Legislator Case Law & Legislation
1377/2018 AI generated

1377/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1377/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2484/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1205/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-5-2016 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1377/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αναφορικά με την τελευταία αυτή προϋπόθεση, από την ίδια ως άνω διάταξη, σαφώς συνάγεται, ότι προκειμένου η σύμβαση να μπορεί να αναπροσαρμοσθεί ή να λυθεί εξ ολοκλήρου από το δικαστήριο κατά το μέρος που δεν εκτελέσθηκε ακόμη απαιτείται μεταβολή που έχει ως συνέπεια, η παροχή του οφειλέτη να θεωρείται υπέρμετρα επαχθής.

Keywords

AI generated
economic hardship unemployment insurance financing loss of financial support suspension of unemployment benefits redundancy unemployment benefits of directors
AI generated
1193/2018
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 16 Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-1-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
1043/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.
527/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
1837/2023
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Ερατώ Κολέση, Αρεοπαγίτες.
698/2018
Διορθώνεται η απόφαση αυτή με την με αριθμό 977/2018 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, ως εξής: από το εσφαλμένο "ορίσθηκε εισηγητής ο αρεοπαγίτης Χριστόφορος Κοσμίδης" στο ορθό "ορίσθηκε εισηγητής ο αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας". 24/5/2018 Η Γραμματέας Ελένη Τσιουρή

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1377 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1377/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Αλληλοβοηθείας Προσωπικού Γενικής Τράπεζας της Ελλάδας" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Ασημακόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ι. Ν. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γάτσιο που ανακάλεσε την δήλωσή του και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-5-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2484/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1205/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 16-5-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίσθηκε εισηγήτρια η Αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής καλή πίστη θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, ενώ ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου. Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής δεν αρκεί μόνη η επί μακρό αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ' ανάγκην από την άσκηση του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται, κατά περίπτωση, συνδυασμός των ανωτέρω και γενικώς η συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, αναγόμενων στη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, εφόσον όμως αυτή του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτήν, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΑΠ 207/2014).

Κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 388 Α.Κ., προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχεται στον ένα από τους συμβαλλόμενους σε αμφοτεροβαρή σύμβαση το διαπλαστικό δικαίωμα να ζητήσει από το δικαστήριο την αναγωγή της οφειλόμενης παροχής στο μέτρο που αρμόζει, ή και τη λύση ολόκληρης της σύμβασης, εφόσον η τελευταία δεν έχει ακόμη εκτελεστεί, είναι α) η μεταβολή των περιστατικών, στα οποία κυρίως ενόψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών τα μέρη στήριξαν τη σύναψη της αμφοτεροβαρούς σύμβασης, β) η μεταβολή αυτή να είναι μεταγενέστερη της κατάρτισης της συμβάσεως και να οφείλεται σε λόγους που ήταν έκτακτοι και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν και γ) από τη μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη, ενόψει και της αντιπαροχής να καθίσταται υπέρμετρα επαχθής.

Αναφορικά με την τελευταία αυτή προϋπόθεση, από την ίδια ως άνω διάταξη, σαφώς συνάγεται, ότι προκειμένου η σύμβαση να μπορεί να αναπροσαρμοσθεί ή να λυθεί εξ ολοκλήρου από το δικαστήριο κατά το μέρος που δεν εκτελέσθηκε ακόμη απαιτείται μεταβολή που έχει ως συνέπεια, η παροχή του οφειλέτη να θεωρείται υπέρμετρα επαχθής.

Αυτό συμβαίνει όταν συνεπεία έκτακτων γεγονότων, επέρχεται πλήρης κατάλυση της ισορροπίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και μάλιστα σε τέτοια έκταση, ώστε ο μεν οφειλέτης εκτελώντας τη σύμβαση, να υφίσταται ουσιώδη και υπερμεγέθη ζημία, ο δε αντισυμβαλλόμενος να ωφελείται υπέρμετρα, από την περιουσία του υπόχρεου, ενώ αν εξελισσόταν ομαλά η σύμβαση, η οικονομική επιβάρυνση θα ήταν συνήθης και αυτή που είχε προβλεφθεί. (ΑΠ 1225/2015).

Εάν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ, όπως και εκείνη της απρόοπτης και ανυπαίτιας μεταβολής των συνθηκών, είναι επιτρεπτή η εφαρμογή του άρθρου 288 ΑΚ, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις εφαρμογής του (ΑΠ 1171/2004).

Με την ανωτέρω διάταξη, που ορίζει ότι "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", θεσπίζεται υπέρ του οφειλέτη και του δανειστή κανόνας αναγκαστικού δικαίου, με τον οποίο προσδιορίζεται ο τρόπος εκπλήρωσης της παροχής, κατά συνέπεια δε και το μέγεθος αυτής, όπως απαιτεί η καλή πίστη, δηλαδή η επιβαλλόμενη, σε χρηστό και εχέφρονα άνθρωπο, ευθύνη στις συναλλαγές, σύμφωνα και με τα συναλλακτικά ήθη. Λειτουργεί δε ως συμπληρωματική των δικαιοπρακτικών βουλήσεων ρήτρα και ως διορθωτική αυτών, στις περιπτώσεις που λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, συμπεριλαμβανομένων και των μεταβολών, που επήλθαν μετά τη σύναψη της σύμβασης, μεταβλήθησαν οι προϋποθέσεις εκπλήρωσης των συμβατικών παροχών στο συμφωνημένο μέτρο, και παρέχει στο δικαστήριο τη δυνατότητα, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, που αντλούνται από την έννομη τάξη και τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, κατ' απόκλιση από τα συμφωνημένα, να προσδιορίζει την παροχή που πρέπει να εκπληρωθεί, αυξομειώνοντας και διαμορφώνοντας το συμφωνημένο μέγεθος της, έτσι ώστε ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 524/2008).

Τέτοια περίπτωση συντρέχει, όταν, μετά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας (ετεροβαρούς ή αμφοτεροβαρούς), επέρχεται μεταβολή των συνθηκών, η οποία δεν συγκεντρώνει μεν τους όρους του άρθρου 388 ΑΚ, καθιστά όμως, την εκπλήρωση της παροχής, για κάποιο εκ των συμβαλλομένων μερών, ιδιαιτέρως επαχθή, σε βαθμό, όμως, τέτοιο, ώστε να υπάρχει υπέρβαση του, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, κινδύνου που μπορούσε να αναλάβει το συμβαλλόμενο αυτό μέρος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 1325/2013, ΑΠ 988/2012).

Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με την από 5.5.2014 αγωγή του ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εξέθεσε ότι, εργάσθηκε ως υπάλληλος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου από 6.7.1981 έως την 7.11.2013, οπότε αποχώρησε λόγω παραίτησης.

Ότι, καθ' όλο το χρονικό διάστημα παροχής εργασίας του στην άνω τράπεζα ήταν μέλος του εναγομένου που λειτουργεί ως σωματείο και αποτελεί ιδιωτικό ασφαλιστικό οργανισμό επικουρικής ασφάλισης, παρακρατείτο δε από το μισθό του μηνιαία εισφορά 8%, με σκοπό να λάβει, κατά την αποχώρηση του, την προβλεπόμενη από το άρθρο 14 του καταστατικού του εναγομένου εφάπαξ παροχή και εφάπαξ βοήθημα τέκνων κατά το άρθρο 16 του ιδίου ως άνω καταστατικού.

Ότι, έχοντας συμπληρώσει πλέον των δέκα (10) ετών συμμετοχής στο εναγόμενο και συγκεκριμένα 32 έτη, 4 μήνες και 1 ημέρα υπέβαλε σ' αυτό, μετά την αποχώρησή του από την τράπεζα, την από 26-11-2013 αίτηση του, αιτούμενος την εφάπαξ παροχή και το εφάπαξ βοήθημα για τα δύο ανήλικα τέκνα του, συνοδευόμενη από τα απαραίτητα δικαιολογητικά, πλην όμως το τελευταίο (εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον) δεν του κατέβαλε τις ως άνω εφάπαξ παροχές εντός της προβλεπόμενης από το καταστατικό δίμηνης προθεσμίας και εξακολουθεί να τις οφείλει έως σήμερα.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ύστερα από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος σε εν μέρει αναγνωριστικό, ζήτησε με βάση τις διατάξεις του ως άνω καταστατικού, επικουρικώς δε κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών και όλως επικουρικώς κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, 1) να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται το εναγόμενο να του καταβάλει ως εφάπαξ παροχή (κατ' άρθρο 14 του καταστατικού του) το ποσό των 134.101,30 ευρώ και ως εφάπαξ βοήθημα τέκνων το ποσό των 46.230,38 ευρώ (κατ' άρθρο 16 του καταστατικού του) και συνολικά για τις ανωτέρω αιτίες το ποσό των 180.331,68 ευρώ, 2) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει, ως εφάπαξ παροχή (κατ' άρθρο 14 του καταστατικού του) το ποσό των 20.000 ευρώ, άπαντα τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από 26.11.2013, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του αφού απέρριψε ως μη νόμιμες της προβληθείσες νόμιμες ενστάσεις του εναγομένου εκ των άρθρων 281 και 388 ΑΚ, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρέωσε το εκκαλούν να καταβάλει στον εφεσίβλητο το ποσό των 20.000 ευρώ ως εφάπαξ παροχή, κατ' άρθρο 14 του καταστατικού του, με το νόμιμο τόκο από 27- 1-2014, ενώ επιπλέον αναγνώρισε ότι το εκκαλούν είναι υποχρεωμένο να καταβάλει σ' αυτόν (εφεσίβλητο) ως εφάπαξ παροχή το ποσό των 62.725,25 ευρώ και ως εφάπαξ βοήθημα τέκνων το ποσό των36.760,23 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 99.485,48 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 27-1-2014.

Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον άσκησε έφεση και πρόσθετους λόγους αυτής, επί της εν λόγω δε εφέσεως εξεδόθη η ήδη προσβαλλόμενη απόφαση η οποία αφού απέρριψε τις νόμιμης επαναφερθείσης ως άνω ενστάσεις του εκκαλούντος εναγομένου ως μη νόμιμες, ακολούθως απέρριψε την έφεση και τον πρόσθετο λόγο αυτής.

Ειδικότερα, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο, σε σχέση με τα ως άνω ζητήματα δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, το εκκαλούν σωματείο με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, και με τις έγγραφες προτάσεις του, επικαλούμενο τη γνωστή στον εφεσίβλητο, τραγική οικονομική κατάσταση στην οποία περιήλθε από τη μαζική αποχώρηση των εργαζομένων στη "Γενική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." από το έτος 2000 και εντεύθεν, είτε με ομαδικά προγράμματα εθελουσίας εξόδου που εφάρμοσε η ανωτέρω τράπεζα είτε με εθελούσιες ατομικές αποχωρήσεις, λόγω θεμελίωσης δικαιώματος επικουρικής σύνταξης, με συνέπεια να διαταραχθεί η αναλογία μεταξύ των συνταξιούχων και ενεργών μελών του, το ίδιο να οδηγηθεί πλέον σε αδυναμία καταβολής του εφάπαξ βοηθήματος και .επιπλέον να τίθεται σε κίνδυνο η βιωσιμότητα του και να ακυρώνεται εν τέλει ο σκοπός του, ισχυρίσθηκε ότι το δικαίωμα του εφεσίβλητου να αξιώνει το βοήθημα αυτό ασκείται καταχρηστικά.

Περαιτέρω, ισχυρίσθηκε ότι, ενόψει της ως άνω δεινής οικονομικής του κατάστασης, είναι καταχρηστικό να αξιώνεται από τον εφεσίβλητο η. καταβολή ολόκληρης της εφάπαξ παροχής, καθώς αυτό θα είχε ως συνέπεια να μην καταβληθούν -οι παροχές των υπολοίπων μελών του, που ήδη έχουν υποβάλει αιτήσεις και είναι σε απόλυτη σειρά προτεραιότητας.

Ο ανωτέρω όμως ισχυρισμός του (εκκαλούντος) κρίνεται απορριπτέος ως μη νόμιμος, αφού τα επικαλούμενα προς στήριξη του πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται μόνο σε δυσμενείς ή έστω και αφόρητες οικονομικές επιπτώσεις για το υπόχρεο εκκαλούν, χωρίς να συντρέχουν ιδιαίτερες περιστάσεις αναγόμενες στη συμπεριφορά του εφεσίβλητου δικαιούχου, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην ως άνω νομική σκέψη, και αληθή υποτιθέμενα, δεν αρκούν για να καταστήσουν - το.

ένδικο δικαίωμα αντίθετο στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Εξάλλου, η μη απαρέγκλιτη τήρηση της σειράς προτεραιότητας βάσει ειδικών περιστάσεων κάθε περίπτωσης όχι μόνο δεν είναι καταχρηστική αλλά και δεν οδηγεί άνευ άλλου στην υπέρμετρη οικονομική επιβάρυνση ή την βιωσιμότητα του εκκαλούντος.

Επομένως, , το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε ως μη νόμιμη την παραπάνω ένσταση, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και όσα αντίθετα ισχυρίζεται το εκκαλούν με τους πρώτο και δεύτερο λόγους έφεσης κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα.

Στην προκείμενη περίπτωση, το εκκαλούν με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και με τις έγγραφες προτάσεις του, ζήτησε επικουρικά, για την περίπτωση απόρριψης της εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένστασης, την αναγωγή της οφειλόμενης από μέρους του εφάπαξ παροχής στο προσήκον μέτρο και συγκεκριμένα στο ποσό που ο εφεσίβλητος κατέβαλε ως εισφορές καθ' όλο το χρόνο συμμετοχής του στο ταμείο, επικαλούμενο ότι η υγιής αναλογιστική βάση του Ταμείου, που αποτέλεσε το θεμέλιο του σκοπού και της λειτουργίας του, έχει ήδη διαταραχθεί σοβαρά, λόγω απρόβλεπτης μεταβολής των συνθηκών και ειδικότερα λόγω έλλειψης επαρκών πόρων και ύπαρξης υποχρεώσεων που υπερβαίνουν κατά πολύ τα έσοδα και την περιουσία του, με συνέπεια την αδυναμία πλέον επίτευξης του καταστατικού σκοπού του, η δε αναγωγή της παροχής στο ως άνω προσήκον μέτρο υπαγορεύεται και από την αρχή της ισότητας μεταξύ των μελών του, που επιβάλει τον επιμερισμό του προβλήματος ανάμεσα σε αυτούς που ήδη απέκτησαν δικαίωμα λήψης του εφάπαξ βοηθήματος, όπως ο εφεσίβλητος, και αυτούς που έχουν προσδοκία δικαιώματος, δηλαδή τα ενεργά μέλη του.

Ο ανωτέρω ισχυρισμός κρίνεται απορριπτέος ως μη νόμιμος, αφού τα επικαλούμενα περιστατικά που προκάλεσαν τη μεταβολή των συνθηκών και συγκεκριμένα η έλλειψη πόρων και η ύπαρξη υποχρεώσεων που υπερβαίνουν τα έσοδα και την περιουσία του εκκαλούντος και καθιστούν, κατά τους ισχυρισμούς του, αδύνατη την επίτευξη του σκοπού του και την εκπλήρωση της παροχής όπως προβλέπεται στο άρθρο 14 του καταστατικού του, και αληθή υποτιθέμενα, δεν έχουν χαρακτήρα έκτακτο, αφού ούτε απρόβλεπτα μπορούν να χαρακτηρισθούν, ούτε προκαλούνται από ασυνήθιστα γεγονότα, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενή νομική σκέψη, αποκλεισμένης έτσι της εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ.

Περαιτέρω, η ανωτέρω επικαλούμενη μεταβολή των συνθηκών και αληθής υποτιθέμενη, δεν καθιστά την καταβολή της εφάπαξ παροχής στον εφεσίβλητο, υπολογιζόμενη κατά το άρθρο 14 του καταστατικού, επιβαρυντική σε σημείο που να υπερβαίνει τον κίνδυνο τον οποίο ανέλαβε το εκκαλούν κατά τη σύστασή του και ούτε η καταβολή αυτή έρχεται σε αντίθεση με την καλόπιστη και σύμφωνη με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη εκπλήρωση της παροχής, αποκλεισμένης έτσι και της εφαρμογής του άρθρου 288 ΑΚ.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε ως μη νόμιμο τον ως άνω προταθέντα ισχυρισμό, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 388 και 288 ΑΚ και όσα αντίθετα ισχυρίζεται το εκκαλούν με τον τρίτο λόγο της έφεσης κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα." Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ.

αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται κα" οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005).

Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης, γ" έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό τω, πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος.

Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτον, τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.

Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 11 (αληθώς από τον αριθμό 1) και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο με το να απορρίψει τους νομίμως προταθέντες πρωτοδίκως και επαναφερθέντες με τους σχετικούς λόγους της έφεσης ισχυρισμούς του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής αιτήσεως (άρθρ. 281 ΑΚ), εν προκειμένω του σχετικού δικαιώματος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου καθώς και της ανάγκης εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση των προβλεπόμενων από την διάταξη του άρθρου 388 ΑΚ, παραβίασε ευθέως λόγω εσφαλμένης μη εφαρμογής του νόμου και εκ πλαγίου διαλαμβάνοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες αντίστοιχα, αναφορικά με την κρίση του περί έλλειψης της προϋπόθεσης του έκτακτου και απρόβλεπτου της μεταβολής των περιστατικών στα οποία εν όψει της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, τα μέρη στήριξαν την σύναψη της ένδικης σύμβασης καθώς και του υπέρμετρα επαχθούς της καταβαλλομένης εφ' άπαξ παροχής λόγω της οικονομικής του δυσχέρειας συνεπεία της ανατροπής της αναλογιστικής του βάσης.

Στην συγκεκριμένη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο σχετικά με το ως άνω ζήτημα δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ανωτέρω όμως ισχυρισμός του εκκαλούντος κρίνεται απορριπτέος ως μη νόμιμος, αφού τα επικαλούμενα προς στήριξή του πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται μόνο σε δυσμενείς ή έστω και αφόρητες οικονομικές επιπτώσεις για το υπόχρεο εκκαλούν, χωρίς να συντρέχουν ιδιαίτερες περιστάσεις αναγόμενες στη συμπεριφορά του εφεσίβλητου δικαιούχου, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην ως άνω νομική σκέψη, και αληθή υποτιθέμενα, δεν αρκούν για να καταστήσουν • το.

ένδικο δικαίωμα αντίθετο στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Εξάλλου, η μη απαρέγκλιτη τήρηση της σειράς προτεραιότητας βάσει ειδικών περιστάσεων κάθε περίπτωσης όχι μόνο δεν είναι καταχρηστική αλλά και δεν οδηγεί άνευ άλλου στην υπέρμετρη οικονομική επιβάρυνση ή την βιωσιμότητα του εκκαλούντος.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε ως μη νόμιμη την παραπάνω ένσταση, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και όσα αντίθετα ισχυρίζεται το εκκαλούν με τους πρώτο και δεύτερο λόγους έφεσης κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα.

Ο ανωτέρω ισχυρισμός κρίνεται απορριπτέος αφού τα επικαλούμενα περιστατικά που προκάλεσαν την μεταβολή των συνθηκών και συγκεκριμένα η έλλειψη πόρων και η ύπαρξη υποχρεώσεων που υπερβαίνουν τα έσοδα και την περιουσία του εκκαλούντος και καθιστούν, κατά τους ισχυρισμούς του, αδύνατη την επίτευξη του σκοπού του και την εκπλήρωση της παροχής όπως προβλέπεται στο άρθρο 14 του καταστατικού του, και αληθή υποτιθέμενα, δεν έχουν χαρακτήρα έκτακτο, αφού ούτε απρόβλεπτα μπορούν να χαρακτηρισθούν, ούτε προκαλούνται από ασυνήθιστα γεγονότα^ σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, αποκλεισμένης έτσι της εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ.

Περαιτέρω, η ανωτέρω επικαλούμενη μεταβολή των συνθηκών και αληθής υποτιθέμενη, δεν καθιστά την καταβολή της εφάπαξ παροχής στον εφεσίβλητο, υπολογιζόμενη κατά το άρθρο 14 του καταστατικού, επιβαρυντική σε σημείο που να υπερβαίνει τον κίνδυνο τον οποίο ανέλαβε το εκκαλούν κατά τη σύστασή του και ούτε η καταβολή αυτή έρχεται σε αντίθεση με την καλόπιστη και σύμφωνη με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη εκπλήρωση της παροχής, αποκλεισμένης έτσι και της εφαρμογής του άρθρου 288 ΑΚ.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε ως μη νόμιμο τον ως άνω προταθέντα ισχυρισμό, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 388 και 288 ΑΚ και όσα αντίθετα ισχυρίζεται το εκκαλούν με τον τρίτο λόγο της έφεσης κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα".

Υπό τις παραδοχές αυτές, με βάση τις οποίες το Εφετείο έκρινε ότι πρέπει να απορριφθούν οι ανωτέρω ισχυρισμοί του εκκαλούντος ήδη αναιρεσείοντος και δεδομένου ότι με την επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης του ότι ".....τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται μόνο σε δυσμενείς ή έστω και, αφόρητες οικονομικές επιπτώσεις για το υπόχρεο εκκαλούν, χωρίς να συντρέχουν ιδιαίτερες περιστάσεις αναγόμενες στη συμπεριφορά του εφεσίβλητου δικαιούχου.....δεν αρκούν για να καταστήσουν το ένδικο δικαίωμα αντίθετο στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου", το Εφετείο εξέτασε στην ουσία της την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, δεν διέλαβε πλήρεις αιτιολογίες ως προς το ως άνω ζήτημα της έλλειψης ή μη της προϋπόθεσης του έκτακτου και απρόβλεπτου της μεταβολής των περιστατικών και εάν από την μεταβολή αυτή η παροχή του οφειλέτη εκκαλούντος ήδη αναιρεσείοντος ενόψει και της αντιπαροχής έγινε υπέρμετρα επαχθής, ώστε το δικαστήριο να μπορεί κατά την κρίση του, μετά και το σχετικό αίτημα του εναγομένου - εκκαλούντος, και ήδη αναιρεσείουσας να την αναγάγει στο μέτρο που αρμόζει ήτοι εάν συντρέχουν ή όχι εν προκειμένω οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 388 ΑΚ.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, κατά παραδοχή των λόγων αναίρεσης πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεσή του οποίου είναι δυνατή από άλλον δικαστή εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στην πληρωμή των δικαστικών, ο αναιρεσίβλητος στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος (άρθρ. 183 ΚΠολΔ) το οποίο κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 1205/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει, στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Σεπτεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ