Legislator Case Law & Legislation
1377/2012 AI generated

1377/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1377/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1377/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη την προταθείσα από την πρώτη αναιρεσείουσα ένσταση εξοφλήσεως της επίδικης απαίτησης δια συμψηφισμού των ανταπαιτήσεών της που αναφέρονται στο αναιρετήριο, ο οποίος (συμψηφισμός) είχε δηλωθεί πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής, δεχόμενο τα ακόλουθα: "...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1377 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1377/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Aντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων : 1. Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ξυλουργικαί-Εμπορικαί- Κτηματικαί Επιχειρήσεις ΞΕΚΤΕ ΑΕ" που εδρεύει στην ..., 2. Ι. Φ. του Ι., κατοίκου ..., 3. Ομόρρυθμης Εταιρείας που εδρεύει στην ... με την επωνυμία "ΟΕ Ανοικοδομήσεως Εκμεταλλεύσεως του ακινήτου οδού ...-...- Α. Ι. Φ.- Η. Α.Φ.-Ι. Ι. Φ.", που εκπροσωπείται νόμιμα, 4. Ομόρρυθμης Εταιρείας που εδρεύει στην Αθήνα με την επωνυμία "ΟΕ Ανοικοδομήσεως και Εκμεταλλεύσεως ακινήτου οδού ... και ...-Α. Ι. Φ.-Η. Α.Φ.-Ι. I. Φ.", που εκπροσωπείται νόμιμα, 5. Εταιρείας περιορισμένης Ευθύνης, με την επωνυμία "Οικοδομικά Έργα και Επιχειρήσεις ΕΠΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 6. Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΞΤΕΤΕΑ Ανώνυμος ξενοδοχειακή Τουριστική Εμπορική και Τεχνική εταιρεία Αθηνών", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 7. Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Φ. Ανώνυμος Εταιρεία Τουριστικών Επιχειρήσεων", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. H πρώτη εκπροσωπήθηκε από τις εκκαθαρίστριες της Α. Α. και Α. Π. οι οποίες παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Παπαδογιάννη, οι δε λοιπές δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Αχουζαρίδη-Γαλάνη, η οποία ανεκάλεσε την από 25-11-11 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-12-1987 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1702/1988 μη οριστική, 4844/1997 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου 3670/2000 μη οριστική και 1798/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-5-2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 10-3-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της παραστάσας πρώτης αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους μετέχοντες στη δίκη για την αναίρεση διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολιπόμενος και μη επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 14-2-2011 κλήση της πρώτης αναιρεσείουσας, νόμιμα φέρεται προς συζήτηση, με επιμέλεια της ίδιας, η ένδικη αναίρεση, μετά την ματαίωση της υποθέσεως κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 14-2-2011. Από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. 9890Δ, 9891Δ, 9889Δ, 9893Δ, 9894Δ και 9891Δ/21-3-2011 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., προκύπτει ότι, ακριβές αντίγραφο της ανωτέρω κλήσεως προς συζήτηση της υποθέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σύμφωνα με το άρθρο 128 παρ. 1 και 4 ΚΠολΔ στους υπόλοιπους αναιρεσείοντες.

Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 1798/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με απορριπτική κατ' ουσίαν κρίση επί της ασκηθείσης από τους αναιρεσείοντες εφέσεως κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας και υποχρεώθηκαν οι αναιρεσείοντες να καταβάλουν σ' αυτήν τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, η μεν πρώτη αναιρεσείουσα ως πρωτοφειλέτρια εκ δανείου, οι δε λοιποί ως εγγυητές με τις εκεί επί μέρους διακρίσεις ως προς το όριο της ευθύνης τους.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 222 ΚΠολΔ: "Όταν επέλθει η εκκρεμοδικία και όσο αυτή διαρκεί, δεν μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε δικαστήριο νέα δίκη για την ίδια επίδικη διαφορά ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους εφόσον εμφανίζονται με την ίδια ιδιότητα.

Αν κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας ασκηθεί άλλη αγωγή, ανταγωγή ή κύρια παρέμβαση ή προταθεί ένσταση συμψηφισμού για την ίδια επίδικη διαφορά αναστέλλεται αυτεπαγγέλτως η εκδίκασή της εωσότου περατωθεί η πρώτη δίκη". Το εκ της ανωτέρω διατάξεως απαράδεκτο λόγω εκκρεμοδικίας, αποτελεί εκδήλωση της έννομης σχέσης της δίκης και συνίσταται στο ότι το δικαστήριο δεσμεύεται να μη συζητήσει εκ νέου την ίδια διαφορά μεταξύ των αυτών διαδίκων.

Όμως, η παρά το νόμο παράλειψη του δικαστηρίου να αναστείλει τη διαδικασία, λόγω εκκρεμοδικίας κατά την προαναφερθείσα διάταξη, μη επιβαλλόμενη από το νόμο, προς κατοχύρωση του αποτελέσματος δικονομικής ακυρότητας ή προς εξασφάλιση της άσκησης δικονομικού δικαιώματος, δεν συνιστά παράλειψη κηρύξεως δικονομικού απαραδέκτου, υπό την έννοια της διατάξεως του αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι η αναστολή αυτή επιβάλλεται από το νόμο απλώς χάριν οικονομίας χρόνου και δαπάνης, καθώς και προς αποφυγήν εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων (ΑΠ 207/2008, 290/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη την προταθείσα από την πρώτη αναιρεσείουσα ένσταση εξοφλήσεως της επίδικης απαίτησης δια συμψηφισμού των ανταπαιτήσεών της που αναφέρονται στο αναιρετήριο, ο οποίος (συμψηφισμός) είχε δηλωθεί πριν από την άσκηση της ένδικης αγωγής, δεχόμενο τα ακόλουθα: "...

Προβάλλεται η ένσταση εκ μέρους της πρώτης εναγομένης-πιστούχου εταιρείας (ήδη πρώτης αναιρεσείουσας) ότι η επίδικη απαίτηση της ενάγουσας-πιστοδότριας Τράπεζας (ήδη αναιρεσίβλητης) έχει εξοφληθεί, αφού κατ' αυτής στις 26-10-1987 πρότεινε εξωδίκως σε συμψηφισμό ανταπαιτήσεις συνολικού ύψους 5.143.562.000 δρχ.

από ζημιά που υπέστη η ίδια, λόγω 1) ... και 2) ... . Η εν λόγω λοιπόν ένσταση περί εξοφλήσεως με συμψηφισμό που έγινε εξωδίκως, κρίνεται απαράδεκτη, αφού όπως συνομολογείται αλλά και προκύπτει ότι για την ίδια ακριβώς απαίτηση που υποστηρίζει η α' εναγομένη πιστούχος εταιρεία ότι έχει προτείνει εξώδικο συμψηφισμό, έχει ασκήσει κατά της ενάγουσας την από 28-12-1987 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ήδη έχει εκδοθεί η με αριθμ. 2514/2005 οριστική απόφασή του, με την οποία η αγωγή αυτή απερρίφθη ως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, οπότε για την ίδια απαίτηση δεν μπορεί να διεξαχθεί νέα δίκη ούτε να προταθεί σε συμψηφισμό σε άλλη δίκη σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 222 ΚΠολΔ".

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο, ότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την προβληθείσα ένσταση εξοφλήσεως δια συμψηφισμού "αντί να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση της υποθέσεως ως προς την εν λόγω ένσταση".

Ο λόγος αυτός αλυσιτελώς και χωρίς έννομο συμφέρον προβάλλεται, διότι, υπό τις ανωτέρω εκτεθείσες παραδοχές του Εφετείου, είναι προφανές ότι το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε απαράδεκτη την εν λόγω ένσταση εξοφλήσεως, λόγω της εκκρεμοδικίας που δημιουργήθηκε με την άσκηση της προγενέστερης αγωγής της πρωτοφειλέτριας αναιρεσείουσας, το περιεχόμενο της οποίας, όπως δεν αμφισβητείται, ταυτίζεται απολύτως με το περιεχόμενο της προβληθείσης ενστάσεως εξοφλήσεως, η παράλειψή του δε να αναστείλει την εκδίκασή της μέχρι περατώσεως της επί της αγωγής της αναιρεσείουσας δίκης, δεν ιδρύει τον από την ανωτέρω διάταξη αναιρετικό λόγο.

Και είναι βέβαια γεγονός ότι η εν λόγω εκκρεμοδικία, έπαυσε με την, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, έκδοση της υπ' αριθμ. 2514/2005 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που απέρριψε την προγενέστερη αγωγή της πρώτης αναιρεσείουσας ως αόριστη, πλην όμως, η μη αμφισβητούμενη άσκηση νέας αγωγής της πρώτης αναιρεσείουσας για την ίδια επίδικη διαφορά, δημιούργησε νέα εκκρεμοδικία και εντεύθεν νέο απαράδεκτο, έτσι ώστε, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε το Εφετείο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 578 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, κατά το μέρος που ο ίδιος λόγος αναφέρεται σε παραβίαση των διατάξεων του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και άρθρου 1 του 1ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής είναι απαράδεκτος, προεχόντως, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται το σφάλμα περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, ενώ η παραβίαση, κατ' εκτίμηση, της αναφερόμενης διάταξης του άρθρου 222 ΚΠολΔ, η οποία αποτελεί δικονομικό κανόνα, δεν ελέγχεται με τον προκείμενο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

λόγο αναιρέσεως. Τέλος, ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την ένσταση επισχέσεως που πρόβαλαν παραδεκτά οι αναιρεσείοντες, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως μη νόμιμη ή ως ουσιαστικά αβάσιμη είναι απαράδεκτος, προεχόντως, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειόντων από την διαφορετική αιτιολογία της απορρίψεως της ενστάσεως αυτής.

Η κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ αναστολή της δίκης, για το λόγο ότι η διάγνωση της διαφοράς, ολικά ή εν μέρει, εξαρτάται από την ύπαρξη μιας έννομης σχέσης, που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς, αφήνεται στην κυριαρχική και για το λόγο αυτό αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστή (ΑΠ 207/2008). Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε το αίτημα των αναιρεσειόντων για αναβολή της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση μέχρι εκδόσεως αποφάσεως επί της εκκρεμούς δίκης αυτών στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών περί της ανταπαιτήσεως της πρώτης των αναιρεσειόντων κατά της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, την οποία είχε προβάλει εξωδίκως σε συμψηφισμό, είναι απαράδεκτος.

Κατά το άρθρο 325 ΑΚ, αν ο οφειλέτης έχει κατά του δανειστή ληξιπρόθεσμη αξίωση συναφή προς την οφειλή του, εφ' όσον δεν προκύπτει κάτι άλλο, δικαιούται να αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής μέχρις ότου ο δανειστής εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει. Συνάφεια μεταξύ αξιώσεως και ανταξιώσεως υπάρχει, όταν οι δύο απαιτήσεις προέρχονται από την ίδια έννομη σχέση ή εξ αφορμής αυτής.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο απέρριψε την προβληθείσα από τους αναιρεσείοντες ένσταση επισχέσεως της επίδικης απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, προερχόμενη από τη σύμβαση αναδανεισμού που είχε καταρτισθεί μεταξύ της πρώτης αναιρεσείουσας και της αναιρεσίβλητης, την εκπλήρωση των όρων της οποίας εγγυήθηκαν οι λοιποί αναιρεσείοντες κατά το μέτρο της ευθύνης του έκαστος, προς ανταπαιτήσεις της πρώτης αναιρεσείουσας, ποσού 5.143.562.000 δραχμών, προερχόμενες 1) από την μη χορήγηση από την αναιρεσίβλητη της συμφωνημένης χρηματοδοτήσεως υπό την μορφή εγγυητικής επιστολής προκαταβολής έργου που επρόκειτο να εκτελέσει στη Λιβύη, με αποτέλεσμα να λυθεί από υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης η εργολαβική σύμβαση που είχε συνάψει με το Δήμο Βεγγάζης Λιβύης και να υποστεί ζημία ύψους 3.250.000.000 δραχμών και β)από τη μη διεκδίκηση από την αναιρεσίβλητη των εκχωρηθεισών σ' αυτήν απαιτήσεων της πρώτης αναιρεσείουσας κατά του Κυπριακού Δημοσίου από την εκτέλεση έργων στην Κύπρο, διεκδίκηση για την οποία αδιαφόρησε η αναιρεσίβλητη, παρά τη χορηγηθείσα σ' αυτήν δικαστική πληρεξουσιότητα.

Στην απόρριψη προέβη το Εφετείο, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι "οι εν λόγω απαιτήσεις της πρώτης αναιρεσείουσας δεν είναι συναφείς κατά την έννοια του άρθρου 325 Α.Κ προς την επίδικη, αφού ούτε από την ίδια έννομη σχέση προέρχονται, ούτε υπάρχει ταυτότητα βιοτικής σχέσης ή ταυτότητα πραγματικών νομικών ή φυσικών γεγονότων από τα οποία απορρέουν οι αξιώσεις και ανταξιώσεις των διαδίκων".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας της αποφάσεως ως προς την απόρριψη της ανωτέρω ενστάσεως, είναι απαράδεκτος, διότι ο αναιρετικός αυτός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα του ισχυρισμού και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε ως μη νόμιμη, όπως εν προκειμένω, την ένσταση αυτή.

Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6-16 του ν. 1676/1986 περί Ειδικού Φόρου Τραπεζικών Εργασιών (Ε.Φ.Τ.Ε), απέρριψε το σχετικό λόγο της εφέσεώς τους κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία υποχρεώθηκαν στην καταβολή του ειδικού αυτού φόρου εκ ποσοστού 8%, είναι απαράδεκτος, ως επί ανακριβούς προϋποθέσεως ερειδόμενος, δεδομένου ότι όπως προκύπτει από την επικυρωθείσα με την προσβαλλόμενη απόφαση υπ' αριθμ. 4844/1997 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οι αναιρεσείοντες δεν υποχρεώθηκαν στην καταβολή τέτοιου φόρου, η δε ως εκ περισσού αναφορά του εφετείου κατά την απόρριψη, του, επί ανακριβούς επίσης προϋποθέσεως, Κατά τον αριθμό 20 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση περιεχομένου εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει στο αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι, όμως, και όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει, έστω και εσφαλμένα αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, διότι πράγματι στην τελευταία αυτή περίπτωση, πρόκειται για αιτίαση αναφερομένη στην εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Σε κάθε περίπτωση, για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε και όχι όταν το έχει απλά συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των από 30/6/1982 και 5/7/1982 πρακτικών συνεδριάσεως των Διοικητικών Συμβουλίων των έκτης και εβδόμης των αναιρεσειουσών εταιρειών με τις επωνυμίες ΑΞΤΕΤΕΑ και Φ.

ΑΕΤΕ αντίστοιχα, όπως τούτο εκτίθεται στο αναιρετήριο, με το να δεχθεί ότι στα ανωτέρω πρακτικά "σαφώς αναφέρεται ότι σκοπός της εγγυήσεως είναι η περαιτέρω χρηματοδότηση με οποιονδήποτε τρόπο της συγγενούς τους πρώτης εναγομένης εταιρείας από την ενάγουσα Τράπεζα και για το λόγο αυτό αποφασίζεται η εγγύηση για το σύνολο των υφισταμένων απαιτήσεων που προαναφέρθηκαν, χωρίς αναφορά κάποιου επιπλέον όρου", ενώ, κατά τις αναιρεσείουσες, στα πρακτικά αυτά γίνεται ιδιαίτερη αναφορά ότι η παροχή εγγυήσεως γίνεται υπό τον όρο χορηγήσεως από την αναιρεσίβλητη εγγυητικής επιστολής και έτσι κατέληξε στο επιζήμιο για τις ανωτέρω δύο αναιρεσείουσες αποδεικτικό πόρισμα ότι οι επίμαχες συμβάσεις εγγυήσεως είναι σύμφωνες με τις αποφάσεις των Διοικητικών Συμβουλίων των εταιρειών αυτών.

Όμως, ανεξαρτήτως του ότι με την επικαλούμενη αιτίαση πλήττεται το διαφορετικό συμπέρασμα του Εφετείου από την εκτίμηση των ανωτέρω εγγράφων, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στο απολύτως σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, περί του ότι οι ένδικες συμβάσεις εγγυήσεως δεν καταρτίσθηκαν υπό την αίρεση χορηγήσεως από την αναιρεσίβλητη τράπεζα εγγυητικής επιστολής, απορρίπτοντας μάλιστα ρητά το σχετικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, από όλα τα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα, από τις ένορκες καταθέσεις των ενώπιον του Εισηγητή εξετασθέντων μαρτύρων των διαδίκων και από όλα τα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και τα ανωτέρω πρακτικά, των οποίων το περιεχόμενο συνεκτίμησε και αξιολόγησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.

Με τα δεδομένα αυτά, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος.

Ως "πράγματα", που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, νοούνται πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι, παραδεκτώς προτεινόμενοι, στηρίζουν κατά το νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση του διαδίκου (αγωγή, ένσταση, ανακοπή, ένδικο μέσο). Αυτός ο λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε, έστω και εσφαλμένα, για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.

Στην προκειμένη περίπτωση με τους πέμπτο, έκτο και έβδομο λόγους αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από την ανωτέρω διάταξη, διότι δεν έλαβε υπόψη τον παραδεκτά προβληθέντα ισχυρισμό τους περί ακυρότητας των συμβάσεων εγγυήσεως που κατάρτισαν με την αναιρεσίβλητη Τράπεζα οι τρίτη έως και εβδόμη αναιρεσείουσες εταιρείες, διότι οι εγγυήσεις αυτές χορηγήθηκαν καθ' υπέρβαση του εταιρικού σκοπού των εν λόγω εταιρειών.

Ειδικότερα, ισχυρίζονται, ότι α)αναφορικά με τις ανώνυμες εταιρείες (έκτη και έβδομη των αναιρεσειουσών), το Εφετείο δεν ερεύνησε τον ισχυρισμό τους κατά το σκέλος του ότι "η αγορά μετοχών από τις εταιρείες αυτές από έναν εκ των μετόχων της πρωτοφειλέτιδας πιστούχου εταιρείας με την επωνυμία ΞΕΚΤΕ Α.Ε (πρώτης αναιρεσείουσας), δεν συνιστούσε συναλλαγή μεταξύ των εταιρειών και εν πάση περιπτώσει δεν έτεινε σε ευόδωση του εταιρικού σκοπού των εγγυητριών, δεδομένου ότι ο σκοπός και το αντικείμενο αυτών είναι εντελώς διάφορος εκείνου της πρωτοφειλέτιδας", β)αναφορικά με την πέμπτη αναιρεσείουσα εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, δεν ερεύνησε τον ισχυρισμό τους ότι η δοθείσα από αυτήν εγγύηση ήταν άκυρη, διότι δεν ενέπιπτε στον εταιρικό σκοπό αυτής και τέλος γ) αναφορικά με τις προσωπικές εταιρείες (τρίτη και τέταρτη αναιρεσείουσες), ότι οι χορηγηθείσες εγγυήσεις δόθηκαν καθ' υπέρβαση του εταιρικού σκοπού αυτών, ο οποίος δεν επέτρεπε την παροχή εγγυήσεων υπέρ τρίτων.

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε εκ του πράγματος τους ισχυρισμούς αυτούς σε σχέση με τις ανώνυμες εταιρείες και την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ρητά σε σχέση με τις προσωπικές εταιρείες, δεχόμενο ειδικότερα, για μεν τις ανώνυμες εταιρείες ότι τα Διοικητικά Συμβούλια των εταιρειών αυτών έκριναν ότι οι εταιρείες τους έχουν στενούς δεσμούς με την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία ΞΕΚΤΕ Α.Ε, "...

καθόσον από το σύνολο των μετοχών της υπέρ ης η εγγύηση, ανερχόμενο στο ποσό των 508.425 οι 40.200 μετοχές ανήκουν στην εγγυήτρια εταιρεία ΑΞΤΕΤΕΑ Α.Ε(έκτη αναιρεσείουσα) και επίσης η πρώτη έχει παραχωρήσει μηχανήματα αξίας 100.000.000 δραχμών χωρίς μίσθωμα προκειμένου να τα χρησιμοποιήσει σε κατασκευή έργων υποδομής και εγκατάσταση ξενοδοχειακών επιχειρήσεων, οπότε είναι προφανής η ωφέλεια για την εγγυήτρια εταιρεία από τη δανειοδότηση της υπέρ ης εγγύηση", και "...καθόσον (η εγγυήτρια εταιρεία Φ.

Α.Ε.Τ.Ε) έχει σημαντικό μέρος των μετοχών της (υπέρ ης η εγγύηση), οπότε από τη δανειοδότηση της υπέρ ης η εγγύηση θα έχουν κέρδος και οι ίδιοι από το έργο που θα κατασκευασθεί με το δάνειο ...", για δε την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, ότι τα μέλη της "συγκάλεσαν γενική συνέλευση όπου αποφάσισαν ότι εταιρεία τους έχει στενούς δεσμούς με την υπέρ ης η εγγύηση, αφού αποφασίσθηκε η αγορά μετοχών από αυτήν αξίας 1.620.000 δραχμών και επομένως είναι προς το συμφέρον της να εγγυηθεί προς την αναιρεσίβλητη τις αναφερόμενες ως άνω πιστώσεις προς την πρωτοφειλέτιδα" και τέλος για τις προσωπικές εταιρείες, ότι "και αν ακόμη η παροχή των εγγυήσεων ενεργήθηκε καθ' υπέρβαση του εταιρικού σκοπού των εταιρειών αυτών, η ομοφώνως δοθείσα από όλους τους παραστάντες κατά την κατάρτιση των συμβάσεων εταίρους συναίνεση και έγκριση χορηγήσεως της εγγυήσεως, δεν καθιστά άκυρη αυτή".

Οι ίδιοι ως άνω λόγοι κατά το μέρος τους με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του ν. 2190/1920 περί Ανωνύμων Εταιρειών, του ν. 3190/1995 περί Εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης και τις όμοιες του ΕΝ και του ΑΚ που αναφέρονται στον εταιρικό σκοπό και τις εντός του πλαισίου αυτού ασκούμενες πράξεις διαχειρίσεως και εκπροσωπήσεως των εταιρειών, είναι απαράδεκτοι, προεχόντως, λόγω της αοριστίας τους, διότι δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο οι συγκεκριμένες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν ούτε σε τι συνίσταται το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας.

Τέλος, ο ίδιος ανωτέρω έκτος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης και ειδικότερα της ανεπάρκειας αιτιολογιών ως προς το ζήτημα υπερβάσεως του εταιρικού σκοπού της πέμπτης αναιρεσείουσας με την χορηγηθείσα εγγύηση, είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, εφόσον δεν καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να περιλαμβάνει για την πληρότητά της.

Με τον όγδοο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 1 ΚΠολΔ πλημμέλειες, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον τέταρτο λόγο της εφέσεώς τους, με τον οποίο ισχυρίσθηκαν ότι αν ερμηνεύονταν τα ένδικα από 12/7/1982 πρόσθετα σύμφωνα εγγυήσεως κατά τις διατάξεις των άρθρων 173, 200 και 288 ΑΚ, με βάση τις παραμέτρους που καθορίζουν και στο αναιρετήριο, θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι οι ένδικες συμβάσεις εγγυήσεως τελούσαν υπό τον όρο της εκδόσεως από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα και ευδοκιμήσεως της εγγυητικής επιστολής προς την Λιβυκή Τράπεζα UMMA BANK.

O λόγος είναι απαράδεκτος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δεν διέγνωσε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων στις επίδικες συμβάσεις εγγυήσεως ώστε να τίθεται θέμα ερμηνείας αυτών, κατόπιν προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, αλλά αντίθετα προέβη σε εκτίμηση του περιεχομένου τούτων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και αποφάνθηκε ρητά ότι δεν περιεχόταν στις συμβάσεις αυτές ο επικαλούμενος από τους αναιρεσείοντες όρος.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη των αναιρεσειουσών στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23 Μαίου 2007 αίτηση των 1)Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ξυλουργικαί-Εμπορικαί-Κτηματικαί Επιχειρήσεις ΞΕΚΤΕ Α.Ε", 2) Ι. Φ., 3) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ο.Ε Ανοικοδομήσεως Εκμεταλλεύσεως του ακινήτου οδού ...-Θ.-Α. Ι.Φ.-Η. Α.Φ.-Ι. Ι. Φ.", 4) Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ο.Ε Ανοικοδομήσεως και Εκμεταλλεύσεως ακινήτου οδού ... και ...- Α. Ι.Φ.-Η. Α.Φ.-Ι. Ι.,Φ.2", 5) Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "Οικοδομικά Έργα και Επιχειρήσεις Ε.Π.Ε", 6) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΞΤΕΤΕΑ Ανώνυμος Ξενοδοχειακή, Τουριστική, Εμπορική και Τεχνική Εταιρεία Αθηνών" και 7) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Φ. Ανώνυμος Εταιρεία Τουριστικών Επιχειρήσεων", για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1798/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουλίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Αυγούστου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ