Legislator Case Law & Legislation
1376/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal arguments and suspends hearing pending Full Bench ruling on salary reduction constitutionality.

Case Number 1376/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the first two grounds of the appeal against the Athens Court of First Instance's labor dispute judgment. The court suspended the discussion of the third ground regarding the constitutionality of specific salary reduction clauses until the Full Bench rules on the matter. This procedural decision prevents contradictory rulings while the broader constitutional issue remains unresolved.

Legislator headnote

AI generated

Articles 16 para. 1, 4 para. 5, and 25 para. 1 and 4 of the Constitution; The Supreme Court may suspend the discussion of an appeal ground to avoid contradictory rulings pending a decision from the Full Bench on the constitutionality of the contested statutory provisions.

Keywords

AI generated
appeal suspension constitutional compatibility salary reduction Full Bench ruling contradictory judgments labor dispute statutory provisions

Cited Legislation

AI generated
Article 16 para. 1 of the Constitution
Article 4 para. 5 of the Constitution
Article 25 para. 1 and 4 of the Constitution
Article 559 para. 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Full Bench decision 412/2023
Full Bench decision 479/2018
Full Bench decision 480/2018
Full Bench decision 431/2018
Full Court decision 4/2022
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1376 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1376/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΑΘΗΝΑ - ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑΣ ΣΤΙΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΕΣ ΤΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΣ, ΤΩΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ" που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νάσο Νικολόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις

Των αναιρεσιβλήτων: 1…… και 18...., όλων κάτοικων Παραδείσου Αμαρουσίου, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγγελο Σιδερή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-4-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2238/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 5140/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 20-12-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 20.12.2021 και με αριθμό κατάθεσης 10108/1253/2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 5140/1.9.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών - εργατικών διαφορών την από 6.2.2020 και με αριθμό κατάθεσης 11967/793/2020 έφεση του εναγομένου -εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΙΔ κατά της με αριθμό 2238/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια ειδική διαδικασία την από 18.4.2017 και με αριθμό κατάθεσης 533811/983/2017 αγωγή των δεκαοκτώ (18) συνολικά εναγόντων - εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητων.

Ειδικότερα, το Μονομελές Πρωτοδικείο, με τη με αριθμό 2238/2019 απόφασή του δέχθηκε την ως άνω αγωγή και υποχρέωσε το εναγόμενο -εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον, στο οποίο εργάζονται οι ενάγοντες -εφεσίβλητοι αναιρεσίβλητοι με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, να καταβάλει σε καθένα από αυτούς τα στην απόφασή του αναγραφόμενα ποσά και αναγνώρισε την υποχρέωσή του να καταβάλει και τα ποσά που καθόρισε για συγκεκριμένους ενάγοντες - αναιρεσίβλητους, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως διαφορές μεταξύ των αποδοχών που αυτοί ελάμβαναν με βάση το ειδικό μισθολόγιο του άρθρου 38 του ν. 3205/2003, όπως αυτό ίσχυε στις 31.7.2012 και των αποδοχών που αυτοί έλαβαν τη χρονική περίοδο από 1.8.2012 μέχρι 30.4.2017 κατ' εφαρμογή της διάταξης της περίπτωσης 22 της υποπαραγράφου Γ.1.

της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, την οποία (διάταξη) έκρινε ανίσχυρη ως αντιβαίνουσα στο Σύνταγμα. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 5140/2020 απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 6.2.2020 και με αριθμό κατάθεσης 11967/793/2020 έφεση του εναγομένου -εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε κατά ένα μέρος την από 18.4.2017 και με αριθμό κατάθεσης 533811/983.2017 αγωγή, υποχρεώνοντας το εναγόμενο - εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον να καταβάλει τα αναγραφόμενα για κάθε ενάγοντα - εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο (μικρότερα) ποσά και αναγνωρίζοντας την υποχρέωσή του να καταβάλει επιπλέον σε συγκεκριμένους ενάγοντες - εφεσίβλητους και ήδη αναιρεσίβλητους τα αντιστοιχούντα στον καθένα τους ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, κρίνοντας ότι τα ποσά αυτά αφορούν τις μειώσεις που επιβλήθηκαν στις αποδοχές των εναγόντων -εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσίβλητων τη χρονική περίοδο από 1.1.2012 μέχρι 31.12.2016 κατ' εφαρμογή των διατάξεων της περίπτωσης 22 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, οι οποίες (διατάξεις) δεν έπρεπε να εφαρμοσθούν ως αντιβαίνουσες στο άρθρο 16 του Συντάγματος.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ήτοι μέσα στην προθεσμία των τριάντα ημερών του άρθρου 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ) από το ηττηθέν εναγόμενο -εκκαλούν - αναιρεσείον, δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 22.12.2021 και, σύμφωνα με το αναιρετήριο, η προσβαλλόμενη με αριθμό 5140/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών επιδόθηκε στο εναγόμενο - αναιρεσείον με επιμέλεια των εναγόντων -αναιρεσίβλητων στις 24.11.2021 (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 εδ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής (ή ανταγωγής), πρέπει, το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά νόμο αυτής.

Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.

Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1864/2011, σχετ. ΑΠ 862/2015, AΠ 291/2015). Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι, για το ορισμένο αγωγής με την οποία ζητείται αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας του εναγομένου, αρκεί να εκτίθενται στο δικόγραφο αυτής τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο θεμελιώνουν την παράνομη ζημιογόνο συμπεριφορά του εναγομένου, την υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια) αυτού και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της εν λόγω συμπεριφοράς του εναγομένου και της ζημίας του ενάγοντος, και να καθορίζεται το ποσό αυτής κατά αιτία (ΑΠ 1085/2013).

Εξάλλου, ο Άρειος Πάγος ελέγχει την επάρκεια ή μη της θεμελίωσης της αγωγής με βάση τις διακρίσεις της νομικής αοριστίας, της ποιοτικής αοριστίας και της ποσοτικής αοριστίας. Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559, αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ.

Συγκεκριμένα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 141/2023, ΑΠ 46/2020, ΑΠ 106/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κρίνοντας ότι η από 18.4.2017 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων είναι επαρκώς ορισμένη και απορρίπτοντας, έτσι, τον δεύτερο λόγο της από 6.2.2020 έφεσής του, με τον οποίο επαναφέρθηκε ο πρωτοδίκως προβληθείς ισχυρισμός του περί αοριστίας της αγωγής αυτής, υπέπεσε στις από τους αριθμούς 1,8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες. Ειδικότερα το αναιρεσείον αιτιάται ότι στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής γίνεται μόνο η ανάλυση του περιεχομένου των άρθρων 16 παρ. 1, 4 παρ. 5, 79 παρ. 1, 106 παρ. 1 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος, και δεν εξειδικεύονται ατομικά πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι οι ρυθμίσεις του ν. 4093/2012 αντίκεινται στις ως άνω συνταγματικές διατάξεις, προσβάλλουν την προαγωγή της έρευνας και δυσχεραίνουν την αποστολή των εναγόντων -αναιρεσίβλητων ως ερευνητών και ότι ενόψει του ύψους των περικοπών των μέχρι την 31.7.2012 αποδοχών των αναιρεσίβλητων, οι περικοπές αυτές τους επιβαρύνουν οικονομικά κατά τρόπο που διακινδυνεύει το επίπεδο διαβίωσής τους, κατά παράβαση των αρχών της αναλογικότητας και της ισότητας και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ.

Από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της από 18.4.2017 αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων και της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία προβαίνει ο Άρειος Πάγος για τον έλεγχο της βασιμότητας ή μη του ως άνω πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναίρεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Στην ένδικη αγωγή ιστορούνται τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι απασχολούνται στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον ΝΠΙΔ με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, έχοντας την ειδικότητα των μόνιμων Ερευνητών οι με αύξοντες αριθμούς 1 έως 14 και των Ειδικών Λειτουργικών Επιστημόνων (Α' και Β' βαθμίδας) οι με αύξοντες αριθμούς 15 έως 18. Ότι μέχρι τις 31.7.2012 αμείβονταν σύμφωνα με το ειδικό μισθολόγιο που είχε θεσπιστεί με την διάταξη του άρθρου 38 του νόμου 3205/2003 (ενιαίο μισθολόγιο), για όλους τους Ερευνητές και τους Ειδικούς Λειτουργικούς Επιστήμονες που υπηρετούν σε Εθνικά Ερευνητικά Κέντρα και ανεξάρτητα Ερευνητικά Ινστιτούτα (μεταξύ των οποίων και το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον), τα οποία διέπονται από τις διατάξεις του ν. 1514/1985, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί και ισχύει. Ότι κατ' εφαρμογή της διάταξης της περίπτωσης 22

ΙΙ της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 τροποποιήθηκε η ως άνω διάταξη του άρθρου 38 του Ν. 3205/2003 και από την 1η Αυγούστου 2012 μειώθηκαν κατακόρυφα τόσο ο βασικός μηνιαίος μισθός των εναγόντων -αναιρεσίβλητων, όσο και τα καταβαλλόμενα σε αυτούς επιδόματα και συγκεκριμένα τα επιδόματα για την πάγια αποζημίωση για δημιουργία και ενημέρωση Βιβλιοθήκης και το Ειδικό Ερευνητικό επίδομα για την Εκτέλεση μεταδιδακτορικής Έρευνας.

Ότι η διάταξη του άρθρου πρώτου παρ. Γ, υποπαρ. Γ1, περ. 22 II του Ν. 4093/2012 αντίκειται στο άρθρο 16 του Συντάγματος και την απορρέουσα από αυτό αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των εναγόντων-αναιρεσίβλητων, στις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και στο δικαίωμα της αξιοπρεπούς τους διαβίωσης, καθότι οι περικοπές των μηνιαίων αποδοχών των εναγόντων -αναιρεσίβλητων, που επιβλήθηκαν σε αυτούς με την επίμαχη διάταξη του ν. 4093/2012, συνυπολογιζόμενες με την πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας και με τις προηγούμενες μειώσεις που επιβλήθηκαν διαδοχικά επί των πάσης φύσεως επιδομάτων, αποζημιώσεων και πρόσθετων αμοιβών με το ν. 3833/2010 (μείωση 7%), το ν. 3845/2010 (μείωση 3%), το ν. 4002/2011 (μείωση 25% του ειδικού ερευνητικού επιδόματος), καθώς και με άλλα "παράπλευρα" νομοθετήματα (επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης με το άρθρο 29 του ν. 3986/2011, επιβολής ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης με το άρθρο 38 παρ. 2 περ.

α του ν. 3986/2011, επιβολή ειδικής εισφοράς υπέρ του ΟΑΕΔ με το άρθρο 38 παρ. 2 περ. β του ν. 3986/2011, και αλλεπάλληλες φορολογικές επιβαρύνσεις), υπερβαίνουν, λόγω του σωρευτικού τους αποτελέσματος και της έκτασής τους, το όριο που θέτουν οι ω άνω συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ (σελ. 18 και 19 της αγωγής). .

Ότι, αν και τα ποσά τα οποία πρέπει οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι να συνεχίσουν να λαμβάνουν δυνάμει του άρθρου 38 του ν. 3205/2003, όπως ίσχυε μέχρι την 31.7.2012 (προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς) είναι αυτά που αναλυτικά παραθέτουν, όμως, από τις 1.8.2012 εισπράττουν τα μειωμένα ποσά, που επίσης παραθέτουν, εξαιτίας της εφαρμογής από το εναγόμενο - αναιρεσείον εργοδότη τους της ανίσχυρης ως προσκρούουσας στις ως άνω συνταγματικές διατάξεις και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ, διάταξης της περίπτωσης 22

ΙΙ της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με συνέπεια να έχουν υποστεί ζημία, ίση με τη διαφορά μεταξύ της (μεγαλύτερης) μηνιαίας μισθοδοσίας που είχαν μέχρι τις 31.7.2012 και της (μειωμένης) μηνιαίας μισθοδοσίας που έχουν από την 1.8.2012 μέχρι και την 31.3.2017. Τέλος, στην ένδικη αγωγή εκτίθενται αναλυτικά τα στοιχεία που, κατά τους ενάγοντες - αναιρεσίβλητους δικαιολογούν την ιδιαίτερη μισθολογική τους αντιμετώπιση (βλ. σελ. 18 του δικογράφου της αγωγής) και γίνεται αναφορά ότι τα στοιχεία αυτά δεν λήφθηκαν υπόψη από τον (κοινό) νομοθέτη κατά τη θέσπιση του νέου μισθολογίου, που έγινε άκριτα και με μοναδικό σκοπό να γίνουν περικοπές στις δημόσιες δαπάνες. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητείται η επιδίκαση του αιτούμενου για καθένα ενάγοντα - αναιρεσίβλητο ποσού, ως αποκατάσταση της ζημίας, την οποία αυτός υπέστη από την εκ μέρους του εναγόμενου - αναιρεσείοντος παράνομη εφαρμογή της ανίσχυρης, κατά τα ως άνω, διάταξης της περ. 22

ΙΙ της υποπαρ. Γ.1 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012. Έχοντας το προεκτεθέν περιεχόμενο η ένδικη αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, διότι περιέχει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ και στα περιστατικά αυτά, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 στοιχ.

α' και β' του ΚΠολΔ στηρίζεται το αίτημά της. Περαιτέρω, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά λέξη τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης έφεσης επαναφέρεται ο ισχυρισμός ότι η ένδικη αγωγή είναι αόριστη, επειδή δεν αναφέρεται σε αυτήν με ποιο τρόπο οι επίμαχες ρυθμίσεις του ν. 4093/2012 αντίκεινται στις επικαλούμενες συνταγματικές διατάξεις.

Προβάλλεται δε περαιτέρω, ότι, μολονότι ο ως άνω ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής είχε προταθεί και πρωτοδίκως, εν τούτοις το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο παρά το νόμο την έκρινε ορισμένη. Ο λόγος αυτός της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι στην αγωγή αναφέρονται αναλυτικά οι περικοπές στο ειδικό μισθολόγιο των εναγόντων, ότι αυτές, σε συνδυασμό και σωρευτικά με τις περικοπές που τους είχαν επιβληθεί με προγενέστερους νόμους ήταν υπέρμετρες και έλαβαν χώρα χωρίς μελέτη για τα αποτελέσματά τους και χωρίς δίκαιη κατανομή μεταξύ όλων των κατηγοριών των απασχολούμενων στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα, ενώ δεν απαιτείται να γίνεται επίκληση στην αγωγή οποιουδήποτε άλλου οικονομικού στοιχείου".

Με την ως άνω κρίση του, το δευτεροβάθμιο δεν έχει υποπέσει στις από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες. Τούτο διότι, ορθά έκρινε την ένδικη αγωγή νόμιμη και ορισμένη και απάντησε στον περί αοριστίας αυτής ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, απορρίπτοντας αυτόν. Κατά συνέπεια, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με το προεκτεθέν πρώτο σκέλος, από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, του πρώτου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.

Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης το αναιρεσείον αιτιάται ότι σύμφωνα με τα ιστορούμενα στην ασκηθείσα αγωγή, οι ενάγοντες - αναιρεσίβλητοι προέβαλαν κατά δικονομική επικουρικότητα την αξίωση αποζημίωσής τους στα πλαίσια των άρθρων 904 επ. ΑΚ, δίχως ωστόσο να αναφέρουν, έστω και επιγραμματικά, ότι το επικουρικό αίτημα της αγωγής τους προβάλλεται για την περίπτωση ενδεχόμενης ακυρότητας των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου ή της μη συνδρομής των προϋποθέσεων της αδικοπραξίας, δεδομένης δε της εν λόγω παράλειψης και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 του ΚΠολΔ και το εν λόγω αγωγικό αίτημα είναι σε κάθε περίπτωση αόριστο και συνεπώς, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε την ένδικη αγωγή ορισμένη έχει υποπέσει στις από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες.

Έχοντας το ως άνω περιεχόμενο το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθότι, όπως προκύπτει από τις ήδη παρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν εξέφερε κρίση επί του ορισμένου ή μη της επικουρικής βάσης της από 18.4.2017 αγωγής των εναγόντων - εφεσίβλητων - αναιρεσίβλητων κατά του εναγομένου-εκκαλούντος - αναιρεσείοντος.

Επιπλέον, το ίδιο σκέλος είναι και αόριστο, διότι το αναιρεσείον δεν ισχυρίζεται ότι αυτό είχε προβάλλει με λόγο έφεσης τον ως άνω ισχυρισμό του, ότι δηλαδή η επιχειρούμενη να θεμελιωθεί στο άρθρο 904 του ΑΚ επικουρική βάση της ως άνω αγωγής είναι αόριστη και ότι το εφετείο δεν απάντησε στον ισχυρισμό του αυτό ή ότι παρά τον νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα της επικουρικής αυτής βάσης, λόγω της αοριστίας της.

Συνεπώς, το ως άνω δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο.

Κατά το άρθρο 140 παρ. 3 του ν. 4270/2014, "Αρχές δημοσιονομικής διαχείρισης και εποπτείας (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2011/85/ΕΕ και άλλες διατάξεις (ΦΕΚ Α 143/28.6.2014), που αντικατέστησε το ταυτόσημου περιεχομένου άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 "περί Δημόσιου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις", (ΦΕΚ Α 247/27.11.1995), που ίσχυε μέχρι τις 28.6.2014: " Η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ` αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά την παρέλευση διετίας από τη γένεσή της".

Επίσης, κατά το άρθρο 250 του ΑΚ "Σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις 1)...., 6)των υπηρετών και των εργατών για την πληρωμή των μισθών ή άλλων αμοιβών και εξόδων τους, 7)..., 17) των κάθε είδους μισθών, των καθυστερούμενων προσόδων, συντάξεων, διατροφής και κάθε άλλης παροχής που επαναλαμβάνεται περιοδικά".

Περαιτέρω, με το άρθρο 8 του ν. 2919/2001 (ΦΕΚ Α 128), το οποίο φέρει τον τίτλο "Κέντρο Εφαρμογών των Τεχνολογιών Επικοινωνίας και Πληροφορίας", όπως ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης του π.δ. 145/2003 (ΦΕΚ 121/20.5.2003) ορίζονται τα εξής : "1. Ιδρύεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 25 του ν. 1514/1985, νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Κέντρο Εφαρμογών των Τεχνολογιών Επικοινωνίας και Πληροφορίας (Κ.Ε.Τ.Ε.Π.) με έδρα την Αθήνα, που εποπτεύεται από το Υπουργείο Ανάπτυξης.

Αποστολή του Κέντρου είναι η προώθηση καινοτομικών τεχνολογιών της πληροφορίας και της επικοινωνίας (Τ.Π.Ε.) τόσο στο βιομηχανικό χώρο όσο και στο χώρο των υπηρεσιών. Ειδικότερα, το Κέντρο: α. αναπτύσσει καινοτομικές προσεγγίσεις των Τ.Π.E, σε μορφή εργαστηριακών και βιομηχανικών πρωτοτύπων και παρακολουθεί και μελετά τις εξελίξεις των Τ.Π.Ε.

και τη διείσδυσή τους στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, β. προσαρμόζει τεχνολογίες στις ανάγκες της βιομηχανίας και των μικρών επιχειρήσεων με τη μορφή εργαστηριακών πρωτοτύπων και συνεργάζεται με τις επιχειρήσεις για την εμπορική αξιοποίηση των πρωτοτύπων, γ. αναθέτει μελέτες, δράσεις και έργα που συναρτώνται με την εθνική δράση για την Κοινωνία της Πληροφορίας, δ.

προτείνει λύσεις που συνδυάζουν διάφορες Τ.Π.Ε, και οδηγούν σε νέες προσεγγίσεις υπηρεσιών για λογαριασμό επιχειρήσεων, οργανισμών και άλλων χρηστών, ε. δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη προϊόντων και υπηρεσιών με Τ.Π.Ε. με δημιουργία υποδομών, υλικού ή λογισμικού, περιεχομένου πληροφορίας κ.λπ., στ.

λειτουργεί ως ενδιάμεσος φορέας για οριζόντιες δράσεις την Κοινωνία της Πληροφορίας και αναθέτει έργα σε καθ` ύλην αρμόδιους φορείς και υπηρεσίες. Όργανα διοίκησης του Κ.Ε.Τ.Ε.Π. είναι το Διοικητικό Συμβούλιο και ο Γενικός Διευθυντής. 2. Για την εκτέλεση της αποστολής το Κ.Ε.Τ.Ε.Π. μπορεί να συνεργάζεται με Α.Ε.Ι., Τ.Ε.Ι., ερευνητικά ινστιτούτα και εταιρίες ή να ιδρύει ή να συμμετέχει στην ίδρυση εταιριών, που θα έχουν ως σκοπό την πραγμάτωση της αποστολής και την επίτευξη των στόχων του Κέντρου. 3.

Από της δημοσιεύσεως του προεδρικού διατάγματος της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού οι μετοχές της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εθνικό Δίκτυο Έρευνας και Τεχνολογίας (Ε.Δ.Ε.Τ. Α.Ε.)", που ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο, περιέρχονται στο Κ.Ε.Τ.Ε.Π. και με το ίδιο προεδρικό διάταγμα: (α) το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Ινστιτούτο Επεξεργασίας Λόγου (Ι.Ε.Λ.)" θα αποτελέσει ερευνητικό ινστιτούτο του Κ.Ε.Τ.Ε.Π. (και β) το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης (Ε.Κ.Τ.), που λειτουργεί στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, αποσπάται και αποτελεί τεχνολογικό ινστιτούτο του Κ.Ε.Τ.Ε.Π.".

Κατ' εξουσιοδότηση του ως άνω άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 2919/2001 και των άρθρων 3 παρ. 5 και 25 παρ. 1 του ν. 1514/1985 "Ανάπτυξη της επιστημονικής και τεχνολογικής έρευνας" (ΦΕΚ Α 13/8.2.1985), [όπως το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 25 του ν. 1514/1985 αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 2919/2001 (ΦΕΚ Α 128/25.6.2001)] εκδόθηκε το π.δ. 145/2003 (ΦΕΚ Α 121/20.5.2003), με το οποίο συστάθηκε το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου.

Τούτο, σύμφωνα με το άρθρο 2 του ως άνω π.δ. κατά τη σύστασή του έφερε την επωνυμία "Κέντρο Εφαρμογών των Τεχνολογιών Επικοινωνιών και Πληροφορίας "Κ.Ε.Τ.Ε.Π.", αλλά στη συνέχεια με την παρ. 3 του άρθρου 9 του ν. 3438/2006 (ΦΕΚ Α 33/14.2.2006) απέκτησε την ονομασία που φέρει τώρα, δηλαδή μετονομάσθηκε σε "Αθηνά - Ερευνητικό Κέντρο Καινοτομίας στις Τεχνολογίες της Πληροφορίας, των Επικοινωνιών και της Γνώσης" με διακριτικό τίτλο "Αθηνά".

Ειδικότερα, στην παρ. 1 του άρθρου 3 του π.δ. 145/2003 περιγράφεται ο σκοπός του αναιρεσείοντος, ο οποίος είναι: α) Η προώθηση καινοτομικών τεχνολογιών της πληροφορίας και της επικοινωνίας στο βιομηχανικό χώρο και στο χώρο των υπηρεσιών, β) η ανάπτυξη της επιστημονικής και τεχνολογικής έρευνας και η εφαρμογή και αξιοποίηση των αποτελεσμάτων αυτής στους τομείς των τεχνολογιών της πληροφορίας, της γνώσης, της επικοινωνίας και της αυτοματοποίησης διαδικασιών παραγωγής, με σκοπό την παραγωγή εργαστηριακών προτύπων προϊόντων και υπηρεσιών, γ) η δημιουργία αναπτυξιακών δραστηριοτήτων στους ίδιους τομείς και στις εφαρμογές τους, δ) η ανάπτυξη και λειτουργία του πληροφοριακού συστήματος για την έρευνα και την τεχνολογία με σκοπό την εξασφάλιση ροής επιστημονικών και τεχνολογικών πληροφοριών στο σύνολο της ελληνικής επιστημονικής κοινότητας και μελλοντικά πέραν αυτής και την ανάπτυξη ηλεκτρονικού περιεχομένου για την επιστήμη και την τεχνολογία και ε) η συνεχής εκπαίδευση και κατάρτιση στους τομείς αρμοδιότητάς του.

Στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου 3 του π.δ. 145/2003, ορίζονται οι δράσεις του αναιρεσείοντος για την επίτευξη των ως άνω σκοπών και στόχων του, στο άρθρο 4 ορίζεται ότι το αναιρεσείον αποτελείται από τα αναγραφόμενα στην παρ. 1 έξι Ινστιτούτα, των οποίων ορίζεται η αποστολή, και από την προβλεπόμενη στην παρ. 2 Γενική Διεύθυνση (Υ.Δ.), που αποτελείται από τα τρία αναφερόμενα τμήματα και έχει τις αρμοδιότητες που καθορίζονται, ενώ στην παρ. 3 του ως άνω άρθρου 4 του π.δ. 145/2003, που προστέθηκε με το άρθρο 19 παρ. 3β του ν. 3769/2009 (ΦΕΚ Α 105/1.7.2009) προβλέπεται ότι με τον Εσωτερικό Κανονισμό του αναιρεσείοντος, "Αθηνά" που καταρτίζεται και εγκρίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 του π.δ. 145/2003, δύναται να συνιστώνται νέες Υπηρεσιακές Μονάδες, επιπέδου Τμήματος ή Διεύθυνσης, υπαγόμενες στη Γενική του Διεύθυνση, πέραν αυτών που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του παρόντος.

Στο άρθρο 5 του π.δ. 145/2003 ορίζονται τα Όργανα Διοίκησης του αναιρεσείοντος, που είναι: α)το Διοικητικό Συμβούλιο, που αποτελείται από το Γενικό Διευθυντή ως Πρόεδρο, τους Διευθυντές των Ινστιτούτων, τον Πρόεδρο της Ε.Δ.Ε.Τ. ΑΕ ή εκπρόσωπο που θα ορίζει το Δ.Σ. της Ε.Δ.Ε.Τ. ΑΕ, ένα εκπρόσωπο του Υπουργείου Ανάπτυξης και ένα εκπρόσωπο του Συνδέσμου Εταιριών Πληροφορικής και Επικοινωνιών (Σ.Ε.Π.Ε), συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, ο οποίος και μπορεί αντικαταστήσει τα μέλη του, έχει πενταετή θητεία, είναι αρμόδιο για τα θέματα που καθορίζονται υπό τα στοιχεία α έως και ιβ στην υποπαρ.1 της παρ. 1 του άρθρου 5 και λειτουργεί με τον τρόπο που ορίζεται στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου του π.δ. 145/2003.

Στο άρθρο 6 του ίδιου π.δ. ορίζεται ότι συνιστώνται: (α) μία θέση γενικού διευθυντή, ο οποίος πρέπει να έχει τα προσόντα διορισμού σε θέση βαθμίδας Α ερευνητή και του οποίου η αξιολόγηση, η πρόσληψη, η θητεία και τα δικαιώματά του γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 5, 7, 8, 9, 10 και 11 του ν. 1514/1985 όπως κάθε φορά ισχύουν και (β) πέντε θέσεις διευθυντών Ινστιτούτων , οι οποίοι, επίσης πρέπει να έχουν προσόντα ερευνητή Α βαθμίδας και των οποίων η αξιολόγηση, η πρόσληψη η θητεία και τα δικαιώματα καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 3, 4, 5 και 6 του άρθρου 11 του ν. 1514/1985 όπως κάθε φορά ισχύουν.

Στο άρθρο 7 του π.δ. 145/2003 ορίζονται τα επιστημονικά γνωμοδοτικά συμβούλια των ερευνητικών και τεχνολογικών Ινστιτούτων, που επικουρούν τον διευθυντή τους κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του και στο άρθρο 8 ορίζεται ότι το προσωπικό του αναιρεσείοντος διακρίνεται σε ερευνητικό, τεχνικό, (επιστημονικό και μη) και διοικητικό και βοηθητικό.

Ειδικότερα στην περίπτωση Α του άρθρου 8 ορίζεται ότι το ερευνητικό προσωπικό κατέχει θέσεις ερευνητών που κατατάσσονται σε τέσσερις βαθμίδες: Α, Β, Γ και Δ, ότι τα ελάχιστα προσόντα που απαιτούνται για τον αρχικό διορισμό του ερευνητή σε κάθε βαθμίδα καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 12 του ν. 2919/2001, και ότι το ερευνητικό προσωπικό προσλαμβάνεται και εξελίσσεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 16 του ν. 1514/1985, όπως ισχύουν κάθε φορά, ενώ στην περίπτωση Β του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι στο τεχνικό προσωπικό περιλαμβάνονται και οι ειδικοί λειτουργικοί επιστήμονες, που προσλαμβάνονται με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένου ή αορίστου χρόνου, εφόσον έχουν τα προσόντα που ορίζονται στο άρθρο 20 παρ. 3 του ν. 1514/85 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 4 του ν. 2919/2001.

Στο άρθρο 9 του π.δ. 145/2003 προβλέπεται ότι έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις του π.δ. 410/1988 (ΦΕΚ Α 191), όπως ισχύουν κάθε φορά, για τις υποχρεώσεις - δικαιώματα των απασχολουμένων στο αναιρεσείον, για τις περιπτώσεις των πειθαρχικών αδικημάτων, πειθαρχικών ποινών και λοιπών πειθαρχικών διατάξεων και για τις περιπτώσεις λύσης σύμβασης εργασίας, έκπτωσης, απόλυσης, καταγγελίας της σύμβασης εργασίας (παρ. 1) και ότι όπου στις παραπάνω διατάξεις προβλέπεται λήψη απόφασης οργάνων ή υπηρεσιακού συμβουλίου, την απόφαση αυτή λαμβάνει το Δ.Σ.

του αναιρεσείοντος, ότι την πειθαρχική δικαιοδοσία ασκούν οι διευθυντές των Ινστιτούτων, ο γενικός διευθυντής και ότι οι ερευνητές των βαθμίδων Α, Β, Γ, Δ υπόκεινται αποκλειστικά στη δικαιοδοσία του Δ.Σ. του αναιρεσείοντος (παρ. 2). Στο άρθρο 10 του π.δ. 145/2003 προβλέπεται η κατάρτιση Εσωτερικού Κανονισμού του αναιρεσείοντος, που υποβάλλεται για έγκριση στον Υπουργό Ανάπτυξης και στο άρθρο 11, που φέρει τον τίτλο "Πόροι -Απαλλαγές" , ορίζονται κατά λέξη τα εξής: "1.

Οι πόροι του Κ.Ε. Τ.Ε.Π. προέρχονται από: α. Κρατική επιχορήγηση από τον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Ανάπτυξης, β. Επιχορήγηση από το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων του Υπουργείου Ανάπτυξης, γ. Εισπράξεις από την εκμετάλλευση της περιουσίας του, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι εισπράξεις από εκδόσεις, καθώς και από την παραχώρηση της χρήσης εξοπλισμού.

δ. Έσοδα από την εκτέλεση ερευνητικών και αναπτυξιακών έργων για λογαριασμό τρίτων (δημόσιων υπηρεσιών, δημόσιου τομέα, ευρύτερου δημόσιου τομέα, διεθνών και μη οργανισμών, Ν.Π.Δ.Δ., Ν.Π.Ι.Δ., ιδιωτών κλπ.), ε. Έσοδα από την παροχή υπηρεσιών ή πώληση προιόντων που παράγει το Κ.Ε.Τ.Ε,Π. μόνο του ή σε συνεργασία ή με συμμετοχή του σε σχετικές με τους σκοπούς του επιχειρήσεις του εσωτερικού ή εξωτερικού, στ.

Μερίσματα από τη συμμετοχή του σε θυγατρικές του εταιρίες ή εταιρίες έντασης γνώσης -τεχνοβλαστών (spin of), ζ. Έσοδα από εκμετάλλευση ή εκχώρηση δικαιωμάτων εκμετάλλευσης διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, η. Δωρεές και άλλες παροχές τρίτων. θ. Επιχορηγήσεις από άλλες πηγές. 2. Μέσα στους τέσσερις πρώτους μήνες κάθε έτους γίνεται ο ετήσιος έλεγχος της συνολικής οικονομικής διαχείρισης του Κ.Ε.Τ.Ε.Π., συμπεριλαμβανομένων και των επί μέρους οικονομικών διαχειρίσεων κάθε ινστιτούτου αυτού του προηγούμενου έτους, από Ορκωτό Λογιστή που ορίζεται από το Υπουργείο Ανάπτυξης.

Η έκθεση του πορίσματος ελέγχου κοινοποιείται στον εποπτεύοντα Υπουργό έως την 30η lουνίου του ίδιου έτους, Ο Υπουργός μπορεί να διατάξει οποτεδήποτε έκτακτο έλεγχο οικονομικής διαχείρισης του Κ.Ε.Τ.Ε.Π, Οι δαπάνες του ελέγχου βαρύνουν το Κ.Ε.Τ.Ε.Π. 3.Το Κ.Ε.Τ.Ε.Π. απαλλάσσεται από την καταβολή δασμών, φόρων και τελών οποιασδήποτε φύσης για τα εισαγόμενα από αυτό ερευνητικά όργανα, εξαρτήματά τους ή άλλα υλικά εξοπλισμού που είναι αναγκαία για την εκπλήρωση του προορισμού του. (άρθρο 23 παρ.4 του Ν.1514/85).

Τέλος, στο άρθρο 12 του π.δ. 145/2003 προβλέπεται ότι σε περίπτωση διάλυσης του αναιρεσείοντος εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 23 του ν. 1514/1985. Από το σύνολο των ως άνω άρθρων του π.δ. 145/2003 σαφώς συνάγεται ότι το αναιρεσείον λειτουργεί υπό τη μορφή νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, επιδιώκει την επίτευξη ορισμένων από τον συστατικό του νόμο σκοπών, για την επίτευξή τους προσλαμβάνει προσωπικό με ορισμένη από τον ίδιο νόμο διαδικασία και με οριζόμενα από τον αυτό νόμο ειδικά προσόντα, έχει δικά του όργανα διοίκησης και διεύθυνσης και δικούς του οικονομικούς πόρους από συνολικά εννέα πηγές, μεταξύ των οποίων δύο μόνον προέρχονται από το Υπουργείο Ανάπτυξης (δηλαδή η κρατική επιχορήγηση από τον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Ανάπτυξης και η επιχορήγηση από το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων του ίδιου Υπουργείου).

Επιπλέον συνάγεται ότι το δικαίωμα του εκάστοτε Υπουργού Ανάπτυξης περιορίζεται μόνο στο (α) να συγκροτεί ή να αντικαθιστά τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, το οποίο, όμως απαιτείται να συγκροτείται από Πρόεδρο και μέλη που πρέπει να έχουν τις ιδιότητες που ορίζονται από τον συστατικό του νόμο, (β) να εγκρίνει τον Εσωτερικό Κανονισμό του αναιρεσείοντος και (γ) να ορίζει τον Ορκωτό Λογιστή που θα προβεί στον ετήσιο έλεγχο της συνολικής οικονομικής διαχείρισης του αναιρεσείοντος, συμπεριλαμβανομένων και των επιμέρους οικονομικών διαχειρίσεων κάθε ινστιτούτου αυτού του προηγούμενου έτους.

Επιπλέον, από τη ρητή αναφορά στο συστατικό του νόμο (άρθρο 11 παρ. 3 του π.δ 145/2003) ότι το αναιρεσείον απαλλάσσεται μόνον από την καταβολή δασμών φόρων και τελών οποιασδήποτε φύσης για τα εισαγόμενα από αυτό ερευνητικά όργανα, εξαρτήματά τους ή άλλα υλικά εξοπλισμού που είναι αναγκαία για την εκπλήρωση του προορισμού του, εναργώς συνάγεται ότι αυτό, ακόμη και αν υπάγεται στους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, δεν απολαμβάνει των λοιπών διοικητικών, οικονομικών και δικαστικών (δικονομικών) προνομίων (ατελειών), που έχουν χορηγηθεί στο Δημόσιο και πολύ περισσότερο δεν απολαμβάνει των ουσιαστικών προνομίων του Δημοσίου, όπως είναι το προνόμιο της διετούς παραγραφής που προβλέπεται στο ήδη εκτεθέν άρθρο 140 παρ. 3 του ν. 4270/2014 (σχ.

ΑΠ 1013/2022). Περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 13 "Ερευνητικά Κέντρα - Ινστιτούτα" του ν. 4310/2014 "Έρευνα, Τεχνολογική Ανάπτυξη και Καινοτομία και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 258/8.12.2014), όπως η παρ. 1 του άρθρου 13 του νόμου αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 4386/2016 (ΦΕΚ Α 83/11.5.2015), ορίζονται τα εξής: "1. Τα ερευνητικά κέντρα, που έχουν συσταθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 1514/1985 και εποπτεύονται από φορείς του δημόσιου τομέα, αποτελούν ερευνητικούς οργανισμούς, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου και διαθέτουν νομική προσωπικότητα και διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια στο πλαίσιο των κειμένων διατάξεων.

Διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος και του εσωτερικού κανονισμού ή οργανισμού λειτουργίας τους, στο μέτρο που ο τελευταίος δεν έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.", στο άρθρο 13 Α του ίδιου νόμου, όπως ίσχυε κατά τον ένδικο χρόνο, ορίζεται ότι "Α. Τα Ερευνητικά Κέντρα-Ινστιτούτα που εποπτεύονται από τον Υπουργό Ανάπτυξης και Επενδύσεων και τη ΓΓΕΚ και διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου είναι τα εξής: 1 "Αθηνά - Ερευνητικό Κέντρο Καινοτομίας στις Τεχνολογίες της Πληροφορίας, των Επικοινωνιών και της Γνώσης", το οποίο αποτελείται από τα εξής Ινστιτούτα:

α. Ινστιτούτο Επεξεργασίας του Λόγου (Ι.Ε.Λ.). β. Ινστιτούτο Πληροφοριακών Συστημάτων (Ι.Π.ΣΥ.). γ. Ινστιτούτο Βιομηχανικών Συστημάτων (ΙΝ.ΒΙ.Σ.). 2. [...]" και με τα άρθρα 14 έως και 20 του νόμου αυτού ορίζονται τα ζητήματα που αφορούν τα ζητήματα διοίκησης των ερευνητικών κέντρων (άρθρο 14) το διοικητικό τους συμβούλιο (άρθρο 15), το διευθυντή του ερευνητικού κέντρου - τους διευθυντές των ινστιτούτων (άρθρο 16), το επιστημονικό συμβούλιο του ερευνητικού κέντρου -ινστιτούτων (άρθρο 17), το προσωπικό των ερευνητικών κέντρων -ινστιτούτων (άρθρο 18), τους εσωτερικούς κανονισμούς λειτουργίας -οργανισμούς (άρθρο 19) και τους πόρους των ερευνητικών κέντρων (άρθρο 20).

Ειδικότερα στην παρ. 1 του άρθρου 20 του ν. 4310/2014, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 του ν. 4386/2016 (ΦΕΚ Α 83/11.5.2016), ορίζονται τα εξής: " 1. Οι πόροι των ερευνητικών κέντρων, των ινστιτούτων τους και των τεχνολογικών φορέων προέρχονται από: α) Δημόσια χρηματοδότηση των μη οικονομικών δραστηριοτήτων τους από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, σύμφωνα με τις αρχές της ΕΣΕΤΑΚ, του σχεδίου δράσης και τις διατάξεις του Κεφαλαίου Γ`.

β) Ίδιους πόρους και ειδικότερα από: αα) Την ανάπτυξη ιδίας δραστηριότητας με οποιονδήποτε τρόπο ή σε σύμπραξη με ερευνητικούς οργανισμούς, τεχνολογικούς φορείς, επιχειρήσεις και λοιπούς φορείς με σκοπό την εμπορική ή εταιρική εκμετάλλευση δικαιωμάτων τους διανοητικής ιδιοκτησίας, ατομικών ή συλλογικών ή γενικότερα και τεχνογνωσίας σε ερευνητικά αποτελέσματα που υπάρχουν ή δημιουργούνται.

ββ) Την εκπόνηση μελετών, την παροχή υπηρεσιών και την υλοποίηση πάσης φύσεως συμφωνιών με άλλους φορείς του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα. γγ) Την αξιοποίηση πάσης φύσεως στοιχείων της κινητής ή ακίνητης περιουσίας τους. δδ) Δωρεές και άλλες παροχές τρίτων. εε) Χρηματοδοτούμενα ερευνητικά προγράμματα ή και άλλες δραστηριότητες τεχνολογικής ανάπτυξης και καινοτομίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση και άλλους διεθνείς οργανισμούς (πλην Π.Δ.Ε.).

στστ) Έσοδα σχετικά με τις δραστηριότητες ή τους σκοπούς του ερευνητικού κέντρου από οποιεσδήποτε άλλες πηγές.". Από τις ως άνω διατάξεις του ν. 4310/2014 σαφώς συνάγεται ότι το αναιρεσείον ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Αθηνά - Ερευνητικό Κέντρο Καινοτομίας στις Τεχνολογίες της Πληροφορίας, των Επικοινωνιών και της Γνώσης", με βάση το νόμο αυτό, στον οποίο ρητά υπάγεται, διατηρεί διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και δεν απολαμβάνει του ουσιαστικού προνομίου της διετούς παραγραφής που προβλέπεται στο ήδη εκτεθέν άρθρο 140 παρ. 3 του ν. 4270/2014 για το Ελληνικό Δημόσιο.

Επομένως, εφαρμοστέες ως προς το ζήτημα της παραγραφής των αξιώσεων του απασχολούμενου με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικού του αναιρεσείοντος, οι οποίες γεννώνται σε βάρος του τελευταίου και αφορούν στην επιδίκαση διαφορών μεταξύ καταβαλλόμενων και καταβληθέντων μηνιαίων μισθών, επιδομάτων κλπ, είναι οι προεκτεθείσες διατάξεις του άρθρου 250 αριθμοί 6 και 17 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες οι εν λόγω αξιώσεις υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τα πρώτο και δεύτερο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σκέλη του δεύτερου λόγου αναίρεσης, που ερευνώνται ενιαίως, το αναιρεσείον αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, δεχόμενη ότι για τις ένδικες αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων - εργαζομένων του, που αφορούν σε διαφορές μισθών και εν γένει μηνιαίων αποδοχών μεταξύ των υπέρτερων, που το αναιρεσείον ως εργοδότης τους κατέβαλε μέχρι τις 31.07.2012 και των μειωμένων που τους κατέβαλε κατά τη χρονική περίοδο από την 1.8.2012 μέχρι και τις 31.12.2016, έχει εφαρμογή η περί πενταετούς παραγραφής διάταξη του άρθρου 250 αριθμός 17 του ΑΚ και ότι δεν έχει εφαρμογή η περί διετούς παραγραφής διάταξη του άρθρου 140 παρ. 3 του ν. 4270/2014, με εσφαλμένη ερμηνεία και με ανεπαρκή αιτιολογία δεν εφάρμοσε την τελευταία διάταξη.

Όπως προκύπτει από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το ενδιαφέρον τον έλεγχο της βασιμότητας ή μη του ως άνω δεύτερου (και ως προς τα δύο σκέλη αυτού) αναιρετικού λόγου, το Εφετείο δέχθηκε κατά λέξη τα εξής: "Η θεσπιζόμενη βραχυπρόθεσμη διετής παραγραφή με το άρθρο 140 παρ. 3 του ν. 4270/2014 και πριν την έναρξη ισχύος αυτού με το άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 "περί δημοσίου λογιστικού και ελέγχου δαπανών του κράτους", δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού το εναγόμενο, όπως ήδη προαναφέρθηκε, είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και η παραγραφή των κατ' αυτού αξιώσεων του προσωπικού του ρυθμίζεται από τα άρθρα 250 αριθμ. 17, 251 και 253 ΑΚ, σύμφωνα με τα οποία οι αξιώσεις για μισθούς κάθε είδους και για κάθε άλλη περιοδικώς επαναλαμβανόμενη παροχή παραγράφονται σε πέντε χρόνια και η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής.

Τούτο δε, δεν διαφοροποιείται εκ του γεγονότος ότι το εκκαλούν (ήδη αναιρεσείον) έχει ενταχθεί στο τηρούμενο από την ΕΛΣΤΑΤ Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε (σιωπηρά) τον προβληθέντα πρωτοδίκως από το εναγόμενο ισχυρισμό περί παραγραφής των επιδίκων αξιώσεων των εναγόντων (ήδη αναιρεσίβλητων) που γεννήθηκαν μέχρι την 11.5.2015 λόγω παρέλευσης διετίας μέχρι την άσκηση της αγωγής, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και ο σχετικός πρώτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος".

Με την ως άνω κρίση του, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με συνοπτική, αλλά πλήρη, επαρκή και χωρίς αντιφάσεις και ενδοιαστικά κενά αιτιολογία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 250 αριθμούς 6 και 17 του ΑΚ και ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την επίσης ουσιαστικού δικαίου διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 140 του ν. 4270/2014.

Τούτο διότι, όπως ήδη αναλυτικά εκτίθεται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου ιδρύθηκε με το άρθρο 8 του ν. 2919/2001, που εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 25 του (γενικού) ν. 1514/1985, ως προς τη σύσταση, τη λειτουργία, τους σκοπούς, τη διοίκηση, τη διεύθυνση, το προσωπικό και τους πόρους του διέπεται από τις αναλυτικά εκτεθείσες διατάξεις του π.δ. 145/2003, σύμφωνα με τις οποίες (άρθρο 11 παρ. 3 του π.δ. 145/2003) απαλλάσσεται μόνον από την καταβολή δασμών, φόρων και τελών οποιασδήποτε φύσης για τα εισαγόμενα από αυτό ερευνητικά όργανα, εξαρτήματά τους ή άλλα υλικά εξοπλισμού που είναι αναγκαία για την εκπλήρωση του προορισμού του και ήδη διέπεται και από τις διατάξεις των άρθρων 13 έως και 20 του ν. 4310/2014, σύμφωνα με τις οποίες έχει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και δεν απολαμβάνει, ούτε κατ' ανάλογη εφαρμογή, των (δικονομικών και ουσιαστικών) προνομίων του Δημοσίου.

Ως εκ τούτου δεν ισχύει υπέρ αυτού το ουσιαστικό προνόμιο του Δημοσίου για διετή παραγραφή των κατ' αυτού μισθολογικών αξιώσεων των εναγόντων - αναιρεσίβλητων υπαλλήλων του, καθότι το απλό ταμειακό συμφέρον του εναγομένου - αναιρεσείοντος δεν ταυτίζεται με το δημόσιο ή το γενικό συμφέρον και δεν μπορεί να δικαιολογήσει την κατ' εφαρμογή του άρθρου 140 παρ. 3 του ν. 4270/2014 παραβίαση των δικαιωμάτων των εργαζομένων -εναγόντων -αναιρεσίβλητων στην περιουσία τους με την παραγραφή των ενδίκων αξιώσεών τους, οι οποίες, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, αφορούν στην επιδίκαση των διαφορών μισθών και εν γένει μηνιαίων τους αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 1.8.2012 μέχρι 31.12.2016, οι οποίες (διαφορές) προέκυψαν από την σύμφωνα με το αριθμό 22 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 μείωση των μέχρι τις 31.7.2012 καταβαλλόμενων μισθών και επιδομάτων τους.

Κατά συνέπεια, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τα πρώτο και δεύτερο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σκέλη του δεύτερου λόγου αναίρεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Η διάταξη του άρθρου 249 ΚΠολΔ, κατά την οποία το δικαστήριο δύναται να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα άλλη εκκρεμής δίκη, από το αντικείμενο της οποίας εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει η διάγνωση της διαφοράς, τυγχάνει εφαρμογής και στην αναιρετική διαδικασία, όταν ενώπιον Τμήματος του Αρείου Πάγου πρέπει να επιλυθεί σοβαρό νομικό ζήτημα και ιδίως ζήτημα συμβατότητας προς το Σύνταγμα ουσιαστικού δικαίου νομικών διατάξεων, το οποίο (ζήτημα) έχει ήδη παραπεμφθεί προς επίλυση στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, οπότε το Τμήμα δύναται να διατάξει την αναβολή της συζήτησης της αναίρεσης εωσότου εκδοθεί η απόφαση της Ολομελείας, η επιλύουσα το εν λόγω ζήτημα (ΑΠ 235/2018, ΑΠ 355/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες υπηρετούν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στο εναγόμενο νπιδ με την ιδιότητα του ερευνητή Α' οι δώδεκα πρώτοι, του ερευνητή Β' η 13η και ο 14ος και του ειδικού λειτουργικού επιστήμονα Α' βαθμίδας οι λοιποί, και αμείβονταν μέχρι 31-7-2012 με βάση το ειδικό μισθολόγιο της διάταξης του άρθρου 38 του Ν. 3205/2003.

Κατ' εφαρμογή του αμιγώς αριθμητικού κριτηρίου, [...] με τις διατάξεις της περίπτωσης 22 της υποπαραγράφου Γ. 1 της παραγράφου Γ, του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, επιβλήθηκαν μειώσεις στους βασικούς μισθούς των Ερευνητών και των Ειδικών Λειτουργικών Επιστημόνων, καθώς και στα χορηγούμενα σ' αυτούς επιδόματα και αποζημιώσεις (πάγια αποζημίωση για δημιουργία και ενημέρωση βιβλιοθήκης και ειδικό ερευνητικό επίδομα για την εκτέλεση μεταδιδακτορικής έρευνας).

Κατά συνέπεια, ναι μεν ο νομοθέτης έχει διακριτική ευχέρεια για την εισαγωγή νέων ρυθμίσεων και ευρύ περιθώριο εκτίμησης για τη διαμόρφωση των αποδοχών των Ερευνητών και των Ειδικών Λειτουργικών Επιστημόνων, τα δικαστήρια όμως δύνανται και οφείλουν, χωρίς να υπεισέλθουν στην έρευνα της σκοπιμότητας των επιλογών του, να ερευνήσουν το αμιγώς νομικό ζήτημα, αν ελήφθη υπόψη η ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση αυτών, ως δημοσίων λειτουργών, η οποία απορρέει από το άρθρο 16 του Συντάγματος, καθώς και η συνταγματική αρχή της ισότητας, υπό τη δεύτερη όψη της, δηλαδή της υποχρέωσης του νομοθέτη να μεταχειρίζεται ανίσως τις άνισες καταστάσεις.

Η τεκμηρίωση δε αυτή, αναγκαία και εκ του ότι τα επίμαχα μέτρα διασπούν μία πάγια μισθολογική μεταχείριση των λειτουργών αυτών, θα έπρεπε να αναφέρεται στην εξέλιξη των οικονομικών εν γένει συνθηκών και του γενικού κόστους διαβίωσης, στην ανάγκη διαφύλαξης του κύρους του δημοσίου λειτουργήματός των, λόγω της φύσης των καθηκόντων τους και της αποστολής τους, λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαιτέρως αυξημένα τυπικά και ουσιαστικά τους προσόντα, για την απόκτηση των οποίων απαιτούνται μακροχρόνιες μεταπτυχιακές σπουδές, καθώς επίσης και τη συναρτώμενη με τα ως άνω στοιχεία μέριμνα για την προσέλκυση στα ερευνητικά κέντρα νέου, υψηλής επιστημονικής επάρκειας, στελεχιακού δυναμικού.

Όμως, ούτε από τις προπαρασκευαστικές εργασίες ψήφισης του ν. 4093/2012, ούτε από το κείμενο του εγκριθέντος με τον νόμο αυτό Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016, ούτε, τέλος, από το κείμενο του εγκριθέντος με τον ν. 4046/2012 Μνημονίου Συνεννόησης προκύπτει ότι, κατά τον προσδιορισμό του ύψους των περικοπών με τις διατάξεις του ν. 4093/2012 (περίπτ. 22, υποπαραγρ.

Γ.1, παραγρ. Γ, άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012), στο μισθολόγιο των Ερευνητών και των Ειδικών Λειτουργικών Επιστημόνων, ελήφθησαν υπόψη, πέραν του ανωτέρω καθαρώς αριθμητικού και, ως εκ τούτου, προδήλως απρόσφορου κριτηρίου, της επίτευξης δηλαδή συγκεκριμένης μεσοσταθμικής μείωσης του μισθολογικού κόστους του Δημοσίου, τα παρατεθέντα αμέσως ανωτέρω στοιχεία.

Δεν εξετάσθηκε, επίσης, αν οι αποδοχές των Ερευνητών και των Ειδικών Λειτουργικών Επιστημόνων παραμένουν, και μετά τις νέες μειώσεις, επαρκείς για την αντιμετώπιση του κόστους αξιοπρεπούς διαβίωσής τους και ανάλογες της αποστολής τους. Περαιτέρω, με τα δεδομένα που ίσχυαν κατά τον χρόνο δημοσίευσης του ν. 4093/2012 οι συγκεκριμένες μειώσεις των αποδοχών των Ερευνητών και των Ειδικών Λειτουργικών Επιστημόνων, που επήλθαν με τον νόμο αυτό αποκλειστικά με βάση το ανωτέρω καθαρώς αριθμητικό κριτήριο, συνυπολογιζόμενες με τις προηγούμενες μειώσεις που τους επιβλήθηκαν διαδοχικά (ν. 3833/2010 μείωση 7% του βασικού μισθού και των επιδομάτων -ερευνητικό και βιβλιοθήκης- και ν. 3845/2010 μείωση 3% του βασικού μισθού και των άνω επιδομάτων, μείωση κατά 30% των επιδομάτων εορτών και αδείας και στη συνέχεια πλήρης κατάργησή τους, ν. 4002/2011 μείωση 25% ειδικού ερευνητικού επιδόματος για την εκτέλεση μεταδιδακτορικής έρευνας), καθώς και άλλες μειώσεις του εισοδήματός τους με παράπλευρα νομοθετήματα της περιόδου της κρίσης (επιβολή ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης με το ν. 3986/2011 και αλλεπάλληλες φορολογικές επιβαρύνσεις), υπερβαίνουν, λόγω του σωρευτικού τους αποτελέσματος και της έκτασής τους, το όριο που θέτουν οι συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, δεδομένης εξάλλου, και της αδυναμίας προώθησης των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και είσπραξης των ληξιπροθέσμων φορολογικών οφειλών που απετέλεσαν, κατά τα προεκτεθέντα, έναν από τους λόγους για τους οποίους κρίθηκαν και πάλι αναγκαίες, μεταξύ άλλων, οι νέες μειώσεις στις αποδοχές τους.

Ενόψει τούτων, οι διατάξεις της περίπτωσης 22, της υποπαραγράφου Γ.1, της παραγράφου Γ, του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με τις οποίες προβλέπονται νέες μειώσεις των αποδοχών των Ερευνητών και των Ειδικών Λειτουργικών Επιστημόνων αναδρομικώς από 1.8.2012, αντίκεινται στο άρθρο 16 του Συντάγματος και την απορρέουσα από αυτό αρχή της "ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισής" τους, καθώς και προς τις αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη (άρθρα 25 παρ. 1 και 4 παρ. 5 του Συντάγματος).

Ενόψει τούτων, λόγω του ανίσχυρου των ως άνω διατάξεων της περίπτωσης 22, της υποπαραγράφου Γ.1, της παραγράφου Γ, του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, θεμελιώνεται ευθύνη του εναγομένου νπιδ, που εφάρμοσε τις εν λόγω διατάξεις, κατά την καταβολή των αποδοχών των εναγόντων, χρονικής περιόδου από 1.8.2012 έως 31.12.2016.

Στα πλαίσια αυτά, οι αποδοχές εκάστου των εναγόντων μειώθηκαν για το χρονικό διάστημα από 1-8-2012 έως 31-12-2016 κατά τα ακόλουθα ποσά, ο υπολογισμός των οποίων δεν αμφισβητείται από το εναγόμενο [...]".

Την ως άνω κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου προσβάλλει το αναιρεσείον ΝΠΙΔ με τα πρώτο και δεύτερο σκέλη του τρίτου (και τελευταίου) από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 5, 16, 25 παρ. 1 και 4, 79 και 106 του Συντάγματος, του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ σε συνδυασμό με τις διατάξεις της περίπτωσης 22 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 και τις διατάξεις της με αριθμό οικ. 2/83408/022/14.11.2012 ΥΑ καθώς και τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.

Προκύπτει, όμως, ότι η ευδοκίμηση ή μη του τρίτου αναιρετικού λόγου εξαρτάται από το κρίσιμο ζήτημα της συμβατότητας προς το Σύνταγμα των διατάξεων του αριθμού 22 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, με τις οποίες νομοθετήθηκαν οι οριζόμενες σε αυτές μειώσεις των αποδοχών των ερευνητών και των ειδικών λειτουργικών επιστημόνων όλων των βαθμίδων που υπηρετούν σε Εθνικά Ερευνητικά Κέντρα και ανεξάρτητα Ερευνητικά Ινστιτούτα, τα οποία διέπονται από τις διατάξεις του ν. 1514/1985 (Α' 13) και ειδικότερα από το ζήτημα της συμβατότητας των ως άνω διατάξεων με :

α) το άρθρο 16 παρ. 1 του Συντάγματος και την απορρέουσα από αυτό αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των ερευνητών και των ειδικών λειτουργικών επιστημόνων, β) το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος και την απορρέουσα από αυτό αρχή της ισότητας στα δημόσια βάρη και γ) το άρθρο 25 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος και την απορρέουσα από αυτό αρχή της αναλογικότητας, λόγω μάλιστα και της διαμορφωθείσας υπέρ της άποψης της αντισυνταγματικότητας των αριθμών 21 και 27 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 νομολογίας της Ολομέλειας του Συμβουλίου Επικρατείας και της (πλήρους) Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (σχ.

ΟλΣτΕ 479/2018 και 480/2018 για την αντισυνταγματικότητα της διάταξης του αριθμού 21 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 με την οποία μειώθηκαν οι αποδοχές του Εκπαιδευτικού Προσωπικού (Ε.Π.) των Τ.Ε.Ι και ΟλΣτΕ 431/2018 και ΟλΑΠ 4/2022 για την αντισυνταγματικότητα της διάταξης του αριθμού 27 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 με την οποία μειώθηκαν οι αποδοχές των γιατρών που απασχολούνται σε δημόσιους φορείς παροχής υπηρεσιών υγείας).

Το ζήτημα αυτό, έχει ήδη παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με τη με αριθμό 412/2023 απόφαση του παρόντος Β2 τμήματος αυτού, που ήταν γνωστή όταν στις 23.5.2023 έγινε η διάσκεψη για την παρούσα υπόθεση. Ήδη, μετά τον γενόμενο προσδιορισμό, η παραπεμφθείσα υπόθεση εκκρεμεί προς συζήτηση στην Πλήρη Ολομέλεια κατά τη δικάσιμο της 21ης Σεπτεμβρίου 2023.

Συνεπώς, για την ενότητα της νομολογίας και την αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει νόμιμη περίπτωση αναβολής έκδοσης απόφασης για τον τρίτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, εωσότου εκδοθεί απόφαση από την πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, η οποία να επιλύει το συγκεκριμένο ζήτημα Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων πρέπει να απορριφθούν οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της ένδικης αίτησης για αναίρεση της με αριθμό 5140/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και να αναβληθεί η συζήτηση του τρίτου (και τελευταίου) αναιρετικού λόγου αυτής, εωσότου εκδοθεί απόφαση από την πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, η οποία να επιλύει το ζήτημα της συμβατότητας των διατάξεων του αριθμού 22 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 προς τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1, 4 παρ. 5 και 25 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τους πρώτο και δεύτερο λόγους της από 20.12.2021 και με αριθμό κατάθεσης 10108/1253/2021 αίτησης για αναίρεση της με αριθμό 5140/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών Αναβάλλει τη συζήτηση του τρίτου λόγου της ως άνω αίτησης αναίρεσης, εωσότου εκδοθεί απόφαση από την πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, η οποία να επιλύει το ζήτημα της συμβατότητας των διατάξεων του αριθμού 22 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 προς τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 1, 4 παρ. 5 και 25 παρ. 1 και 4 του Συντάγματος.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Σεπτεμβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ