1377/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1377/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 25/2002 Δ/νη 43.1019). Η εν λόγω παροχή υπηρεσιών από δικηγόρο δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και επί της σχέσεως αυτής δεν εφαρμόζονται οι γνήσιες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας παρά μόνο εφόσον επιτρέπει αυτό ειδικός νόμος ή αναλογικά, αν προσαρμόζονται προς τις άνω διατάξεις του Κώδικα των Δικηγόρων και δεν αντίκεινται στον δημόσιο χαρακτήρα του δικηγορικού επαγγέλματος. (Ολ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1377 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1377/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Μαϊου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Αστικών Συγκοινωνιών Θεσσαλονίκης" (ΟΑΣΘ), που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Καραλή. Της αναιρεσίβλητης: .... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Κουρκουβάτη, ο οποίος δήλωσε ότι ανακαλεί την από 16-4-2007 δήλωση του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. και παρίσταται.
Κοινοποιουμένη η αναίρεση προς τον προσθέτως παρεμβάντα Χ1, δικηγόρο, ......
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10-6-2003 και 22-9-2003 αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3448/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 113/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-2-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος, διάβασε την από 27-4-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου, κατά το πρώτο μέρος του, και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ. 3, 4 και 5 περ. 4 του ν.δ. 3026/1954 "Περί του Κώδικα των Δικηγόρων" ορίζεται ότι είναι ασυμβίβαστη προς το δικηγορικό λειτούργημα κάθε έμμισθη υπηρεσία σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται στον δικηγόρο: α) η με πάγια ετήσια η μηνιαία αμοιβή παροχή καθαρώς νομικών εργασιών είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου, είτε ως δικηγόρου.
Κάθε σύμβαση θεωρείται ως αορίστου χρόνου και λύεται, μεταξύ άλλων, και με καταγγελία από τον εντολέα ή με καταγγελία από τον εντολοδόχο. Στην περίπτωση κατά την οποία για το προσωπικό του εντολέα ισχύει Κανονισμός, που προβλέπει μόνιμη υπηρεσία τούτου, η από τον εντολέα καταγγελία μπορεί να γίνει μόνο για σπουδαίο λόγο.
Η καταγγελία γίνεται εγγράφως και κοινοποιείται προς τον εντολοδόχο ή τον εντολέα. Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 94 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, ο δικηγόρος, του οποίου καταγγέλλεται η σύμβαση, δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του την προβλεπόμενη στο άρθρο αυτό αποζημίωση και, σε περίπτωση μη καταβολής αυτής, δικαιούται να λαμβάνει τη συμφωνημένη αμοιβή του μέχρι πλήρους καταβολής της αποζημιώσεως, η αξίωση καταβολής της οποίας απορρέει από σύμβαση έμμισθης δικηγορικής εντολής και όχι από σχέση εξαρτημένης εργασίας (Ολ.
ΑΠ 1/1994 Δ/νη 35.1249). Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις και εκείνες των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 38 και 44 του άνω Κώδικα των Δικηγόρων, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. και 713 ΑΚ, συνάγεται ότι η κατ' εξαίρεση επιτρεπόμενη στον δικηγόρο παροχή νομικών υπηρεσιών με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή (σχέση έμμισθης εντολής), που είναι πάντοτε αορίστου χρόνου, ρυθμίζεται από τον Κώδικα αυτόν και συμπληρωματικά από τους περί εντολής και συμβάσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών κανόνες του ΑΚ, εφόσον αυτές δεν αντίκεινται στον δημόσιο χαρακτήρα της σχέσεως (Ολ.
ΑΠ 25/2002 Δ/νη 43.1019). Η εν λόγω παροχή υπηρεσιών από δικηγόρο δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας και επί της σχέσεως αυτής δεν εφαρμόζονται οι γνήσιες διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας παρά μόνο εφόσον επιτρέπει αυτό ειδικός νόμος ή αναλογικά, αν προσαρμόζονται προς τις άνω διατάξεις του Κώδικα των Δικηγόρων και δεν αντίκεινται στον δημόσιο χαρακτήρα του δικηγορικού επαγγέλματος. (Ολ.
ΑΠ 45/2002 Δ/νη 2003, 381). Η καταγγελία της συμβάσεως της έμμισθης εντολής του δικηγόρου είναι μονομερής δικαιοπραξία και αποτελεί δικαίωμα του εντολέα και του εντολοδόχου. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού της καταγγελίας από τον εντολέα της έμμισθης εντολής του δικηγόρου νομικού συμβούλου του δεν είναι ανεξέλεγκτη και απεριόριστη, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ.
Είναι δηλαδή άκυρη και λογίζεται ότι δεν έγινε, συμφώνως με τις διατάξεις των άρθρων 174 και 180 ΑΚ, όταν η άσκησή της υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος αυτού. Στην περίπτωση αυτή ο εντολέας υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του δικηγόρου και αν καταστεί υπερήμερος να καταβάλει τους μισθούς του, σύμφωνα με τα άρθρα 648 και 656 ΑΚ.
Εξάλλου, επί απολύσεων που οφείλονται σε οικονομικοτεχνικούς λόγους, όπως, μεταξύ άλλων, είναι η αναδιοργάνωση των υπηρεσιών ή τμημάτων της επιχειρήσεως και η μείωση του προσωπικού για λόγους οικονομικών που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες τις οποίες αντιμετωπίζει η επιχείρηση, η απόφαση του εργοδότη να ανταπεξέλθει με τον τρόπο αυτό στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση της επιχειρήσεως δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια.
Ελέγχονται όμως αφενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας συγκεκριμένου εργαζόμενου, ως έσχατου μέσου αντιμετωπίσεως των προβλημάτων της επιχειρήσεως, και αφετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως δηλαδή επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Ειδικότερα, ο εργοδότης οφείλει, κατά την επιλογή του απολυτέου μεταξύ των εργαζομένων που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ίδιου επιπέδου από άποψη ικανότητας προσόντων και υπηρεσιακής αποδόσεως, να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει τα κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια της αρχαιότητας, της ηλικίας, της οικονομικής και οικογενειακής καταστάσεως κάθε μισθωτού και τη δυνατότητα εξευρέσεως από αυτόν άλλης εργασίας ή έστω να προτείνει στο μισθωτό που πρόκειται να απολύσει την απασχόλησή του σε άλλη θέση - έστω και κατώτερη εκείνης που αυτός κατείχε -, εφόσον βεβαίως υπάρχει τέτοια κενή θέση στην επιχείρησή του και ο υπό απόλυση μισθωτός είναι κατάλληλος να εργασθεί σ' αυτή.
Τέλος, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 1 εδαφ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεων του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα:
Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη είναι δικηγόρος Θεσσαλονίκης από 3-10-1984, έχοντας προαχθεί από δωδεκαετίας σε δικηγόρο παρ' εφέταις και είναι έγγαμη και μητέρα δύο ανηλίκων τέκνων. Την 12-6-1986 προσλήφθηκε από τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα Οργανισμό Αστικών Συγκοινωνιών Θεσσαλονίκης (ΟΑΣΘ), με βάση τις διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού του εναγόμενου (ΓΕΚΑΠ/ΟΑΣΘ), που έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, αφού εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση των ΝΔ 3721/1957, 716/1970 και 1279/1992, με την 14412/61/1973 Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ Β' 364/1973), προκειμένου να προσφέρει τις νομικές υπηρεσίες της με σύμβαση έμμισθης δικηγορικής εντολής και με πάγια αντιμισθία, αρχικά με ενιαύσια δοκιμαστική θητεία και μετά από ευδόκιμη πάροδο αυτής εντάχθηκε σε κενή οργανική θέση δικηγόρου.
Κατά τον ισχύοντα κατά το χρόνο της προσλήψεώς της Γενικό Οργανισμό Προσωπικού του ΟΑΣΘ, που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. Γ. 7097/292/1973 ΥΑ (ΦΕΚ Β' 384/1973) και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, αφού εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση των αυτών ως άνω ΝΔ, ήταν θεσμοθετημένες 3 οργανικές θέσεις δικηγόρων και μάλιστα επί πολλά έτη για την κάλυψη των νομικών αναγκών του ΟΑΣΘ υπηρετούσαν 4 δικηγόροι.
Κατά το άρθρο 3 παρ. 2 του αυτού Γενικού Οργανισμού, η νομική υπηρεσία του εναγόμενου προβλεπόταν ως αυτοτελής υπηρεσία και στα καθήκοντα αυτής ήταν να επιλαμβάνεται παντός θέματος νομικής ή δικαστικής φύσεως, να διεξάγει τις δίκες του Οργανισμού και γενικά να ασχολείται με κάθε συναφές ζήτημα. Ακόμη, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του ίδιου Γενικού Οργανισμού, αναφορικά με τη διαβάθμιση και την αντιστοιχία βαθμών, οι δικηγόροι κατέχουν τον Γ' βαθμό της υπαλληλικής ιεραρχίας που αντιστοιχεί στο βαθμό του Τμηματάρχη.
Την 10-4-2001 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α' αριθ. 71) ο Ν. 2898/2001 "περί συστάσεως και λειτουργίας Συμβουλίου Αστικών Συγκοινωνιών Θεσσαλονίκης και όρων Οικονομικής Συμφωνίας μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Οργανισμού Αστικών Συγκοινωνιών Θεσσαλονίκης". Με το άρθρο 8 του νόμου αυτού εγκρίθηκε η Οικονομική Συμφωνία Ελληνικού Δημοσίου ΟΑΣΘ, καθορίστηκε ότι αυτή έχει ισχύ νόμου και ισχύει από 1 Ιανουαρίου 2001 μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2009.
Με το δέκατο τέταρτο άρθρο της ως άνω Οικονομικής Συμφωνίας καθορίστηκε ότι από την υπογραφή της συμβάσεως καταργείται κάθε αντίθετη διάταξη και όρος που έχει περιληφθεί στις συμβάσεις που κυρώθηκαν με το ΝΔ 3721/1957 και το Ν. 86671979, καθώς και κάθε αντίθετη διάταξη και όρος που έχει ρυθμιστεί με νόμο, προεδρικό διάταγμα ή υπουργική απόφαση.
Ακολούθως, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2898/2001 και της δι' αυτού κυρωθείσας Οικονομικής Συμφωνίας, εγκρίθηκαν: α) ο νέος Γενικός Κανονισμός Προσωπικού ΟΑΣΘ με την υπ' αριθμ. Α - Οικ. 48775/3828/2002 ΥΑ, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Β' 1125/28-8-2002, και β) ο νέος Γενικός Οργανισμός ΟΑΣΘ με την υπ' αριθμ. Α 48604/3804/2002, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Β' 124/28-8-2002.
Από την έναρξη ισχύος των νέων κανονισμών καταργήθηκαν οι προϊσχύοντες αντίστοιχοι κανονισμοί. Ο νέος Γενικός Κανονισμός προσωπικού 2002 ορίζει στο άρθρο 2 παρ. 2 ότι "οι διατάξεις του δεν εφαρμόζονται στο Γενικό Διευθυντή, στους Διευθυντές των υπηρεσιών, στους Ειδικούς Συμβούλους, στους έμμισθους δικηγόρους νομικούς συμβούλους που συνδέονται με σχέση έμμισθης εντολής για τους οποίους ισχύουν οι διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων και οι ειδικοί νόμοι όπως ισχύουν κάθε φορά... ".
Με το άρθρο 14 του νέου Γενικού Οργανισμού ΟΑΣΘ 2002 καθορίστηκαν οι οργανικές θέσεις του πάσης φύσεως προσωπικού ανά ειδικότητα, κατηγορία και υπηρεσία και μεταξύ αυτών ορίστηκε ότι υπάρχει μία μόνον θέση νομικού συμβούλου στη νομική υπηρεσία, τα δε καθήκοντα του νομικού συμβούλου διαγράφονται στο άρθρο 13 του νέου Γενικού Οργανισμού.
Κατά την έναρξη της ισχύος του νέου Οργανισμού υπηρετούσαν 2 δικηγόροι στη νομική υπηρεσία του ΟΑΣΘ, αφού ήδη από το 1995 ένας από τους υπηρετούντες 4 δικηγόρους αποχώρησε και ένας απολύθηκε, και συγκεκριμένα υπηρετούσαν η ενάγουσα και ο προσθέτως παρεμβαίνων υπέρ του εναγόμενου Χ1. Το έργο των δύο αυτών δικηγόρων, που συνεπικουρούντο σε ορισμένες υποθέσεις από άλλους τρίτους δικηγόρους εξωτερικούς συνεργάτες, ήταν αυξημένο, αφού το προσωπικό του ΟΑΣΘ ανερχόταν σε 3.500 άτομα περίπου και με τη νέα ως άνω οικονομική συμφωνία προβλέπεται η μείωσή του σε 2007 άτομα.
Έτσι, αν και δεν προβλεπόταν αποκλειστική απασχόληση και απαγόρευση των ατομικών δραστηριοτήτων τους, εντούτοις ουσιαστικά η απασχόληση με τις υποθέσεις του ΟΑΣΘ εξελίχθηκε σε αποκλειστική, αφού μόνον ο αριθμός των εκδικαζομένων υποθέσεων ανέρχονταν σε δεκάδες. Εκτός όμως από τις δικαστικές υποθέσεις υπήρχε και μεγάλος φόρτος εξωδικαστηριακών υποθέσεων, όπως καταρτίσεις ή έλεγχοι συμβάσεων προμηθειών, σύνταξη όρων διακηρύξεων ή δημοπρασιών, γνωματεύσεις, νομικές απαντήσεις επί διαφόρων αιτήσεων του προσωπικού κ.λ.π.
Η ενάγουσα, ως νεότερη του Χ1, απασχολείτο κυρίως με αυτοκινητικές και εργατικές υποθέσεις, ασκώντας αγωγές και παριστάμενη στα πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δικαστήρια ακόμη και στον Άρειο Πάγο κατά τη συζήτηση αναιρέσεων, πολλές φορές όμως απασχολείτο και με αλλά νομικά προβλήματα του ΟΑΣΘ και προέβαινε σε εξωδικαστικές εργασίες, ελέγχους συμβολαίων, γνωμοδοτήσεις επί νομικών θεμάτων κ.λ.π., όταν δε απουσίαζε ο έτερος δικηγόρος τον αναπλήρωνε αυτή εκτελώντας κατά τον καλύτερο τρόπο τα καθήκοντά της και απολαμβάνοντας την εμπιστοσύνη των διοικούντων τον ΟΑΣΘ και με αυτόν τρόπο είχε αποκτήσει εμπειρία και τόσες γνώσεις που μπορούσε να ανταποκριθεί πλήρως στα καθήκοντα της ως νομική σύμβουλος του ΟΑΣΘ, όσο δύσκολα και σοβαρά και αν ήταν αυτά.
Ο έτερος δικηγόρος του ΟΑΣΘ Χ1 είναι δικηγόρος Θεσσαλονίκης από το έτος 1962 και απασχολείται στον ΟΑΣΘ ως νομικός σύμβουλος από το έτος 1964 συνεχώς μέχρι σήμερα, αμειβόμενος μέχρι το 1976 καθ' υπόθεση και από το έτος 1976 ως έμμισθος δικηγόρος με πάγια μηνιαία αντιμισθία. Είναι δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω, με πλήρη επιστημονική επάρκεια, πλούσια επαγγελματική εμπειρία και γνωρίζει σε βάθος όλα τα νομικά προβλήματα του ΟΑΣΘ, έχοντας χειριστεί πολλές σοβαρές υποθέσεις.
Παράλληλα όμως με αυτούς τους δικηγόρους ο ΟΑΣΘ απασχολούσε ως εξωτερικούς συνεργάτες σε δύσκολα νομικά προβλήματα, όπως ΣΣΕ, προμήθειες κ.λ.π. και ιδιαίτερα όταν απαιτούνταν ιδιαίτερες γνώσεις, εξειδικευμένους στα θέματα αυτά νομικούς, όπως τον δικηγόρο Αθηνών .... , την ..... , αναπληρώτρια καθηγήτρια του εργατικού δικαίου στο ΑΠΘ, και άλλους, προς καλύτερη αντιμετώπιση των εν λόγω προβλημάτων.
Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, με το νέο Κανονισμό Β' του ΟΑΣΘ, δημιουργήθηκε μία μόνο θέση νομικού συμβούλου στον ΟΑΣΘ, τα καθήκοντα του οποίου σαφώς προσδιορίσθηκαν στο άρθρο 13 του Κανονισμού.
Συνεπώς, μετά το συγκεκριμένο περιορισμό των οργανικών θέσεων των νομικών συμβούλων του ΟΑΣΘ, το ΔΣ του ΟΑΣΘ έχει το δικαίωμα, εξαιτίας της υπάρξεως σπουδαίου λόγου και προκειμένου να συμμορφωθεί στις επιταγές του έχοντος ισχύ ουσιαστικού νόμου νέου Κανονισμού Β', να προβεί στην καταγγελία της συμβάσεως της έμμισθης εντολής του ενός από τους προαναφερόμενους δικηγόρους, μέσα στα πλαίσια των κανόνων της χρηστής διοικήσεως και προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων των μετόχων για μείωση των δαπανών λειτουργίας του ΟΑΣΘ.
Η εν λόγω καταγγελία της έμμισθης εντολής του ενός από τους υπηρετούντες στον ΟΑΣΘ δικηγόρους θεωρείται απόλυση από οικονομοτεχνικούς λόγους, γιατί η απόλυση δεν γίνεται για λόγους που αφορούν τη συμπεριφορά του συγκεκριμένου δικηγόρου, τέτοια δε τη θεωρούν και οι διάδικοι στην προκειμένη περίπτωση που δέχονται ότι οφείλεται σε οικονομοτεχνικούς λόγους.
Επομένως, η επιλογή ενός εκ των δυο δικηγόρων ως απολυτέου έπρεπε να πραγματοποιηθεί με αντικειμενικά κριτήρια, όπως δηλαδή επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι την 23-4-2003 καταγγέλθηκε η σύμβαση έμμισθης εντολής της ενάγουσας, η οποία και της επιδόθηκε την ημέρα αυτή, σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. 13/22-4-2003 αποφάσεως του ΔΣ του ΟΑΣΘ, και της καταβλήθηκε αποζημίωση λόγω λύσεως της συγκεκριμένης σχέσεως.
Στην καταγγελία αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους το ΔΣ του ΟΑΣΘ, συμμορφούμενο με τις επιταγές του νέου Γενικού Οργανισμού ΟΑΣΘ, με τον οποίο περιορίστηκαν σε μία οι οργανικές θέσεις των νομικών συμβούλων, ήταν αναγκασμένο να προβεί στην απόλυσή της. Τόσο η ενάγουσα όσο και ο προσθέτως παρεμβαίνων, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, απασχολούνταν με πάγια μηνιαία αντιμισθία από τον ΟΑΣΘ, η μεν πρώτη από αυτούς αποκλειστικά επί δέκα επτά έτη, ενώ ο δεύτερος επί σαράντα έτη σχεδόν, με νομικά ζητήματα του ΟΑΣΘ και είχαν ικανοποιητική απόδοση, απέκτησαν δε μεγάλη εμπειρία για την αντιμετώπιση των εν λόγω προβλημάτων.
Συνεπώς και οι δυο ανήκαν στην ίδια κατηγορία και ειδικότητα και είναι του ίδιου επιπέδου από άποψη ικανότητας προσόντων και υπηρεσιακής αποδόσεως, σαφώς όμως υπερείχε όσον αφορά την εμπειρία ο δεύτερος από αυτούς που απασχολείτο διπλάσιο χρονικό διάστημα από αυτό που απασχολείτο η πρώτη με τις υποθέσεις του ΟΑΣΘ.
Η ενάγουσα δεν διατηρεί ιδιωτικό δικηγορικό γραφείο λόγω της αποκλειστικής της απασχολήσεως με τις υποθέσεις του ΟΑΣΘ, παρά το γεγονός ότι δεν είχε τέτοια υποχρέωση, ενώ ο προσθέτως παρεμβαίνων διατηρούσε ιδιωτικό γραφείο με επιτυχία, παράλληλα με την απασχόλησή του στον ΟΑΣΘ. Εκείνη το χρόνο της απολύσεώς της ήταν 50 ετών, έγγαμη με δύο τέκνα, ενώ ο Χ1 ήταν 72 ετών και δεν είχε οικογενειακές υποχρεώσεις.
Η ηλικία της πρώτης, οι οικογενειακές της υποχρεώσεις και η έλλειψη ιδιωτικού γραφείου θα της δημιουργήσουν σοβαρά προβλήματα στην ανάπτυξη ιδιωτικής επαγγελματικής απασχολήσεώς της. Αντίθετα, κρίνεται ότι δεν καθίσταται αναγκαία η αποκλειστική επαγγελματική απασχόληση του δευτέρου από αυτούς με πάγια μηνιαία αντιμισθία από τον ΟΑΣΘ, ανεξάρτητα από το ότι σύμφωνα με το γενικό πλαίσιο για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία σε εφαρμογή της οδηγίας 2000/78/ΕΚ του Συμβουλίου της 27-11-2000 απαγορεύεται η ηλικία να αποτελεί κριτήριο δυσμενούς διακρίσεως σε βάρος του εργαζόμενου, καθόσον στην προκειμένη περίπτωση για τη μη αναγκαιότητα της επαγγελματικής απασχολήσεως του συγκεκριμένου δεν λαμβάνεται αποκλειστικά υπόψη μόνο η ηλικία του αλλά παράλληλα και το γεγονός ότι αυτός δεν έχει οικογενειακές υποχρεώσεις, καθώς επίσης το ότι μπορεί λαμβάνοντας τη μηνιαία σύνταξη και την εφάπαξ αποζημίωση απολύσεως να διαβιώσει χωρίς να αντιμετωπίσει κάποιο οικονομικό πρόβλημα και εκτός αυτού αν επιθυμεί να απασχοληθεί του παρέχεται η δυνατότητα να εργασθεί ως εξωτερικός συνεργάτης στον ΟΑΣΘ, ο οποίος προφανώς θα εκμεταλλευθεί τις γνώσεις του και την εμπειρία του, εργασία που δεν θα τον καταπονεί τόσο όσο η καθημερινή απασχόλησή του ως μοναδικού νομικού συμβούλου του ΟΑΣΘ.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι και οι δυο προαναφερόμενοι διαθέτουν περιουσιακά στοιχεία και έσοδα, από αυτά δε μπορούν να ενισχύσουν τις οικονομικές ανάγκες του καθενός και ως εκ τούτου από το εν λόγω κριτήριο δεν μπορούν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα. Επομένως, από την συνεκτίμηση όλων των προαναφερόμενων κοινωνικών και οικονομικών κριτηρίων το δικαστήριο κρίνει ότι η καταγγελία της έμμισθης εντολής της ενάγουσας είναι άκυρη ως καταχρηστική, καθόσον ο ΟΑΣΘ, αν εκτιμούσε σωστά όλα τα παραπάνω κριτήρια, έπρεπε να επιλέξει και να απολύσει τον Χ1 και όχι την ενάγουσα και γι' αυτό το λόγο πρέπει να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της γενομένης την 23-4-2003 καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής της εκ μέρους του εναγόμενου.
Ακολούθως το Εφετείο, αφού απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, την (επικουρική) έφεση της αναιρεσίβλητης και την πρόσθεση, υπέρ του αναιρεσείοντος, παρέμβαση του Χ1, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία οι ένδικες αγωγές είχαν γίνει εν μέρει δεκτές, δεδομένου ότι αναγνωρίσθηκε αφενός η ακυρότητα της γενόμενης την 23-4-2003 καταγγελίας της συμβάσεως έμμισθης εντολής της αναιρεσίβλητης και αφετέρου ότι της οφείλονται αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 23-4-2003 έως 23-9-2003 ποσού 13.042, 60 ευρώ.
Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο παρεβίασε τις προπαρατεθείσες διατάξεις και ιδίως εκείνες των άρθρων 63 παρ. 5 περ. 4 του ν.δ. 3026/1954 "Περί του Κώδικα των δικηγόρων", 281 ΑΚ και την Οδηγία 2000/78/ΕΧ του Συμβουλίου της 27-11-2000, διότι τα αναφορικά με την καταγγελία της συμβάσεως έμμισθης εντολής της αναιρεσίβλητης δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά δεν ενέχουν προφανή υπέρβαση των αξιολογικών ορίων του άρθρου 281 ΑΚ.
Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος. Κατ΄ ακολουθίαν, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της γη προσβαλλόμενη απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 113/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ