1376/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου, Γεώργιο Κόκκορη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1376/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε μετά από αναίρεση, εν μέρει, της υπ' αριθ. 7286/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και καταδίκασε τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών και συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα επτά (17) μηνών.
Full text
Απόφαση 1376 / 2020 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1376/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου, Γεώργιο Κόκκορη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 21 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ζαχαρία Κοκκινάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος Π. Π. του Π., κατοίκου ...), ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Γεωργίου Αλικάκου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1829/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Με υποστηρίζοντα την κατηγορία τον Γ. Μ. του Α., που δεν παραστάθηκε.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17.09.2020 κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1008/2020.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, καθώς και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 17.09.2020 δήλωση - αίτηση του Π. Π. του Π., κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 1829/2020 δευτεροβάθμιας αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 18.09.2020, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 1, 2, 3 και 4, 474 παρ. 4 Κ.Ποιν.Δ.) και είναι παραδεκτή.
Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε μετά από αναίρεση, εν μέρει, της υπ' αριθ. 7286/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών και καταδίκασε τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών και συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα επτά (17) μηνών.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 2 του νέου Κ.Ποιν.Δ., μετά την αναίρεση της απόφασης, εάν η νέα συζήτηση, διατάχθηκε συνεπεία αίτησης αναιρέσεως που έγινε μόνο από ή υπέρ του καταδικασθέντος, το δικαστήριο της παραπομπής έχει δικαιοδοσία να εξετάσει εξ υπαρχής την υπόθεση όταν η απόφαση αναιρέθηκε εξ ολοκλήρου, αν, όμως, η αναίρεση υπήρξε μερική, κατά το μέρος που αναιρέθηκε, δεν θίγεται δε η απόφαση κατά τις λοιπές αυτής διατάξεις.
Και τούτο διότι, στη δεύτερη περίπτωση, κατά τα λοιπά μέρη της αναιρεθείσας απόφασης, για τα οποία δεν προβλήθηκαν λόγοι αναιρέσεως ή οι τυχόν προβληθέντες απορρίφθηκαν από την αναιρετική απόφαση, η προσβληθείσα απόφαση κατέστη αμετάκλητη (άρθρο 546 Κ.Ποιν.Δ.), οπότε και δεν επιτρέπεται νέα συζήτηση επί των μερών τούτων, γι' αυτό και όταν προτείνονται λόγοι αναιρέσεως, κατά των μερών αυτών, τυγχάνουν, κατ' άρθρο 57 Κ.Ποιν.Δ., απαράδεκτοι, αφού προσκρούουν στο δεδικασμένο που γεννήθηκε ως προς αυτά, υπό την προϋπόθεση, βέβαια, ότι τα εν λόγω κεφάλαια είναι αυτοτελή και η υπόστασή τους δεν εξαρτάται από το αναιρεθέν μέρος.
Ειδικότερα, αν αναιρεθεί καταδικαστική απόφαση μόνο ως προς την διάταξή της, που αναφέρεται στην επιβολή ποινής μόνο σε μία ορισμένη αξιόποινη πράξη, επί περισσοτέρων αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, και την συνολική ποινή, τότε έχει κριθεί αμετάκλητα η ενοχή ως προς την τέλεση των αξιόποινων πράξεων καθώς και ως προς την ποινή των υπολοίπων αξιόποινων πράξεων.
Το Δικαστήριο της ουσίας στο οποίο παραπέμπεται, κατά το άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ., η υπόθεση περιορίζεται στην εξέταση μόνο της ποινής της εν λόγω αξιόποινης πράξης, για την οποία έγινε η παραπομπή της υπόθεσης και αναγκαίως και στην επιμέτρηση της συνολικής ποινής και δεν έχει εξουσία να ασχοληθεί εκ νέου με την ενοχή του κατηγορουμένου ως προς τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες η κρίση περί ενοχής έχει καταστεί αμετάκλητη, αλλά ούτε και με τις επιβληθείσες για αυτές ποινές, αν δε το πράξει ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης για υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Θ' του ισχύοντος Κ.Ποιν.Δ.). Κατά τη νέα συζήτηση της υπόθεσης, το δικαστήριο της παραπομπής προβαίνει σε νέα επιμέτρηση της ποινής για το συγκεκριμένο έγκλημα και στη συνέχεια στον καθορισμό νέας συνολικής ποινής, χωρίς να μπορεί να χειροτερεύσει τη θέση του κατηγορουμένου. Στην προκείμενη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Δυνάμει της υπ' αριθμ. 7286/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για τις αξιόποινες πράξεις της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ' εξακολούθηση, πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση και ψευδούς αναφοράς στην Αρχή κατ' εξακολούθηση και του επιβλήθηκαν οι ποινές φυλακίσεως των δέκα τεσσάρων (14) μηνών για την πρώτη πράξη, των οκτώ (8) μηνών για τη δεύτερη πράξη και του ενός (1) έτους για την τρίτη πράξη, καθορίστηκε δε συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι τεσσάρων (24) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων άσκησε αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η 450/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου. Με την απόφαση αυτή, αναιρέθηκε εν μέρει η 7286/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, μετά από παραδοχή σχετικών λόγων αναιρέσεως και αυτεπάγγελτης εφαρμογής επιεικεστέρων διατάξεων.
Συγκεκριμένα, η εν λόγω απόφαση αναίρεσε την προσβαλλομένη (7286/2018): α) ως προς την πράξη της ψευδούς αναφοράς στην Αρχή, κατ' εξακολούθηση, β) ως προς την έντοκη επιδίκαση του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης και γ) ως προς τις διατάξεις της περί ποινής για την πράξη της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση και περί συνολικής ποινής, και αφού κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο για την πράξη της ψευδούς αναφοράς στην Αρχή κατ' εξακολούθηση (αφού δεν υπάρχει πλέον τέτοιου είδους αξιόποινη πράξη) και απάλειψε από το σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως α) την επιβαρυντική περίσταση της χρήσης των πλαστών εγγράφων από την πράξη της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση και β) τη διάταξη περί έντοκης επιδίκασης του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης, παρέπεμψε στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο την υπόθεση κατά το αναιρεθέν ως άνω υπό στοιχ.
γ' μέρος για νέα συζήτηση, και μόνο για την επιμέτρηση της ποινής, ως προς την πράξη της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση και, ακολούθως, για τον καθορισμό της συνολικής ποινής, και απέρριψε κατά τα λοιπά την ως άνω αίτηση αναιρέσεως. Μετά την έκδοση της άνω αποφάσεως του Αρείου Πάγου, η καταδίκη για τις ως άνω πράξεις και η επιβολή ποινής για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως κατ' εξακολούθηση είχε καταστεί αμετάκλητη και το Δικαστήριο της παραπομπής, στο οποίο εισήχθη η υπόθεση, κατά το αναιρεθέν ως άνω μέρος της, δεν μπορούσε να ασχοληθεί με αυτές, παρά μόνον με τη νέα επιμέτρηση ποινής για την πράξη της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, ως και τον νέο καθορισμό συνολικής ποινής.
Επακολούθησε η εισαγωγή της υπόθεσης στο Δικαστήριο της παραπομπής και εκδόθηκε η 1829/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, της οποίας ζητείται η αναίρεση. Από την επισκόπηση των πρακτικών της τελευταίας προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου της παραπομπής, ζήτησε, δια του συνηγόρου του, α) να μην του επιβληθεί ποινή, σύμφωνα με το οριζόμενα στο άρθρο 104Β του νέου ΠΚ και ειδικότερα, επειδή από τότε που τελέστηκαν οι πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε (13.12.2012 και 4.3.2013) παρήλθε ασυνήθιστα μεγάλο χρονικό διάστημα η επιβολή της ποινής δεν εμφανίζεται πλέον αναγκαία σε συνδυασμό και με την μικρή βαρύτητα των πράξεων και β) να αναγνωριστούν στο πρόσωπό του τα ελαφρυντικά του άρθρου 84 παρ. 2 α', β', γ' και δ' και παρ.3 ΠΚ'.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τους εν λόγω αυτοτελείς ισχυρισμούς, κατά πιστή μεταφορά, με το ακόλουθο αιτιολογικό: "...Στην προκείμενη περίπτωση, όμως, με την υπ' αριθμ. 450/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου και κατά το μέρος που εδώ ενδιαφέρει, αναιρέθηκε εν μέρει η υπ' αριθμ.7286/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών ως προς τις διατάξεις της, που αφορούσαν την επιβληθείσα στον κατηγορούμενο για την πλαστογραφία κατ' εξακολούθηση ποινή αναγκαστικά δε και ως προς την επιβληθείσα συνολική ποινή και παραπέμφθηκε η υπόθεση, κατά το αναιρεθέν ως άνω μέρος της, για νέα συζήτηση και μόνον για την επιμέτρηση της ποινής, ως προς την πράξη της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση και, ακολούθως για τον καθορισμό της συνολικής ποινής, στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί, εφόσον είναι δυνατό, από τους ίδιους δικαστές, που δίκασαν προηγουμένως και σε περίπτωση αδυναμίας από άλλους.
Συνεπώς, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, το παρόν Δικαστήριο της παραπομπής θα περιοριστεί στα πιο πάνω ζητήματα (επιμέτρησης της ποινής και καθορισμού συνολικής ποινής) και δεν έχει εξουσία να ερευνήσει εκ νέου την επιβολή ή μη ποινής στον κατηγορούμενο, καθώς και την αναγνώριση ή μη ελαφρυντικών.
Επομένως, οι παραπάνω αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορούμενου είναι αβάσιμοι και ως εκ τούτου απορριπτέοι." Υπό τα δεδομένα αυτά, ορθώς το Δικαστήριο της ουσίας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση, κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 524 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., περιορίστηκε στο να επιμετρήσει την ποινή για την πράξη της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση και να καθορίσει τη συνολική ποινή και απέρριψε τα αιτήματα περί δικαστικής αφέσεως της ποινής και αναγνωρίσεως ελαφρυντικών περιστάσεων (άρθρ. 84 παρ. 2 α'.
β', γ' και δ' και παρ. 3 ΠΚ), τα οποία προεβλήθησαν για πρώτη φορά ενώπιόν του, καθόσον δεσμεύετο από τη διάταξη περί παραπομπής για επιβολή της προσήκουσας ποινής στον καταδικασθέντα για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση και αναγκαίως και για τον καθορισμό της συνολικής ποινής, και από το προκύπτον πλέον αμετάκλητο της προηγούμενης, μη αναιρεθείσας κατά τα λοιπά ζητήματα, 7286/2018 απόφασης.
Σε αντίθετη περίπτωση θα προέκυπτε το παράδοξο σε τυχόν αναγνώριση στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος κάποιου ή και όλων των αιτουμένων ελαφρυντικών να αναγνωρίζονται αυτά (ελαφρυντικά) για την επιμέτρηση της ποινής που αφορά στην πράξη της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, για την οποία και μόνο αναιρέθηκε η 7286/2018 απόφαση, όχι όμως και για την επιμέτρηση της αμετακλήτως επιβληθείσας ποινής για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως.
Κατά συνέπεια, ο υποστηρίζων τα αντίθετα πρώτος λόγος της αίτησης αναιρέσεως, από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Θ' του Κ.Ποιν.Δ., με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων περί επιμέτρησης της ποινής και συγκεκριμένα των άρθρων 84, 85 και 104Β του ΠΚ και για αρνητική υπέρβαση εξουσίας, συνιστάμενος στο ότι εσφαλμένα απέρριψε τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του για την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων που ζήτησε, καθώς και για τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθ. 104Β ΠΚ, για µη επιβολή ποινής και έτσι παρέλειψε να ασκήσει δικαιοδοσία που του παρείχε ο νόμος, είναι αβάσιμος.
Σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 7 του ισχύοντος από 1.7.2019 Π.Κ., που ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ορίζεται ότι : "Στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου που ορίζει ότι "Με την επιμέτρηση της ποινής καθορίζεται η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος με βάση τη βαρύτητα της πράξης και το βαθμό ενοχής του υπαιτίου γι' αυτή.
Το δικαστήριο σταθμίζει τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου και συνεκτιμά τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του." Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2, 3, 4, 5 και 6 του ίδιου άρθρου, αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος, του βαθμού ενοχής του δράστη, της προσωπικότητας αυτού, καθώς και με τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ ή κατά του υπαιτίου, προκύπτει, ότι η επιμέτρηση της ποινής, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος, το βαθμό ενοχής του κατηγορουμένου (χαρακτήρα, ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις, βαθμό δυνατότητας, διαγωγή κατά και μετά την τέλεση της πράξης), στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στη σχετική με την ποινή απόφασή του άλλη ειδικότερη αιτιολογία για τα στοιχεία αυτά.
Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αναγνωρίζεται στον κατηγορούμενο δικαίωμα για δίκαιη δίκη, κατά δε το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος, όπως το άρθρο αυτό ισχύει από 18.4.2001, μετά την αναθεώρηση από τη Ζ' Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων, αναγνωρίζεται, ήδη, ότι οι κάθε είδους περιορισμοί, που μπορούν, κατά το Σύνταγμα, να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας, η παραβίαση της οποίας πρέπει να ερευνάται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση σε συνδυασμό, αναφορά και συνάρτηση με το ύψος της επιβληθείσας ποινής και το μέγεθος της απαξίας της αξιόποινης πράξης, εφόσον και αυτή αποτελεί ένα από τα κριτήρια, των οποίων η συνεκτίμηση διαμορφώνει την κρίση του δικαστηρίου για την υπέρβαση ή μη της αρχής της αναλογικότητας.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 7 παρ. 3 του Ν.4239/2014 "Δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης, στα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια και στο Ελεγκτικό Συνέδριο και άλλες διατάξεις", "Κατά την επιμέτρηση της ποινής το αρμόδιο δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψιν την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορούμενου.
Στη δικαστική απόφαση γίνεται ρητή μνεία με συνοπτική αιτιολογία, ότι κατά την επιμέτρηση της ποινής, το δικαστήριο έλαβε υπόψη του την κατά τα άνω υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας, γεγονός το οποίο μπορεί να συνιστά, εν όλω ή εν μέρει, δίκαιη ικανοποίηση για την καθυστέρηση της ποινικής διαδικασίας.".
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ως άνω νόμου, "Η αρμοδιότητα προς εκδίκαση της αίτησης για δίκαιη ικανοποίηση, όταν αφορά καθυστέρηση εκδίκασης υπόθεσης ενώπιον: (α) του Αρείου Πάγου, ανατίθεται σε Αρεοπαγίτη, (β) του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ανατίθεται σε Σύμβουλο ή Πάρεδρο, (γ) του εφετείου, ανατίθεται σε Πρόεδρο Εφετών του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, (δ) του πρωτοδικείου, ανατίθεται σε Πρόεδρο Πρωτοδικών του δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση, (ε) του ειρηνοδικείου, ανατίθεται στον Ειρηνοδίκη που διευθύνει το ειρηνοδικείο που εξέδωσε την απόφαση...".
Ακόμη, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου, "1. Το δικαστήριο αποφαίνεται για το αν συντρέχει υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης συνεκτιμώντας ιδίως: α) την καταχρηστική ή παρελκυστική συμπεριφορά των διαδίκων κατά την εξέλιξη της δίκης για τη διάρκεια της οποίας διατυπώνεται παράπονο ότι υπερέβη την εύλογη διάρκεια, β) την πολυπλοκότητα των τιθέμενων πραγματικών και νομικών ζητημάτων, γ) τη στάση των αρμόδιων κρατικών αρχών και δ) το διακύβευμα της υπόθεσης για τον αιτούντα. 2.
Όταν διαπιστώνεται ότι συντρέχει υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης και επομένως υπάρχει παραβίαση του δικαιώματος σε ταχεία απονομή της δικαιοσύνης, το δικαστήριο αποφαίνεται για το αν πρέπει να καταβληθεί χρηματικό ποσό για τη δίκαιη ικανοποίηση και σε καταφατική περίπτωση ορίζει το ύψος αυτής, λαμβάνοντας υπόψη και την περίοδο που υπερέβη τον εύλογο χρόνο για την εκδίκαση της υπόθεσης, κατά συνεκτίμηση των κριτηρίων της προηγούμενης παραγράφου, καθώς και την ικανοποίηση του αιτούντος από άλλα μέτρα που προβλέπονται στην κείμενη νομοθεσία για την αποκατάσταση της βλάβης του, μεταξύ των οποίων και την επιδίκαση υπέρ αυτού αυξημένης δικαστικής δαπάνης, κατά τα οριζόμενα στις οικείες διατάξεις".
Τέλος, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 του αυτού ως άνω νόμου, "Τα οριζόμενα στα προηγούμενα άρθρα εφαρμόζονται αναλόγως και στις διαδικασίες ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των επομένων παραγράφων", όπως και η παράγραφος 3 του άρθρου τούτου, που παρατέθηκε στην αρχή της παρούσας νομικής σκέψης, σύμφωνα με την οποία κατά την επιμέτρηση της ποινής το αρμόδιο δικαστήριο λαμβάνει υπόψη την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας που δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του κατηγορουμένου.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, επέβαλε στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της, με ειδική σκέψη του, για την επιβολή της άνω ποινής έλαβε υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος που διαπράχθηκε, το βαθμό της ενοχής του κατηγορουμένου, καθώς και την προσωπικότητα αυτού, για την εκτίμηση δε των στοιχείων αυτών χρησιμοποίησε και τα ειδικώς μνημονευόμενα στην απόφαση κριτήρια του άρθρου 79 ΠΚ, ενώ δεν ήταν υποχρεωμένο, να διαλάβει στην απόφαση αυτή άλλη ειδικότερη αιτιολογία.
Αναφορικά με την επιβληθείσα στον καταδικασθέντα κατηγορούμενο εξάμηνη ποινή φυλακίσεως, που κυμάνθηκε εντός των ορίων του πλαισίου της προβλεπόμενης ποινής [από δέκα (10) ημέρες έως πέντε (5) έτη], λαμβάνοντας υπόψη και τις προβλέψεις του άρθρου 79 ΠΚ για την επιμέτρηση της ποινής, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, με τις πιο πάνω παραδοχές, την κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαλαμβανομένων στα σκεπτικά [περί ενοχής της 7286/2018 απόφασης του ιδίου Δικαστηρίου αμετακλήτου ως προς το σκέλος αυτό] και [περί ποινής της νυν προσβαλλομένης], που αποτελούν ενιαίο σύνολο, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή, ως προς την επιμέτρηση της επιβληθείσας ποινής, στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 του ΠΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Η μη αναφορά, ότι λήφθηκε υπόψη η τυχόν υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας, με βάση τις προπαρατεθείσες διατάξεις, δεν συνεπάγεται εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 7 παρ. 3 του Ν. 4239/2014, ούτε έλλειψη αιτιολογίας, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων, με τον συναφή δεύτερο λόγο του δικογράφου της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, αφού η εφαρμογή της εν λόγω διάταξης τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι πράγματι έχει διαγνωσθεί η υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης, κάτι που δεν συνέβη στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Άλλωστε, κριτήριο για την κατάφαση της υπέρβασης αυτής δεν είναι μόνο η παρέλευση δυσανάλογα μεγάλου χρονικού διαστήματος από την τέλεση του εγκλήματος, αλλά, κατά το νόμο (άρθρο 5 παρ. 1 Ν.4239/2014), συνεκτιμώνται η καταχρηστική ή παρελκυστική συμπεριφορά των διαδίκων κατά την εξέλιξη της δίκης, η πολυπλοκότητα των πραγματικών και νομικών ζητημάτων, η στάση των αρμόδιων κρατικών αρχών και το διακύβευμα της υπόθεσης για τον κατηγορούμενο, όπως δε συνάγεται από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων του Ν.4239/2014, το ποινικό Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής υποχρεούται να λάβει υπόψη του και να μνημονεύσει με συνοπτική αιτιολογία την κατά τα άνω υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας, εφόσον θετικά διαπιστώσει τη συνδρομή τέτοιας περίπτωσης, ενώ δεν υποχρεούται να αιτιολογήσει αρνητικά, ότι δεν συντρέχει η περίπτωση αυτή, όταν, μάλιστα, δεν έχει υποβληθεί συναφής ισχυρισμός από τον κατηγορούμενο, ή ο υποβληθείς [η μη εύλογη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας - άρθρο 84 παρ. 3 του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου Ποινικού Κώδικα (Ν.4619/2019)], ως αυτοτελής ισχυρισμός, δεν έχει προταθεί, καθώς και αναπτυχθεί προφορικώς, νομίμως από τον κατηγορούμενο, ήτοι κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή του, έτσι ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί και, σε περίπτωση αποδοχής του, να οδηγήσει στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα, όπως εν προκειμένω.
Και συγκεκριμένα, ο υποβληθείς σχετικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθ. 84 παρ. 3 του ΠΚ, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στη σελίδα 15 αυτής, συνίσταται κατά πιστή αντιγραφή στο ότι: "...Επιπλέον η διάρκεια της ποινικής διαδικασίας δεν ήταν εύλογη, χωρίς αυτό να οφείλεται σε υπαιτιότητά μου.
Έχουν παρέλθει πλέον των 7 ετών από τις ημερομηνίες κατά τις οποίες φέρομαι να τέλεσα τις πράξεις. Επομένως, ζητώ να μου αναγνωριστεί και το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 3 ΠΚ". Με αυτό το περιεχόμενο όμως ο εν λόγω ισχυρισμός είναι αόριστος, διότι δεν ανέφερε συγκεκριμένα περιστατικά (πόσες φορές αναβλήθηκε η υπόθεση, λόγους αναβολής, χρόνους προσδιορισμού της), τα οποία να θεμελιώνουν τον ισχυρισμό του ότι η μη εύλογη διάρκεια της διαδικασίας δεν οφείλετο σε υπαιτιότητα του.
Επομένως δεν υπήρχε υποχρέωση του Δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί του ισχυρισμού αυτού, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του.
Κατ' ακολουθία, ο ως άνω, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ., δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, για τη θεμελίωση του οποίου προβάλλεται, ότι η πληττόμενη απόφαση, κατά την επιμέτρηση της επιβληθείσας ποινής, δεν έλαβε υπόψη την υπέρβαση του εύλογου χρόνου της διαδικασίας, που αποτελεί αυτοτελή λόγο μείωσης της ποινής, κατά την παρ. 3 του άρθρου 7 του Ν.4239/2014, την οποία κατά τους ισχυρισμούς του αγνόησε και δεν διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία περί αυτού, είναι αβάσιμος.
Σύμφωνα με τα άρθρα 352 και 353 Κ.Ποιν.Δ. παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει, ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες, για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση.
Το αίτημα αυτό πρέπει να υποβάλλεται παραδεκτώς και να είναι ορισμένο, είναι δε ορισμένο, μόνον όταν αναφέρονται όλα τα πραγματικά περιστατικά, που δικαιολογούν την αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως. Εξάλλου, η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' του Κ.Ποιν.Δ., απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες, χωρίς εξαίρεση, τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως, αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας.
Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση, που απορρίπτει σαφές και ορισμένο αίτημα του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη. Έλλειψη, επομένως, αιτιολογίας της παρεμπίπτουσας αυτής αποφάσεως συντρέχει, όταν δεν περιέχονται σ' αυτήν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την απόρριψη του εν λόγω αιτήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών στην διάταξη του άρθρου 352 παρ. 2 και 3 του Κ.Ποιν.Δ.
Επιπλέον, η απόρριψη χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία παραδεκτού και ορισμένου αιτήματος αναβολής, επειδή συνάπτεται άμεσα με την ανάγκη νόμιμης απόδειξης της ενοχής του κατηγορουμένου, προσβάλλει το δικαίωμα για δίκαιη δίκη και του τεκμηρίου αθωότητας αυτού, κατά τα άρθρα 6 παρ.1, 2 και 3 περ.
δ' της ΕΣΔΑ και 14 παρ.2 του Δ.Σ.Α.Π.Δ., και επιφέρει, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' Κ.Ποιν.Δ., απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και στοιχειοθετεί τον λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ. Και τέλος εφόσον απορριφθεί το αίτημα αυτό χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και στη συνέχεια, μετά από έρευνα του βάσιμου της κατηγορίας, κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος, ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.
Θ' Κ.Ποιν.Δ. με τη μορφή της αρνητικής υπέρβασης εξουσίας (ΑΠ 220/2019). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως πλήττεται, η αναιρεσιβαλλομένη, για απόλυτη ακυρότητα, έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και αρνητική υπέρβαση εξουσίας (αρθρ.510 παρ. 1 Α', Δ' και Θ' Κ.Ποιν.Δ.), καθότι, ως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε αναιτιολόγητα το αίτημά του περί αναβολής εκδικάσεως της δίκης, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 352 ΠΚ, προσβάλλοντας το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη και παρανόμως προχώρησε στην εκδίκαση της υποθέσεως και τον κατεδίκασε.
Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων, δια του συνηγόρου του, υπέβαλε αίτημα αναβολής, που είχε, επί λέξει, ως εξής: "... Όμως ο Άρειος Πάγος δεν έκρινε δύο προταθέντες λόγους αναιρέσεώς μου, τον υπ' αριθμόν ένα και υπ' αριθμόν επτά.
Για το λόγο αυτό άσκησα την από 02.07.2020 αίτησή μου ενώπιον του Αρείου Πάγου για επανεξέταση της αιτήσεως αναιρέσεώς μου ως προς τους λόγους στοuς οποίους δεν απάντησε. Επειδή υφίσταται κίνδυνος σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αίτηση επανεξέτασής μου το Δικαστήριό Σας να εκδώσει αντίθετη απόφαση επί της υποθέσεώς μου ...
ΖΗΤΩ Να γίνει δεκτό το αίτημά μου. Να αναβληθεί η συζήτηση της υποθέσεώς μου μέχρι εκδόσεως αποφάσεως επί της αιτήσεως επανεξέτασης ενώπιον του Αρείου Πάγου." Με αυτό το περιεχόμενο το αίτημα αναβολής του κατηγορουμένου είναι παντελώς αόριστο, αφού δεν διευκρινιζόταν το θέμα στο οποίο αφορούν οι ως άνω λόγοι αναίρεσης, ώστε να κριθεί αν αυτοί συνδέονται με το εδώ, σύμφωνα με την προαναφερθείσα (450/2020) απόφαση του Αρείου Πάγου, κρινόμενο θέμα, δηλαδή της επιμέτρησης της ποινής ως προς την πράξη της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση και ακολούθως τον καθορισμό συνολικής ποινής.
Το Δικαστήριο της ουσίας, επομένως, με την παρεμπίπτουσα απόφασή του, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Στην προκείμενη περίπτωση, ο κατηγορούμενος υπέβαλε, δια του συνηγόρου του, αίτημα αναβολής συζήτησης της υπόθεσης μέχρις ότου εκδοθεί απόφαση επί της από 2.7.2020 αίτησής του ενώπιον του Αρείου Πάγου για επανεξέταση των υπ' αριθμ.
ένα και επτά λόγων της αναίρεσής του, οι οποίοι δεν κρίθηκαν με την υπ' αριθμ. 450/2020 απόφασή του. Το ως άνω αίτημα, όπως διατυπώθηκε, είναι παντελώς αόριστο, αφού δεν διευκρινίζεται το θέμα στο οποίο αφορούν οι ως άνω λόγοι αναίρεσης, ώστε να κριθεί αν αυτοί συνδέονται με το εδώ, σύμφωνα με την προαναφερθείσα (450/2020) απόφαση του Αρείου Πάγου κρινόμενο θέμα, δηλαδή της επιμέτρησης της ποινής ως προς την πράξη της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση και ακολούθως τον καθορισμό συνολικής ποινής.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το αίτημα αυτό πρέπει, λόγω της αοριστίας του, να απορριφθεί, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα", ορθώς απέρριψε το αίτημα αναβολής του κατηγορουμένου ως αόριστο και δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει ιδιαιτέρως την περί αυτού παρεμπίπτουσα απόφασή του.
Συνεπώς, ο προβαλλόμενος ως άνω λόγος της αίτησης αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' και Δ' Κ.Ποιν.Δ., με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα και έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος. Τέλος, με την απόρριψη του ως άνω αιτήματος και την στην συνέχεια εκδίκαση της υπόθεσης και την επιβολή ποινής στον κατηγορουμένο - αναιρεσείοντα για την προαναφερθείσα πράξη δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας και επομένως ο σχετικός προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 Θ' του Κ.Ποιν.Δ.
λόγος είναι επίσης αβάσιμος. Σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 522 του Κ.Ποιν.Δ. ορίζεται ότι το δικαστήριο της παραπομπής, εφόσον αυτό είναι δυνατό, συγκροτείται από τους ίδιους δικαστές, που δίκασαν προηγουμένως, αν η απόφαση αναιρέθηκε μόνο ως προς το σκέλος της που αφορά στην επιμέτρηση της ποινής και τούτο γιατί οι δικαστές που δίκασαν την ουσία της υπόθεσης και προέβησαν στην επιμέτρηση της ποινής που αναιρέθηκε, είναι οι πλέον κατάλληλοι για την νέα επιμέτρηση, δοθέντος ότι έχουν υπόψη τους όλα τα δεδομένα της ακροαματικής διαδικασίας που οδήγησε στην περί ενοχής απόφαση και συνακόλουθα είναι οι πλέον κατάλληλοι για την νέα επιμέτρηση. (βλ.
Αιτιολογική έκθεση του Κ.Ποιν.Δ.) Εξάλλου, κατά δε το άρθρο 15 του Κ.Ποιν.Δ. "όλα τα δικαστικά πρόσωπα του προηγούμενου άρθρου (14) είναι εξαιρετέα αν συντρέχουν οι λόγοι αποκλεισμού του άρθρου αυτού ή αν προκάλεσαν ή προκαλούν υπόνοιες μεροληψίας, δηλαδή αν υπάρχουν γεγονότα, που μπορούν να δικαιολογήσουν δυσπιστία για την αμεροληψία τους".
Η τυχόν συνδρομή μόνο της τελευταίας περίπτωσης δεν αποτελεί λόγο κακής σύνθεσης του δικαστηρίου, όπως αποτελεί η συμμετοχή σε αυτό δικαστικών προσώπων, που στο πρόσωπό τους συντρέχει λόγος αποκλεισμού, κατά το άρθρο 14 του Κ.Ποιν.Δ., από την άσκηση των καθηκόντων τους, αλλά λόγο εξαίρεσης του δικαστικού προσώπου που προκάλεσε ή προκαλεί υπόνοιες μεροληψίας.
Ο λόγος αυτός, όμως, πρέπει να προταθεί, σύμφωνα με τα άρθρα 16 επ. Κ.Ποιν.Δ., πριν αρχίσει η συζήτηση, και μόνο αν γίνει αυτός δεκτός και παρά ταύτα συμμετάσχει ο δικαστής στη σύνθεση του δικαστηρίου, επέρχεται απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. α' του Κ.Ποιν.Δ., που ιδρύει τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α' του ίδιου Κώδικα.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως πλήττεται, η αναιρεσιβαλλομένη, για απόλυτη ακυρότητα, λόγω κακής συνθέσεως του Δικαστηρίου (αρθρ. 510 παρ. 1 Α' Κ.Ποιν.Δ.), καθότι, ως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, στο Δικαστήριο της παραπομπής προήδρευσε η Εφέτης Μ. Γ. και όχι ο νόμιμος αναπληρωτής της, αν και: α) η ίδια είχε προεδρεύσει και στη δίκη, στην οποία εκδόθηκε η εν μέρει αναιρεθείσα απόφαση και επομένως, κατ' άρθ. 14 παρ. 3 του Κ.Ποιν.Δ. έπρεπε να αποκλειστεί και β) κατ' αυτής είχε υποβάλλει την διαλαμβανόμενη στην έκθεση αναίρεσης αναφορά και όφειλε να απέχει από την εκδίκαση της υπόθεσης.
Η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Δικαστήριο μόνο ως προς το σκέλος της ποινής, οπότε, σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρ. 522 του Κ.Ποιν.Δ. έπρεπε να συγκροτηθεί από τους ίδιους Δικαστές, αν αυτό ήταν εφικτό, τούτο δε ορίζετο ρητά και με τη ως άνω με αριθ. 450/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου. Εξάλλου, μόνο η υποβολή αναφοράς από τον αναιρεσείοντα σε βάρος της ανωτέρω Εφέτη (και άλλων Δικαστών, Εισαγγελέων και ιδιωτών) δεν συνιστά λόγο αποχής της ανωτέρω, δεδομένου ότι δεν είναι αυταπόδεικτη η βασιμότητά της. Μάλιστα, ούτε ο αναιρεσείωv επικαλείται, ούτε προκύπτει, αν η καθ' ής η αναφορά είχε γνώση αυτής, ο δε αναιρεσείων, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών, ούτε αίτηση εξαίρεσής της υπέβαλε, ούτε επικαλέσθηκε γεγονότα που κατ' αυτόν μπορούσαν να δικαιολογήσουν δυσπιστία για την αμεροληψία της, ούτε τέλος εκδήλωσε οποιαδήποτε αντίρρηση στη συμμετοχή της στη σύνθεση του Δικαστηρίου.
Συνεπώς, δεν συντρέχει περίπτωση κακής σύνθεσης του Δικαστηρίου, και επομένως είναι αβάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 510 Α' Κ.Ποιν.Δ. λόγος της αναιρέσεως και ως εκ τούτου απορριπτέος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 321 παρ. 1 και 2 του νέου Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι η κλήση, με την οποία κλητεύεται ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο του δικαστηρίου, πρέπει, μεταξύ άλλων, να περιέχει "...β) τον προσδιορισμό του δικαστηρίου στο οποίο καλείται, γ) τη χρονολογία, την ημέρα της εβδομάδας και την ώρα που πρέπει να εμφανιστεί,...". Κατά δε την παράγραφο 4 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι Η τήρηση των διατάξεων των ως άνω παραγράφων επιβάλλεται με ποινή ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος και της κλήσης. Ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο δεν απάντησε στον αυτοτελή ισχυρισμό του για ακυρότητα της κλήσης του στο ακροατήριο για τη δικάσιμο της 8ης.7ου.2020, διότι: α) η κλήση του επιδόθηκε στις 25.5.2020, όταν είχε ανασταλεί προσωρινά η λειτουργία των ποινικών δικαστηρίων, λόγω της πανδημίας covid-19 και δεν ήταν γνωστός ο χρόνος επαναλειτουργία τους και β) επειδή η δίκη προσδιορίστηκε σε χρόνο δικαστικών διακοπών.
Από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων, δια του συνηγόρου του, υπέβαλε ένσταση ακυρότητας της κλήσης του στο ακροατήριο για την ως άνω δικάσιμο, επικαλούμενος ότι είναι άκυρη η κλήση που του επιδόθηκε, με την οποία καλείτο να παραστεί ενώπιον του Δικαστηρίου στις 8.7.2020, διότι συντάχθηκε και επιδόθηκε σε χρονικό διάστημα που ήταν άγνωστο εάν και πότε θα διεξαχθούν οι δίκες ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων.
Το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την ως άνω προβληθείσα, με την έναρξη της διαδικασίας ένσταση του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος περί ακυρότητας της κλήσεως, εκ του άρθρου 321 παράγραφος 1 Κ.Ποιν.Δ., με την ακόλουθη αιτιολογία "...Στην προκείμενη περίπτωση, η υπ' αριθμ. 18-1134 από 22.5.2020 κλήση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών προς τον κατηγορούμενο, προκειμένου αυτός να εμφανιστεί στο παρόν δικαστήριο κατά τη σημερινή δικάσιμο, για να υποστηρίξει την έφεσή του, μετά την μερική αναίρεση της υπ' αριθμ. 7286/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, η οποία, (κλήση) όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 25.5.2020 αποδεικτικό επίδοσης του επιμελητή δικαστηρίων της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών Α.
Γ., επιδόθηκε σ' αυτόν νόμιμα και εμπρόθεσμα, περιέχει όλα τα προαναφερόμενα και απαιτούμενα για το κύρος της στοιχεία, Μετά ταύτα, η, δια του συνηγόρου του, ένσταση του κατηγορούμενου περί ακυρότητας της ως άνω κλήσης, γιατί συντάχθηκε και του επιδόθηκε σε χρονικό διάστημα που, λόγω των αναφερόμενων ΚΥΑ, με τις οποίες είχε ανασταλεί μέχρι 21.6.2020 η λειτουργία των ποινικών δικαστηρίων για προληπτικούς λόγους δημόσιας υγείας (COVID-19), ήταν άγνωστο εάν και πότε θα διεξαχθούν οι δίκες, είναι αβάσιμη και απορριπτέα.".
Υπό τα ανωτέρω, το Δικαστήριο της ουσίας ορθώς και με πλήρη αιτιολογία απέρριψε ως αβάσιμη την προταθείσα ένσταση ακυρότητας της κλήσεως του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο, αφού δέχθηκε ότι αυτός κλήθηκε νόμιμα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθ. 321 Κ.Ποιν.Δ., οι δε προβληθέντες λόγοι (χρόνος συντάξεως της κλήσης από τον Εισαγγελέα) δεν αποτελούν στοιχεία του κύρους της κλήσης του στο ακροατήριο. Η ως άνω παραδοχή του Δικαστηρίου είναι ορθή, αφού ο χρόνος προσδιορισμού των υποθέσεων από τον Εισαγγελέα δεν δημιουργεί οποιαδήποτε ακυρότητα, εφόσον τηρούνται οι προβλεπόμενες προθεσμίες και προϋποθέσεις. Εξάλλου, για την ημερομηνία προσδιορισμού της υπόθεσης δεν υπήρχε θέμα αναστολής λειτουργίας των Δικαστηρίων, αφού δεν είχε εκδοθεί σχετική νομοθετική διάταξη, ενώ και κατά τον χρόνο των δικαστικών διακοπών (στον οποίο δεν εμπίπτει η συγκεκριμένη δικάσιμος, διότι το δικαστικό έτος παρατάθηκε μέχρι 15.7.2020, με το άρθ. 18 Ν.4684/2020) προσδιορίζονται ποινικές υποθέσεις.
Επομένως, το Δικαστήριο της ουσίας με το να μην κηρύξει άκυρη για τους ως άνω λόγους την επιδοθείσα στον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο κλήση, και να προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, της έλλειψης ειδικής αιτιολογίας, αλλά ούτε και της υπέρβασης εξουσίας και ο σχετικός λόγος (5ος) αναίρεσης, που προβάλλεται από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', Δ' και Θ' του Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρ. 578 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Σημειώνεται ότι ο υποστηρίζων την κατηγορία, Γ. Μ., δεν παραστάθηκε στην αναιρετική δίκη, καίτοι είχε κληθεί νόμιμα προς τούτο στην παρούσα δικάσιμο της 21ης.10.2020, όπως προκύπτει από τα από 7.10.2020 και 8.10.2020 αποδεικτικά επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, Λ. Χ., που υπάρχουν στον φάκελο της Δικογραφίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17.9.2020 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και έλαβε αριθ.πρωτ. 7457/18.9.2020) του Π. Π. του Π., κατοίκου ... για αναίρεση της 1829/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2020.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ