Legislator Case Law & Legislation
1377/2016 AI generated

1377/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1377/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα - Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1377/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δ’ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1377 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1377/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα - Εισηγητή, Δημήτριο Τζιούβα και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Μαΐου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου ‘ Αννας Ζαΐρη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης Α. Τ. του Π., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Βλατάκη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 5642/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Mε πολιτικώς ενάγουσα την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Τσουκαλά.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Μαρτίου 2016 αίτησή της αναιρέσεως μετά των από 19 Απριλίου 2016 προσθέτων λόγων, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 395/2016.

Αφού άκουσε

Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ’ αυτής πρόσθετοι λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 του ΠΚ, στην οποία ορίζεται ότι "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ", ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους", προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται 1) το υλικό αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, 2) να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα, ανήκει, κατά το Αστικό Δίκαιο, σε άλλον εκτός από το δράστη, 3) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που "τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιοδήποτε τρόπο στο δράστη, 4) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον υπαίτιο, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου δικαιολογητικού λόγου και 5) υποκειμενικό δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεως του, να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία.

Χρόνος τελέσεως της υπεξαιρέσεως θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 17 του ΠΚ, ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεση του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου πράγματος και ενσωματώσεως του στην περιουσία του με εμφανείς υλικές πράξεις. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ’ ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων αρκεί η γενική, κατά το είδος τους, αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Στη προκειμένη περίπτωση το κατ’ έφεση δικάσαν Τριμελές Εφετείο (πλημ/των) Αθηνών με την προσβαλλόμενη με αριθμό 5642/2015 απόφασή του κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα για υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και της επέβαλε ποινή φυλακίσεως ενός έτους, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Για να καταλήξει στην ως άνω κρίση του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ανελέγκτως, ότι από την ακροαματική διαδικασία και τα μνημονευόμενα κατ’ είδος αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις, έγγραφα κλπ) αποδείχθηκαν τα κάτωθι πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή της αποφάσεως: "Η κατηγορουμένη προσλήφθηκε ως υπάλληλος γραφείου από τη μεταφορική εταιρία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "..." την 1-3-2008 και απασχολήθηκε σ’ αυτή μέχρι την 10-11-2009, οπότε η άνω εταιρία κατήγγειλε την αορίστου χρόνου σύμβαση εξαρτημένης εργασίας της.

Μεταξύ των εργασιακών καθηκόντων της περιλαμβανόταν η έκδοση φορτωτικών της άνω εταιρίας, η παράδοση αποστολών εμπορευμάτων αυτής καθώς και της εταιρίας συμφερόντων του εγκαλούντος με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "..." και επί πλέον η είσπραξη της αξίας των φορτωτικών της εν λόγω εταιρίας από τους πελάτες, και η απόδοσή της σ’ αυτήν, δεδομένου ότι οι εν λόγω εταιρίες συμφερόντων και των δύο του εγκαλούντος, Ε.

Μ., είχαν προέλθει σε σχετική συμφωνία με την οποία η άνω εργοδότρια της κατηγορουμένης είχε αναλάβει, έναντι αμοιβής ύψους 40% της αξίας των σχετικών φορτωτικών - του υπολοίπου 60% συμφωνηθέντος να αποδίδεται στην εταιρία "..." - την παράδοση των αποστολών εμπορευμάτων της εταιρίας "..." στην περιοχή της περιφέρειας Αττικής και την είσπραξη της αξίας των αντίστοιχων φορτωτικών.

Η κατηγορουμένη από τις αρχές του έτους 2009 άρχισε να μην είναι συνεπής με την απόδοση των-χρημάτων που εισέπραττε από τους διάφορους πελάτες της εταιρίας "..." κατά την παράδοση των διαφόρων αποστολών εμπορευμάτων στην Αθήνα. Συγκεκριμένα από το μήνα Ιανουάριο του έτους 2009 παρατηρήθηκε κατά τις μηνιαίες εκκαθαρίσεις των σχετικών λογαριασμών των κομίστρων, που πραγματοποιήθηκαν από την άνω εργοδότριά της και συγκεκριμένα από την εξετασθείσα ως μάρτυρα Ι.

Μ., η οποία εργαζόταν ως υπάλληλος στο γραφείο Αλεξανδρούπολης της άνω εταιρίας και επιμελείτο των σχετικών μηνιαίων εκκαθαρίσεων, καθυστέρηση στην απόδοση της αξίας του συνόλου των εισπραττομένων εκ φορτωτικών της εταιρίας "..." χρημάτων, για την οποία ενημερώθηκε από την άνω υπάλληλο και ο Ε. Μ.. Μετά την πάροδο των τριών πρώτων μηνών του έτους, κατά τους οποίους δόθηκε στην κατηγορουμένη ένα χρονικό περιθώριο για την τακτοποίηση των σχετικών λογαριασμών, η τελευταία, η οποία έως τότε δεν προέβαλε αντιρρήσεις ως προς την ορθότητα των γενομένων εκκαθαρίσεων από την άνω υπάλληλο, απέστειλε κατά τους μήνες Απρίλιο και Μάιο 2009 ένα μέρος των εισπραχθέντων από αυτήν χρημάτων, χωρίς όμως να αποστείλει το σύνολο αυτών.

Αποδείχθηκε ειδικότερα, ότι το σύνολο των εισπραχθέντων από τους πελάτες της εταιρίας "... - ..." για 78 αποστολές εμπορευμάτων από την Αλεξανδρούπολη και 44 από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως 16-7-2009, οπότε η κατηγορουμένη επικαλούμενη ασθένεια απουσίασε από την εργασία της επί ένα περίπου μήνα, σύμφωνα και με όσα κατωτέρω αναφέρονται, ανήλθαν (χωρίς να συμπεριλαμβάνονται και οι οφειλές προς τρίτους) στο ποσόν των 24.297,48 Ευρώ (15.205,25 + 9.092,23) και με τον συνυπολογισμό των οφειλών προς τρίτους ύψους 632,91 Ευρώ (403,44 + 230,47) Ευρώ, στο ποσόν των 24.930,39 Ευρώ (24.297,48 + 632,91).

Εξ αυτών, ποσό συνολικού ύψους 6.629,95 Ευρώ είτε αποδόθηκε στην άνω εταιρία ("...") είτε συμψηφίστηκε με άλλες οφειλές της είτε αφορούσε φορτωτικές που δεν εισπράχθηκαν, όπως ειδικότερα αναφέρεται στην αναγνωσθείσα κατάσταση οφειλομένων από τη ... στην εταιρία ... {στην οποία αναλύεται το άνω κονδύλιο των, επί λέξει, ως εξής: "Μετρητά σε φάκελο 253,70 Ευρώ, Επιταγή Δ. (Αττικής ... 30-6-3009, 438,71 Ευρώ, Είσπραξη μετρητών (συμψηφισμός με πληρωμή .../12-4-3009, Μ.

Ε.. 238.00 Ευρώ, Κατάθεση μετρητών σε ALPHA 16,68 Ευρώ, Κατάθεση σε ALPHA ... (διαφορά από κατάθεση Α. σε .../22-6-2009), 16,68 Ευρώ, Επιταγή Δ. (Αττικής ... 30-4-2009) 452,05 Ευρώ, Φορτωτικές που δεν εισπράχθηκαν αλλά παραδόθηκαν στους πελάτες 4.490,58 Ευρώ και Φορτωτικές που το εμπόρευμα είναι στο γραφείο και δεν εισπράχθηκαν 723,55 Ευρώ"}. Από το υπόλοιπο εκ των άνω εισπραχθέντων ποσών που περιήλθε στην κατοχή της κατηγορουμένης και δεν αποδόθηκε στην εταιρία "... ...", ύψους 18.300,44 Ευρώ (24.930,39 - 6.629,95) η κατηγορουμένη παρακράτησε σύμφωνα και με την υποβληθείσα σε βάρος της μήνυση αλλά και το κατηγορητήριο, το ποσόν των 18.227,71 Ευρώ με πρόθεση να το ιδιοποιηθεί παράνομα, όπως και έπραξε, μετά και τη νομότυπη επίδοση σ’ αυτή στις 14-10-2009 της από 9-10-2009 εξώδικης δηλώσεως της εγκαλούσας, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας παρά τους αντίθετους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς της.

Τα ανωτέρω αποδεικνύονται από το συνδυασμό της άνω συγκεντρωτικής καταστάσεως με τις δύο αναλυτικές καταστάσεις των δηλωτικών αποστολής και των οφειλομένων κομίστρων προς την εταιρία "... - ..." στις οποίες, σημειωτέον, εμφαίνεται κάθε μία αποστολή εμπορεύματος μετά του δηλωτικού αυτής κατά το άνω χρονικό διάστημα αλλά και με τις σαφείς καταθέσεις του Ε.

Μ., της άνω μάρτυρος, και του Α. Α. (παλαιού ιδιοκτήτη άλλης μεταφορικής που συνεργαζόταν με τις άνω δύο εταιρίες συμφερόντων Μ. εκτελώντας εν τοις πράγμασι και χρέη υπεύθυνου του γραφείου της ... στον Ασπρόπυργο), οι οποίες δεν αναιρούνται από τις αόριστες καταθέσεις των μαρτύρων της υπερασπίσεως. Ενόψει του ότι η κατηγορουμένη δεν αμφισβητεί ειδικά κάποιο από τα αναφερόμενα στις δύο ως άνω αναλυτικές καταστάσεις δηλωτικό μεταφοράς ούτε το περιεχόμενο εκάστου εξ αυτών κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο, ήτοι με προσβολή συγκεκριμένων δηλωτικών και αντιστοίχων περιεχομένων σ’ αυτές αποστολών εμπορευμάτων και κονδυλίων εισπραχθέντων κομίστρων, αρκούμενη στον ισχυρισμό ότι τρίτο πρόσωπο (ο εξωτερικός λογιστής Ι.

Μ.) της είπε αόριστα, ότι υπάρχουν και πλασματικές φορτωτικές, χωρίς όμως περαιτέρω διευκρινήσεις και χωρίς ο τελευταίος που εξετάσθηκε ως μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς της, δεν κρίνεται αναγκαία η προσκομιδή και των αντίστοιχων των άνω δηλωτικών παραστατικών, (ενόψει μάλιστα και του χρόνου της εκδόσεως αυτών - κατά το έτος 2009 - και της έκτοτε παρόδου πλέον των έξι (6) ετών, κατά το οποίο είναι ενδεχόμενο τα σχετικά παραστατικά να μην υπάρχουν στη διάθεση των άνω εταιριών).

Η κρίση αυτή ενισχύεται και από τις πειστικές εξηγήσεις που κλήθηκε να παράσχει ο ίδιος ο Ε. Μ., (εξεταζόμενος μάλιστα και κατ’ αντιπαράθεση με την κατηγορουμένη), σχετικά με ορισμένες αποστολές εμπορευμάτων, τα οποία παρότι παραδόθηκαν στους πελάτες δεν εισπράχθηκαν τα αντίστοιχα κόμιστρα (αναφερόμενος μάλιστα κατόπιν ερωτήσεων της υπερασπίσεως και σε ειδικότερες περιπτώσεις αποστολής εμπορευμάτων των εταιριών "..."), στα πλαίσια των οποίων (εξηγήσεων) κατέθεσε, ότι τα ποσά αυτά αφαιρέθηκαν στην συγκεντρωτική κατάσταση των οφειλομένων από την κατηγορουμένη, περιελήφθησαν δηλαδή στο ποσόν των 6.629,95 Ευρώ που πράγματι, όπως ήδη προεκτέθηκε, αφαιρέθηκε από τις εισπράξεις που διενήργησε αυτή.

Επομένως, κατόπιν των ανωτέρω, το αίτημα για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να γίνει "ενδελεχής έλεγχος των φορτωτικών" κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα σ’ αυτό, πρέπει να απορριφθεί, ανεξαρτήτως και αοριστίας του, ως αβάσιμο, διότι ενόψει του υπάρχοντος επαρκούς αποδεικτικού υλικού, η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης δεν κρίνεται ότι είναι απαραίτητη για την ανακάλυψη της αλήθειας, αλλά αντίθετα θα οδηγήσει σε άσκοπη παρέλκυση της δίκης.

Η κρίση περί της από πρόθεση παράνομης ιδιοποιήσεως από την κατηγορουμένη του πιο πάνω ποσού (των 18.227,71 Ευρώ) ενισχύεται και από τη συμπεριφορά που η ίδια επέδειξε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι περί τα μέσα του μηνός Ιουλίου 2009, οπότε ο εγκαλών είχε πλέον διαπιστώσει καθυστέρηση στην απόδοση μέσω Τραπέζης των εισπραχθέντων κομίστρων που αφορούσαν αποστολές εμπορευμάτων της (ιδίων συμφερόντων) εταιρίας "... - ..." η οποία οφείλονταν στην κατηγορουμένη, ήλθε αεροπορικώς από την Αλεξανδρούπολη στην Αθήνα, στις 17-7-2009.

Εκείνη την ημέρα και κατά τη διάρκεια της μεταβάσεώς του από το αεροδρόμιο Ελ. Βενιζέλος στην έδρα της εταιρίας "..." στον ..., όπου βρίσκεται και το γραφείο όπου απασχολείτο η κατηγορουμένη, συνοδευόμενος από τον Α. Α., παρότι της γνωστοποίησε τηλεφωνικώς την άφιξή του στην Αθήνα και την εντός λίγης ώρας (είκοσι - τριάντα περίπου λεπτών) προσέλευσή του στις εγκαταστάσεις της άνω εταιρίας και ενώ ήταν ήδη γνωστό στην κατηγορουμένη ότι ο λόγος της προσελεύσεως τούτου δεν ήταν άλλος από τη διαλεύκανση των οικονομικών δοσοληψιών που αφορούσαν τις ένδικες εισπράξεις και την καθυστέρηση της αποδόσεώς τους, η τελευταία έσπευσε, δηλώνοντας ασθένεια να αποχωρήσει από τις εγκαταστάσεις της άνω εταιρίας, χωρίς να αναμείνει την εντός ολίγου χρόνου έλευση του νόμιμου εκπρόσωπου της εγκαλούσας, Ε.

Μ., συμπεριφορά που δεν συνάδει σε υπάλληλο που έχοντας το δίκιο με το μέρος του πρόκειται να δώσει σχετικές εξηγήσεις στον εκπρόσωπο της εργοδότριας του. Η κατηγορουμένη ισχυρίζεται ότι εκείνη την ημέρα νόσησε αιφνιδίως, με συνέπεια να μην μπορεί να παραμείνει για τον άνω σκοπό, ήτοι για να δοθούν οι σχετικές εξηγήσεις και διευκρινήσεις στον αφιχθέντα στην Αθήνα εγκαλούντα, στην εργασία της - έστω και για λίγη ώρα - και ότι νοσηλεύθηκε από την 20-7-2009 έως τις 23-8-2009 στο Σισμανόγλειο Νοσοκομείο, έχοντας τεθεί και σε καραντίνα για μια εβδομάδα (βλ.

απολογία της κατά τη δικάσιμο της 7-10-2013, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου), χωρίς όμως η σχετική νοσηλεία της να αποδεικνύεται από σχετικό πιστοποιητικό του άνω νοσοκομείου. Τα παραπάνω δε ανεξαρτήτως α) του ότι δεν δικαιολόγησε πειστικά γιατί δεν φρόντισε να επικοινωνήσει με οποιονδήποτε τρόπο κατά τη διάρκεια της επί ένα μήνα νοσηλείας της με τον άνω νόμιμο εκπρόσωπο της εργοδότριάς της, ώστε να παράσχει σχετικές εξηγήσεις, ούτε γιατί, εφόσον ασθένησε στις 16-7-2009 νοσηλεύθηκε, κατά τους ισχυρισμούς της, όχι αυθημερόν αλλά μετά τέσσερεις (4) ημέρες στο άνω νοσοκομείο και β) των αντιφατικών απολογιών της κατηγορουμένης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία απολογούμενη ενώπιον τούτου κατάντη δικάσιμο της 7-10-2013 (κατά την οποία εκδόθηκε η 48933/2013 μη οριστική απόφαση ισχυρίσθηκε ότι ο εγκαλών ήταν αυτός που την παρότρυνε να φύγει εκείνη την ημέρα από την εργασία της, για να ισχυρισθεί στη συνέχεια, απολογούμενη ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο της 30-9-2014 (κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη) ότι ο Α.

Α., ήταν εκείνος που βλέποντας ότι είχε πυρετό και έντονο βήχα την "έδιωξε" από την εργασία της εκείνη την ημέρα, χωρίς όμως τούτο να επιβεβαιώνεται - αλλά αντιθέτως να διαψεύδεται - από τον τελευταίο με την κατάθεση του ενώπιον του Δικαστηρίου. Σημειώνεται πάντως, ότι η κατηγορουμένη έλαβε επιδόματα ασθενείας από τον ασφαλιστικό της οργανισμό (Ι.Κ.Α) κατά το χρονικό διάστημα από 21-7-2009 έως και 12-8-2009 και ότι, κατά το διάστημα μεταξύ της απουσίας της από την εργασία της και μέχρι της επανόδου της σ’ αυτήν, στις 24-8-2009, η κατηγορουμένη δεν είχε καμία επαφή με οποιονδήποτε εκπρόσωπο ή εργαζόμενο στην άνω εργοδότριά της, γεγονός που δεν αμφισβήτησε ούτε η ίδια, παρότι κατά το ίδιο διάστημα φρόντιζε μέσω τρίτου προσώπου να λαμβάνει τις αποδοχές της από τις εγκαταστάσεις της εργασίας της στον Ασπρόπυργο.

Όταν η κατηγορουμένη επανήλθε κατά την άνω ημεροχρονολογία στην εργασία της, γνωστοποίησε (για πρώτη φορά) στον εξωτερικό λογιστή της εργοδότριάς της Ι. Μ. και στον συνεργάτη της τελευταίας Α. Α., ότι κατά τη διάρκεια της απουσίας της είχε ασφαλίσει σε ένα συρτάρι του γραφείου της ένα φάκελο στον οποίο υπήρχαν 5.870 Ευρώ περίπου, το οποίο αφορούσε εισπράξεις που έπρεπε να αποδοθούν στην εργοδότριά της και από αυτήν κατά ποσοστό 60% στην εταιρία "... ..." και ότι το κλειδί με το οποίο είχε κλειδώσει το συρτάρι, το είχε μεν κρύψει σε ασφαλές σημείο, πλην όμως κατά την επιστροφή της στην εργασία της, ο εν λόγω φάκελος έλειπε από το σημείο όπου τον είχε τοποθετήσει - εντός ενός συρταριού του γραφείου της που δεν ήταν παραβιασμένο - και το εν λόγω κλειδί βρέθηκε σε άλλο σημείο, από αυτό που το είχε κρύψει.

Όμως δεν δικαιολόγησε πειστικά το λόγο για τον οποίο δεν γνωστοποίησε στην εργοδότριά της και συγκεκριμένα είτε στον διαχειριστή αυτής Ε. Μ. είτε σε κάποιον άλλο εργαζόμενο στις εγκαταστάσεις της του Ασπροπύργου το γεγονός της φυλάξεως του εν λόγω φακέλου στο γραφείο της επί ένα και πλέον μήνα, ήτοι καθ’ ολόκληρο το χρονικό διάστημα της απουσίας της από την εργασία της, όπως θα έκανε οποιοσδήποτε άλλος υπάλληλος στη θέση της, γνωστοποιώντας ενδεχομένως και το σημείο όπου είχε κρύψει το άνω κλειδί.

Την προβαλλομένη αρχικά δικαιολογία της, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά τη δικάσιμο της 7-10-2013, ότι κανείς δεν της είχε ενημερώσει ότι έπρεπε να πει που είχε κρύψει το κλειδί και που βρισκόταν ο εν λόγω φάκελος κατά το διάστημα της απουσίας της, ακολούθησε παραλλαγή αυτής κατά τη δικάσιμο της 30-9-2014, κατά την οποία η ίδια ισχυρίσθηκε ότι ο Α.

της είχε υποδείξει να τοποθετεί τα χρήματα σε ένα συρτάρι του γραφείου της και να κρύψει το κλειδί, παρότι ο τελευταίος αρνήθηκε καταθέτοντας κάτι τέτοιο, για να καταλήξει, απολογούμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ότι ήταν λάθος της που δεν ειδοποίησε τηλεφωνικώς περί της υπάρξεως του εν λόγω φακέλου εντός του κλειδωμένου συρταριού του γραφείου της.

Ακολούθησε μετά πάροδο 15 ημερών καταγγελία της κλοπής στην αρμόδια αστυνομική αρχή από την κατηγορουμένη, η οποία διέβλεπε πλέον ότι επρόκειτο να απολυθεί από την εργοδότριά της, ενόψει όσων είχαν πλέον γίνει. Η κατηγορουμένη στη συνέχεια άσκησε κατά της άνω εργοδότριάς της την από 15-1-2010 εργατική αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζητώντας αποζημίωση απολύσεως και άλλα σχετικά με την εργατική νομοθεσία κονδύλια, δύο καταγγελίες κατά της τελευταίας στην Επιθεώρηση Εργασίας, τρεις εγκλήσεις ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, μία για συκοφαντική δυσφήμηση κατά των Ε.

Μ., Α. Α. και Ι. Μ.υ, μία για ψευδορκία και ηθική αυτουργία σ’ αυτή και μία για ψευδή ανώμοτη κατάθεση, ενώ κατέθεσε και καταγγελία προς την Προϊσταμένη της Εισαγγελίας Πλημ/κών Αθηνών στην οποία περιελάμβανε πέραν των απόψεών της και ισχυρισμούς περί εκφοβισμού της από την πλευρά του Ε. Μ.. Η κατηγορουμένη απολογούμενη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου υποστήριξε ότι είναι πτωχή αλλά τίμια, ότι δεν τέλεσε την αποδιδομένη σ’ αυτήν πράξη, ότι και είναι θύμα κατασκευασμένης σκευωρίας, προβάλλοντας παράλληλα α) ότι το έτος 2011 πάσχει από καρκίνο - χωρίς όμως να προκύπτει σαφώς κάτι τέτοιο ούτε από το προσκομιζόμενο από 3-9-2011 πιστοποιητικό του νοσοκομείου Γεώργιος Γεννηματάς στο οποίο μνημονεύεται ότι της αφαιρέθηκε χειρουργικά μόρφωμα του αριστερού μαστού της, χωρίς να υπάρχει ιστολογική έκθεση ούτε από την από 28-7-2014 βεβαίωση του νοσοκομείου "Ο Άγιος Σάββας" στην οποία αναφέρεται η παρακέντηση ογκιδίου πλησίον εγχειρητικής τομής του δεξιού μαστού, χωρίς όμως περαιτέρω πληροφορίες, β) ότι λαμβάνει ηρεμιστικά, γ) ότι ο Ε.

Μ. την παρενόχλησε σεξουαλικά, (ισχυρισμός, που σημειωτέον, προβλήθηκε για πρώτη φορά, μετά πάροδο έξι και πλέον ετών από το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου), δ) ότι άγνωστα άτομα επιχείρησαν μετά την απόλυσή της και την εκ μέρους της εξεύρεση άλλης εργασίας να την εκφοβίσουν σχετικά με την αντιδικία της με τον Ε.

Μ., και ε) ότι δύο άτομα της οικογενείας της αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υγείας, χωρίς όμως να μπορεί να δικαιολογήσει πειστικά την προαναφερθείσα συμπεριφορά της αλλά και τις αντιφάσεις που διακρίνονται σ’ αυτή, σύμφωνα με όσα ήδη προεκτέθηκαν. Ενόψει των ανωτέρω δεν καταλείπεται αμφιβολία περί της εκ μέρους της τελέσεως της αποδιδομένης σ’ αυτήν αξιόποινης πράξεως της υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (αρ. 375 παρ. 1 εδ.

α Π.Κ) και πρέπει να κηρυχθεί ένοχη." Εν συνεχεία κήρυξε ένοχη την κατηγορούμενη - αναιρεσείουσα του ότι: Στην Αθήνα στις 14.10.2009, ιδιοποιήθηκε παρανόμως ξένο κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή της με οποιονδήποτε τρόπο και συγκεκριμένα η κατηγορουμένη, υπάλληλος της εταιρείας με την επωνυμία "... ...", στην οποία είχε ανατεθεί η είσπραξη από τους πελάτες της εταιρείας ..., (μετά την κατάρτιση ειδικής συμφωνίας να παραδίδονται εμπορεύματα σε πελάτες αυτής της περιφέρειας Αττικής εισπράττοντας την αξία των σχετικών φορτωτικών εκ της οποίας εταιρεία ...

ΕΠΕ παρακρατούσε ως αμοιβή για τις υπηρεσίες της ποσοστό 40% αποδίδοντας την είσπραξη των φορτωτικών το λοιπό ύψους 60% στην ...,), η κατηγορουμένη κατά το χρονικό διάστημα από 7-1-2009 μέχρι και 13-7-2009 χειρίστηκε συνολικά εβδομήντα οκτώ (78) αποστολές της ... από Αλεξανδρούπολη για Αθήνα και σαράντα τέσσερις (44) αποστολές από Θεσσαλονίκη προς Αθήνα προς διαφόρουςπελάτες αξίας των μεν από Αλεξανδρούπολη 15.205,25 ευρώ, των δε από Θεσσαλονίκη 9.092,23 Ευρώ αντίστοιχα και συνολικής αξίας 24.297,48 ευρώ, και ενώ είχε εισπράξει από αυτούς μέρος του αντίτιμου των σχετικών φορτωτικών που ανέρχεται στο ποσό των 18.30,44 ευρώ παρακράτησε και δεν απέδωσε στην εταιρεία το ποσό των 18.227,71 ευρώ σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας και παρά τις αλλεπάλληλες προφορικές εις για επιστροφή του οφειλομένου προς απόδοση στην εταιρεία ποσού και παρά την η του υπ’ αριθμ. .../14-10-2009 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Κ.

Α. εξωδίκου με την οποία εκλήθη εντός τριών ημερών από της λήψεως να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό, δεν έπραξε τούτο ιδιοποιούμενο αυτό παρανόμως το δε αντικείμενο της υπεξαίρεσης, είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας." Με αυτές τις, κατά το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού παραδοχές, το δικάσαν Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, από τις προδιαληφθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως ποσού ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 § 1α, 27 § 1, 51, 53 και 375 παρ. 1β’ ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως, ή εκ πλαγίου δηλαδή με ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες.

Ειδικότερα παρατίθεται στην απόφαση ότι η αναιρεσείουσα, η οποία εργαζόταν ως υπάλληλος στην εταιρεία με την επωνυμία "... ", η οποία είχε συνάψει σύμβαση με την εταιρεία με την επωνυμία "..." με βάση την οποία της είχε ανατεθεί η παράδοση εμπορευμάτων της τελευταίας στην περιφέρεια Αττικής, η είσπραξη της αξίας των φορτωτικών και η εν συνεχεία, μετά την παρακράτηση ποσοστού 40% ως αμοιβή για τις υπηρεσίες της, απόδοση του υπολοίπου ποσοστού 60% της αξίας των φορτωτικών, αν και εισέπραξε κατ’ εντολήν της εργοδότριάς της, το αντίτιμο σχετικών φορτωτικών, ποσού 18.300,44 ευρώ, δεν απέδωσε αυτό στην εταιρεία "..." με την οποία ήταν συμβεβλημένη η εγκαλούσα εργοδότριά της, για λογαριασμό της οποίας είχε εισπράξει το άνω ποσό η αναιρεσείουσα αλλά το παρακράτησε και το ιδιοποιήθηκε παράνομα.

‘ Ητοι αναφέρεται στην απόφαση: α) ότι το άνω ποσό των 18.300,44 ευρώ περιήλθε στην κατοχή της κατηγορουμένης και ο τρόπος με τον οποίο περιήλθε αυτό β) ότι η τελευταία το ιδιοποιήθηκε παράνομα, γ) ότι η αξία του ποσού που υπεξαιρέθηκε ήταν ιδιαίτερα μεγάλη και δ) ότι το ποσό αυτό περιήλθε στην κατηγορουμένη κατ’ εντολή της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας.

Οι ειδικότερες αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες, αφού: α) η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη κατά την είσπραξη της αξίας των φορτωτικών και την εν συνεχεία απόδοση των χρημάτων στην εταιρεία "..." ενεργούσε κατ’ εντολήν την πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία "... " έναντι της οποίας και ευθυνόταν για την είσπραξη της αξίας των φορτωτικών και την απόδοση της αξίας αυτών στην εταιρεία "..." καμμιά δε έννομη επιρροή δεν ασκεί το ότι τα χρήματα που υπεξαιρέθηκαν ανήκαν στην τελευταία και γ) αιτιολογείται η έννομη σχέση που συνέδεε την κατηγορουμένη με την πολιτικώς ενάγουσας, ότι δηλαδή εργαζόταν σ’ αυτήν ως υπάλληλος και ότι στα πλαίσια ειδικής εντολής της είχε ανατεθεί και η είσπραξη της αξίας των φορτωτικών από πελάτες της εταιρείας "..." και η απόδοση των χρημάτων στην τελευταία και δ) αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική κρίση ενώ κατά νόμο δεν ήταν ανάγκη να παρατίθεται τι προέκυψε, χωριστά από το καθένα.

Το ότι εξαιρούνται ωρισμένα δεν υποδηλώνεται ότι δεν λήφθησαν υπόψη τα άλλα. ‘ Ολες οι λοιπές αιτιάσεις διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αναίρεση του κυρίου και του προσθέτου δικογράφου, με τις οποίες, υπό την επίκληση του λόγου της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου, είναι απαράδεκτες, αφού ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφαση, σχετικά με τις παραδοχές αυτής και δεν συνιστά λόγο αναίρεσης, η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων.

Επομένως, ο συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 183 ΚΠοινΔ, αν απαιτούνται ειδικές γνώσεις ορισμένης επιστήμης ή τέχνης για να γίνει ακριβής διάγνωση και κρίση κάποιου γεγονότος οι ανακριτικοί υπάλληλοι ή το δικαστήριο μπορούν αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση κάποιου διαδίκου ή του Εισαγγελέα να διατάξουν πραγματογνωμοσύνη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Όταν, όμως, υποβληθεί από τον κατηγορούμενο τέτοιο αίτημα και υπό την προϋπόθεση ότι αυτό είναι σαφές και ορισμένο, το δικαστήριο οφείλει όχι μόνον να απαντήσει σ’ αυτό, αλλά σύμφωνα με τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία στη σχετική απόφασή του.

Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την τυχόν απορριπτική του απόφαση, δημιουργείται λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚποινΔ. Η αιτιολογία αυτή δεν είναι απαραίτητο να είναι αυτοτελής, αλλά μπορεί, να διατυπώνεται σε συνδυασμό προς τις παραδοχές του σκεπτικού της αποφάσεως για την ενοχή, ως αποτελούσα ενιαίο σύνολο με εκείνες.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως η αναιρεσείουσα υπέβαλε κατά την διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας αίτημα διενεργείας πραγματογνωμοσύνης ώστε μετά από έλεγχο των εκ μέρους της πολιτικής αγωγής προσκομισθέντων φορτωτικών εξαχθεί εάν υπάρχει υπεξαίρεση και ποίου ποσού.

Επί του αιτήματος αυτού το Δικαστήριο, αφού δέχθηκε ότι αφαιρέθηκε (από το αρχικό ποσό) το ποσό των 6.629,95 Ευρώ, εν συνεχεία έκρινε "ότι το αίτημα για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να γίνει ενδελεχής έλεγχος των φορτωτικών" πρέπει να απορριφθεί, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, ως αβάσιμο, διότι ενόψει του υπάρχοντος επαρκούς αποδεικτικού υλικού, η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης δεν κρίνεται ότι είναι απαραίτητη για την ανακάλυψη της αλήθειας, αλλά αντίθετα θα οδηγήσει σε άσκοπη παρέλκυση της δίκης".

Η αιτιολογία αυτή που συμπληρώνεται από το σύνολο των παραδοχών του σκεπτικού της απόφασης για την ενοχή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, διότι με το να δεχθεί το δικαστήριο ότι δεν χρειάζεται η διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης δέχθηκε εκ του πράγματος ότι ήταν σε θέση να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση περί του αδικήματος της υπεξαιρέσεως από τα υπάρχοντα αποδεικτικά μέσα και ως εκ τούτου ο λόγος της αναιρέσεως εκ του άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς. Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 § 2 ΠΚ αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης κατά το άρθρο 83 του ίδιου κώδικα ποινής. Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογ9ούνται και σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στον ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του Δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί του ισχυρισμού αυτού, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, μετά την απαγγελία της περί ενοχής αποφάσεως του Δικαστηρίου, ο συνήγορος της κατηγορουμένης έλαβε το λόγο και ζήτησε να αναγνωριστεί στην κατηγορουμένη το ελαφρυντικό του άρθρου 84 § 2 α ΠΚ χωρίς καμμία άλλη αναφορά στις προϋποθέσεως εφαρμογής της παραπάνω διατάξεως. Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα για αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του προτέρου εντίμου βίου, προεχόντως ως αόριστο, αφού υποβάλλεται με την επίκληση απλώς της ως άνω διατάξεως του νόμου. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επί του ανωτέρω ισχυρισμού πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απορριπτική του κρίση. Και συνακολούθως ο συναφής εκ του άρθρ. 510 § 1Δ ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ως άνω ισχυρισμού είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 αρ. 2 του ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου.

Τέτοια ακυρότητα υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του ΚΠοινΔ και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως της υποβολής αυτής κατά το άρθρο 68 του ΚΠοινΔ και όχι όταν συντρέχουν άλλες πλημμέλειες ή ελλείψεις ως προς την παράσταση ή εκπροσώπηση αυτού που παρέστη ως πολιτικώς ενάγων.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα άνω άρθρα (63, 64, και 68) του ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ, στην άσκηση της πολιτικής αγωγής για την επιδίκαση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης νομιμοποιούνται μόνο όσοι έχουν ζημιωθεί αμέσως από το διωκόμενο έγκλημα. Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι η πολιτική αγωγή για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να ασκηθεί και ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου από τον δικαιούμενο κατά τις διατάξεις του Α.Κ. (άρθρο 932 ΑΚ), μέχρι να αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία.

‘ Ετσι, το δικαίωμα παραστάσεως της πολιτικής αγωγής έχουν και τα νομικά πρόσωπα για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστησαν από την άδικη πράξη που τελέστηκε εις βάρος τους και η οποία ηθική βλάβη έχει αντίκτυπο στην πίστη, στο κύρος και στη φήμη τους έναντι των τρίτων. Η δήλωση παραστάσεως πρέπει, κατά το άρθρο 84 του ΚποινΔ, να περιλαμβάνει συνοπτική έκθεση της υποθέσεως για την οποία δηλώνεται η παράσταση και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται, δηλαδή αν πρόκειται για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Για το νομότυπο της παραστάσεως δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται ο ιδιαίτερος τρόπος προκλήσεως της ηθικής βλάβης, που είναι άμεσο αποτέλεσμα των περιγραφομένων γεγονότων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο. Στη δήλωση του εκπροσώπου του νομικού προσώπου, όταν το τελευταίο παρίσταται ως πολιτικώς ενάγον, δεν είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται η βλάβη γιατί αυτή αναφέρεται στον ανωτέρω αντίκτυπο.

Το επιτρεπτό της παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαιτήσεως που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την άδικη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξιώσεως από την αποδεικτική διαδικασία. Η δήλωση δε παραστάσεως πολιτικής αγωγής, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα πιο πάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της υπ’ αριθμ. 35815/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και των ενσωματωμένων σ’ αυτήν πρακτικών, πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, εμφανίσθηκε ο Ε. Μ., ο οποίος δήλωσε ότι είναι νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "... ", η οποία παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα κατά της κατηγορουμένης και ζητεί χρηματική ικανοποίηση σαράντα (40) ευρώ λόγω ηθικής βλάβης που της προκλήθηκε από την κρινόμενη πράξη και ότι διορίζει πληρεξούσιο της της άνω εταιρείας τον παρόντα δικηγόρο Τσουκαλά Γεώργιο.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την παράσταση της πολιτικής αγωγής, για την οποία ουδεμία αντίρρηση προβλήθηκε εκ μέρους της κατηγορουμένης και επιδίκασε στην πολιτικώς ενάγουσα το ανωτέρω ποσό. Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών, όπου ήχθη κατόπιν εφέσεως της κατηγορουμένης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα πρακτικά, εμφανίσθηκε πάλι ο Ε.

Μ., υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, ο οποίος επανέλαβε τη δήλωση για παράσταση της εταιρείας "... ΕΠΕ" ως πολιτικώς ενάγουσας για το ποσό των σαράντα (40) ευρώ, το οποίο της επιδικάσθηκε πρωτοδίκως, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που αυτή υπέστη από την αξιόποινη πράξη που τέλεσε η κατηγορουμένη.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, χωρίς να προβληθεί αντίρρηση για την άνω παράσταση της πολιτικής αγωγής, δέχθηκε ότι από την αξιόποινη πράξη που τέλεσε η κατηγορουμένη, η πολιτικώς ενάγουσα είναι άμεσα ζημιωθείσα από το αδίκημα αυτό και νομιμοποιείται ενεργητικά σε άσκηση πολιτικής αγωγής επιδίκασε δε το ποσό των σαράντα (40) ευρώ διότι έκρινε ότι από την αδικοπραξία που τέλεσε, η κατηγορουμένη "τρώθηκε η πίστη και η εμπορική φήμη της πολιτικώς ενάγουσας".

Η δήλωση αυτή της πολιτικώς ενάγουσας ήταν ορισμένη και σύννομη και δεν απαιτείτο για το ορισμένο αυτής ο καθορισμός περισσοτέρων των παραπάνω στοιχείων, ορθά δε κρίθηκε η πολιτικώς ενάγουσα ως αμέσως από το αδίκημα της υπεξαιρέσεως παθούσα, γιατί η πράξη αυτή την οποία τέλεσε η αναιρεσείουσα κατά την εκτέλεση της παρασχεθείσης από την πολιτικώς ενάγουσα εντολής προς είσπραξη των φορτωτικών και την απόδοση της αξίας αυτών στην εταιρεία "..." είχε επίδραση στην πίστη, το κύρος και την υπόληψη της παθούσας εταιρείας, η οποία εμφανίζεται να μην ασκεί τη δέουσα εποπτεία επί των υπαλλήλων της, οπότε η ζημία αυτή δεν είναι έμμεση αλλά άμεση συνέπεια της πράξεως της υπεξαιρέσεως από μέρους της κατηγορουμένης υπαλλήλου.

Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. στοιχ. Α του ΚποινΔ συναφής λόγος της αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και του δικογράφου των προσθέτων λόγων με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα συνισταμένη στην έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης της πολιτικώς ενάγουσας γιατί η ζημία της ήταν έμμεση είναι αβάσιμη.

Ο λόγος της αναιρέσεως με τον οποίον η αναιρεσείουσα πλήττει την προσβαλλόμενη για απόλυτη ακυρότητα εγκείμενη στην παράνομη παράσταση της πολιτικής αγωγής καθόσον ο προαναφερόμενος εκπρόσωπος της πολιτικώς ενάγουσας εταιρείας δεν είχε εξουσία εκπροσωπήσεως αυτής είναι απαράδεκτος. Και τούτο, διότι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ο λόγος αυτός δεν ανάγεται στην έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης της πολιτικώς ενάγουσας ούτε στη μη τήρηση της προβλεπόμενης από το άρθρο 68 του ΚποινΔ διαδικασίας για τον τρόπο, το χρόνο και τις διατυπώσεις της ασκήσεως της πολιτικής αγωγής αλλά σε άλλες πλημμέλειες και συγκεκριμένα στην εξουσία εκπροσωπήσεως της πολιτικώς ενάγουσας στη δίκη, η οποία δεν επάγεται ακυρότητα στην παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος.

Κατόπιν αυτών πρέπει ν’ απορριφθεί η με αριθμό .../15-3-2016 δήλωση - αίτηση αναιρέσεως κατά της 5642/07/22-10-2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (πλημ/των) Αθηνών. Καθώς και οι από 19-4-2016 πρόσθετοι λόγοι και καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της παρούσης διαδικασίας (αρ. 583 ΚποινΔ) ως και στη δικαστική δαπάνη της παρασταθείσας πολιτικώς ενάγουσας (αρ. 176, 183 ΚπολΔ), όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την με αριθμό .../15-3-2016 δήλωση - αίτηση της ... για αναίρεση της 5642/07/22-10-2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (πλημ/των) Αθηνών καθώς και τους από 19-4-2016 προσθέτους λόγους αυτής.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ καθώς και στην δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας "... ΕΠΕ" την οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Σεπτεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ