Legislator Case Law & Legislation
1377/2009 AI generated

Supreme Court allows lawyer's appeal against state refusal to pay fees above statutory minimums.

Case Number 1377/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece overturned the Court of Appeals' dismissal of a lawyer's claim for additional fees. The lawyer argued that the state, as his client, had agreed to pay specific fees based on a 2000 ministerial circular rather than the lower statutory minimums set in the Code of Lawyers. The court ruled that the appellate court erred in law by failing to apply the specific agreement terms, thereby remanding the case for a new trial and ordering the state to cover the lawyer's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 91, 92, 98, 99 of the Code of Lawyers; Article 1314/2000 Ministerial Circular: When a specific agreement between a lawyer and a public entity governs fees, the court must apply that agreement rather than the statutory minimums, and a violation of such substantive rules constitutes grounds for appeal.

Keywords

AI generated
Code of Lawyers fees statutory minimums public entity agreement ministerial circular legal costs award appeal admissibility substantive law violation

Cited Legislation

AI generated
Article 91 of the Code of Lawyers (Law 3026/1954)
Article 92 of the Code of Lawyers (Law 3026/1954)
Article 98 of the Code of Lawyers (Law 3026/1954)
Article 99 of the Code of Lawyers (Law 3026/1954)
Article 23(5) of Presidential Decree 282/1996
Article 7(2) of Law 2753/1999
Common Decision 1314/21.12.2000 of the Ministers of Finance and Justice
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957
Articles 106, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1377 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1377/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαΐου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., συνταξιούχου δικηγόρου, κατοίκου Ηγουμενίτσας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Βρώτσο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντος στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ευφροσύνη Μπερνικόλα, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-4-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 360/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 268/2007 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 26-6-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Αλεξόπουλος ανέγνωσε την από 28-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 91 παρ. 1 του Ν.Δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων" ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δικαστηριακής ή άλλης δαπάνης, την οποία κατέβαλε εξ ιδίων και αμοιβή για κάθε εργασία του δικαστική ή εξώδικη. Ακολούθως, κατά το άρθρο 92 παρ. 1 του αυτού Κώδικα, όπως ισχύει ήδη μετά την προσθήκη του εδ.

β' αυτού με το άρθρο 5 παρ. 3 του Ν.Δ. 4272/1962 και την αντικατάστασή του με το άρθρο 8 του Ν. 1093/1980, η δικηγορική αμοιβή κανονίζεται με συμφωνία του δικηγόρου και του εντολέα ή του αντιπροσώπου του, η οποία περιλαμβάνει είτε όλη τη διεξαγωγή της δίκης, είτε μέρος της, είτε μεμονωμένες πράξεις ή άλλης φύσεως νομικές εργασίες.

Σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των ελαχίστων ορίων, που καθορίζονται από τα άρθρα 98 επ. του ως άνω Κώδικα. Κάθε συμφωνία για λήψη μικρότερης αμοιβής από τα ανωτέρω καθοριζόμενα όρια είναι άκυρη ανεξάρτητα από το χρόνο συνάψεώς της. Εξάλλου, κατά το άρθρο 98 παρ. 1 του εν λόγω Κώδικα, σε περίπτωση ελλείψεως ειδικής συμφωνίας, το ελάχιστο ποσό της αμοιβής του δικηγόρου ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των επομένων άρθρων, κατά δε το άρθρο 99 εδ.

α' του αυτού Κώδικα, το ελάχιστο όριο της αμοιβής επί των πολιτικών υποθέσεων, των ποινικών και ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων και αρχών και των εξώδικων, εκτός των αναφερομένων και για τις δύο περιπτώσεις εξαιρέσεων, είναι ίσο με το γινόμενο των δραχμών, που αναγράφονται στον Κώδικα αυτό και για κάθε ειδική εργασία, επί συντελεστή, ο οποίος με την υπ' αριθμ. 12.398/9.2.1989 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της διατάξεως αυτής και δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. 131/21.2.1989 ΦΕΚ (τεύχος Β'), ορίσθηκε σε 140 μονάδες.

Περαιτέρω, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 23 του π.δ. 282/1996 "Οργανισμός του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 παρ. 4 του ν. 2873/2000, "η αμοιβή των δικηγόρων του Δημοσίου διέπεται από τις διατάξεις του ν.δ. 3026 της 6/8 Οκτωβρίου 1954 "Περί του Κωδικός των Δικηγόρων", όπως εκάστοτε ισχύουν και καθορίζεται στο διπλάσιο από εκείνο που προβλέπεται από αυτές ελάχιστου ορίου για κάθε δικαστική ή εξώδικη ενέργεια.

Σε δικαστικές ή εξώδικες εργασίες, για τις οποίες από διατάξεις του Κώδικα η αμοιβή ορίζεται σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της υπόθεσης, οι δικηγόροι του Δημοσίου αμείβονται, με το διπλάσιο του ελαχίστου ορίου που ορίζεται με τις διατάξεις των άρθρων 100 παράγραφος 4, 107 παράγραφος 1 εδάφιο 2 και 110 παράγραφος 1 του πιο πάνω Κώδικα στην πρώτη περίπτωση και από το άρθρο 161 παράγραφος 4 στη δεύτερη περίπτωση.

Οι αμοιβές αυτές μπορούν κατά την εκκαθάρισή τους είτε να μειωθούν μέχρι του ελάχιστου ορίου που προβλέπουν οι διατάξεις του Κώδικα, όταν πρόκειται για χειρισμό μεγάλου αριθμού ομοίων υποθέσεων ή όταν ο δικηγόρος του Δημοσίου δεν χειρίστηκε την υπόθεση με την προσήκουσα επιμέλεια, είτε να αυξηθούν μέχρι το τετραπλάσιο του ελάχιστου αυτού ορίου όταν επιδείχθηκε από τον δικηγόρο ιδιαίτερο ενδιαφέρον και επιμέλεια".Το ίδιο ακριβώς ορίζεται και με το άρθρο 24 παρ. 5 του ήδη, από 23-12-2002, ισχύοντος, Ν. 3086/2002 "Οργανισμός Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και Κατάσταση των Λειτουργών και Υπαλλήλων".

Εξάλλου, στο άρθρο 51 του ν. 2238/1994 "Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος", όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 παρ. 2 του ν. 2753/1999 "Καθαρό Εισόδημα Ελεύθερων Επαγγελματιών", ορίζεται ότι "Για τις παραστάσεις των δικηγόρων ενώπιον των δικαστηρίων, για τη σύμπραξή τους σε εξώδικες ενέργειες και συμβάσεις, όπως προβλέπουν οι οικείες διατάξεις, καθώς και για κάθε άλλη νομική υπηρεσία που παρέχουν αυτοί στον εντολέα τους καθορίζεται το μήνα Δεκέμβριο κάθε δεύτερου έτους, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ύστερα από γνώμη της Ολομέλειας των δικηγορικών συλλόγων της Ελλάδας, ελάχιστη αμοιβή, ενιαία για όλους τους δικηγορικούς συλλόγους της Χώρας.

Η ελάχιστη αμοιβή, που προβλέπεται από την απόφαση της προηγουμένης παραγράφου, προεισπράττεται από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο με τετραπλότυπα γραμμάτια. Οι δικηγορικοί σύλλογοι υποχρεούνται να ενεργούν παρακράτηση φόρου εισοδήματος με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%) στο ακαθάριστο ποσό των αμοιβών που αναγράφονται στο τετραπλότυπο γραμμάτιο...".

Σε εκτέλεση της εξουσιοδοτικής αυτής διατάξεως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2031/0012/29.12.1999 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης που προσδιόρισε τις ελάχιστες αμοιβές των δικηγόρων για τις παραστάσεις σε δικαστήρια ή σε εξώδικες ενέργειες και συμβάσεις, της οποίας ανεστάλη κατ' αρχήν η εφαρμογή μέχρι την 30.6.2000, δυνάμει της όμοιας υπ' αριθμ. 1007604/132/Α'0012/ΠΟΛ1017/25.1.2000 αποφάσεως των ίδιων Υπουργών.

Στη συνέχεια, με την εκδοθείσα, ομοίως σε εκτέλεση της άνω διατάξεως, υπ' αριθμ. 1314/21.12.2000 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, προσδιορίστηκαν οι ελάχιστες αμοιβές των δικηγόρων και ορίστηκε ότι "οι ελάχιστες αμοιβές για τις παραστάσεις των δικηγόρων ενώπιον των δικαστηρίων για τη σύμπραξή τους σε εξώδικες ενέργειες και συμβάσεις, όπως προβλέπουν οι οικείες διατάξεις, καθορίζονται όπως στο συνημμένο πίνακα", κατά τον οποίο η αμοιβή του δικηγόρου για κάθε δικαστική ενέργεια (σύνταξη αγωγής, προτάσεων, παράσταση) διακυμαίνεται σε εφάπαξ ποσό, ανάλογα με το δικαστήριο ενώπιον του οποίου ενεργείται, του αντικειμένου της δίκης και του αιτουμένου ποσού.

Με τις διατάξεις των ανωτέρω νόμων καθώς και εκείνες της υπ' αριθμ. 1314/2000 ως άνω ΚΥΑ, που ίσχυσε κατά το από 29-12-2000 έως 31-12-2003 χρονικό διάστημα (από 1-1-2004 άρχισε να ισχύει η περιέχουσα όμοια ρύθμιση υπ' αριθ. 1108/2003 ΚΥΑ) δεν καταργήθηκαν οι προαναφερόμενες διατάξεις του Κώδικα των Δικηγόρων, που αφορούν τον καθορισμό του κατωτάτου ορίου αμοιβής όλων των δικηγόρων, δηλαδή και εκείνων του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ.

Οι διατάξεις του Κώδικα αυτού, των οποίων σκοπός είναι όχι μόνο η προστασία του ιδιωτικού συμφέροντος του δικηγόρου ως εργαζομένου, αλλά και η κατοχύρωση του κύρους του δικηγορικού λειτουργήματος ως θεράποντος του δημοσίου συμφέροντος, κατισχύουν εκείνων των ως άνω νόμων και των κατ' εξουσιοδότηση αυτών εκδοθεισών ΚΥΑ στις σχέσεις μεταξύ των συμβαλλομένων, αφού οι διατάξεις αυτών, όπως προκύπτει από το σύνολο του περιεχομένου τους και τις οικείες εισηγητικές εκθέσεις, έχουν φορολογικό χαρακτήρα και αποσκοπούν στη μεταρρύθμιση και απλοποίηση του φορολογικού συστήματος με την καθιέρωση αντικειμενικής φορολογικής μεταχειρίσεως των δικηγόρων προς τον σκοπό της δικαιότερης κατανομής των φορολογικών βαρών, της μειώσεως των οικονομικών στρεβλώσεων, που προκαλεί η φορολογική διάρθρωση στην κατανομή των πόρων, της αυξήσεως της ανταγωνιστικότητας και της προσαρμογής της φορολογίας στο ενοποιούμενο διεθνές οικονομικό περιβάλλον.

Έτσι, όταν η καθοριζόμενη με βάση τον Κώδικα Δικηγόρων για κάθε κατά περίπτωση ενέργεια ελάχιστη αμοιβή είναι μεγαλύτερη από εκείνη, που καθορίζεται με βάση την ως άνω ΚΥΑ, τότε οφείλεται η μεγαλύτερη αυτή αμοιβή. Όταν όμως είναι μικρότερη, τότε οφείλεται η καθοριζόμενη με βάση την ΚΥΑ μεγαλύτερη ελάχιστη αμοιβή, διότι θα ήταν άνισο οι δικηγόροι να αμείβονται με τα ελάχιστα όρια του Κώδικα των Δικηγόρων και να φορολογούνται για μεγαλύτερο εισόδημα.

Συνεπώς, σε περίπτωση αναθέσεως από μέρους του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. εντολής σε δικηγόρο να ενεργήσει για λογαριασμό του ενώπιον δικαστηρίου, υποχρεούνται αυτά, υπό την ισχύ της υπ' αριθμ. 1.314/21.12.2000 ΚΥΑ (από 29-12-2000 έως 31-12-2003), να καταβάλουν στον εν λόγω δικηγόρο την αντίστοιχη αμοιβή, που προβλέπεται από τις διατάξεις αυτής και όχι το ελάχιστο όριο αμοιβής, που προβλέπεται στον Κώδικα Δικηγόρων.

Τέλος, ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ο οποίος παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής του, ή να εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με την ένδικη από 6.4.2004 αγωγή του, ιστορώντας ότι ως τακτικός δικηγόρος του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, κατά τα έτη 2001, 2002 και 2003, χειρίστηκε κατ' εντολή του τις λεπτομερώς αναφερόμενες υποθέσεις του ενώπιον των δικαστηρίων και παραστάθηκε για την υποστήριξη των συμφερόντων του, προβαίνοντας στις εκτιθέμενες ενέργειες και εργασίες, και ότι οι αντίστοιχες αμοιβές του καθορίσθηκαν, εκκαθαρίσθηκαν και εγκρίθηκαν από το αναιρεσίβλητο με βάση τις ειδικές για το Δημόσιο διατάξεις του άρθρου 23 παρ. 5 του Π.Δ/τος 282/1996 και των άρθρων 100 επ του Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν.Δ 3026/1954) και όχι με βάση τις ανωτέρω για τις συγκεκριμένες ενέργειες αμοιβές που προβλέπονται με την ΚΥΑ 1314/21-12-2000, ζήτησε να υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο Δημόσιο να του καταβάλει την ανερχόμενη στο ποσό των 75.819,54 ευρώ σχετική διαφορά.

Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η υπό δίκη αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις παραπάνω αναλυτικά εκτιθέμενες διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 2 του ν. 2753/1999 και τις υπ' αριθ. 1314/21-12-2000 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης. Ωστόσο το Εφετείο έκρινε μη νόμιμη την αγωγή και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος δικηγόρου κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης αποφάσεως.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και συνεπώς ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ μοναδικός λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 268/2007 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος το αναιρεσίβλητο Δημόσιο, ως ηττώμενο πρέπει να καταδικασθεί στα περιοριζόμενα, κατά το μέτρο του άρθρου 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου αυτού (άρθρα 106, 176, 183 και 191 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 268/2007 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας.

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα περιοριζόμενα μερικώς δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τριακόσια πενήντα (350) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ