1377/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΌπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την ένδικη, από 14-3-2006 (ημερομηνία καταθέσεως) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικαλούμενοι θανατηφόρο εργατικό ατύχημα σε βάρος του οικείου αυτών, Σ. Κ., ζήτησαν να υποχρεωθεί [μεταξύ άλλων και] ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, Δ.
Legislator headnote
AI generated1377/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Full text
Απόφαση 1377 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1377/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16η Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Ι. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Σταθάκη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) Τ. χήρας Σ. Κ., που ενεργεί ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας της Τ. Κ. του Σ., 2) Τ. Μ. του Χ., 3) Ν. Κ. του Φ., κατοίκων ... και 4) Α. Κ. του Φ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αθανασίου Λιαράκου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 7-3-2006 και 10-4-2006 αγωγές των ήδη αναιρεσίβλητων, καθώς και τις από 2-5-2007 και 8-7-2008 προσεπικλήσεις και παρεμπίπτουσες αγωγές προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην αναιρετική δίκη, οι οποίες κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν η 773/2009 μη οριστική απόφαση και η 1185/2010 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεων, η οριστική απόφαση 5504/2011 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 23-4-2012 αίτησή του. Επ’ αυτής εκδόθηκε η 938/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η τότε προσβαλλόμενη απόφαση και η υπόθεση παραπέμφθηκε για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο.
Τελικώς, εκδόθηκε η 4414/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών την αναίρεση της οποίας ζητεί και πάλι ο αναιρεσείων με την από 22-6-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την ένδικη, από 14-3-2006 (ημερομηνία καταθέσεως) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικαλούμενοι θανατηφόρο εργατικό ατύχημα σε βάρος του οικείου αυτών, Σ. Κ., ζήτησαν να υποχρεωθεί [μεταξύ άλλων και] ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, Δ.
Ι., ως επιβλέπων μηχανικός οικοδομικού έργου, να τους καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης τα ποσά που αναφέρονται σ’ αυτήν. Επί της αγωγής εκδόθηκε πρώτα η 773/2009 μη οριστική και στη συνέχεια η 1185/2010 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία αυτή έγινε εν μέρει δεκτή και επιδικάσθηκαν τα ποσά που εκεί αναφέρονται.
Κατά της ως άνω οριστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, πάντες οι εναγόμενοι άσκησαν αυτοτελείς εφέσεις, οι οποίες συνεκδικάστηκαν και επί των οποίων εκδόθηκε η 5504/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Με αυτήν, οι εφέσεις έγιναν δεκτές, η τότε εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίσθηκε και, κατά μερική παραδοχή της αγωγής, επιδικάσθηκαν μικρότερα ποσά.
Κατά της εν λόγω τελεσιδίκου αποφάσεως άσκησε αίτηση αναιρέσεως μόνο ο εκ των εναγομένων Δ. Ι., παραπονούμενος [μεταξύ άλλων και] για πλημμελώς αιτιολογημένη απόρριψη του ισχυρισμού του περί συνυπαιτιότητος του παθόντος οικοδόμου. Επί της αιτήσεως εκδόθηκε η 938/2013 απόφαση αυτού του δικαστηρίου, με την οποία αναιρέθηκε η τότε προσβαλλόμενη απόφαση του εφετείου και παραπέμφθηκε η υπόθεση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου προς νέα ουσιαστική κρίση, επί του ακυρωθέντος μέρους.
Ακολούθησε η έκδοση της 4414/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτό ότι στην επέλευση του ατυχήματος συνέβαλε με δική του αμέλεια ο θανών. Κατόπιν αυτού, το εφετείο, που με το μη αναιρεθέν μέρος της προηγούμενης απόφασής του είχε εξαφανίσει ήδη την απόφαση του πρωτοδικείου, έλαβε υπ’ όψη τη συνυπαιτιότητα του θανόντος και μείωσε ακόμη περισσότερο το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης, που επιδίκασε υπέρ των εναγόντων και σε βάρος του συγκεκριμένου εναγομένου.
Κατά της νέας αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ο ως άνω εναγόμενος άσκησε την υπό κρίση, από 22-6-2016 αίτηση αναιρέσεως, με την οποία ζητεί την ακύρωσή της για το μοναδικό λόγο που εξετάζεται στη συνέχεια της έκθεσης αυτής.
2. Με το μοναδικό λόγο της αιτήσεως, ο εναγόμενος, κατόπιν εκκαλών και ήδη αναιρεσείων για δεύτερη φορά, πολιτικός μηχανικός, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών την αναιρετική πλημμέλεια κυρίως μεν εκ του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το δικαστήριο της ουσίας, δικάζοντας ύστερα από ολική [κατά τη γνώμη του] αναίρεση, παρέλειψε να λάβει υπ’ όψη "πράγματα", ήτοι τους λόγους της εφέσεώς του με τους οποίους πλήττονταν η τότε εκκαλουμένη απόφαση ως προς το κεφάλαιο περί της δικής του υπαιτιότητας, εξ αιτίας της οποίας επήλθε εργατικό ατύχημα που επέφερε το θάνατο του οικείου των εναγόντων, εκεί εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητων, εργαζομένου Σ.
Κ.. Επικουρικώς δε, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ.9 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το δικαστήριο της ουσίας άφησε αδίκαστους τους ίδιους λόγους της εφέσεως του αναιρεσείοντος. Από την επισκόπηση, όμως, της αναιρετικής 938/2013 αποφάσεως αυτού του δικαστηρίου προκύπτει ότι η τότε προσβαλλόμενη 5504/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών αναιρέθηκε "κατά το μέρος που απέρριψε την ένσταση περί συνυπαιτιότητας του θανόντος εργαζομένου κατά ποσοστό 30%, την οποία νομίμως προέβαλε ενώπιόν του ο αναιρεσείων με τον υπό στοιχεία 3γ’ λόγο της εφέσεώς του κατά της πρωτόδικης απόφασης, ισχυριζόμενος ότι ο θανών αν και ήταν έμπειρος τεχνίτης παρέλειψε να χρησιμοποιήσει ως όφειλε τα υφιστάμενα στην οικοδομή μέτρα ασφαλείας και συγκεκριμένα τη ζώνη ασφαλείας και το κράνος", τα οποία με υπόδειξη του επιβλέποντος μηχανικού είχαν χορηγηθεί σ’ αυτόν εκ μέρους του εργοδότη του.
Και τούτο, διότι το τότε δικάσαν Εφετείο είχε διαλάβει στην τότε προσβαλλόμενη απόφαση ασαφείς αιτιολογίες, που καθιστούσαν "ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 300 ΑΚ και 114 παρ. 4 και 5 του π.δ. 1073/1981, δεδομένου ότι από τις [διαλαμβανόμενες στην αναιρετική απόφαση] παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας δεν [προέκυπτε] με σαφήνεια αν όντως υπήρχαν στο εργοτάξιο της οικοδομής, όπου έλαβε χώρα το ένδικο εργατικό ατύχημα, τα εν λόγω μέτρα ασφαλείας και, ειδικότερα, η ζώνη ασφαλείας και το κράνος, τα οποία όφειλε να [χρησιμοποιεί] κατά την ως άνω διάταξη ο παθών εργαζόμενος, ενώ δεν αιτιολογείται επαρκώς για ποιο λόγο η χρήση της ζώνης ασφαλείας θα παρεμπόδιζε τον παθόντα στην εκτέλεση της συγκεκριμένης εργασίας".
Γι’ αυτό και, κατά παραδοχή του τέταρτου λόγου της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως (αληθώς, από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, όπως αξιολογήθηκε από την αναιρετική απόφαση), η τότε προσβαλλόμενη απόφαση αναιρέθηκε κατά το μέρος που αφορούσε στον αναιρεσείοντα και η υπόθεση παραπέμφθηκε για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, προς νέα ουσιαστική έρευνα, "κατά την αναφερόμενη στο αιτιολογικό έκταση" (οι εντός εισαγωγικών περικοπές μεταφέρονται αυτούσιες από την αναιρετική απόφαση).
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι με την 938/2013 απόφαση αυτού του δικαστηρίου η προεκδοθείσα 5504/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών αναιρέθηκε μόνο μερικώς και, συγκεκριμένα, μόνο ως προς το διάδικο που τότε είχε ασκήσει αίτηση αναιρέσεως, ήτοι τον και πάλι αναιρεσείοντα και μόνο ως προς το κεφάλαιο για τη συντρέχουσα υπαιτιότητα του θανόντος, οικείου των και πάλι αναιρεσίβλητων.
Οπότε, το Εφετείο Αθηνών, ως δικαστήριο της παραπομπής, είχε εξουσία να ερευνήσει εκ νέου την υπόθεση μόνο ως προς το αναιρεθέν μέρος (ΚΠολΔ 579 παρ.1), ήτοι μόνο ως προς την απορριφθείσα ένσταση του τότε εκκαλούντος περί συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος εργαζομένου.
3. Όπως προκύπτει από την ήδη προσβαλλόμενη 4414/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η υπόθεση ερευνήθηκε εκ νέου μέσα στην έκταση που προσδιορίσθηκε από την αναιρετική απόφαση και το δικαστήριο της ουσίας έκανε δεκτή την ένσταση του εκεί εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος περί συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, με αιτιολογίες οι οποίες δεν αμφισβητούνται ως αντιφατικές ή ανεπαρκείς εκ μέρους του αναιρεσείοντος (αμφισβητήθηκαν εκ μέρους των αναιρεσίβλητων, με αυτοτελή, παράλληλη αίτηση αναιρέσεως, την οποία άσκησαν κατά της αυτής αποφάσεως και επί της οποίας εκδίδεται αυτοτελής, απορριπτική απόφαση αυτού του δικαστηρίου). Υποχρέωση του εφετείου να ερευνήσει τους λοιπούς λόγους της εφέσεως του αναιρεσείοντος και, μάλιστα, εκείνους με τους οποίους πλήττονταν οι παραδοχές της τότε εκκαλουμένης αποφάσεως περί του ότι είχαν διαπιστωθεί παραλείψεις [μεταξύ άλλων και] του αναιρεσείοντος, επιβλέποντος μηχανικού, ως προς τη λήψη των κατά νόμο μέτρων ασφαλείας, δεν υπήρχε. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως, υπό αμφότερες τις εκδοχές αυτού, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και είναι απαράδεκτος.
4. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-6-2016 αίτηση περί αναιρέσεως της 4414/ 2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 13η Ιουνίου 2017.
Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 27η Ιουλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ