Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because it targets a first-instance judgment already superseded by the appellate court's final ruling.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a first-instance judgment that had been substantively upheld by the Court of Appeal. The appellant argued procedural errors and evidence distortion, but the court ruled that the first-instance decision no longer existed as an independent legal entity after the appellate court's final judgment. Consequently, the appeal was declared inadmissible because it sought to challenge a judgment that was legally absorbed into the appellate decision.
Legislator headnote
AI generatedArticle 553(1) of the Code of Civil Procedure; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if it targets a first-instance judgment that has been substantively upheld by the appellate court, as the first-instance decision is absorbed into the appellate ruling and ceases to exist independently.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1377 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1377/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. συζ. Λ. Π., το γένος Π. Δ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Σαμαράκη.
Του αναιρεσιβλήτου: Λ. Π. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Κοντόγγονα.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως για τους λόγους που ανέπτυξε.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής.
Το Δικαστήριο διασκέφτηκε με την παρουσία και της γραμματέως και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Οκτωβρίου 1989 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1101/1990 προδικαστική, 2532/1993 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 3391/1995 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1 Ιουνίου 1995 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 30 Σεπτεμβρίου 1996 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνου Λυμπερόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, εφόσον έγινε τυπικά δεκτή η έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, με αναίρεση μπορεί να προσβληθεί μόνο η απόφαση του Εφετείου. Τόσο όταν με αυτήν απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση και έτσι επικυρώθηκε η απόφαση εκείνη, όσο και όταν έγινε κατ' ουσία δεκτή και, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εδίκασε οριστικώς τη διαφορά. Τούτο διότι στη μεν πρώτη περίπτωση η πρωτόδικη ενσωματώνεται στην απόφαση του Εφετείου, στη δε δεύτερη παύει να υπάρχει. Ενόψει αυτών η ως άνω αίτηση αναιρέσεως καθόσο στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 2532/1993 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατόπιν εφέσεως επικυρώθηκε με την επίσης προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 3391/1995 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, πρέπει ν' απορριφθεί (με όλους τους αφορώντες την πρωτόδικη απόφαση ειδικούς λόγους αναιρέσεως) ως απαράδεκτη.
Η παράλειψη, αυτή καθ' εαυτή, του δικαστηρίου να αναστείλει τη δίκη λόγω εκκρεμοδικίας, κατά το άρθρο 222 Κ.Πολ.Δ., δεν θεμελιώνει τον από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, αφού με την αναστολή αυτή δεν κατοχυρώνεται το αποτέλεσμα δικονομικής ακυρότητας ούτε η άσκηση συγκεκριμένου δικονομικού δικαιώματος.
Επομένως ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο παρά το νόμο παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της αγωγής λόγω προϋφιστάμενης εκκρεμοδικίας, συνεπεία ασκήσεως προγενεστέρας όμοιας είναι απαράδεκτος. Αυτά δε πέραν και ανεξάρτητα του ότι όπως ορθά έκρινε και το Εφετείο δεν υφίσταται εκκρεμοδικία διότι η τετραετής διάσταση κατά μεν η πρώτη από 25-4-1985 αγωγή προσδιορίζεται στο από αρχές Ιανουαρίου 1981 μέχρι 25-4-1985 χρονικό διάστημα κατά δε την από 20-10-1989 ένδικη αγωγή στο μεταγενέστερο από 3-5-1985 μέχρι 8-12-1989.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1439 παρ. 1 εδ. α' ΑΚ "εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση, συνεχώς από τέσσερα τουλάχιστον χρόνια, ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά το πρόσωπο του ενάγοντα". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής διακοπή συμβιώσεως υπάρχει, όταν με τη θέληση, του ενός τουλάχιστον των συζύγων διακόπτεται η έγγαμη συμβίωση.
Τούτο μπορεί να συμβαίνει και όταν οχ σύζυγοι κατοικούν, για διάφορους δικούς τους λογούς, κάτω από την ίδια στέγη και έτσι αναγκαίως έχουν ορισμένες κατά περίπτωση επαφές χωρίς όμως εντεύθεν να συνάγεται ότι έχει παύσει η αναστολή των δραστηριοτήτων που ως σύνολο αποτελούν έκφραση, του κοινού συζυγικού βίου.
Ενόψει τούτων το Εφετείο που δέχθηκε με την ως άνω απόφαση του, ότι διακοπή συμβιώσεως μεταξύ των διαδίκων υπήρχε και για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, αν και ζούσαν κάτω από την ίδια στέγη, είχαν όμως απομακρυνθεί ψυχικά και σωματικά ο ένας από τον άλλο με τη βούληση να μην έχουν κοινωνία βίου, δεν παρεβίασε την ως άνω ουσιαστική διάταξη και πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Με την από 20.10.1989 αγωγή του ο αναιρεσίβλητος ζήτησε τη λύση του γάμου του με την αναιρεσείουσα για ισχυρό κλονισμό λόγω υπέρ τετραετούς διακοπής της συμβιώσεως τους και συγκεκριμένα από 3.5.1985 μέχρι την επίδοση της αγωγής (8.12.1989). Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε ότι υπήρξε διακοπή της έγγαμης συμβιώσεως από 25.4.1985, οπότε συνέταξε ο αναιρεσίβλητος την πρώτη αγωγή διαζυγίου, μέχρι την επίδοση της δεύτερης αγωγής (8.12.1989).
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, αφού δεν επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε και αίτημα της αγωγής ήταν η λύση του γάμου των διαδίκων, ούτε του άρθρου 559 αρ. 8, διότι το χρονικό διάστημα μεταξύ 25.4.1985 και 3.5.1985 δεν ασκούσε επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού ο αναφερόμενος στην αγωγή χρόνος ο οποίος και έγινε δεκτός υπερκάλυπτε την διάρκεια της τετραετίας της διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, αλλ' ούτε του άρθρου 559 αρ. 10 για τον ίδιο λόγο.
Γι' αυτό πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι πρώτος (κατά το σχετικό μέρος), τέταρτος, και έβδομος (κατά το σχετικό μέρος) λόγοι αναιρέσεως. Επίσης πρέπει ν' απορριφθεί και ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης από τους αριθ. 9 και 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. διότι οι προβαλλόμενες αιτιάσεις ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη αίτηση της εναγομένης και δεν διέταξε αποδείξεις αφορά τον αρνητικό της αγωγής ισχυρισμό ότι η διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης επήλθε στις 6-7-1986 ήτοι σε χρόνο μεταγενέστερο από τον επικαλούμενο στην αγωγή.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 344 ΚΠολΔ το δικαστήριο έχει δικαίωμα και μετά τη διεξαγωγή, των αποδείξεων να διατάξει νέες αποδείξεις. Η διάταξη νέων αποδείξεων, συμπληρωματικών των υφισταμένων, εναπόκειται, όπως συνάγεται από την εν λόγω διάταξη, στην ανέλεγκτη κρίση του. Εξ άλλου n περί την εφαρμογή της ως άνω διατάξεως πλημμέλεια δεν μπορεί να ιδρύσει λόγο αναιρέσεως κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αφού πρόκειται για δικονομική διάταξη. Γι' αυτό και ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση της τελευταίας διατάξεως, λόγω απορρίψεως του αιτήματος της αναιρεσείουσας για νέες, συμπληρωματικές αποδείξεις χωρίς αιτιολογία η ανεπαρκή αιτιολογία, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.20 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας στηρίχτηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο για τη διαμόρφωση της κρίσης του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ως παραμορφωθέν και όχι όταν το έγγραφο συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (Ολ.Α.Π. 1/1999, Α.Π. 1308/2007, 194/2005).
Στη προκειμένη περίπτωση με τον έκτο και έβδομο λόγο της αναίρεσης από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 2-6-1986 ιδιωτικού συμφώνου διακανονισμού των σχέσεων μεταξύ των διαδίκων, της από 6-7-1984 επιστολής της θυγατέρας τους και των φωτογραφιών που προσκομίσθηκαν. Όπως όμως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο συνήγαγε τη κρίση του περί της υπάρξεως τετραετούς διάστασης μεταξύ των διαδίκων από την συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων και δεν στήριξε αυτή ούτε αποκλειστικά ούτε κατά κύριο λόγο στα ως άνω έγγραφα και φωτογραφίες, τα οποία απλώς συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
Συνεπώς οι εξεταζόμενοι λόγοι πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά οι ίδιοι λόγοι είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι διότι οι δι' αυτών προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.) Ο κατ' άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για ανεπάρκεια αιτιολογίας δεν ιδρύεται όταν η αιτίαση αυτή αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων και αν το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή. είναι σαφές.
Συνεπώς στην κρινόμενη περίπτωση, όπου σαφώς δέχθηκε η απόφαση, όχι η διάσπαση των διαδίκων χρονολογείται από 25.4.1985 και αξιολογεί, για την θεμελίωση της σαφούς αυτής κρίσεως, τα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, χρόνο εγέρσεως όμοιας προγενέστερης αγωγής κλπ), δεν υπάρχει παραβίαση κατά την ως άνω διάταξη και ο τελευταίος λόγος (όγδοος) αναιρέσεως, του οποίου οι αιτιάσεις πλήττουν την ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Εφετείου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-6-1995 αίτηση της Α. συζ. Λ. Π. το γένος Π. Δ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 3391/1995 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και της υπ' αριθ. 2532/1993 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ