Legislator Case Law & Legislation
1377/2011 AI generated

1377/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1377/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1377/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αυτό όμως, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, δεν ήταν επιτρεπτό, και υπάρχει εντεύθεν, παραβίαση της διάταξης του άρθρου 897 §6 Κ.Πολ.Δ., συνακόλουθα δε, το παραπάνω δικαστήριο, υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια. Άρα, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, ως βάσιμος.

Keywords

AI generated
second exchange of briefs revocation of allocated number multi-stage procedure challenge of cancellation reconsideration of expulsion withdrawal of action
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1377 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1377/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Α., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Χαλιακόπουλο.

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "Ανώνυμη γενική Εταιρεία Τσιμέντων ΗΡΑΚΛΗΣ" που εδρεύει στην Λυκόβρυση Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δευκαλίωνα Ρεδιάδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25-7-2008 και 15-9-2009 αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Πειραιώς, για ακύρωση της υπ'αριθ. 1/2008 απόφασης διαιτησίας.

Εκδόθηκε η 340/2009 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζητά ο αναιρεσείων με την από 13-5-2009 αίτησή του και τους από 1-6-2010 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 1-10-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης. της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 1 Κ.ΠΟΛ.Δ αναίρεση επιτρέπεται, πλήν άλλων και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Αυτό υπάρχει όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία η κοινή εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου δηλαδή κανόνα, ο οποίος ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις.

Εσφαλμένη, κατ' ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, ανέλεγκτα ο δικαστής της ουσίας υπαγόταν στον κανόνα αυτόν ή, αντίστροφα, εφαρμόσθηκε ο κανόνας αυτός και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (Ολ.

ΑΠ 36/1988, Ολ. ΑΠ 4/2006, ΑΠ 159/2004). Για να είναι ορισμένος και, άρα, παραδεκτός ο λόγος αυτός πρέπει: 1) να αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης και μάλιστα ενάριθμα η συγκεκριμένου ουσιαστικού νόμου που παραβιάστηκε (Ολ. ΑΠ 32/1996, ΑΠ 1069/1983, ΑΠ 1148/1989, ΑΠ 1459/1997, ΑΠ 1658/1998, ΑΠ 1676/1998), καθώς και το περιεχόμενο της, 2) η νομική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, για την έννοια της διάταξης αυτής και 3) το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό της σφάλμα (Ολ.

ΑΠ 32/1996), επιπρόσθετα δε, αν η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, απαιτείται να αναφέρονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της κρίσης του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού (Ολ. ΑΠ 27/1998, ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1353/2001).

Και τούτο, γιατί μόνο κατ' αυτό τον τρόπο, μπορεί να κριθεί, αν η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟΛ. ΑΠ 27/1998, ΑΠ 1036/2000 ΑΠ 1353/2001). Έχει δε κριθεί, ως διάταξη ουσιαστικού δικαίου και εκείνη του άρθρου 897 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 295/1999), αφού οι λόγοι ακυρότητας που εκεί μνημονεύονται αποτελούν ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.

ΑΠ 13/1995). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 897 αρ. 6 Κ.Πολ.Δ. η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί στο σύνολο της ή κατά ένα μέρος, μόνο με δικαστική απόφαση, αν είναι αντίθετη προς διατάξεις δημόσιας τάξης ή προς τα χρηστά ήθη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, κανόνες δημόσιας τάξης νοούνται οι κανόνες αναγκαστικού δικαίου του άρθρου 3 του ΑΚ (ΑΠ 1601/2009).

Δηλαδή, η έννοια των "κανόνων δημόσιας τάξης" συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 3 του ΑΚ, που ; επίσης, αναφέρει "κανόνες δημόσιας τάξης" (ΑΠ 40/2010, ΑΠ 537/2007, 434/2007). Η παραπάνω παράβαση πρέπει να προκύπτει άμεσα, από τις παραδοχές του αιτιολογικού και του διατακτικού της ελεγχόμενης διαιτητικής απόφασης, με βάση τα πραγματικά δεδομένα, τα οποία, ανέλεγκτα, δέχτηκε ο διαιτητής, το δε Εφετείο, κρίνοντας για λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης από την ίδια διάταξη, για αντίθεση της προς κανόνα δημόσιας τάξης και για την εκφορά του αντίστοιχου αξιολογικού πορίσματος του, ερευνά και κρίνει μόνο τις ίδιες παραδοχές σε συνδυασμό με το αιτιολογικό της διαιτητικής απόφασης (Ολ.

ΑΠ 13/1995), με τις ίδιες δε, παραδοχές, παραδεκτά, επίσης επισκοπούμενες, ερευνάται η βασιμότητα του αντίστοιχου αναιρετικού λόγου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 40/2010). Περαιτέρω, η ιδιωτική βούληση δεν μπορεί να αποκλείσει την εφαρμογή των παραπάνω κανόνων, κανόνων που συγκροτούν τα θεμέλια του κρατικού, κοινωνικού και οικονομικού συστήματος της χώρας, είναι δηλαδή κανόνες αναγκαστικού δικαίου (cjus cogens).

Η έννοια της δημόσιας τάξης του άρθρου 3 ΑΚ, είναι διαφορετική από την έννοια της δημόσιας τάξης του άρθρου 33 ΑΚ, όπως προκύπτει και από τη γραμματική διατύπωση των δύο διατάξεων, καθώς στη μία διάταξη η δημόσια τάξη είναι αντίθετη προς την ιδιωτική βούληση, στην δε άλλη (άρθρο 33 ΑΚ) στον αλλοδαπό νόμο (ΑΠ 6/1990).

Η διάταξη του άρθρου 33 ΑΚ, κατά την οποία, διάταξη αλλοδαπού δικαίου δεν εφαρμόζεται, αν η εφαρμογή της προσκρούει στα χρηστά ήθη ή, γενικά, στη δημόσια τάξη είναι στενότερη από εκείνη του άρθρου 3 ΑΚ, γιατί οι κανόνες του αναγκαστικού δικαίου, στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 3 ΑΚ, δεν αποτελούν κανόνες δημόσιας τάξης με την έννοια του άρθρου 33 ΑΚ.

Επί πλέον, τα οριζόμενα στο άρθρο 3 ΑΚ, τίθενται με την έννοια κανόνα δικαίου που δεν επιτρέπει αντίθετη συμφωνία των μερών, ενώ τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 33 ΑΚ, ενσαρκώνουν τη βασική αντίληψη για τον κρατούντα βιοτικό ρυθμό, περικλείουν τις βασικές αντιλήψεις πολιτειακού, κοινωνικού και οικονομικού χαρακτήρα, οι οποίοι διαπνέουν το ελληνικό δίκαιο και αποκρούουν αντίθετες έννομες συνέπειες, που επέρχονται σε εφαρμογή αλλοδαπού κανόνα δικαίου.

Ο θεσμός της παραγραφής δε, ανάγεται στη δημόσια τάξη (ΑΠ 399/2000, ΑΠ 338/1977, ΑΠ 202/1971).Τέλος, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των αθρων 289§4 και 291 του Ν.3816/1958 "Περί κυρώσεως του Κωδικός Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου" (Κ.Ι.Ν.Δ.),σε ετήσια παραγραφή, η οποία αρχίζει μόλις λήξει το έτος, στο οποίο συμπίπτει η αφετηρία της, υπόκεινται, εκτός των άλλων, και οι αξιώσεις από τη σύμβαση ναύλωσης μεταφοράς επιβατών ή πραγμάτων και από τη μη εκτέλεση ή τη μη προσήκουσα εκτέλεση της σύμβασης.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση (αρθρ. 561§2 Κ.Πολ.Δ.βλ. και ΑΠ 360/1997, ΑΠ 280/1992 και ΑΠ 831/1994) της διαιτητικής απόφασης, για την ακύρωση της οποίας αποφάνθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει:α)κρίθηκε διαφορά μεταξύ των διαδίκων, από μεταφορά υλικών της αναιρεσίβλητης εταιρείας, με πλοία αναιρεσείουσας, β) η παραπάνω διαιτητική απόφαση μόνιμη διαιτησία του Ναυτικού Επιμελητηρίου της Ελλάδας), έκρινε, πως πρόκειται, πράγματι, για σύμβαση έργου και όχι για σύμβαση ναύλωσης, συνακόλουθα δε η ένδικη αξίωση υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή της διάταξης του άρθρου 249 ΑΚ, και όχι στις διατάξεις του ΚΙΝΔ, αλλ' ούτε και στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αρ.1 ΑΚ.

Η προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνοντας για την ακύρωση της πιο πάνω (με αριθμό 1/2008) διαιτητικής απόφασης, στα πλαίσια του προσβαλλόμενου, συναφώς, λόγου από τη διάταξη του άρθρου 897 §6 ΚΠΔ δέχτηκε, ότι:- -"Κατά τη διάταξη του άρθρου 897 αριθμ. 6 ΚΠολΔ, η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί ολικά ή εν μέρει και όταν είναι αντίθετη προς διατάξεις δημόσιας τάξης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο λόγος ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης ιδρύεται όταν η αντίθεση προκύπτει ευθέως από το περιεχόμενο της στο σύνολο της, δηλαδή όχι μόνο από το διατακτικό της, αλλά και από το αιτιολογικό της (ΟΛ ΑΠ 13/1995 ΕλλΔνη 3995.1524, ΑΠ 1273/2003 ΕλλΔνη 2004.417). Ως διατάξεις δημόσιας τάξης προς τις οποίες δεν μπορεί να αντίκειται η ημεδαπή διαιτητική απόφαση νοούνται οι κανόνες αναγκαστικού δικαίου των οποίων η εφαρμογή δεν μπορεί να αποκλειστεί με τη συμφωνία περί διαιτησίας (αρθρ. 890 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Δηλαδή, η έννοια των κανόνων δημόσιας τάξης του άρθρου 897 ΚΠολΔ συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 3 ΑΚ που αναφέρεται σε διατάξεις του λεγόμενου αναγκαστικού δικαίου(Jus Gogens). Η έννοια της "δημόσιας τάξης" στα προαναφερθέντα άρθρα 897 αρ.6, 890 παρ.2 ΚΠολΔ και 3 ΑΚ, είναι διαφορετική εκείνης του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου (άρθρα 33 ΑΚ, 323 αρ. 5, 5 αρ. 6, 905 παρ. 2 και 906 ΚΠολΔ), όπως προκύπτει από το γράμμα των διατάξεων αυτών που αναφέρονται όχι σε "διατάξεις δημόσιας τάξης" όπως στο άρθρο 897 αρ. 6 ΚΠολΔ, αλλά "γενικά στη δημόσια τάξη" (33 ΑΚ), ή "προς τη δημόσια τάξη" (323 αρ. 5, 903 αρ. 6, 905 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Με τις τελευταίες διατάξεις σκοπείται η παρεμπόδιση εισαγωγής στην Ελλάδα ρυθμίσεων (είτε υπό τη μορφή της εκτέλεσης στην Ελλάδα αλλοδαπής δικαστικής απόφασης είτε παραγωγής από αυτές δεδικασμένου), οι οποίες αντιβαίνουν στις βασικές και θεμελιώδεις σημασίας αρχές που διέπουν το βίο στη χώρα (ΑΠ 537/2007, 434/2007, ΑΠ 133/2006, δημ εις Νόμος ΑΠ 1441/2000 ΕλλΔνη 2001.400, ΑΠ 1726/1991 ΕλλΔνη 34. 588, ΑΠ 1490/1991 ΕλλΔνη 34. 1073, ΑΠ 1441/2000 ΕλλΔνη 42.399, Εφ.

Αθ. 2084/2006 ΔΕΕ 2008.1296, Εφ, Αθ. 3459/2003 ΕλλΔνη 2007.50, ΕφΑΘ 7725/2000, ΔΕΕ 2001. 907, ΕφΠειρ 892/1991 Δ 23.808, Β. Βαθρακοκοίλη Κωδ. Πολιτ. Δικονομίας, στο άρθρο 897 σελ. 868 αρ. 40, Κ. Μπέης Πολιτ. Δικον. σελ. 528). Στις διατάξεις του αναγκαστικού δικαίου περιλαμβάνονται και οι διατάξεις για την παραγραφή, δεδομένου ότι από το σκοπό της παραγραφής, η οποία εξυπηρετεί την ασφάλεια δικαίου και από το γενικότερο κοινωνικό συμφέρον, το οποίο την επιβάλλει, αναδεικνύεται ο χαρακτήρας αυτής ως θεσμού αναγκαστικού δικαίου, ήτοι θεσμού που ανήκει στην εσωτερική δημόσια τάξη κατά την έννοια του άρθρου 3 ΑΚ (άρθρα 275 και 276 ΑΚ, ΑΠ 399/2000 Δίκη 2003.206, ΕφΑΘ 7725/2000 ΔΕΕ 2001.907 κα! ΑΚ Γεωργιάδη Σταθόπουλου, εισαγωγικές παρατηρήσεις στα άρθρα 247-280 αριθμ. 3, Τούση ΓενΑρχ του Αστικού Δικαίου ημέτ.

β' (1938) και 168 σελ. 727, 728 ) Κ. Σημαντήρα: Γενικαί Αρχαί Αστικού Δικαίου αρ. 1036). Με τις παραπάνω παραδοχές της, όμως, η απόφαση αυτή περιορίσασα την έρευνα της για παράβαση των περί παραγραφής διατάξεων, ως κανόνων δημόσιας τάξης, στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 3 ΑΚ, και όχι, με βάση τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 33 ΑΚ, ορθά έκρινε, σύμφωνα με όσα προπαρατέθηκαν, και δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 897 αρ.6, 259, 291 ΚΙΝΔ και 3, 33 ΑΚ.

Άρα, οι τα αντίθετα προβάλλοντες δύο λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 559 αρ.1, 8 και 19 του Κ.Πολ.Δ., πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

II. Η ανεπαρκής αιτιολογία ή η ενδεχόμενη εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νομικών κανόνων, δεν αρκούν για να θεμελιώσουν τον, κατά το άρθρο 897 αρ 6 Κ.Πολ.Δ. λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, εφ' όσον από αυτές, σε συνδυασμό με το διατακτικό της απόφασης, δεν παράγεται κατάσταση αντίθετη προς θεμελιώδεις πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές ή ηθικές αντιλήψεις της Ελληνικής έννομης τάξης, ενώ η εσφαλμένη εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης από τους διαιτητές, δεν αποτελεί λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης.

Ακόμη, η εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου ή η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, δεν αποτελούν υπέρβαση εξουσίας των διαιτητών (σχ. Ολ. ΑΠ 13/1995, ΑΠ 408/2010, ΑΠ 1601/2009, ΑΠ 1334/2008, ΑΠ 537/2007, ΑΠ 2049/2006, ΑΠ 1273/2003). Στην ερευνώμενη υπόθεση, η προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε εκπρόσθετα, για τους σ' αυτή μνημονευόμενους λόγους ότι "...

η από 18-11-1992 έγγραφη σύμβαση, την οποία οι ίδιοι οι συμβαλλόμενοι τιτλοφόρησαν ως σύμβαση ναύλωσης, φέρει πράγματι όλα εκείνα τα ιδιαίτερα προσδιοριστικά στοιχεία που την χαρακτηρίζουν ως σύμβαση ναύλωσης όπως αυτή προβλέπεται και ρυθμίζεται στα άρθρα 107 έως 189 του ΚΙΝΔ και κατά συνέπεια οι αξιώσεις από την επίδικη ναύλωση υπόκειται στη ....

παραγραφή του άρθρου 289 παρ.4 του Κ!ΝΔ... με το να χαρακτηρίζει, όμως το ως άνω Διαιτητικό Δικαστήριο, την προαναφερθείσα σύμβαση, ως σύμβαση έργου, στηριχθέν σε λανθασμένη ερμηνεία της σύμβασης και να μην εφαρμόσει επ' αυτής τις ειδικές διατάξεις για τη ναύλωση, παραβίασε την, κατά τα προεκτεθέντα διάταξη δημόσιας τάξης του άρθρου 289 παρ.4 του ΚΙΝΔ περί παραγραφής, που ήταν εφαρμοστέα...".

Έτσι, όμως, κρίνοντας, η προσβαλλόμενη απόφαση θεώρησε, πως εσφαλμένα αποφάνθηκε για την επίδικη σύμβαση το Διαιτητικό Δικαστήριο, ως προς το χαρακτηρισμό της, και, συνακόλουθα, εσφαλμένα ερμήνευσε τους νομικούς κανόνες περί παραγραφής και εχώρησε στην ακύρωση της, για το λόγο που προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 897 αρ. 6 Κ.Πολ.Δ.

Αυτό όμως, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, δεν ήταν επιτρεπτό, και υπάρχει εντεύθεν, παραβίαση της διάταξης του άρθρου 897 §6 Κ.Πολ.Δ., συνακόλουθα δε, το παραπάνω δικαστήριο, υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ.1 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια. Άρα, πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, ως βάσιμος.

ΠΙ. Στη συνέχεια, η προσβαλλόμενη απόφαση προκειμένου να στηρίζει το νομικό συλλογισμό της, διέλαβε, πλην άλλων, και τα ακόλουθα: "η ενδεχόμενη εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή νομικών κανόνων ή η κακή εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών δεν αρκούν για να θεμελιώσουν τον προβλεπόμενο στο αρθρ. 897 αρ. 6 ΚΠολΔ λόγο ακύρωσης, αλλ' απαιτείται η συνδρομή και άλλων προϋποθέσεων (ΑΠ 537/2007, ΑΠ 2049/2006, ΑΠ 1273/2003 ο.π.).

Αν, όμως, προβάλλεται παραβίαση από τους διαιτητές των διατάξεων δημόσιας τάξης, στις οποίες, κατά τα προεκτεθέντα, περιλαμβάνονται και αυτές που αφορούν την παραγραφή, μπορεί να θεμελιωθεί λόγος ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης εφόσον, α) κάθε ερμηνευτικό σφάλμα αυτής συνεπάγεται, αναγκαία, ευθεία παράβαση του εφαρμοζόμενου κανόνα δικαίου, και β) η εσφαλμένη εφαρμογή του κανόνα δικαίου, που συγκροτεί τη λεγόμενη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, συνεπάγεται άμεση ή εκ πλαγίου παράβαση του κανόνα αυτού.

Δηλαδή, η διαιτητική απόφαση, που έχει στηριχθεί σε λανθασμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κάποιου κανόνα αναγκαστικού δικαίου παραβιάζει αυτόν τον κανόνα και μπορεί να ακυρωθεί ως αντίθετη σε διατάξεις δημόσιας τάξης...". Ακόμη δε, αφού έκρινε πως έπρεπε να εφαρμοστεί η ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 289 §4 του ΚΙΝΔ, θεώρησε ότι ... "με το να χαρακτηρίσει όμως το ως άνω Διαιτητικό Δικαστήριο την προαναφερθείσα σύμβαση, ως σύμβαση έργου, στηριχθέν σε λανθασμένη ερμηνεία της σύμβασης και να μην εφαρμόσει επ' αυτής της ειδικές διατάξεις για τη ναύλωση, παραβίασε, την, κατά τα προεκτεθέντα, διάταξη δημόσιας τάξης του άρθρου 289 παρ. 4 του ΚΙΝΔ, περί παραγραφής, που ήταν εφαρμοστέα ...".

Με τις παραπάνω παραδοχές, η προσβαλλόμενη απόφαση ανεξάρτητα από τα όσα αναφέρθηκαν στον προηγούμενο λόγο ως προς τις συναφείς με αυτόν, κρίσεις της, δεν περιέχει ασαφείς ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, ούτε παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 897 αρ.6 Κ.Πολ.Δ. Άρα, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης που προβάλλει πλημμέλειες της παραπάνω απόφασης που προβλέπονται από τα άρθρα 559 αρ. 1 καί 19 Κ.Πολ.Δ., πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

IV. Στη συνέχεια, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε και τα ακόλουθα: "Μετά από αυτά, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της με αρ. εκθ. Κατ. 98/25-7-2008, πρώτης από τις δύο συνεκδικαζόμενες αγωγές, παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αυτής, καθώς και του μοναδικού λόγου της δεύτερης, με αρ. εκθ. κατ. 112/17-9-2008 αγωγής (πρβλ Εφ. Αθ. 1366/2006 ΕλλΔνη 2007.247, Εφ. Αθ. 1536/2004, δημ εις Νόμος), αφού όλοι οι λόγοι που αναφέρονται και στις δύο αγωγές κατατείνουν στην ακύρωση της ίδιας Διαιτητικής απόφασης και ο λόγος της δεύτερης αγωγής είναι συμπληρωματικός προς τους λόγους της πρώτης και υποστηρίζει το ίδιο αίτημα αυτής, που είναι ταυτόσημο με το αίτημα της, δηλαδή η ακύρωση της Διαιτητικής απόφασης.

Συνεπώς, πρέπει να γίνουν δεκτές αμφότερες οι αγωγές, ως κατ' ουσίαν βάσιμες".Όμως, έτσι, το Εφετείο, το μεν δέχεται, ότι παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αγωγής χωρίς να αναφέρεται, ειδικότερα, σ' αυτούς το δε κάνει δεκτές αμφότερες τις αγωγές, ως βάσιμες κατ ουσίαν. Μνημονεύει ακόμη, πως ο, μη αναφερόμενος σ' αυτή, λόγος της δεύτερης αγωγής είναι συμπληρωματικός της πρώτης και όλοι οι λόγοι που αναφέρονται και στις δύο αγωγές στοχεύουν στην ακύρωση της ίδιας διαιτητικής απόφασης.

Όμως, η αναφορά αυτή, δεν αρκεί για, την ουσιαστική αποδοχή των παραπάνω αγωγών, εφ' όσον, ούτε ποιοι είναι οι λόγοι ακύρωσης αναφέρεται ούτε ποιους, ακριβώς, κατά περιεχόμενο λόγους υποστηρίζει το αίτημα της ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, ούτε για ποια λόγο πρέπει οι αγωγές να γίνουν δεκτές στην ουσία.

Άρα υπάρχει ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών, εφ' όσον δεν προκύπτουν, για τις προαναφερθείσες παραδοχές, πλήρεις αιτιολογίες (βλ. και ΑΠ 692/1983). Συνακόλουθα, υφίσταται, εν προκειμένω, πλημμέλεια προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. και ο τρίτος, πρόσθετος λόγος, της αναίρεσης που προβάλλει τα παραπάνω, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

Μετά από αυτά, πρέπει για τους παραπάνω λόγους, να αναφερθεί η προσβαλλόμενη απόφαση,. μέσα στα όρια που προπαρατέθηκαν και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς παιρετέρω έρευνα στο ίδιο δικαστήριο , η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 580 αρ 3 ΚΠολΔ).Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσίβλητης , λόγω της ήττας της (αρθρ.176,183 ΚΠολΔ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό 340/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς (τμήμα Ναυτικό).

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Και επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14-12-2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και

δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 5-9-2011.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ .