Legislator Case Law & Legislation
1377/2014 AI generated

1377/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1377/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1377/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το γεγονός εξάλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία γιατί στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβιάζει μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο ισχυρισμός αυτός δεν έχει προταθεί νόμιμα από το διάδικο εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562§ 2 Κ.Πολ.Δ..

Keywords

AI generated
disaster area donation mortis causa human rights violations asylum for Turkish nationals asylum application of Ethiopian endangerment of life and health
AI generated
115/2022
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 75/2019 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 31-10-2019 αίτησή του.
115/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη Αρεοπαγίτες.
1809/2025
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 30 Απριλίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π.
1983/2022
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-9-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 89/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7/2018 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 16-1-2019 αίτησή τους, η οποία αρχικά προσδιορίστηκε προς συζήτηση στη δικάσιμο 12-5-2021. Με την υπ' αριθμό 174/2021 Πράξη του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η υπόθεση εισάγεται εκ νέου προς συζήτηση στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
1076/2022
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-3-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1377 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1377/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Εμμανουήλ Μουστάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ιερού Ναού "Αγίου Νικολάου" Δ.Δ. Αετού Δήμου Φιλιατών, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλκιβιάδη Παππά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/9/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 249/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 13/2009 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 7/4/2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 10/3/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή η από 7-4-2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της 13/2009 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας, νομίμως εισάγεται προς συζήτηση μετά την εμπρόθεσμη κατάθεση της 811/2009 θετικής γνωμοδότησης του Δ' τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους για το παραδεκτό και βάσιμο των περιεχομένων στην αίτηση αυτή αναιρετικών λόγων, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 1, 2 του Ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 28 του Ν. 2579/1998 και ακολούθως με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999 και ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 13 παρ. 9 του Ν. 3790/2009, αφού η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε πριν από την έναρξη ισχύος του τελευταίου αυτού νόμου (8-8-2009).

Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δε μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νόμιμη κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Συνεπώς αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που έχει ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός στον οποίο αυτός στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσης του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Το γεγονός εξάλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία γιατί στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβιάζει μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο ισχυρισμός αυτός δεν έχει προταθεί νόμιμα από το διάδικο εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562§ 2 Κ.Πολ.Δ..

Έτσι η νομική, ποσοτική και ποιοτική αοριστία της αγωγής, που εξετάζονται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας και ελέγχονται αναιρετικώς η πρώτη από την αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και οι λοιπές από τους αρ. 14 ή 8 του ίδιου άρθρου για να στηρίξουν επαρκώς τους προβλεπόμενους από τις διατάξεις αυτές λόγους αναιρέσεως πρέπει να έχουν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα νομίμως σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Πολ.Δ.

Νομίμως δε θεωρείται ότι έχει προταθεί στην τακτική διαδικασία ο περί αοριστίας ισχυρισμός από τον εναγόμενο εκκαλούντα μόνο με το δικόγραφο της έφεσης ή των πρόσθετων λόγων αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε την αγωγή του αναιρεσιβλήτου λόγω νομικής αοριστίας αλλά δέχθηκε αυτήν ως νόμιμη και ειδικότερα επειδή για το νόμω βάσιμο αυτής αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που περιέχονται στο πραγματικό της διάταξης του άρθρου 3 παρ. 6 του Ν. 2508/1920, την οποία εφάρμοσε και είναι αναγκαία για τη γένεση του επιδίκου δικαιώματος κυριότητας.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος καθ' όσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός περί αοριστίας, που στηρίζει το σχετικό αναιρετικό λόγο, προτάθηκε στο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση, από το αναιρεσείον-εναγόμενο και εκκαλούν με λόγο έφεσης, αλλά ούτε και προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης του αναιρεσείοντος ότι προτάθηκε με λόγο έφεσης ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής.

Επειδή επί τουρκοκρατίας υπό το κράτος του οθωμανικού δικαίου η έννοια του νομικού προσώπου ήταν άγνωστη, οι χριστιανικές εκκλησίες (ναοί) εν γένει δεν αναγνωρίζονταν ως υποκείμενα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων δυνάμενες να παραστούν επί δικαστηρίου προς επιδίωξη αυτών, αναγνωρίζονταν μόνο de facto ως περιουσιακές ολότητες προορισμένες προς εξυπηρέτηση του θρησκευτικού και φιλανθρωπικού σκοπού τους, των οποίων τη διαχείριση ασκούσαν, κατά τα παραχωρηθέντα από το Σουλτάνο προνόμια του Γένους, οι κατά τόπους αρχές με επιτροπές της Ορθοδόξου Κοινότητας υπό την προεδρία του επιχωρίου Επισκόπου και με βάση τα οποία προνόμια που επικυρώθηκαν και με τα σουλτανικά διατάγματα του χάρτι σερίφ του 1839 και χάτι χουμαγιούν της 18-2-1856 οι υποθέσεις των εν γένει χριστιανικών καθιδρυμάτων υπήγοντο σαν δικαιοδοσία των πατριαρχικών δικαστηρίων, που εφάρμοζαν τους βυζαντινούς νόμους ως νόμους του Ελληνικού έθνους.

Η πραγματική αυτή κατάσταση, που υφίστατο στις νέες χώρες κατά το χρόνο της κατάληψής τους από την Ελλάδα, περιβλήθηκε νομοθετικό κύρος μετά την απελευθέρωσή τους τόσον με το Ν. 2508/1920 "περί εξακριβώσεως και διαχειρίσεως των περιουσιών και πόρων των εν Νέαις Χώραις επί Τουρκοκρατίας Χριστιανικών Κοινοτήτων", στο ρυθμιστικό πεδίο του οποίου εμπίπτει η κτήση κυριότητας με βάση την υπό εκκλησιαστικών εν γένει καθιδρυμάτων κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας διαχείριση ακινήτων και τη διάθεση των από τη διαχείριση αυτή προσόδων προς κοινωφελείς σκοπούς, όπως και η συντήρηση των εκκλησιών, όσον και με τη διάταξη του άρθρου 7 του μεταγενέστερου νόμου 3800/1957 "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί προστασίας και διοικήσεως των δημοσίων κτημάτων κειμένων διατάξεων".

Ειδικότερα με το άρθρο 3 παρ. 6 του παραπάνω Ν. 2508/1920 ορίσθηκε ότι τα προαναφερόμενα ακίνητα τη διαχείριση των οποίων είχαν επί Τουρκοκρατίας οι αρχές και επιτροπές των Ορθοδόξων Κοινοτήτων ή των υπαγομένων σ' αυτές επί μέρους ιδρυμάτων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι παντός είδους Ιεροί Ναοί, οι πρόσοδοι των οποίων διετίθεντο για τους παραπάνω σκοπούς, όπως και η συντήρηση των εκκλησιών, αναγνωρίζονται ως νομίμως κεκτημένη περιουσία αυτών και αν οι τίτλοι τους φέρονται εγγεγραμμένοι στο όνομα ιδιωτών ή αν εμφιλοχωρεί ακυρότητα κτήσης κατά τον Οθωμανικό Νόμο ή έλλειψη ικανότητας προς κτήση από το πρόσωπο που απέκτησε το ακίνητο είτε επειδή δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις κατά τη μεταβίβαση.

Κατά τη σαφή έννοια της διάταξης αυτής, η οποία τέθηκε ενόψει ανάλογης ρύθμισης του Οθωμανικού δικαίου, που ίσχυσε στην Ήπειρο, και η άκυρη ακόμη και με οποιονδήποτε τρόπο περιέλευση ακινήτων στα αναφερόμενα ιδρύματα, ναούς και νομικά πρόσωπα λογίζεται κτήση, με αποτέλεσμα να αρθεί εξ υπαρχής η υφιστάμενη από το παρελθόν, κατά το επί τουρκοκρατίας καθεστώς, ανικανότητα των νομικών προσώπων να αποκτήσουν κυριότητα.

Και ναι μεν τα ιδρύματα, οι οργανωθέντες ενοριακοί ναοί και οι κοινότητες δεν γίνονται κύριοι των περιουσιών (ακινήτων) που αναφέρονται στην ανωτέρω διάταξη αμέσως από το νόμο, αλλά απαιτείται, όπως προκύπτει από τα άρθρα 3 παρ.1 εδ. β', 3 παρ.6, 11 παρ.1, 14 παρ.1, 15 παρ.1, 16, 19 παρ.1 και 2 και 20 παρ.1 αυτού, η τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το νόμο αυτό και η, μετά από νόμιμο έλεγχο και εξακρίβωση των αναγκαίων στοιχείων, αναγνώριση της κυριότητας με απόφαση των κατά το άρθρο 11 αρμοδίων επιτροπών, οι οποίες συνεστήθησαν και με μεταγενέστερα νομοθετήματα, όπως είναι τα διατάγματα της 24.11.1924, 25.2.1925, που κυρώθηκαν με το Ν. 4446/1929, το άρθρο 1 του Ν. 951/1937 κλπ. (Ολ.Α.Π. 1741/1980, ΑΠ 674/1980).

Πλην όμως η προϋπόθεση αυτή για την κτήση της κυριότητας από τα πιο πάνω ιδρύματα, ναούς και νομικά πρόσωπα δεν ισχύει στις περιπτώσεις εκείνες, στις οποίες δεν εφαρμόστηκαν οι ορισμοί για την εξακρίβωση και επιδίκαση από τις ως άνω επιτροπές και συγκεκριμένα προκειμένου για περιοχές, για τις οποίες θεσπίστηκε εξαίρεση εξαιτίας ειδικών λόγων, όπως είναι οι περιοχές της Ηπείρου, της Κρήτης και της Σάμου σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ.1 του ανωτέρω Ν. 2508/1920 και το όρθρο 8 του Ν. 951/1937 "περί τροποποιήσεως των νόμων 2508/1920 και 4446/1929 περί εξακριβώσεως, εκκαθαρίσεως και διανομής των περιουσιών και πόρων των τέως χριστιανικών κοινοτήτων των νέων χωρών".

Περαιτέρω, εφόσον δεν καθιερώνεται κάποια διάκριση στην προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 3 παρ.6 του Ν. 2508/1920, η διάταξη αυτή, προκειμένου για ιδρύματα της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην άλλοτε τουρκική χώρα, αφορά κτήματα όχι μόνο καθαρής ιδιοκτησίας των αφιερωτών ιδιωτών (μούλκια), αλλά και σε κτήματα της κατηγορίας των δημοσίων γαιών.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο έκτασης 72.910 τ. μέτρων, βρίσκεται στο δημοτικό διαμέρισμα Αετού Φιλιατών Θεσπρωτίας και συνορεύει ... Εντός αυτού υπάρχουν περί τα 100 διάσπαρτα ελαιόδενδρα μεγάλης ηλικίας και μέχρι το έτος 2001 περίπου χρησιμοποιούνταν, ως έχον χαρακτήρα λειβαδικής έκτασης, για βόσκηση ζώων από κτηνοτρόφους της περιοχής, έναντι καταβολής μισθώματος στον ενάγοντα Ιερό Ναό.

Τα τελευταία χρόνια και λόγω της φθίνουσας αγροτικής και κτηνοτροφικής εκμετάλλευσης σε αρκετά σημεία του, αναπτύχθηκε άγρια βλάστηση, όπως σχίνα και πουρνάρια, για το γεγονός δε αυτό η Διεύθυνση Δασών Θεσπρωτίας θεωρεί την επίδικη έκταση ως δασική. Επίσης, εντός αυτού υπάρχουν, τόσο το κτίριο του ενοριακού Ναού, όσο και το νεκροταφείο του χωριού.

Το επίδικο περιήλθε στον ενάγοντα από αφιερώσεις πιστών κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας, από την οποία αυτός το διαχειρίζονταν με τις εκάστοτε επιτροπές του και χωρίς αμφισβήτηση των τότε Οθωμανικών αρχών. Ειδικότερα, ο ενάγων με τις επιτροπές του προέβαινε στην εκμίσθωση του σε κτηνοτρόφους του Αετού και των γειτονικών χωριών, καθώς και στη συλλογή του ελαιοκάρπου από τα υπάρχοντα κατά τα άνω ελαιόδενδρα.

Τα με τον τρόπο αυτό έσοδα που εισέπραττε τα διέθετε στις ανάγκες συντήρησης, τόσο του Ναού, όσο και του νεκροταφείου. Η κατάσταση αυτή, συνεχίστηκε και μετά την κατά το έτος 1913 απελευθέρωση της Ηπείρου από τον Τουρκικό ζυγό. Έτσι σχηματίστηκε και η γενική πεποίθηση, ότι το επίδικο ανήκει στην κυριότητα του ενάγοντος και ως τέτοιο καταχωρήθηκε με αρ. 25 και έκταση 72.910 τ.

μέτρων στο διάγραμμα της οριστικής διανομής του έτους 1956 του αγροκτήματος Αετού Φιλιατών Θεσπρωτίας. Απ' όλα αυτά προκύπτει με τρόπο αναμφισβήτητο η κατοχή και οικονομική εκμετάλλευση του επιδίκου από τον ενάγοντα, με αποτέλεσμα αυτό, συμφωνά με το άρθρο 3 παρ,6 και 11 παρ.1 του Ν. 2508/1920 σε συνδυασμό με το άρθρο 8 του Ν. 951/1937, να περιέλθει στην κυριότητα του".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, αναγνωριστική κυριότητας του επιδίκου αγροτικού ακινήτου την οποία απέκτησε σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 6 του Ν. 2508/1990 ενόψει του ότι το κατείχε και το εξουσίαζε από την εποχή της Τουρκοκρατίας, κατόπιν αφιερώσεως πιστών διαχειριζόμενος τούτο και με τις επιτροπές του διαθέτοντας τις προσόδους του για τη συντήρηση του ναού που υπήρχε σ' αυτό και του νεκροταφείου και ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί τα ίδια.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού.

Περαιτέρω το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, εκθέτοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, οι οποίες αιτιολογίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο αναιρεσίβλητος απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 6, 11 παρ. 1 του Ν. 2508/1920 σε συνδυασμό με το άρθρο 8 του Ν. 951/1937.

Δεν ήταν αναγκαίος δε για την πληρότητα της αιτιολογίας στην οποία στήριξε το διατακτικό του, ο προσδιορισμός του είδους του επιδίκου κατά την εποχή της τουρκοκρατίας, αν δηλαδή τούτο ήταν καθαρής ιδιοκτησίας (μουλκ), γνήσιο βακούφιο, η αφιέρωση της οποίας ήταν επιτρεπτή χωρίς άδεια της αρχής ή ήταν δημόσια γη για την αφιέρωση της οποίας, ως ανήκουσας στο σουλτάνο, απαιτείτο άδεια της αρχής κατ' άρθρο 4 του νόμου περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1724, αφού η σχετική διάταξη του άρθρου 3 του Ν. 2508/1920 αναφέρεται σε κτήματα μουλκ, γνήσια και μη γνήσια, της κατηγορίας των δημοσίων γαιών, καθώς και η αναφορά της τήρησης των διατυπώσεων, που ορίζονται στον ίδιο νόμο Ν. 2508/1920, αφού από τη σχετική διαδικασία εξαιρέθηκε η Ήπειρος.

Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης με εσφαλμένη εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων καθώς και την από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από τον αναιρεσίβλητο είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, Το αναιρεσείον ως ηττηθείς διάδικος πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθρο 176, 183 Κ.Πολ.Δ.) μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1, 3 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν Κ.Πολ.Δ., 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134.423/1992.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-4-2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου περί αναιρέσεως της 13/2009 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2014. Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ