστολή της εταιρείας προς την RBS που υπογράφεται μόνον από τον Β..
Μ.. Το ποσό αυτής ισούται προς 204.540,29 ευρώ (ισοτιμία ημέρας 1 ευρώ προς 1,3215 δολάρια ΗΠΑ), 16) Έμβασμα ποσού δολαρίων ΗΠΑ 170.025 πλέον εξόδων δολαρίων 45, ήτοι εν όλω δολάρια ΗΠΑ 170.070, που έγινε την 11 Δεκεμβρίου 2008, στην Hudson Valley Bank., 60Ε 42 Street, Suite 1836, New York, 10165 ABA Routing No. 021909300, σε πίστωση του λογαριασμού Closing Account no ..., επ' ονόματι S. Ε..
E. (προσώπου ασχέτου προς τις δραστηριότητες της εταιρείας), χωρίς να εξηγείται στην σχετική εντολή η αιτία του εμβάσματος. Το έμβασμα αυτό έγινε με εντολή υπό ημερομηνία 10.12.2008 που υπογράφεται μόνον από τον Β..Μ. και περί του εμβάσματος αυτού πληροφορήθηκε η εταιρεία F. N. Inc ότι έγινε στον S. Ε.. E., προκειμένου να πληρωθεί, για Λογαριασμό του πρώτου εναγομένου και της συζύγου του Σ.
Ν., το ποσό των δολαρίων ΗΠΑ 170.000, στον S., ο οποίος και πράγματι πληρώθηκε την 15.12.2008, σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως αγοράς για την Μονάδα 20Α του Condominium. Το ποσό αυτής ισούται προς 128.694,66 ευρώ (ισοτιμία ημέρας 1 ευρώ προς 1,2925 δολάρια ΗΠΑ). Ότι για όλα αυτά τα εμβάσματα και τις μεταφορές χρημάτων σε λογαριασμούς φυσικών προσώπων και αλλοδαπών εξωχωρίων εταιρειών, παρά την εκ του νόμου υποχρέωση που είχαν οι εναγόμενοι να αναφέρουν στις σχετικές εντολές την αιτία των εμβασμάτων και να αποδεικνύουν τη νομιμότητά τους, δεν σημειώνουν στις εντολές το νόμιμο λόγο για τη διενέργεια των εμβασμάτων αυτών.
Σύμφωνα με την ίδια εξώδικη δήλωση, με την ιδιότητα του εναγομένου ως μέλους του δ.σ. της εταιρείας και ως εξουσιοδοτημένου οργάνου αυτής και ενώ γνώριζε ότι το πλέγμα της εταιρικής νομοθεσίας του επέβαλε καθ' όλους τους χρόνους εκπροσώπησης της εταιρείας και δέσμευσης αυτής με την υπογραφή του, ιδιαίτερο καθήκον πίστης προς την εταιρεία και τους νόμιμους πιστωτές αυτής και απέκλειε οποιαδήποτε δυνατότητα στον ίδιο και οποιονδήποτε τρίτο για τη χρησιμοποίηση και αξιοποίηση της εξουσίας αυτής, τον κάλεσε όπως την ενημερώσει για την αιτία για την οποία έγινε καθένα των εμβασμάτων, τον λήπτη και τη διεύθυνσή του, προκειμένου να ζητήσει εξηγήσεις και από αυτόν για την νομιμότητα των εμβασμάτων.
Του ανέφερε ακόμη ότι ειδικά για τα εμβάσματα με αριθμούς 3 και 13, τα οποία έγιναν αποδεδειγμένα για σκοπούς εκτός του πλαισίου λειτουργίας της εταιρείας και κατά κατάχρηση της εξουσίας εκπροσωπήσεως που η εταιρεία τους είχε δώσει και κατά παράβαση των νομίμων υποχρεώσεών τους, έπρεπε αμέσως και χωρίς οιαδήποτε καθυστέρηση να επιστρέφουν τα ποσά των δύο εμβασμάτων συνολικού ποσού 512.525 δολαρίων ΗΠΑ, πλέον τόκων προς το νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας από την ημερομηνία εκάστου εμβάσματος μέχρι την ημερομηνία επιστροφής του στο Λογαριασμό της εταιρείας στην ROYAL BANK OF SCOTLAND PLC.
Του δήλωσε δε ότι, σε περίπτωση αρνήσεώς του παροχής πληροφοριών και άμεσης πληρωμής του ποσού των 512.525 δολαρίων ΗΓΙΑ, θα ασκούσε εναντίον αυτού και του δεύτερου εναγόμενου τα νόμιμα. Στις 3.3.2011 η ενάγουσα κοινοποίησε προς τον εναγόμενο Β. Μ. εξώδικη διαμαρτυρία και πρόσκληση για επιστροφή υπεξαιρεθέντων χρημάτων και ειδικότερα, αναφερόμενη στην επίδικη σύμβαση του δανείου, του γνωστοποίησε την ενημέρωσή της από την εταιρεία F.
N. INC ότι με απόφασή του και με την υπογραφή του ανοίχθηκε Λογαριασμός επ' ονόματι της εταιρείας στο κατάστημα της Βρετανικής Τράπεζας "THE ROYAL BANK OF SCOTLAND PLe" {η "RBS») το Νοέμβριο του έτους 2007 και συγκεκριμένα ο με αριθμό ... και αριθμό διεθνών συναλλαγών IBAN GR ... Λογαριασμός, από τη μελέτη της κίνησης του οποίου διαπίστωσε ότι αυτός πιστώθηκε με ναύλους του ένδικου πλοίου συνολικού ποσού δολαρίων ΗΠΑ 6.808.088,87, εκ του οποίου ποσό δολαρίων ΗΠΑ 1.431.840 εμβάσθηκε στο Λογαριασμό λειτουργίας (Operating account), που είχε ανοίξει σύμφωνα με τους όρους της συμβάσεως δανείου στη δανείστρια Τράπεζα και ποσό δολαρίων ΗΓΙΑ 1.620.592,93 καταβλήθηκε για τις υποχρεώσεις του πλοίου.
Σύμφωνα με την ίδια εξώδικη δήλωση, το απομένον υπόλοιπο, ύψους δολαρίων ΗΓΙΑ 3.755.655,94, όπως προέκυπτε, κατά τρόπο αναμφισβήτητο, από τα έγραφα της RBS, χρησιμοποιήθηκε από τον Β. Μ. για σκοπούς άσχετους προς το πλοίο και τις υποχρεώσεις της δανειζόμενης εταιρείας προς την Τράπεζα, σε συνεργασία με το δεύτερο εναγόμενο Γ.
Ε. και παρά το γεγονός της γνώσης αυτών ότι το ποσό αυτό ανήκε στην Τράπεζα. Με το ίδιο εξώδικο, η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε για τις παράνομες αυτές πράξεις, οι οποίες τη ζημίωσαν κατά τα αντίστοιχα ποσά και κάλεσε τον πρώτο εναγόμενο να επιστρέψει το συνολικό ποσό των εμβασμάτων εντός προθεσμίας τριών (3) ημερών από τη λήψη της εξώδικης διαμαρτυρίας, εμβάζοντας στο Λογαριασμό λειτουργίας της Τράπεζας το ποσό των δολαρίων ΗΠΑ 3.755.655,94 ή 2.501.415,85 ευρώ.
Από όσα προεκτέθηκαν αποδείχθηκε ότι οι ενέργειες των εναγομένων αντιβαίνουν στα χρηστά ήθη, δηλαδή, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, στις ιδέες του κατά γενική αντίληψη, με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου και στην υποχρέωση του αντισυμβαλλόμενου δανειζόμενου στη σύμβαση δανείου να ενεργεί για Λογαριασμό και προς όφελος της δανείστριας εταιρείας.
Ειδικότερα, οι εναγόμενοι, με σκοπό την αγορά του προαναφερόμενου πλοίου, συστήσανε την εταιρεία F. N. Inc, προκειμένου στη συνέχεια να καταρτιστεί μεταξύ της τελευταίας και της ενάγουσας η επίδικη σύμβαση δανείου, χωρίς οι ίδιοι να ευθύνονται προσωπικά και με την ατομική τους περιουσία για την αποπληρωμή του, κατά την κατάρτιση της σύμβασης απέκρυψαν την ιδιότητα του δεύτερου εναγόμενου ως μετόχου και αφανούς εταίρου της εταιρείας, κατά ποσοστό 50%, μερίμνησαν για την ύπαρξη λογαριασμού της δανειζόμενης εταιρείας στην Τράπεζα Royal Bank of Scotland και συστηματικά στη συνέχεια, μετά την αγορά του πλοίου και κατά τη διάρκεια εκμετάλλευσής του, αντίθετα με όσα είχαν συμφωνηθεί με την ενάγουσα, μέσω εμβασμάτων μεταβίβαζαν τους εισπραχθέντες ναύλους του πλοίου σε τρίτα πρόσωπα, με σκοπό την κατάληξη αυτών στην εκπλήρωση ίδιων οικονομικών συμφερόντων, παραβιάζοντας την υποχρέωση που αναλήφθηκε κατά την κατάρτιση της σύμβασης του δανείου, για την καταβολή όλων των εισοδημάτων από τη διαχείριση του πλοίου στο Λογαριασμό λειτουργίας του δανείου στη δανείστρια Τράπεζα.
Στη συνέχεια, επαναλαμβάνοντας την αυτή, αντίθετη στα χρηστά ήθη, συμπεριφορά και το επιβαλλόμενο στις εμπορικές συναλλαγές καθήκον πίστης, ο εναγόμενος Β. Μ. διαβεβαίωσε την από μέρους του οικονομική ενίσχυση της δανειζόμενης εταιρείας με σκοπό την αποπληρωμή του δανείου και ανέλαβε την ηθική υποχρέωση να εξασφαλίσει την εξόφληση του δανείου.
Ο πρώτος εναγόμενος- εκκαλών, ενεργώντας από κοινού με το συνέταιρο του, δεύτερο εναγόμενο Γ.. Ε., παρά τις προαναφερόμενες συμβατικές δεσμεύσεις του πρώτου για Λογαριασμό της δανείστριας εταιρείας και για την τοποθέτηση των ναύλων και λοιπών εσόδων του πλοίου στο Λογαριασμό λειτουργίας της δανείστριας εταιρείας, διοχέτευαν τα ποσά των ναύλων στο Λογαριασμό της RBS και, στη συνέχεια, μετέφεραν τα κατατεθειμένα στο Λογαριασμό αυτό χρηματικά ποσά προς τρίτα πρόσωπα με σκοπό την ιδιοποίησή τους, εν γνώσει της αδυναμίας της δανειζόμενης εταιρείας να προβεί στην εξόφληση του δανείου και της δανείστριας να ικανοποιήσει την απαίτησή της.
Στον τελευταίο Λογαριασμό, πιστώθηκε, κατά τη διάρκεια λειτουργίας του, από 1.11.20Θ7 έως 3.2.2009 το συνολικό ποσό των 10.147.807,92 δολαρίων ΗΠΑ, από το οποίο ποσό 6.805.362,53 δολαρίων ΗΠΑ αφορά εισπραχθέντες ναύλους, όπως αυτό αποδεικνύεται από το απόσπασμα κίνησης του λογαριασμού, το οποίο χορηγήθηκε από την Τράπεζα ROYAL BANK OF SCOTLAND, στην εκκαλούσα τραπεζική εταιρεία.
Από το πιο πάνω ποσό, αυτό που αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι με εμβάσματα παρείχαν σε τρίτους, αναφορικά με την επίδικη σύμβαση, (όπως αναλυτικά ανά έμβασμα εκτέθηκε παραπάνω και περιέχεται στο τεκμηριωμένο κατάλογο που περιείχετο στην από 4.10.2010 εξώδικη γνωστοποίηση της εταιρείας F. N. Inc προς τον πρώτο εναγόμενο Β.
Μ.) ανέρχεται στα 3.755.655,94 δολάρια ΗΠΑ, εκ των οποίων 3.311.045,94 δολάρια ΗΠΑ φέρουν την υπογραφή αμφότερων των εναγόμενων και ποσό 444.610 δολάρια Η
ΙΙΑ φέρει την υπογραφή μόνο του εκκαλούντος πρώτου εναγόμενου. Σημειώνεται, περαιτέρω, ότι δεν αποδείχθηκε ότι από τις αντίθετες στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη ενέργειες των εναγομένων προσβλήθηκε η εμπορική φήμη της ενάγουσας και πρέπει ο σχετικός λόγος έφεσης περί εσφαλμένης κρίσης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αναφορικά με τα παραπάνω πραγματικά γεγονότα να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ακολούθως, πρέπει η από 8.2.2013 και με αρ. κατ. 1216/2013 αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως προς τη σωρευμένη βάση του άρθρου 919 του ΑΚ και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στην ενάγουσα α) εις ολόκληρον έκαστος, το ισάξιο σε ευρώ ποσό των τριών εκατομμυρίων τριακοσίων έντεκα χιλιάδων σαράντα πέντε δολαρίων ΗΠΑ και σαράντα πέντε σεντς (3.311.045,94), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των δύο εκατομμυρίων εκατόν εξήντα τεσσάρων χιλιάδων επτακοσίων ενενήντα πέντε ευρώ και εξήντα επτά λεπτών (2.164.795,67) και β) να υποχρεωθεί ο πρώτος εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ισάξιο σε ευρώ ποσό των τετρακοσίων σαράντα τεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων δέκα (444.610) δολαρίων ΗΠΑ, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τριακοσίων τριάντα έξι χιλιάδων εξακοσίων είκοσι ευρώ και δεκαοκτώ λεπτών (336.620,18), υπολογιζόμενο σε αμφότερα τα παραπάνω κονδύλια με βάση την ισοτιμία δολαρίου ΗΠΑ- ευρώ κατά το χρόνο επέλευσης της ζημίας, δηλαδή κατά το χρόνο αποστολής εκάστου των επίδικων εμβασμάτων σε άλλους λογαριασμούς (ΑΠ Ολο μ 14/1997, ΕλλΔνη 1997, 1036, ΑΠ 388/2015, ΧΡΙΔ 2015, 531, ΑΠ 1802/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Επίσης, πρέπει να γίνει δεκτό και το σχετικό αγωγικό αίτημα και σχετικός λόγος έφεσης της εκκαλούσας Τραπεζικής εταιρείας και να απαγγελθεί προσωπική κράτηση διάρκειας πέντε (5) μηνών κατά των εναγομένων ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης, δεδομένης της βαρύτητας της πράξης τους, του μεγέθους της ζημίας της ενάγουσας και της κακής πίστης τών εναγομένων, οι οποίοι ενήργησαν συστηματικά, με απώτερο σκοπό την πρόκληση της επίδικης ζημίας και δεδομένου ότι το σχετικό αίτημα παραμένει νόμιμο και στην περίπτωση της αδικοπραξίας που θεμελιώνεται στο άρθρο 919 του ΑΚ (ΕφΠειρ 382/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 10/2005, ΕλλΔνη 2006,248)».
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, όπως υποστηρίζει ο ως άνω αναιρεσείων με τους δεύτερο κύριο λόγο, το πρώτο μέρος των από 27- 10-2017 πρόσθετων λόγων και τους από 30-10-2017 πρόσθετους λόγους. Το Εφετείο, αφού κατά την ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε τα πραγματικά περιστατικά ,τα οποία συνιστούν συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, με την ιδιότητα του εκπροσώπου της ναυτιλιακής εταιρείας, που αρκεί για να θεμελιώσει προσωπική ευθύνη σε αποζημίωση, αντίθετη με τα χρηστά ήθη, κατά το άρθρο 919 ΑΚ, έχει δεχθεί περαιτέρω, κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος του, αφενός μεν πρόθεση του αναιρεσείοντος να προκαλέσει με τη συμπεριφορά του αυτή ζημία στην αναιρεσίβλητη Τράπεζα, αφετέρου ότι πράγματι προκλήθηκε ζημία του επιδικαζόμενού χρηματικού ποσού.
Ειδικότερα, δέχεται την πρόκληση ζημίας στην αναιρεσίβλητη, με ρητή αναφορά ότι, κατά τον καθοριζόμενο κρίσιμο χρόνο "επέλευσης της ζημίας" υπολογίζει την ισοτιμία των νομισμάτων των δολαρίων ΗΠΑ και ευρώ, ώστε να μετατρέψει τα ποσά των δολαρίων, τα οποία οι εναγόμενοι μετέφεραν με εμβάσματα σε άλλους προσωπικούς, ή συγγενικών τους προσώπων, λογαριασμούς, στο αντίστοιχο σε ευρώ χρηματικό ποσό, καθώς και την πρόθεση του αναιρεσείοντος για την πρόκληση αυτής της ζημίας, αναφέροντας ότι "οι εναγόμενοι ενήργησαν συστηματικά, με απώτερο σκοπό την πρόκληση της επίδικης ζημίας».
Έτσι, το Εφετείο δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία κατά την εφαρμογή του άρθρου 919 ΑΚ, ούτε δεσμεύεται τούτο να δεχθεί πρόκληση ζημίας εξαιτίας της αντίθετης προς τα χρηστά ήθη συμπεριφοράς των εναγόμενων, επειδή απέρριψε την αγωγή κατά τη βάση της από το άρθρο 914 ΑΚ, με την αιτιολογία ότι δεν υφίσταται ζημία, αφού δεν τελέστηκε υπεξαίρεση των χρημάτων τοον εμβασμάτων.
Επομένως, οι ως άνω, εκ του αρ. 1 του άρθρου 59 ΚΠολΔ, κύριος και πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης /υπό τις αποδιδόμενες με αυτούς σχετικές πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας,παρά τον νόμο έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα,που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που προτάθηκαν για τη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, καθώς επίσης και εκείνα τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωση ενστάσεων ή αντενστάσεων ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ ΑΠ 3/1997), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989).Οι ισχυρισμοί αυτοί θα πρέπει να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ ΑΠ 2/2001) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 825/2015).
Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1933/2006) και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΓΙ 760/2004), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Εξάλλου, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αρ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναίρεσης, αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, με τους οποίους εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με αρνητικό ισχυρισμό της αγωγής (ΑΠ 1/2016, ΑΠ 1165/2015), ο οποίος έχει επαναφερθεί προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και περιέχουν παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 91/2017, ΑΠ 150/2015).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, επεκτείνεται η αδικοπρακτική ευθύνη σε περιπτώσεις κατά τα οποίες δεν υφίσταται από τη συμπεριφορά προσώπου προσβολή δικαιώματος ή έννομα προστατευομένου συμφέροντος άλλου, ούτε παραβίαση συγκεκριμένης διάταξης νόμου, ωστόσο, το περί δικαίου και ηθικής αίσθημα, απαιτεί αποκατάσταση της ζημίας.
Ανάγεται, έτσι, σε αυτοτελή αδικοπραξία, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, αλλά και για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαίτιου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας σε άλλον (ΟλΑΠ 10/1991, ΑΠ 212/2018, ΑΠ 650/2016). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 300 παρ. 1 εδ.
α' ΑΚ, αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στην ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής. Από την τελευταία διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 330 του ΑΚ, προκύπτει ότι, σε περίπτωση που έχει προκληθεί σε κάποιον ζημία, περιουσιακή ή μη, και έχει ανακύψει θέμα ευθύνης άλλου για αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, αν εκείνος που ζημιώθηκε παρέλειψε από αμέλεια, μη καταβολή δηλαδή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές, ήτοι της επιμέλειας του μέσου συνετού ανθρώπου εντός του επαγγελματικού και λοιπού κύκλου αυτού του πταίστη, θετική πράξη, την οποία όφειλε, από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από τις αρχές της καλής πίστεως, να επιχειρήσει και η οποία ήταν ικανή, κατ' αιτιώδη συνάφεια, να αποτρέψει τη ζημία, και έτσι παρέλειψε αυτός να αποτρέψει τη ζημία, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση, ή να μειώσει το ποσό της (ΑΠ 687/2013, ΑΠ 1673/2013).
Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου περί συνυπαιτιότητας του ζημιωθέντος λόγω συνδρομής οικείου πταίσματος στην επέλευση ή την έκταση σε βάρος του ζημίας, αποτελεί ένσταση. Ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός της συνδρομής του οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος, προβάλλεται και στην περίπτωση ευθύνης κατά το άρθρο 919 ΑΚ, δεδομένου ότι αρκεί για την προβολή του η ύπαρξη υποχρέωσης για αποζημίωση, ανεξάρτητα από το λόγο στον οποίο στηρίζεται η ευθύνη του ζημιώσαντος.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων Β. Μ., προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη της την ένσταση, την οποία αυτός είχε προτείνει, επικουρικά, και παραδεκτά, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, περί συνυπαιτιότητας της ενάγουσας στην επέλευση της ζημίας της, θεμελιούμενη στα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά και την οποία (ένσταση), μετά την απόρριψή της με την πρωτοβάθμια απόφαση, επανέφερε νόμιμα στο Εφετείο με τον πέμπτο λόγο της έφεσης του.
Από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων με τις από 31-12- 2013 προτάσεις του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, είχε προτείνει, επικουρικά, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι υπέχει ευθύνη προς αποζημίωση της ενάγουσας λόγω αδικοπραξίας και για την περίπτωση της ευθύνης λόγω συμπεριφοράς του αντίθετης με τα χρηστά ήθη, τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι η τυχόν αποζημίωση αυτής θα πρέπει να μειωθεί, κατά το άρθρο 300 ΑΚ, επειδή είναι συνυπαίτια σε ποσοστό 90% της επέλευσης της ζημίας της.
Εξέθεσε, δε, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελίωνε τον προβαλλόμενο ισχυρισμό. Με την 3839/2014 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κρίθηκε ότι με την εκτιθέμενη συμπεριφορά του, που αντιτίθεται στα χρηστά και συναλλακτικά ήθη, ο ήδη αναιρεσείων ζημίωσε την αναιρεσίβλητη και ότι υποχρεούται σε αποζημίωση της, την οποία και επιδίκασε, απορρίπτοντας ταυτόχρονα ως ουσιαστικά αβάσιμη την προβληθείσα από αυτόν ένσταση συνυπαιτιότητας.
Με τον πέμπτο λόγο της από 16-10-2014 έφεσης, που άσκησε κατά της απόφασης αυτής, ο αναιρεσείων, ρητά παραπονείται για την απόρριψη της ένστασής του και επαναφέρει αυτήν προς αντίκρουση της αγωγικής αξίωσης, εκθέτοντας τα πραγματικά περιστατικά στα οποία την στηρίζει. Όμως, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ουδόλως έλαβε υπόψη του τον ως άνω λόγο έφεσης και τον επαναφερόμενο με αυτόν αυτοτελή ισχυρισμό και δεν αναφέρεται στην απόφασή του ούτε στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που προβάλλονται για τη στήριξή του, ούτε στην απόρριψη αυτού.
Έτσι, υπέπεσε στην εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, αφού δεν έλαβε υπόψη του πράγμα που προτάθηκε, και ο λόγος αυτός της αναίρεσης, είναι βάσιμος. Κατά παραδοχή δε του λόγου τούτου, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο τούτο, καθώς και τις συναφείς με αυτό διατάξεις της και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ)..
Εξάλλου, μετά την παραδοχή της αναίρεσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα που νίκησε (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η αναιρεσίβλητη, δε, που ηττάται, πρέπει να καταδικαστεί να καταβάλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου σχετικού αιτήματος του (άρθρα 183, 176 και 191 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
Γ) Επί της από 15-12-2016 αίτησης αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "CREDITAGRICOLE CORPORATE & INVESTMENT BANK».
Κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση και ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή, όπως η τελευταία περίπτωση προστέθηκε με το άρθρο 63 του ν. 4509/22-12-2017.
Στο άρθρο 104 εδάφιο τελευταίο ΚΠολΔ, ορίζεται ότι το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Η έλλειψη της πληρεξουσιότητας, εξεταζόμενη και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (Ολ ΑΠ 13/2008).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ.2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ.1 έως 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναίρεσης δεν εμφανισθεί και δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτήν κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναίρεσης και, αν μεν τη συζήτηση της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της από 15-12-2016 αιτήσεως αναίρεσης, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος Γ. Ε., όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως, εκπροσωπήθηκε στη δίκη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Μιχάλη Νταλάκο, που κατέθεσε στις 7-12-2017 προτάσεις ζητώντας, εκτός των άλλων, και την απόρριψη της εναντίον του απευθυνόμενης αιτήσεως αναίρεσης.
Ο ανωτέρω δικηγόρος, ο οποίος έχει υπογράψει και το δικόγραφο των προτάσεων, προς απόδειξη της νομιμοποίησής του να εκπροσωπήσει τον αναιρεσίβλητο, προσκομίζει το 8/8-7-2016 πληρεξούσιο, το οποίο συντάχθηκε ενώπιον του Α’ Γραμματέα του Επίτιμου Προξενείου της Ελλάδος στη Νίκαια της Γαλλίας Ν. Σ., λόγω κωλύματος του Επίτιμου Προξένου.
Όμως, με το συγκεκριμένο πληρεξούσιο δεν παρέχεται στον ως άνω δικηγόρο εντολή εκπροσώπησης του άνω αναιρεσίβλητου στην παρούσα δίκη επί της αιτήσεως αναίρεσης της αντιδίκου του, αλλά μόνο για την ενέργεια άλλων εξώδικων κυρίως, αλλά και συγκεκριμένων δικαστικών πράξεων που δεν έχουν σχέση με την αίτηση, με αποτέλεσμα και η εκπροσώπηση του ενώπιον του δικαστηρίου να μην είναι προσήκουσα και να θεωρείται για το λόγο αυτό δικονομικώς απών.
Πρέπει, συνεπώς, να ερευνηθεί, αν κλήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα να παραστεί κατά την συζήτηση της αιτήσεως. Από την 6606/8-6-2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς Θ. Σ., προκύπτει ότι ο προαναφερόμενος αναιρεσίβλητος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για την εκδίκαση της εναντίον του αιτήσεως αναίρεσης προς εμφάνισή του στην δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτός παρών.
Κατά το άρθρο 556 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση κατά της τελεσίδικης απόφασης έχει δικαίωμα να ασκήσει ο διάδικος που νικήθηκε ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε αυτή. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Η ύπαρξη του εννόμου συμφέροντος κρίνεται από την προσβαλλομένη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, πρέπει δε τούτο να αναφέρεται στο αναιρετήριο για τη νομιμοποίηση του αιτούντος.
Το έννομο συμφέρον πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και να είναι ατομικό και άμεσο του διαδίκου ο οποίος υφίσταται βλάβη. Αν την αναίρεση ασκεί ο νικήσας διάδικος, η βλάβη του εξαρτάται από το αν η απόφαση αναπτύσσει δυσμενείς γι' αυτόν συνέπειες, όπως συμβαίνει και όταν αυτός βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και ειδικότερα αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη, αν δηλαδή η αιτιολογία της απόφασης αποτελεί στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και φέρει ως εκ τούτου προσόντα διατακτικού.
Το έννομο συμφέρον απαιτείται, όχι μόνο γενικά για το παραδεκτό της αιτήσεως αναίρεσης, αλλά και ειδικά για κάθε λόγο αυτής (ΑΠ 1663/2010), θεμελιώνεται δε στη βλάβη του ηττημένου διαδίκου από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκησή της, επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής για τον αναιρεσείοντα συνέπειας (ΑΠ 589/2009).
Η βλάβη του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικο του, όπως όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι αιτήσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές οι αιτήσεις του αντιδίκου του υπέρ του οποίου η προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει, κατά κανόνα, να περιέχει κάποια διάταξη (ΑΠ 154/2017, ΑΠ 985/2015). Έτσι, αν η απόφαση αναπτύσσει δυσμενείς συνέπειες για το διάδικο που νίκησε, όπως και όταν αυτός βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και συγκεκριμένα αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο εις βάρος του σε άλλη δίκη, όταν δηλαδή η αιτιολογία αφορά στο νομικό συλλογισμό που αποτελεί αναγκαίο στοιχείο του δικαιώματος ή της έννομης σχέσης που κρίθηκε και άρα φέρει αφ' εαυτής προσόντα διατακτικού.κατά το άρθρο 578 του ίδιου κώδικα (ΑΠ 41/2016), έχει δικαίωμα να την προσβάλει με αναίρεση.
Η έλλειψη του εννόμου συμφέροντος, που ερευνάται αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης (άρθρο 73 ΚΠολΔ), συνεπάγεται την απόρριψη της αιτήσεως αναίρεσης ως απαράδεκτης (ΑΠ 855/2017). Τέλος, ο νικήσας διάδικος, μπορεί να ασκήσει αναίρεση για την περίπτωση που ευδοκιμήσει η αντίθετη αναίρεση του αντιδίκου του (επικουρική αναίρεση ή αναίρεση υπό αίρεση), εφόσον επικαλείται και δικαιολογεί ειδικό έννομο συμφέρον κατά την πιο πάνω έννοια (ΑΠ 553/2017, ΑΠ 959/2009, ΑΠ 612/2009).
Ειδικότερα, ο ενάγων που νίκησε, επειδή έγινε δεκτή η αγωγή του κατά τη μία από τις σωρευόμενες βάσεις αυτής, δικαιολογεί έννομο συμφέρον να ασκήσει αναίρεση ως προς τη βάση της αγωγής του που απορρίφθηκε με την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, για την περίπτωση ευδοκίμησης της αναίρεσης του αντιδίκου του που νικήθηκε.
Σ’ αυτή την περίπτωση, η αναίρεση του διαδίκου που νίκησε, θα εξεταστεί μόνο αν, κατά παραδοχή λόγου της αίτησης του αντιδίκου του, αναιρεθεί η απόφαση, προκειμένου, σε μια τέτοια περίπτωση, να εξεταστεί και η απορριφθείσα βάση της αγωγής και να αποτραπεί η τελεσίδικη απόρριψη της αγωγής του ως προς όλες τις βάσεις, πράγμα που θα γινόταν εάν αυτός δεν είχε δικαίωμα άσκησης αναίρεσης για την απορριπτική διάταξη της απόφασης και τελικά γινόταν δεκτή η αναίρεση και στη συνέχεια απορρίπτονταν η αγωγή και ως προς τη βάση που αρχικά είχε γίνει δεκτή, αφού πλέον θα υπήρχε τελεσίδικη απόρριψη της αγωγής του ως προς όλες τις βάσεις της (ΑΠ 51/1980).
Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο της παραδοχής της αιτήσεως αναίρεσης, δηλαδή ως προς τα πληγέντα κεφάλαια της, όχι δε ως προς άλλα, εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται. Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτησή της, η αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρεία, προσβάλει την ως άνω απόφαση, εκτός των άλλων, για το λόγο ότι απέρριψε την αγωγή αποζημιώσεως αυτής από τους δύο αναιρεσίβλητους, λόγω της αποδιδόμενης αδικοπραξίας που τέλεσαν σε βάρος της, συνιστάμενης στην υπεξαίρεση του αναφερόμενου χρηματικού ποσού.
Την αίτηση, κατά το μέρος τούτο, ασκεί επικουρικώς, για την περίπτωση και μόνο που θα γίνει δεκτή η αντίθετη, ασκηθείσα και κατ' αυτής, ως άνω από 15- 12-2016 αίτηση αναίρεσης του πρώτου αναιρεσίβλητου. Η νικήσασα ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η αγωγή της κατά των αναιρεσίβλητων, έγινε μεν δεκτή κατά τη βάση αδικοπραξίας, θεμελιούμενης στη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, απορρίφθηκε, όμως, εσφαλμένα, κατά το μέρος που στηρίζονταν στην εκτιθέμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά σύμφωνα με το άρθρο 914 ΑΚ, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ισχυριζόμενη ότι ο αντίδικος της Β.
Μ. άσκησε κατά της ίδιας απόφασης την από 14-6-2016 αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή της ως προς τη βάση που θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η υπό κρίση αίτηση, στρεφόμενη κατά του αναιρεσίβλητου Β. Μ., παραδεκτά ασκήθηκε από την αναιρεσείουσα, μολονότι αυτή νίκησε στη δίκη.
Τούτο διότι, έχει έννομο συμφέρον, για την περίπτωση που γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης του ως άνω αντιδίκου της, να εξεταστούν και οι προβαλλόμενες πλημμέλειες κατά της απορριπτικής διάταξης της απόφασης και να αποτραπεί η τυχόν τελεσίδικη απόρριψη της αγωγής της ως προς όλες τις βάσεις, χωρίς να εξεταστούν τα σφάλματα στα οποία διατείνεται ότι υπέπεσε η προσβαλλόμενη ως προς την απόρριψη της άλλης βάσης της αγωγής της.
Τούτο μάλιστα μετά και την παραδοχή, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά, της αίτησης αναίρεσης του πρώτου αναιρεσίβλητου, υπό την αίρεση παραδοχής της οποίας ασκήθηκε η υπό κρίση αναίρεση.
Συνεπώς, θεμελιώνεται το έννομο συμφέρον για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο και την εξέταση των λόγων αυτής. Όμως, η αίτηση αναίρεσης, καθόσον στρέφεται κατά του δεύτερου αναιρεσίβλητου Γ. Ε., και κατά το μέρος τούτο της προσβολής της απόφασης για την απόρριψη της αγωγής κατά τη βάση της εκ του άρθρου 914 ΑΚ αποδιδόμενης αδικοπραξίας, είναι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, απαράδεκτη.
Τούτο διότι, η αναιρεσείουσα νίκησε στη δίκη ενώπιον του Εφετείου, αφού έγινε δεκτή η αγωγή της κατά τη βάση αυτής από το άρθρο 919 ΑΚ και υποχρεώθηκε ο δεύτερος αναιρεσίβλητος να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό της αποζημίωσης που ζήτησε, δεν άσκησε, δε, αντίθετη αίτηση αναίρεσης ο αντίδικος της, ούτε η ίδια επικαλείται έννομο συμφέρον για την άσκηση αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο.
Άλλωστε, η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν αποτελεί δεδικασμένο στην ποινική δίκη για την υπεξαίρεση και η αναιρεσείουσα δεν φέρει ως αντίδικο της στη δίκη των τόκων της αξίωσης από την αδικοπραξία, τους οποίους επιδιώκει με την από 25-11-2016 αγωγή της, το δεύτερο αναιρεσίβλητο. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης στρεφόμενη κατά του ως άνω δεύτερου αναιρεσίβλητου, πρέπει, κατά το μέρος τούτο, να απορριφθεί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται;
όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που, απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από την πιο πάνω διάταξη λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης, με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Αρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκείμενου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 156/2017).
Ειδικότερα, ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και όχι τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 533/2016, ΑΠ 614/2009).
Κατά το Αγγλικό δίκαιο, το οποίο έχει εφαρμογή στην προκείμενη υπόθεση, αφού καθορίστηκε από τους συμβαλλόμενους διάδικους ως δίκαιο που διέπει τη σύμβαση, για την εκχώρηση ενοχικών απαιτήσεων ή άλλων αμιγώς εμπορικών αξιώσεων, κατά μεν το άρθρο 136 του Νόμου περί Περιουσίας (ήτοι κατά το θετό δίκαιο ή common law), απαιτείται: 1) Η εκχώρηση να προέρχεται από τον εκχωρητή και να είναι έγγραφη, χωρίς να είναι αναγκαίο να τηρηθεί ιδιαίτερος τύπος. 2) Να είναι απόλυτη και άνευ όρων, δηλαδή να μην αφορά μέρος της οφειλής, να μην εξαρτάται από αίρεση ή προθεσμία και να μη έχει αποκλειστικό σκοπό τη σύσταση βάρους, ήτοι την ικανοποίηση αξίωσης πληρωμής από συγκεκριμένο περιουσιακό αντικείμενο ή σύνολο χρημάτων σε περίπτωση υπερημερίας του οφειλέτη, η οποία δεν συνοδεύεται από τη μεταβίβαση του εν λόγω περιουσιακού αντικείμενου ή συνόλου χρημάτων.
Δεν είναι δε απόλυτη η εκχώρηση, αν, σύμφωνα με τους όρους, της ο εκχωρητής διατηρεί κάποιο συμφέρον στην εκχωρούμενη απαίτηση. 3) Να αναγγελθεί εγγράφως στον οφειλέτη, χωρίς να αποτελεί προϋπόθεση η τήρηση ιδιαίτερου τύπου, οι διατυπώσεις, όμως, της αναγγελίας να είναι τέτοιες ώστε να πληροφορείται ο οφειλέτης για την ύπαρξη της εκχώρησης, του αντικειμένου αυτής και του προσώπου του εκδοχέα.
Η απουσία των διατυπώσεων αυτών ή η λανθασμένη αναφορά τους καθιστούν άκυρη την αναγγελία. Την αναγγελία της εκχώρησης μπορεί να κάνει είτε ο εκχωρητής είτε ο εκδοχέας. Προθεσμία για την αναγγελία της εκχώρησης δεν τάσσεται. Εφόσον πληρούνται οι ως άνω προϋποθέσεις, η εκχώρηση κατά το θετό δίκαιο είναι έγκυρη και αναπτύσσει την ενέργειά της από τη λήψη της αναγγελίας από τον οφειλέτη.
Από την αναγγελία της εκχώρησης ο εκδοχέας μπορεί να στραφεί κατά του οφειλέτη. Ο εκχωρητής χάνει κάθε δικαίωμα από την εκχωρηθείσα απαίτηση και δεν μπορεί να στραφεί ο ίδιος κατά του οφειλέτη ούτε να συμμετάσχει στη σχετική με την οφειλή δίκη. Εάν δε μετά την αναγγελία της εκχώρησης, ο οφειλέτης καταβάλει την οφειλή στον εκχωρητή, δεν απαλλάσσεται έναντι του εκδοχέα, ο οποίος μπορεί να αξιώσει από αυτόν να καταβάλει την εκχωρηθείσα απαίτηση και στον ίδιο.
Εάν η εκχώρηση είναι άκυρη κατά το θετό δίκαιο, λόγω μη συνδρομής κάποιας από τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις της, αυτή είναι έγκυρη κατά το δίκαιο της "επιείκειας" ή "ευθιδικίας" (eguity) που αποτελεί τη δεύτερη πηγή του αγγλικού δικαίου, με κανόνες οι οποίοι διαμορφώθηκαν από τα δικαστήρια της επιείκειας και αποβλέπουν στην απονομή της δικαιοσύνης κατά το "φυσικό δίκαιο», τείνοντας να απαλύνουν τις, πολλές φορές, εξαιρετικά τυπολατρικές, αυστηρές, ανεπιεικείς και ανελαστικές λύσεις του γραπτού δικαίου ή κοινοδικαίου.
Για να είναι έγκυρη η εκχώρηση, κατά το δίκαιο της επιείκειας ή ευθυδικίας, πρέπει να προκύπτει η ύπαρξη πρόθεσης του εκχωρητή για άμεση μεταβίβαση στον εκδοχέα του δικαιώματος του, το οποίο πρέπει να καθορίζεται επαρκώς. Αναγγελία της εκχώρησης κατά το δίκαιο της επιείκειας δεν απαιτείται. Όμως, αν ασκηθεί αγωγή από τον εκδοχέα κατά του οφειλέτη για την εκχωρηθείσα οφειλή, υπάρχει υποχρέωση προσεπίκλησης του εκχωρητή στη δίκη.
Ως προς το ζήτημα αν είναι δεκτικά εκχώρησης άϋλα πράγματα, κατά βάση δικαιώματα, ήδη τόσο στην κατά νόμο εκχώρηση, σύμφωνα με το άρθρο 136 του Νόμου περί Περιουσίας του 1925, όσο και στην εκχώρηση κατά την επιείκεια, επιτρέπεται η εκχώρηση άϋλων πραγμάτων, των λεγόμενων "chose in action», ήτοι πραγμάτων η ανάκτηση των οποίων δύναται να επιδιωχθεί μόνο με αγωγή και όχι με φυσική κατοχή.
Άλλο ζήτημα στην εκχώρηση άϋλων πραγμάτων, είναι και το αν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εκχώρησης μόνο ένα πράγμα που υπάρχει ή και ένα μελλοντικό πράγμα, το οποίο μπορεί να αποτελέσει μόνο αντικείμενο συμφωνίας για εκχώρηση. Κατά το δίκαιο της επιείκειας^εκχωρήσιμα είναι και τα μελλοντικά πράγματα, όπως ποσά που είναι βέβαιο ότι θα καταστούν απαιτητά στο μέλλον από μια υπάρχουσα σύμβαση ή γενικά τα έσοδα από ένα πράγμα που υπάρχει και θα ανακύψουν στο μέλλον, αφού και αυτά θεωρούνται παρόντα.
Εξάλλου, στην κατά νόμο εκχώρηση για το κύρος της δεν απαιτείται η ύπαρξη ανταλλάγματος. Στο δίκαιο της επιείκειας, κατά την κρατούσα γνώμη, η ύπαρξη ανταλλάγματος στη σχέση μεταξύ εκδοχέα και εκχωρητή, απαιτείται μόνο όταν πρόκειται για συμφωνία εκχώρησης μελλοντικού πράγματος (μελλοντικού chose in action) ενώ δεν απαιτείται στην εκχώρηση παρόντος chose in action.
Περαιτέρω, η γενική αρχή της εκχώρησης είναι να θέσει τον εκδοχέα στη θέση του εκχωρητή έναντι του οφειλέτη. Αν γίνει αναγγελία της εκχώρησης, ο οφειλέτης, ανεξάρτητα αν πρόκειται γα εκχώρηση κατά το νόμο ή κατά την επιείκεια, είναι υποχρεωμένος να εκπληρώσει στον εκδοχέα και δεν απαλλάσσεται καταβάλλοντας στον εκχωρητή.
Ο εκχωρητής, είτε υπάρχει αναγγελία, είτε δεν υπάρχει, θεωρείται και ευθύνεται έναντι του εκδοχέα ως εμπιστευματοδόχος - εμπιστευματούχος (trustee). Δηλαδή, οφείλει να ενεργεί προς όφελος του εκδοχέα, έχοντας κατά νόμο καθήκον πίστης και προστασίας των συμφερόντων εκείνου. Έτσι, στην περίπτωση της εκχώρησης κατά την επιείκεια, αν ο οφειλέτης εξοφλήσει τον εκχωρητή, είτε πριν είτε μετά την παραλαβή της αναγγελίας, ο εκχωρητής τηρεί ό,τι έχει λάβει ως εμπιστευματούχος για Λογαριασμό του εκδοχέα και υποχρεούται στην απόδοσή του.
Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "CREDIT AGRICOLE CORPORATE & INVESTMENT BANK», με την από 8-2-2013 αγωγή της εναντίον των αναιρεσίβλητων, ζήτησε να υποχρεωθούν να της καταβάλουν ως αποζημίωση τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά.
Ειδικότερα, την αξίωσή της στήριξε στα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Προκειμένου να δανειοδοτηθεί από την ενάγουσα η λιβεριανή εταιρεία Frame Navigstion Inc, συμφερόντων των εναγομένων, της οποίας ο πρώτος νόμιμος εκπρόσωπος, ο δε δεύτερος αφανής συνεταίρος κατά ποσοστό 50%, με σκοπό την αγορά του πλοίου "S. G.», καταρτίστηκε μεταξύ της εταιρείας αυτής και της ενάγουσας, η από 17-3-2008 σύμβαση δανείου, με την οποία συμφωνήθηκε η καταβολή από την αναιρεσείουσα ποσού 25.500.000 δολ ΗΠΑ, με τους όρους της σύμβασης αυτής.
Επίσης, ο πρώτος εναγόμενος, υπό την εκτεθείσα ιδιότητά του, υπέγραψε σύμβαση με την οποία, για την εξασφάλιση της ενάγουσας στην απόδοση του δανείου, εκχώρησε σ' αυτήν τους ναύλους και τα εν γένει εισοδήματα του πλοίου και τις τυχόν απαιτήσεις γαυτά. Μεταξύ των όρων της δανειακής σύμβασης ήταν και η υποχρέωση της εταιρείας να ανοίξει στην ενάγουσα Τράπεζα Λογαριασμό Λειτουργίας, στον οποίο συμφωνήθηκε υποχρέωση να κατευθύνονται όλα τα χρήματα από τα εισοδήματα της εταιρείας.
Ότι, η δανειολήπτρια δεν πλήρωσε το δάνειο κατά την ορισθείσα ημέρα 15-10-2008 και υπογράφηκε τροποποιητική σύμβαση, κατά την οποία το δάνειο θα ήταν πληρωτέο σε πρώτη όχληση. Ότι λόγω παραβάσεων των όρων της σύμβασης, η ενάγουσα όχλησε την εταιρεία και τους εταίρους για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους από τη σύμβαση, πλην, όμως, δεν συμμορφώθηκαν στις υποχρεώσεις τους.
Από την άσκηση του συμβατικού της δικαιώματος ενεχύρου επί των μετοχών της εταιρείας, η ενάγουσα διαπίστωσε ότι τα χρήματα από τους ναύλους και τις λοιπές απαιτήσεις του πλοίου, δεν καταθέτονταν στο Λογαριασμό Λειτουργίας που τηρούσε η εταιρεία στην ίδια. Στο Λογαριασμό αυτό γινόταν καταθέσεις μόνο μέρους αυτών, αρκετό για την κάλυψη των υποχρεώσεων της εταιρείας, το δε υπόλοιπο ποσό καταθέτονταν σε Λογαριασμό στην Τράπεζα RBS ο οποίος είχε ανοίξει πριν τη σύμβαση δανείου.
Αυτό αποτελούσε παραβίαση της σχετικής συμβατικής υποχρέωσης. Επίσης, διαπίστωσε ότι από τον τηρούμενο στην Τράπεζα RBS Λογαριασμό, είχαν πραγματοποιηθεί από τους αναιρεσίβλητους μεταφορές χρημάτων με εμβάσματα σε ίδιους λογαριασμούς και λογαριασμούς δικών τους προσώπων, συνολικού ποσού 5.311.045, 94 δολ.
ΗΠΑ. Ότι τα χρήματα αυτά^με τη σύμβαση εκχώρησης, συναφθείσας με τους εκτιθέμενους όρους και συγκεκριμένα χωρίς υποχρέωση αναγγελίας στους τρίτους οφειλέτες της εταιρείας και με διέπον δίκαιο το αγγλικό, είχαν περιέλθει στην κυριότητα της Τράπεζας και η εταιρεία ήταν εμπιστευματοδόχος αυτής και συνεπώς οι εναγόμενοι, με πρόθεση και γνωρίζοντας ότι τα χρήματα ανήκουν στην Τράπεζα, ιδιοποιήθηκαν αυτά, διαπράττοντας υπεξαίρεση και με πρόθεση προκάλεσαν αντίστοιχου ποσού ζημία στην ενάγουσα.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προς τον ενδιαφέροντα πρώτο λόγο της αναίρεσης, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 25.10.2007, ιδρύθηκε, σύμφωνα με το δίκαιο της Δημοκρατίας της Λιβερίας, η εταιρεία με την επωνυμία "F. N. INC.», της οποίας η καταστατική έδρα βρισκόταν στη Μονρόβια της Δημοκρατίας της Λιβερίας, διευθυντές της ορίσθηκαν ο εναγόμενος Β.
Μ. και οι τρίτοι, ως προς την παρούσα δίκη, B. J. H. και K. R. B. και ο συνολικός Αριθμός των μετοχών της εταιρείας καθορίσθηκε στις πεντακόσιες (500) ονομαστικές ή ανώνυμες (στον κομιστή) άνευ ονομαστικής αξίας. Δυνάμει της από 25.10.2007 διακήρυξης του Β. Μ., απευθυνόμενης προς την τραπεζική εταιρεία Royal Bank of Scotland - υποκατάστημα Πειραιά, ο τελευταίος διαβεβαίωσε ότι είναι διευθυντής και γραμματέας της εταιρείας F.
N. INC και ότι κύριοι μέτοχοι της τελευταίας είναι ο ίδιος και ο δεύτερος εναγόμενος Γ. Ε., κατά ποσοστό 50% έκαστος. Στη συνέχεια με το από 12.11.2008 έγγραφο προς την ίδια Τράπεζα, ο Β. Μ. και ο Γ. Ε. ενημέρωσαν την τελευταία ότι, κατόπιν συνεδρίασης των μελών του Δ.Σ., στις 12.11.2008, της εταιρείας F. N. INC, αποφασίσθηκε να ανοιχθεί τραπεζικός Λογαριασμός στο όνομα της τελευταίας με κύριο διαχειριστή αυτού το Β.
Μ., απόφαση η οποία στη συνέχεια υλοποιήθηκε με το άνοιγμα του λογαριασμού αυτού. Στις 6.11.2007 καταρτίσθηκε μνημόνιο συμφωνίας μεταξύ της εταιρείας G-ACE PTE LTD και της εταιρείας F. N. INC, δυνάμει του οποίου συμφωνήθηκε η αγορά από την τελευταία του πλοίου M.V. C. H. (το οποίο στη συνέχεια μετονομάσθηκε σε S. G.), κυριότητας της πρώτης, τίμημα δε της πώλησης ορίσθηκε το ποσό των 28.150.000 δολαρίων ΗΠΑ, τοις μετρητοίς, εκ του οποίου ποσό 2.815.000 δολαρίων ΗΠΑ καταβλήθηκε από την αγοράστρια εταιρεία.
Στις 17.3.2008 μεταξύ της Τραπεζικής εταιρείας CALYON, της οποίας η επωνυμία, από τις 6.2.2010 τροποποιήθηκε σε "CREDIT AGRICOLE CORPRATE AND INVESTMENT BANK" (όπως προκύπτει από τη καταχωρηθείσα στην ΕτΚ ΦΕΚ 513/24.4.2010, σχετική ανακοίνωση) και της εταιρείας F. N. INC, καταρτίσθηκε σύμβαση δανείου, δυνάμει της οποίας η Τράπεζα, κατόπιν αιτήσεως της δανειζόμενης εταιρείας, συμφώνησε να της χορηγήσει δάνειο ποσού 25.500.000 δολαρίων ΗΠΑ, με σκοπό την παροχή διευκόλυνσης στη δανειζόμενη με τη χορήγηση μέρους του ποσού αγοράς και ειδικότερα τη χρηματοδότηση μέρους του κόστους του πλοίου C.
H.. Η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να εξοφλήσει το δάνειο στις 15.10.2008, δια μίας εφάπαξ καταβολής εκ του προϊόντος πώλησης του πλοίου ή οιασδήποτε άλλης πηγής σε ελευθέρως εμβάσιμα δοκάρια ΗΠΑ. Με σκοπό την εξασφάλιση της προσήκουσας πληρωμής όλων των ποσών που θα καθίσταντο πληρωτέα στην Τράπεζα, η δανειζόμενη συμφώνησε την παροχή εξασφαλίσεων (Security Documents) και ειδικότερα α) νομίμως καταχωρημένη στα οικεία βιβλία πρώτη προτιμώμενη υποθήκη επί του πλοίου (η υποθήκη), β) πρώτης προτεραιότητας γενική εκχώρηση επί όλων των ασφαλειών και εισοδημάτων του πλοίου και παράδοση ειδοποιήσεων εκχωρήσεων και αποδοχής των κατά την ημερομηνία παράδοσης του πλοίου ("εκχώρηση των ασφαλειών εισοδημάτων»), γ) πρώτης προτεραιότητας συμβόλαιο υπέρ της Τράπεζας σε σχέση προς το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου της δανειζόμενης κατά τύπο και περιεχόμενο ικανοποιητικό για την Τράπεζα (η ενεχύραση μετοχών), δ) πρώτης προτεραιότητας συμβόλαιο υπογεγραμμένο υπέρ της Τράπεζας σε σχέση με το Λογαριασμό λειτουργίας κατά τον τύπο και περιεχόμενο ικανοποιητικό για την Τράπεζα (ενεχύραση του λογαριασμού λειτουργίας), ε) Επιστολή ανακουφίσεως (πατρωνίας) από τους αληθείς μετόχους του πλοίου.
Η δανειζόμενη δεσμεύθηκε να κάνει χρήση του δανείου αποκλειστικά για το σκοπό που ορίσθηκε με τη σύμβαση, να καταστήσει βέβαιη τη δέουσα και ακριβή εκτέλεση των υποχρεώσεων από τη σύμβαση δανείου και των λοιπών εξασφαλίσεων, να πληρώνει στην Τράπεζα, επί τη οχλήσει, οποιαδήποτε ποσά χρημάτων πληρωτέων στην Τράπεζα από τη σύμβαση δανείου και από τα λοιπά εξασφαλιστικά έγγραφα, όταν οφείλονται και είναι πληρωτέα και να δέχεται ότι αποτελούν πλήρη απόδειξη του ποσού που οφείλεται κατά τη σύμβαση και δεσμεύει τα συμβαλλόμενα μέρη κάθε πιστοποιητικό εκδιδόμενο από την Τράπεζα ή αντίγραφο του λογαριασμού που υπογράφεται από δύο εξουσιοδοτημένους αξιωματούχους της Τράπεζας ή αντίγραφο των βιβλίων της Τράπεζας που πιστοποιείται από ένα αξιωματούχο της Τράπεζας.
Η δανειζόμενη, επίσης, ανέλαβε την υποχρέωση, την ημερομηνία εκταμίευσης του δανείου ή και προγενέστερα, να ανοίξει μαζί με την Τράπεζα Λογαριασμό λειτουργίας (operating account), δηλαδή έντοκο δολαριακό Λογαριασμό της δανειζόμενης που θα ανοιχθεί από την τελευταία στην δανείστρια Τράπεζα και θα περιλαμβάνει τυχόν υπολογαριασμούς τούτου και οποιονδήποτε άλλο Λογαριασμό που θα προσδιορίζεται εγγράφως από την Τράπεζα ως Λογαριασμός Λειτουργίας, στο Λογαριασμό δε αυτό συμφωνήθηκε η κατάθεση όλων των εισοδημάτων ή άλλων εισπρακτέων σχετικά με το πλοίο χρημάτων, που θα οφείλονται ή θα καθίστανται οφειλόμενα στη δανειζόμενη ή για Λογαριασμό της, σε όλο το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία εκταμίευσης του δανείου έως την ημερομηνία κατά την οποία όλα τα χρήματα θα έχουν εξοφληθεί, περιλαμβανομένων όλων των ναύλων, χρονοναύλων και χρημάτων επιβατών, αποζημιώσεων πληρωτέων στη δανειζόμενη σε περίπτωση επιτάξεως του πλοίου για ναύλωση ή αμοιβών για υπηρεσίες διασώσεως ή ρυμουλκήσεως ή επιστασιών ή αποζημιώσεων παρακρατήσεως, συνεισφορών οιουδήποτε είδους εν σχέση προς κοινή αβαρία, αποζημιώσεως για αθέτηση ή πληρωμές για τροποποίηση ή πρόωρη λήξη οιουδήποτε ναυλοσυμφώνου ή άλλης συμβάσεως εκμεταλλεύσεως του πλοίου, όπως επίσης και οιωνδήποτε ποσών πληρωτέων κατά τα ασφαλιστήρια συμβόλαια του πλοίου περιλαμβανομένων των ασφαλειών σε σχέση με την απώλεια εισοδημάτων ή άλλες απώλειες ή ευθύνες της δανειζόμενης σε σχέση με το πλοίο, ελεύθερων επιβαρύνσεως (πλην επιβαρύνσεως υπέρ της Τράπεζας).
Στον πιο πάνω Λογαριασμό λειτουργίας συμφωνήθηκε, ως διαρκής εξασφάλιση της πληρωμής της οφειλής, η σύσταση εμπράγματου δικαιώματος ενεχύρου υπέρ της Τράπεζας, όπως και η εκχώρηση, ως διαρκής εξασφάλιση της πληρωμής της οφειλής, του λογαριασμού λειτουργίας και του εκάστοτε χρηματικού υπολοίπου περιλαμβανομένων τόκων εκάστοτε προσγεννηθέντων και προσγινομένων, της τοιαύτης εκχωρήσεως ισχύουσας αμέσως επί τη επισυμβάσει γεγονότος υπερημερίας, δηλαδή α) μη καταβολής οφειλόμενου ποσού δυνάμει της δανειακής σύμβασης και των εξασφαλιστικών εγγράφων εντός τριών (3) τραπεζικών εργασίμων ημερών από της οχλήσεώς της και β) αθέτησης της ακριβούς εκτέλεσης και τήρησης οποιασδήποτε υποσχέσεως, όρου υποχρέωσης ή ευθύνης απορρέουσας από τη δανειακή σύμβαση και τα εξασφαλιστικά έγγραφα, την οποία (εκχώρηση) επικαλείται η ενάγουσα προς θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητας επί των προαναφερομένων χρημάτων, συμπεριλαμβανομένων σε αυτά και των ναύλων από την εκμετάλλευση του πλοίου.
Αντίκλητος της δανειζόμενης ορίσθηκε ο πρώτος εναγόμενος Β. Μ., με την εξουσία να λαμβάνει για Λογαριασμό της όλα τα έγγραφα που απευθύνονταν προς την τελευταία. Σύμφωνα με την ίδια σύμβαση, η Τράπεζα ανέλαβε να διατηρεί, σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική, Λογαριασμό δανείου, ο οποίος θα υποδείκνυε τα ποσά που εκάστοτε έχει δανείσει, οφείλονταν και είχαν πληρωθεί στην Τράπεζα δυνάμει των εξασφαλιστικών εγγράφων, αποσπάσματα δε ή φωτοτυπίες ή άλλες αναπαραγωγές του λογαριασμού δανείου (Loan Account) και από τα βιβλία και τα στοιχεία της Τράπεζας, επιβεβαιούμενα από αξιωματούχο της Τράπεζας, όπως επίσης αντίγραφα κίνησης των λογαριασμών ή πιστοποιητικά υπογεγραμμένα από δύο εξουσιοδοτημένους αξιωματούχους της Τράπεζας θα αποτελούσαν, εν απουσία προφανούς λάθους, πλήρη απόδειξη δεσμευτική για τη δανειζόμενη και τα άλλα εξασφαλιστικά μέρη, ως προς την ύπαρξη και το ποσό της οφειλής οιουδήποτε ποσού οφειλόμενου από τη σύμβαση, την πληρωμή ή μη πληρωμή οιουδήποτε ποσού και την επέλευση του γεγονότος της υπερημερίας.
Την ίδια πιο πάνοο ημερομιηνία, μεταξύ της δανείστριας και της δανειζόμενης, καταρτίσθηκε συμβόλαιο εκχώρησης, ως συμπληρωματικό της σύμβασης δανείου και των λοιπών εξασφαλιστικών αυτής εγγράφων και της ασφάλειας που αυτά δημιουργούσαν και ήταν η εκχώρηση που αναφέρεται σε αυτά ή συνάπτεται σύμφωνα με αυτά και δεδομένου ότι ήδη, όπως έχει προαναφερθεί, είχε ρητά περιληφθεί στη δανειακή σύμβαση όρος περί εκχώρησης στην Τράπεζα του λογαριασμού λειτουργίας.
Με το συμβόλαιο εκχώρησης η δανειζόμενη εταιρεία δήλωσε ότι εκχωρεί στην Τράπεζα όλες τις ασφάλειες, τα εισοδήματα, όπως αυτά ορίζονται στη ρήτρα 11 της σύμβασης δανείου και έχουν ήδη αναφερθεί και την αποζημίωση επίταξης, τα οποία επίσης εγγυήθηκε ότι δεν είχε εκχωρήσει, ενεχυράσει, επιβαρύνει, ούτε παρεχώρησε ή ανέχθηκε να υπάρχει οποιοδήποτε εξασφαλιστικό συμφέρον στην εκχωρηθείσα περιουσία και ότι στο μέλλον δεν θα εκχωρήσει, ενεχυράσει, επιβαρύνει ούτε θα παραχωρήσει ή θα ανεχθεί να υπάρχει οποιοδήποτε εξασφαλιστικό συμφέρον επί όλου ή μέρους της εκχωρηθείσας περιουσίας εκτός και μόνον υπέρ της Τράπεζας.
Η δανειζόμενη εταιρεία συνομολόγησε και ανέλαβε την υποχρέωση ότι θα κάνει κάθε πράξη που η Τράπεζα θα ήθελε εκάστοτε να ζητήσει να γίνει για το σκοπό της εκτέλεσης των δικαιωμάτων της σύμφωνα με τη σύμβαση εκχώρησης. Η Τράπεζα συμφώνησε ότι δεν θα αναγγείλει τη σύμβαση εκχώρησης των εισοδημάτων, εκτός εάν ήθελε συμβεί και συνεχίζεται γεγονός υπερημερίας, ενώ μετά τη λήξη της περιόδου διευκόλυνσης, με αίτηση της δανειζόμενης εταιρείας η Τράπεζα θα υπέγραφε επανεκχώρηση στη δανειζόμενη της εκχωρηθείσας περιουσίας.
Τέλος, ορίσθηκε ότι θα διέπονταν α) η καταρτισθείσα σύμβαση δανείου από το Αγγλικό Δίκαιο και θα ερμηνευόταν σύμφωνα με αυτό και β) η υποθήκη επί του πλοίου από το δίκαιο της σημαίας του τελευταίου. Στις 17.3.2008 στον Πειραιά, μεταξύ του Β. Μ. και της Τραπεζικής εταιρείας CALYON καταρτίσθηκε α) σύμβαση σύστασης ενεχύρου των 500 μετοχών του, οι οποίες αποτελούσαν το μετοχικό κεφάλαιο της δανειζόμενης με το σκοπό εξασφάλισης της αποπληρωμής του δανείου, τόκων απ' αυτών και όλων των άλλων οφειλόμενων ποσών από τη δανειζόμενη εταιρεία και β) Επιστολή ανακουφίσεως (πατρωνίας), σύμφωνα με την οποία ο Β.
Μ. ανέλαβε την υποχρέωση παροχής στη δανειζόμενη εταιρεία της αναγκαίας χρηματοδότησης για την πλήρη εξόφληση, κατά τον προσήκοντα χρόνο, των υποχρεώσεων καταβολής κεφαλαίου, τόκου και άλλων χρημάτων που θα οφείλονται στην Τράπεζα από τη σύμβαση δανείου και τα εξασφαλιστικά αυτής έγγραφα. Σημειώνεται ότι ρητά αναφέρεται στην προαναφερόμενη Επιστολή ανακούφισης (πατρωνίας) ότι δεν συνιστά και δεν θα ερμηνεύεται ως εγγυητική Επιστολή και θα διέπεται από το Αγγλικό Δίκαιο και θα ερμηνεύεται σύμφωνα με αυτό.
Στις 19.11.2008, μετά της Τραπεζικής εταιρείας Calyon και της δανειζόμενης εταιρείας F. N. Inc, κατόπιν αίτησης της τελευταίας για την τροποποίηση των όρων της από 17.3.2008 σύμβασης δανείου, λόγω της αδυναμίας της στην καταβολή του ποσού του δανείου, η Τράπεζα συμφώνησε να τροποποιήσει τους όρους αποπληρωμής του κεφαλαίου του δανείου και η δανειζόμενη συνομολόγησε και συμφώνησε, άνευ όρων, να εξοφλήσει το υπόλοιπο ποσό του δανείου στην Τράπεζα με την πρώτη όχληση βάσει των όρων της αρχικής σύμβασης, παράλληλα δε συμφωνήθηκε α) η υποχρέωση της δανειζόμενης να διατηρεί στο Λογαριασμό λειτουργίας του πλοίου στην Τράπεζα σε όλους τους χρόνους αποθεματικό ποσού 400.000 δολαρίων ΗΓΙΑ, β) η τροποποίηση της πρώτης προτιμώμενης λιβεριανής υποθήκης επί του πλοίου και η κατάρτιση νέας Επιστολής ανακουφίσεως (πατρωνίας).
Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν και κατ' εφαρμογή του Αγγλικού Δίκαιου, αναφορικά με το λόγο έφεσης του εναγομένου εκκαλούντος περί μη κατάρτισης σύμβασης εκχώρησης, η τελευταία (η εκχώρηση) έπρεπε να είναι απόλυτη και άνευ όρων, δηλαδή να μην αφορά μέρος της οφειλής, να μην εξαρτάται από αίρεση ή προθεσμία, και να μην έχει (αποκλειστικό) σκοπό τη σύσταση βάρους, δηλαδή την ικανοποίηση αξιώσεως πληρωμής από συγκεκριμένο περιουσιακό αντικείμενο ή σύνολο χρημάτων επί υπερημερίας του οφειλέτη, η οποία, (ικανοποίηση αξιώσεως πληρωμής) δεν συνοδεύεται από τη μεταβίβαση του εν λόγω περιουσιακού αντικειμένου ή συνόλου χρημάτων.
Επίσης, η εκχώρηση έπρεπε να είναι έγγραφη και να προέρχεται από τον εκχωρητή (δηλαδή να πρόκειται για έγγραφο που φέρει τουλάχιστον την υπογραφή του), χωρίς ωστόσο να απαιτείται η τήρηση ιδιαίτερου τύπου και πρέπει να αναγγελθεί εγγράφως στον οφειλέτη. Η τήρηση ιδιαίτερου τύπου δεν είναι και πάλι απαραίτητη, ωστόσο οι διατυπώσεις της αναγγελίας πρέπει να είναι τέτοιες ώστε να πληροφορείται ο οφειλέτης περί της υπάρξεως της εκχωρήσεως, του αντικειμένου της και του προσώπου του εκδοχέα.
Περαιτέρω και σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας ή ευθυδικίας η εκχώρηση η οποία δεν πληροί τις προϋποθέσεις του θετού δικαίου είναι έγκυρη εφόσον προκύπτει η ύπαρξη πρόθεσης του εκχωρητή προς άμεση μεταβίβαση του δικαιώματος του το οποίο πρέπει να καθορίζεται επαρκώς. Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι η επίδικη σύμβαση εκχώρησης βάσει του θετού Αγγλικού Δικαίου δεν ήταν απόλυτη και άνευ όρων, καθόσον ημερομηνία εκχώρησης του λογαριασμού λειτουργίας και του χρηματικού υπολοίπου του, ήτοι των ναύλων τα οποία η δανειζόμενη εταιρεία είχε αναλάβει την υποχρέωση να καταθέτει στο Λογαριασμό λειτουργίας της δανειακής σύμβασης, συμφωνήθηκε η ημερομηνία γεγονότος υπερημερίας της δανειζόμενης εταιρείας.
Τελούσε, επομένως, η σύμβαση εκχώρησης υπό τον όρο της αθέτησης της υποχρέωσης της δανειζόμενης να εξοφλήσει την οφειλή της κατά το συμφωνηθέντα χρόνο, οπότε και θα ελάμβανε χώρα η εκχώρηση των προαναφερόμενων ναύλων. Στη συνέχεια και μετά την τροποποίηση της δανειακής σύμβασης, το περιεχόμενο του σχετικού όρου διαφοροποιήθηκε, καθόσον, η πρώτη ειδοποίηση υπερημερίας της ενάγουσας θα επέφερε ως αποτέλεσμα την εκχώρηση των χρημάτων.
Επιπρόσθετα, καθιστούσε την εκχώρηση υπό αίρεση η συμφωνία περί εξάρτησης της αναγγελίας της εκχώρησης στους ναυλωτές, από το χρόνο αθέτησης της υποχρέωσης της δανειζόμενης από τη σύμβαση δανείου, ενώ το ατελές της εκχώρησης ενισχύουν και οι όροι του δανείου, σύμφωνα με τους οποίους α) 15.4.2. «...εφόσον και για όσο χρόνο δεν έχει επισυμβεί Γεγονός Αθέτησης Υποχρέωσης η δανειζόμενη ...θα δικαιούνταν να αναλαμβάνει από το Λογαριασμό λειτουργίας χρηματικά ποσά που σχετίζονταν με τη λειτουργία του πλοίου και χρηματικά ποσά για να αντιμετωπίσει τις υποχρεώσεις της από τη σύμβαση δανείου και τα λοιπά εξασφαλιστικά έγγραφα, αλλά πάντοτε υπό τους περιορισμούς του όρου 121.3.3. (ο οποίος απαγόρευε τη δήλωση ή την πληρωμή μερισμάτων ή άλλη διανομή από τη δανειζόμενη) και β) «...σε κάθε χρονικό σημείο μετά την επέλευση ενός Γεγονότος Αθέτησης Υποχρέωσης, η Τράπεζα θα μπορούσε, χωρίς να ειδοποιήσει τη δανειζόμενη, να κάνει χρήση όλων των χρημάτων που θα βρίσκονται κατά το χρόνο εκείνο πιστωμένα στο Λογαριασμό λειτουργίας...
προς πλήρη ή μερική ικανοποίηση οιωνδήποτε οφειλόμενων προς την Τράπεζα ποσών δυνάμει των εξασφαλιστικών εγγράφων...», όροι οι οποίοι, συνδυαστικά ερμηνευόμενοι, αποδεικνύουν ότι τα χρήματα του λογαριασμού λειτουργίας διαχειριζόταν αποκλειστικά η εκχωρήτρια εταιρεία μέχρι την επέλευση του γεγονότος υπερημερίας ή αθέτησης υποχρέωσης, όπως και ο όρος 17.3 "Γεγονός Αθέτησης Υποχρέωσης», κατά τον οποίο η δανειζόμενη δέχεται ότι με την επέλευση ενός Γεγονότος Αθέτησης Υποχρέωσης, η Τράπεζα έχει ένα απόλυτο δικαίωμα να λάβει άμεσα μέτρα για να εκτελέσει την εξασφάλισή της και να λάβει κάθε και όλα τα ποσά που της οφείλονται.
Τα παραπάνω ισχύουν και με βάση το δίκαιο της επιείκειας, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, το οποίο απαιτεί πρόθεση του εκχωρητή, δηλαδή στην επίδικη περίπτωση της δανειζόμενης, προς άμεση και πλήρη μεταβίβαση του δικαιώματος είσπραξης των εσόδων από την εκμετάλλευση του πλοίου, γεγονός που ουδόλως αποδείχθηκε σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν.
Σύμφωνα με τα παραπάνω έγκυρη και τέλεια εκχώρηση έλαβε χώρα στις 16.12.2009 με την αποστολή της ειδοποίησης υπερημερίας στη δανειζόμενη εταιρεία, πλην όμως, κατά τον πιο πάνω χρόνο είχαν ήδη αποσταλεί εμβάσματα των επίδικων εισπράξεων από την εκμετάλλευση του πλοίου σε τρίτα πρόσωπα, το γεγονός δε ότι κατά το χρόνο εκτέλεσης των εμβασμάτων η ενάγουσα εταιρεία δεν είχε καταστεί κυρία των ναύλων από την εκμετάλλευση του πλοίου αποδεικνύει ουσιαστικά αβάσιμο τον ισχυρισμό της ενάγουσας περί υπεξαίρεσης των επίδικων ναύλων εκ μέρους των εναγομένων».
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν περιέλαβε στην απόφασή του καθόλου αιτιολογίες σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα το οποίο αποτελούσε τη βάση της από 8-2-2013 αγωγής, και στο οποίο θεμελιώνονταν η ασκούμενη με αυτήν αξίωση της ενάγουσας. Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, η ενάγουσα ζητούσε την αποζημίωσή της για τη ζημία που προκάλεσαν σ' αυτήν με τον εκτιθέμενο καθένας τρόπο οι αναιρεσίβλητοι και συγκεκριμένα με την ιδιοποίηση των χρηματικών ποσών, τα οποία, κατά την αγωγή, λόγω της ιστορούμενης εκχώρησης των απαιτήσεων της εταιρείας "F.
N. Inc." κατά των οφειλετών της εκ των ναύλων και εσόδων του πλοίου "S. G.», είχαν περιέλθει στην κυριότητά της, η οποία (ιδιοποίηση) πραγματοποιήθηκε με την αποστολή από το Λογαριασμό στον οποίο είχαν κατατεθεί τα χρήματα στην Τράπεζα RBS, σε λογαριασμούς των ιδίων ή συγγενικών τους προσώπων, για λόγους άσχετους με δαπάνες που αφορούσαν την εξυπηρέτηση του πλοίου.
Όμως, ενώ το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, κρίνοντας ότι η αγωγή ήταν νόμιμη κατά τη βάση της αδικοπραξίας, απέρριψε την αγωγή κατ' ουσίαν, οι αιτιολογίες της απόφασης του αναφέρονται μόνο στο εάν η αναιρεσείουσα - ενάγουσα είχε αποκτήσει κυριότητα των χρημάτων του λογαριασμού λειτουργίας ο οποίος υπήρχε στην αναιρεσείουσα.
Παρέλειψε, όμως, να εκθέσει αιτιολογία σχετικά με τα ζητήματα που αποτελούσαν τη βάση της αγωγής, ήτοι εάν με τη σύμβαση εκχώρησης απαιτήσεων που είχε συναφθεί μεταξύ πλοιοκτήτριας εταιρείας (δανειολήπτριας) και αναιρεσείουσας, η τελευταία απόκτησε την κυριότητα των χρημάτων που οι τρίτοι, οφειλέτες της δανειολήπτριας, όφειλαν σ' αυτήν από ναύλους του πλοίου ή άλλη αιτία που είχε συμφωνηθεί, και τα οποία είχαν κατατεθεί στο Λογαριασμό της εταιρείας στην Τράπεζα RBS (Royal Bank of Scotland- υποκατάστημα Πειραιά), κατά το αγγλικό δίκαιο, το οποίο δέχεται ότι είχε εφαρμογή και μάλιστα κατά τους κανόνες της επιείκειας, που επίσης γίνεται δεκτό ότι έχουν εφαρμογή, καθώς και εάν με την αποστολή των εμβασμάτων από το Λογαριασμό λειτουργίας, οι αναιρεσίβλητοι υπεξαίρεσαν τα ποσά αυτά και προκάλεσαν ζημία στην αναιρεσείουσα, ώστε να θεμελιώνεται η αποδιδόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά και η πρόκληση ζημίας στην τελευταία.
Έτσι, όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει αιτιολογία σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επομένως, κατά το μέρος τούτο, και κατά παραδοχή του πρώτου σχετικού λόγου της αιτήσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και κατά τούτο να παραπεμφθεί στο δικαστήριο που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν (άρθρο 580 παρ. 3 εδ.
β ΚΠολΔ).
Εξάλλου, το Εφετείο, μετά τη συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, δέχθηκε, ως προς την αξίωση καταβολής από το δεύτερο αναιρεσίβλητο στην αναιρεσείουσα χρηματικής ικανοποίησης, λόγω της επικαλούμενης ηθικής βλάβης που έπαθε αυτή συνεπεία προσβολής της εμπορικής της φήμης, εκ της αντίθετης προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη συμπεριφοράς του δεύτερου αναιρεσίβλητου, τα ακόλουθα: "Σημειώνεται, περαιτέρω, ότι δεν αποδείχθηκε ότι από τις αντίθετες στην καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη ενέργειες των εναγομένων προσβλήθηκε η εμπορική φήμη της ενάγουσας».
Με την παραδοχή αυτή, το Εφετείο απέρριψε το λόγο της έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, με τον οποίο προβάλλονταν το παράπονο ότι με εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης. Όμως, ενόψει της παράθεσης στο σκεπτικό της απόφασης αναλυτικά της αντίθετης με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη συμπεριφοράς του αναιρεσίβλητου αυτού, η αιτιολογία με την οποία το Εφετείο απέρριψε το ως άνω αίτημα, είναι πλήρης και σαφής, αφού εκτίθεται στην απόφαση ότι δεν αποδείχθηκε προσβολή της εμπορικής φήμης της αναιρεσείουσας.
Δεν ήταν, δε, αναγκαίο για την επάρκεια της αιτιολογίας να αναπτυχθεί ο λόγος για τον οποίο δεν αποδείχθηκε το στοιχείο τούτο της αξίωσής της (ΑΠ 7893/2015, ΑΠ 1788/2013). Εξάλλου, ούτε η αναιρεσείουσα διαλαμβάνει, για την πληρότητα του λόγου τούτου της αναίρεσης, ποια επιπλέον περιστατικά θα έπρεπε να αναφέρονται στην αιτιολογία της απόφασης , ώστε να είναι αυτή επαρκής (ΑΠ 286/2016).
Επομένως, ο σχετικός τέταρτος λόγος της αίτησης, καθόσον αναφέρεται στο δεύτερο αναιρεσίβλητο, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου, κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 29/1998, ΑΠ 156/2017). Οι ελλείψεις στη μείζονα πρόταση, όπως η μη αναγραφή των νομικών διατάξεων, η μη παράθεση του περιεχομένου αυτών, η μη ανάλυση του νοήματος τους, η εσφαλμένη παράθεση διατάξεων στήριξης της αγωγής, δεν ιδρύουν τον εκ του αρ. 1, ούτε και εκείνον εκ του αρ. 19, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης.
Αρκεί να υπάρχει κανόνας δικαίου, ο οποίος, με βάση τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, επάγεται την έννομη συνέπεια που αυτό δέχθηκε ως διατακτικό της απόφασής του (ΑΠ 1192/2015, ΑΠ 1056/2015, ΑΠ 509/2015). Η "δήλωση πατρωνίας», και κατά την αγγλική βιβλιογραφία "Letters of Comfort», αποτελεί μια μορφή εξασφάλισης, κατά κύριο λόγο κάποιου δανειστή, γα τα συμφέροντά του από μια σύμβαση που καταρτίζει με τρίτον, η οποία παρέχεται με τη σχετική δήλωση τρίτου που δεν ανήκει στα συμβαλλόμενα πρόσωπα.
Έτσι, τέτοιες δηλώσεις χρησιμοποιήθηκαν στην τραπεζική, λογιστική και χρηματιστηριακή πρακτική. Η δήλωση πατρωνίας δεν συνιστά νομικό όρο και δεν είναι ρυθμισμένη νομοθετικά. Οι δηλώσεις πατρωνίας μπορούν να συνιστούν μια γενική διαβεβαίωση του δηλούντος χωρίς να έχει καθόλου έννομες συνέπειες, αλλά και δήλωση που συνεπάγεται νομική δέσμευση του δηλούντος.
Με βάση τη νομολογία των αγγλικών δικαστηρίων, σχετικά με την, κατά το αγγλικό δίκαιο, το οποίο ενδιαφέρει στην παρούσα υπόθεση, δεσμευτικότητα ή μη της δήλωσης πατρωνίας, διακρίνονται οι δηλώσεις αυτές ανάλογα με το περιεχόμενο τους. Έτσι, αν η δήλωση περιλαμβάνει άρνηση συμβατικής δέσμευσης του δηλούντος, τότε δεν χωρεί αντίθετη ερμηνεία της δήλωσης και αυτή δεν δεσμεύει με οποιαδήποτε έννομη συνέπεια το δηλούντα.
Αν, όμως, δεν περιλαμβάνει τέτοια άρνηση, το δικαστήριο, είναι ελεύθερο να κρίνει αν η δήλωση αυτή είναι δεσμευτική (σκληρή) ή μη δεσμευτική (ήπια). Το δικαστήριο, ελεύθερα καταλήγει ότι τα μέρη δεσμεύονται, εφόσον προκύπτει ότι το κείμενο του συγκεκριμένου "Letters of Comfort», περιέχει υπόσχεση ή δηλώσεις κατάλληλου υποσχετικού χαρακτήρα ή όταν τα μέρη ενήργησαν για μακρό χρόνο επί τη βάσει του κειμένου αυτού.
Το δικαστήριο, θα αποφανθεί για το δεσμευτικό ή μη χαρακτήρα ενός "Letters of Comfort», εφαρμόζοντας τις ερμηνευτικές αρχές του αγγλικού δικαίου. Έτσι, η διαπίστωση της βούλησης του δηλούντος, κρίνεται με αντικειμενικό τρόπο, δηλαδή με την έννοια που προσδίδει στο κείμενο της δήλωσης ένας εχέφρων άνθρωπος, ο οποίος έχει γνώση του ιστορικού, που λογικά ήταν στη διάθεση των μερών, κατά την κατάρτιση της σύμβασης και όχι αποκλειστικά με τι εννοούσε ή τι κατάλαβε με τη χρήση των συγκεκριμένων λέξεων ή της διατύπωσης ο δηλών ή ο έτερος, προς τον οποίο η δήλωση απευθύνεται.
Κυρίως τεκμαίρεται ότι με τη δήλωση εννοείται αυτό που πραγμιατικά γράφεται. Οι λέξεις λαμβάνονται υπόψη όπως έχουν και η έννοια του κειμένου αναζητείται στο ίδιο το κείμενο. Επίσης, ο ερμηνευτής προσηλώνεται στην κοινή λογική και ειδικά στις εμπορικές συμβάσεις, στην εμπορική κοινή λογική, έτσι ώστε η ερμηνεία των όρων να μη αντίκειται στην κανονική ζωή και να μην καταλήγει σε συμπεράσματα που δεν συνάδουν με την επιχειρηματική λογική και τις συνήθειες συγκεκριμένου κλάδου.
Ο κάθε συμβατικός όρος ερμηνεύεται σε αρμονία με τους προηγούμενους και τους επόμενους όρους του κειμένου. Επίσης, λαμβάνονται υπόψη για τη διακρίβωση της έννοιας συμβατικού όρου και οι συνθήκες που περιβάλουν τη σύμβαση κατά τη σύναψή της, ακόμη και όταν η διατύπωση του κειμένου είναι αναμφίβολη. Το δικαστήριο, δεν μπορεί να λάβει υπόψη για την ερμηνεία της σύμβασης γεγονότα ή στοιχεία μεταγενέστερα της κατάρτισης αυτής.
Όταν ο συμβατικός όρος που πρόκειται να ερμηνευθεί και περιέχεται στο κυρίως τμήμα της σύμβασης, είναι ασαφής, τότε, κατά το αγγλικό δίκαιο, ο δικαστής για την ερμηνεία του προσφεύγει και στα "συγκείμενα" συγκεκριμένης σύμβασης (recitals), δηλαδή σε επίσημες γραπτές δηλώσεις των συμβληθέντων που αφορούν είτε σε πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν στην κατάρτιση της σύμβασης είτε παραπέμπουν ή αναπαράγουν άλλο συμβατικό κείμενο ή ακόμη και νομοθετικό κείμενο.
Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, και τα ακόλουθα, που ενδιαφέρουν τον αντίστοιχο λόγο της αναίρεσης: "Στις 19.11.2008, όπως προεκτέθηκε, ο πρώτος εναγόμενος Βασίλης Μπακολίτσας απέστειλε στην εταιρεία Galyon Επιστολή παροχής ανέσεως (πατρωνίας), με την οποία, αναφερόμενος στην από 17.3.2008 ίδια Επιστολή, δήλωσε ότι με την ίδια ιδιότητα του κατόχου του συνόλου πεντακοσίων (500) ονομαστικών μετοχών της δανειζόμενης, ο ίδιος θα χρηματοδοτήσει τη δανειζόμενη για να εξοφληθούν πλήρως και κατά τον προσήκοντα τρόπο οι υποχρεώσεις καταβολής κεφαλαίου, τόκου και άλλων χρημάτων που θα οφείλονται στην Τράπεζα σύμφωνα με τη σύμβαση δανείου και τα εξασφαλιστικό αυτής έγγραφα.
Ρητά αναφέρεται στην ίδια Επιστολή ότι δεν συνιστά και δεν θα ερμηνεύεται ως εγγυητική Επιστολή και θα διέπεται από το Αγγλικό δίκαιο και θα ερμηνεύεται σύμφωνα με αυτό. Αναφορικά με το περιεχόμενο της επίδικης Επιστολής και την πρόθεση των μερών περί δημιουργίας νομικής υποχρέωσης του δηλούντος, σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τις γνωμοδοτήσεις και πιο συγκεκριμένα των Dr. Alexandras Sheppard, καθηγήτριας του Ναυτικού Δίκαιου, ναυτιλιακής διαιτήτριας και διαμεσολαβήτριας στο Λονδίνο, E. G.
M., καθηγητή Αγγλικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και βοηθού καθηγητή στο κολλέγιο της Οξφόρδης, L. M. H. και M. S. QC, Προέδρου μερικής απασχόλησης του Εφετείου Ανταγωνισμού (Competition A Appeal Tribunal, ειδικού δικαστικού οργάνου περί ανταγωνισμού και οικονομικών ρυθμίσεων του Ηνωμένου Βασιλείου), οι οποίες κατά την κρίση του Δικαστηρίου, από το σύνολο των προσκομιζόμενων (γνωμοδοτήσεων) αξιολογούνται ως πλέον τεκμηριωμένες, ενισχυόμενης της άποψης αυτής και από την ιδιότητα των γνωμοδοτούντων ως καθηγητών του αγγλικού Δίκαιου των δύο πρώτων και ως δικαστικού οργάνου του Ηνωμένου Βασιλείου του τρίτου, η Επιστολή Παροχής Ανακούφισης είναι συνήθως μια επικοινωνία από ένα συμβαλλόμενο μέρος προς τον αντισυμβαλλόμενο του, η οποία καταδεικνύει μια κατ' αρχήν πρόθεση να συνάψει {αναλάβει) συμβατική υποχρέωση χωρίς, όμως, το στοιχείο μιας κατά το νόμο εκτελεστής συμβάσεως.
Ο στόχος είναι να δημιουργηθεί μια δεσμευτική ηθικά, αλλά όχι νομικά, διαβεβαίωση. Είναι γνωστές επίσης ως Επιστολές Προθέσεως (Letters of Intend). Η διακρίβωση των εννόμων συνεπειών της είναι ζήτημα εν μέρει ερμηνείας του συγκεκριμένου εγγράφου και εν μέρει νομικής ανάλυσης (βλ. και Απ. Γεωργιάδη, Η εξασφάλιση των πιστώσεων, αρ. 19-21).
Το γεγονός ότι φέρει συγκεκριμένο τίτλο δεν την καθορίζει εξ' αρχής ως συμβατικό ή μη συμβατικό έγγραφο. Οι όροι τέτοιων εγγράφων δύνανται να αντιφάσκουν με τη (σύναψη) συμβάσεως. Οι επιστολές παροχής ανακούφισης δύνανται να χρησιμοποιηθούν από έναν τρίτο προς μια σύμβαση ως έγγραφη διαβεβαίωση, προκειμένου να παράσχει "ανακούφιση" στον αποδέκτη, για παράδειγμα, ως προς την ικανότητα ή την πρόθεση του δανειζομένου να εκτελέσει τις υποχρεώσεις του.
Χρησιμοποιούνται συχνά για το λόγο ότι το πρόσωπο, που εκδίδει την Επιστολή είναι ανίκανος ή απρόθυμος να παράσχει εγγύηση ως προς συγκεκριμένο αποτέλεσμα, όπως η εκτέλεση μιας εξασφάλισης. Κομβικά ζητήματα για την Επιστολή ανακούφισης αποτελούν α) το "Αντάλλαγμα», β) η "Αβεβαιότητα των όρων" και γ) η "έλλειψη συμβατικής προθέσεως».
Αντάλλαγμα- Υπό το Αγγλικό δίκαιο, το δόγμα του ανταλλάγματος ερείδεται στην ιδέα της αμοιβαιότητας ότι "κάτι έχον αξία στα μάτια του νόμου" πρέπει να δοθεί έναντι μιας υποσχέσεως, προκειμένου να καταστεί αυτή εκτελεστή ως σύμβαση. Η προϋπόθεση (που τίθεται) ότι κάτι έχον αξία πρέπει να δοθεί σημαίνει ότι το αντάλλαγμα συνίσταται είτε σε κάποια ζημία του λήπτη της υποσχέσεως είτε σε κάποιο όφελος του υποσχόμενου (Chitty 31η έκδοση. 2012.
παρ. 3-002.3-004). Η προϋπόθεση (που τίθεται) ότι το "αντάλλαγμα" πρέπει να προέρχεται από το λήπτη της υποσχέσεως σημαίνει ότι ένα πρόσωπο δύναται να αξιώσει την εκτέλεση μιας υποσχέσεως μόνον εφόσον το ίδιο παρείχε αντάλλαγμα για αυτήν. Δεν αμφισβητείται ότι το αντάλλαγμα, που προέρχεται από το λήπτη της υποσχέσεως δεν είναι απαραίτητο να απευθύνεται προς τον υποσχόμενο (Chitty, παρ. 3036, 3-39).
Αβεβαιότητα των όρων και έλλειψη συμβατικής προθέσεως είναι η απουσία αυτών των θεμελιωδών στοιχείων που απαιτούνται προκειμένου μια σύμβαση να είναι δεσμευτική, που εμποδίζουν to Letter of Comfort (Επιστολή ανέσεως) από το να είναι μια νομικά ισχυρή σύμβαση αποζημίωσης. Το κατά πόσον ένα έγγραφο δημιουργεί συμβατικά δικαιώματα και υποχρεώσεις είναι ένα ζήτημα ουσίας και όχι τύπου.
Το έργο του δικαστηρίου συνίσταται, συνεπούς, στο να διαπιστώσει την βούληση των μερών από τους όρους του εγγράφου και τις περιστάσεις. Εάν, παρά την επιλογή της επιγραφής "Επιστολή ανέσεως», τα μέρη είχαν πράγματι πρόθεση να δημιουργήσουν μια δεσμευτική συμβατική υποχρέωση, ένα αγγλικό δικαστήριο θα δώσει αποτέλεσμα στην πρόθεση αυτή.
Υπάρχουν δύο στοιχεία που θα μπορούσαν να υποδηλώσουν ότι η ένδικη Επιστολή Ανέσεως έγινε χωρίς πρόθεση για συμβατική δέσμευση. Το πρώτο είναι η επιλογή της επιγραφής "ΕΠΙΣΤΟΑΗ ΑΝΕΣΕΩΣ" , το δεύτερο είναι ότι η Επιστολή Ανέσεως αναφέρει ότι "δεν θα πρέπει να ερμηνεύεται ως εγγυητική Επιστολή». Υπάρχουν διαφορετικές απόψεις ως προς την εκτελεστότητα ενός Letter of Comfort, αλλά εναπόκειται στο δικαστήριο να αποφασίσει ποια, εν όψει των συνθηκών, θα πρέπει να είναι η σωστή άποψη, ως θέμα ερμηνείας.
Έτσι, το νομικό τεκμήριο είναι ότι δεν δημιουργεί νομικά δεσμευτικές υποχρεώσεις. Προκειμένου να ανατραπεί το τεκμήριο, το παρασκήνιο, το οποίο πρέπει να δει κανείς για τους σκοπούς ερμηνείας, θα είναι η σχέση και, εφόσον χρειάζεται, οι διαπραγματεύσεις και όχι το παρασκήνιο των συναλλαγών ή οι λέξεις, που χρησιμοποιούνται.
Περαιτέρω, εάν η κοινή πρόθεση των μερών ήταν το Letter of Comfort να δημιουργήσει μια νομικά δεσμευτική σύμβαση γνωστού τύπου, θα έπρεπε να είχαν εκφράσει αυτήν την πρόθεση ξεκάθαρα. Σύμφωνα με το περιεχόμενο των γνωμοδοτήσεων και τα παραπάνω πραγματικά γεγονότα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η συγκεκριμένη Επιστολή, περιέχει δήλωση ανάληψης ηθικής υποχρέωσης του δηλούντος να παρέχει βοήθεια στη δανειζόμενη εταιρεία αναφορικά με την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της από τη σύμβαση του επίδικου δανείου.
Η συγκεκριμένη δήλωση, δεν δημιουργεί νομική υποχρέωση του δηλούντος αφού ο σκοπός της είναι, όχι η νομικά δεσμευτική, αλλά η ηθική αυτού δέσμευση. Παρόλα αυτά, ο λεκτικός ορισμός μιας "οιονεί" νομικής έννοιας δεν αποτελεί αμάχητο τεκμήριο, αλλά αντίθετα μαχητό, δηλαδή δεκτικό διαφορετικών και μάλιστα αντίθετων ερμηνειών από τα δικαστήρια, τα οποία καλούνται να ερμηνεύσουν τη δήλωση "Επιστολή ανέσεως».
Σημειώνεται ότι, στην προκειμένη περίπτωση η εταιρεία F. N. Inc αποτελεί νομικό πρόσωπο και ότι το Αγγλικό Δίκαιο δεν επιτρέπει να καταστούν οι μέτοχοι μιας εταιρείας υπεύθυνοι για τις οφειλές ή τις συμβατικές υποχρεώσεις της προς τρίτους. Νομικά δεσμευτική υποχρέωση από μέρους του μετόχου της πιο πάνω εταιρείας θα υφίστατο εάν υπήρχε ισχύουσα τριμερής και εκτελεστή σύμβαση των προαναφερόμενων μερών, όπως, εάν είχε δοθεί Επιστολή ανάληψης υποχρέωσης, ή ο εναγόμενος είχε συμφωνήσει να είναι από κοινού και εις ολόκληρον υπόχρεος με την εταιρεία για την αποπληρωμή του δανείου, ή είχε υπογράψει Επιστολή ανάληψης υποχρέωσης εξόφλησης των ανεξόφλητων υπολοίπων του δανείου σε περίπτωση παράλειψης της δανειζόμενης εταιρείας, ή Επιστολή ανανέωσης, με την οποία τα μέρη συμφωνούν ότι ο εναγόμενος θα υπεισέλθει στη θέση της εταιρείας για να αποπληρώσει το δάνειο.
Σημειώνεται εξάλλου ότι ρητά αναφέρεται στη συμφωνία ότι αυτή δεν αποτελεί σύμβαση εγγύησης, γεγονός που, κατά κύριο λόγο, αποδεικνύει τη βούληση των μερών να αποκλείσουν πρόθεση νομικής δέσμευσης μέσω αυτής. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στις εμπορικές συναλλαγές υφίσταται μεν τεκμήριο υπέρ της δημιουργίας νομικά δεσμευτικών υποσχέσεων μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, στην προκειμένη όμως υπόθεση, από το περιεχόμενο της Επιστολής ανέσεως προκύπτει με σαφήνεια ότι για την παροχή του δανείου δεν αποτέλεσε καθοριστικό όρο η Επιστολή ανέσεως.
Το τελευταίο γεγονός επιβεβαιώνει το σύνολο του περιεχομένου της σύμβασης δανείου, από το οποίο ουδόλως προκύπτει πρόθεση της δανείστριας Τράπεζας να βασιστεί στην οικονομική φερεγγυότητα του εκδότη της Επιστολής για την εκταμίευση του δανείου. Η γνώση δε του τελευταίου σχετικά με την οικονομική κατάσταση της δανειζόμενης εταιρείας, η απόκρυψη σημαντικών πραγματικών γεγονότων που αφορούσαν στη σύμβαση δανείου, όπως τους πραγματικούς μετόχους της δανειζόμενης εταιρείας και περαιτέρω, η εξέλιξη της σύμβασης, μέσα από τις ενέργειες του εναγόμενου και συναλλασσόμενου Β..
Μ., ενισχύει το συμπέρασμα ότι πρόθεση του εναγόμενου ήταν να καταρτίσει συμφωνίες οι οποίες δεν θα μπορούσαν να παράγουν σε βάρος του νομικά δεσμευτικές συνέπειες, από τις αντισυμβατικές αυτού ενέργειες. Στην επίδικη Επιστολή ανέσεως ο συμβαλλόμενος εναγόμενος υπόσχεται την παροχή οικονομικών μέσων στη δανειζόμενη εταιρεία προκειμένου η τελευταία να καταστεί συνεπής στην αποπληρωμή του δανείου.
Με σαφήνεια, όμως, προκύπτει ότι ο ίδιος εκφράζει την πρόθεσή του να μην δεσμευθεί νομικά με οιονδήποτε τρόπο, γεγονός που ρητά εξάλλου αναφέρει στο τέλος της Επιστολής, με σκοπό την προστασία του από ερμηνεία της Επιστολής, με τρόπο που θα μπορούσε να οδηγήσει στη νομική δέσμευσή του. Τα παραπάνω επιβεβαιώνει το γεγονός ότι δεν έχει συμπεριληφθεί όρος ο οποίος να αναφέρεται στις συνέπειες παράλειψης του εναγόμενου να ανταποκριθεί στην υποχρέωση που είχε αναλάβει, όπως το δικαίωμα της Τράπεζας να επιδιώξει την ικανοποίηση της απαίτησης της από την περιουσία του τελευταίου, η γενική δε και αόριστη υπόσχεση οικονομικής ενίσχυσης της δανειζόμενης εταιρείας αποτελεί ενισχυτικό στοιχείο του συμπεράσματος, στο οποίο με βεβαιότητα οδηγείται το Δικαστήριο, όπως επίσης και τα διαλαμβανόμενα στην από 12.1.2009 ειδοποίηση υπερημερίας που η δανείστρια εταιρεία απέστειλε στη δανειζόμενη.
Στην τελευταία επισημαίνεται από τη δανείστρια ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν είχε την πρόθεση να υποστηρίξει την επιχείρησή του με τη συνεισφορά κεφαλαίου και επομένως δεν είχε την πρόθεση να τιμήσει τις υποσχέσεις του από την Επιστολή παροχής ανέσεως με ημερομηνία 19.11.2007, το περιεχόμενο δε του παραπάνω εγγράφου επιβεβαιώνει τη γνώση αμφότερων των συμβαλλόμενων μερών για την έλλειψη νομικής δέσμευσης πηγάζουσας από την παραπάνω σύμβαση (πατρωνίας), η οποία, δηλαδή, είχε τη συνήθη, κατά το αγγλικό δίκαιο, έννοια της ηθικής μόνο δεσμευτικότητάς της Επιστολής Παροχής Ανακούφισης.».
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω ρυθμίσεων της φύσης της δοθείσας από τον αναιρεσίβλητο Β. Μ. Επιστολής πατρωνίας. Ειδικότερα, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, το δικαστήριο, στηρίχθηκε αφενός στο κείμενο της Επιστολής, δεχόμενο ότι δεν περιέχεται σ' αυτή ρητή ("ξεκάθαρη») αναφορά ότι δημιουργεί νομική δέσμευση, αφετέρου στις λέξεις και όρους που χρησιμοποιούνται, και συγκεκριμένα, ότι ρητά αναφέρει η Επιστολή, ότι το κείμενο δεν αποτελεί σύμβαση εγγύησης και ο αναιρεσίβλητος αυτός δηλώνει, με σκοπό την προστασία του από την αντίθετη τυχόν ερμηνεία της Επιστολής, με τρόπο που θα μπορούσε να οδηγήσει στη νομική του δέσμευση, εκφράζοντας σαφώς την πρόθεσή του να μη δεσμευθεί νομικά, ότι δεν αποτελεί η δήλωσή του εγγυητική Επιστολή, ερμηνεύοντας τη βούληση των μερών για αποκλεισμό νομικής δέσμευσης με την Επιστολή, στις συνθήκες κατά τη σύναψη της σύμβασης, ότι δεν αποτέλεσε η χορήγηση της Επιστολής καθοριστικό όρο για την παροχή του δανείου και η αναιρεσείουσα Τράπεζα δεν βασίστηκε στην οικονομική φερεγγυότητα του εκδότη της Επιστολής για την εκταμίευση του δανείου, στις σχετικές δηλώσεις της Τράπεζας στην από 12-1-2009 δήλωση υπερημερίας από το περιεχόμενο της οποίας επιβεβαιώνεται η γνώση αμφοτέρων των μερών για έλλειψη νομικής δέσμευσης της Επιστολής.
Με τα κριτήρια αυτά κατέληξε στη διαμόρφωση του πορίσματος του ότι, στην ένδικη Επιστολή πατρωνίας, περιέχεται δήλωση ανάληψης ηθικής μόνο δέσμευσης του αναιρεσίβλητου Β. Μ. να παρέχει βοήθεια στην δανειολήπτρια εταιρεία ως προς την εκπλήρωση των εκ της σύμβασης δανείου υποχρεώσεών της και δεν δημιουργείται νομική υποχρέωση αυτού.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης ο οποίος θεμελιώνεται στον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Επομένως, η αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "CREDITAGRICOLE CORPORATE & INVESTMENT BANK», ως προς μεν το δεύτερο αναιρεσίβλητο, πρέπει να απορριφθεί, να μην επιδικαστούν, όμως, δικαστικά έξοδα υπέρ αυτού, αφού δεν παραστάθηκε νόμιμα στη συζήτηση, ως προς δε τον πρώτο αναιρεσίβλητο, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή, κατά το μέρος που ανωτέρω αναπτύσσεται και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Μετά την αναίρεση της απόφασης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα που νίκησε και είχε καταθέσει τούτο κατά την άσκηση της αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Ο πρώτος αναιρεσίβλητος, πρέπει να καταδικαστεί να καταβάλει στην αναιρεσείουσα ένα μέρος από τα δικαστικά έξοδα, αφού κατανεμηθούν ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας στην επί της αναίρεσης αυτής δίκη, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου σχετικού αιτήματος της (άρθρα 183, 176, 178 και 191 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει: 1) την με αριθμό κατάθεσης 90/21-12-2016 αίτηση αναίρεσης του Γ. Ε. του Χ., 2) την από 14-6-2016 αίτηση αναίρεσης του Β. Μ. του Α., 3) τους από 25-10-2017 και 30-10-2017 πρόσθετους λόγους αναίρεσης που άσκησε ο αναιρεσείων Β. Μ. και 4) τον από 15-12-2016 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "CREDITAGRICOLE CORPORATE & INVESTMENT BANK», για αναίρεση της 91/2016 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της με αριθμ. κατάθεσης 90/21-12-2016 αίτησης αναίρεσης του Γ. Ε..
Δέχεται τυπικά τις από 14-6-2016 και 15-12-2016 αιτήσεις αναίρεσης, καθώς και τους από 25-10-2017 και 30-10-2017 πρόσθετους λόγους αναίρεσης.
Δέχεται κατ' ουσίαν την από 14-6-2016 αίτηση αναίρεσης του Β. Μ., κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό, απορρίπτει δε τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης.
Αναιρεί ως προς τούτο και όσον αφορά τον Β. Μ. την προσβαλλόμενη ως άνω 91/2016 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, την αναιρεσίβλητη, το ποσό των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Απορρίπτει την από 15-12-2016 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "CREDIT AGRICOLE CORPORATE & INVESTMENT BANK" ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο.
Δέχεται εν μέρει κατ' ουσίαν την τελευταία αίτηση αναίρεσης ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο.
Αναιρεί κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό την προσβαλλόμενη απόφαση 91/2016 του Εφετείου Πειραιώς ως προς αυτόν.
Καταδικάζει τον πρώτο αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το ποσό των οποίων ορίζει σε χίλια επτακόσια (1700) ευρώ.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος που αναιρέθηκε στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συντεθεί με άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν.
Διατάσσει την επιστροφή των παραβόλων στους αναιρεσείοντες των οποίων έγιναν δεκτές οι αιτήσεις αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ