Legislator Case Law & Legislation
1376/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against writ of payment due to lack of written contract evidence.

Case Number 1376/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the appellate court's decision to reject a writ of payment request. The appellant failed to prove the existence of written contracts required by law for such a writ, as the underlying agreements were oral. Consequently, the court ruled that the writ was procedurally invalid and ordered the appellant to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 623, 624, 626, 628, 632, 633 of the Code of Civil Procedure; A writ of payment cannot be issued if the claim is not evidenced by public or private documents, and any such writ issued without this proof is voidable upon objection.

Keywords

AI generated
writ of payment written contract requirement procedural inadmissibility evidence of debt appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Articles 623, 624, 626, 628, 632, 633 of the Code of Civil Procedure
Article 41 of Law 496/1974

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1376 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1376/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "…..", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Καλαβρό και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ" που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αναστασία Σκουλά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/9/2009 ανακοπή και τον από 17/9/2011 πρόσθετο λόγο του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9635/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1441/2015 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/4/2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Λέκκας ανέγνωσε την από 27/4/2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε επί της από 19-11-2012 έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της 9635/2012 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η από 30-9-2009 ανακοπή και έγινε δεκτός ο από 17-9-2011 πρόσθετος λόγος ανακοπής του αναιρεσιβλήτου κατά της 26379/2009 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623, 624 παρ. 1, 626, 628 παρ.1 εδ.α, 632 παρ. 1 και 633 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματική απαίτηση, εφόσον η απαίτηση αυτή δεν εξαρτάται από αίρεση ή προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και αποδεικνύεται (η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό) με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, ή με συνδυασμό τέτοιων εγγράφων που επισυνάπτονται στην αίτηση.

Εάν η απαίτηση ή το ποσό δεν αποδεικνύονται εγγράφως, ο Δικαστής οφείλει, κατ' άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής. Εάν δε παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης εκδοθεί διαταγή πληρωμής, αυτή ακυρώνεται, ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη, κατά τα άρθρα 632 και 633 ΚΠολΔ. Η ακύρωση της διαταγής πληρωμής στην περίπτωση αυτή απαγγέλλεται, λόγω διαδικαστικού απαραδέκτου, ανεξαρτήτως της ύπαρξης της απαίτησης και της δυνατότητας να αποδειχθεί με άλλα αποδεικτικά μέσα (Ολ.ΑΠ 10/1997, ΑΠ 682/2015, ΑΠ 933/2011, ΑΠ 1480/2007).

Σύμφωνα με το άρθρο 158 ΑΚ, η τήρηση τύπου για τη δικαιοπραξία απαιτείται μόνον όπου ο νόμος το ορίζει, κατά δε την παρ. 1 του άρθρου 159 ΑΚ, δικαιοπραξία για την οποία δεν τηρήθηκε ο από το νόμο απαιτούμενος τύπος, ενόσω δεν ορίζεται διαφορετικά, είναι άκυρη. Εξάλλου, στο άρθρο 41 του ν.δ. 496/1974 "περί λογιστικού των ν.π.δ.δ.", ορίζεται ότι: "πάσα σύμβασις διά λογαριασμόν του ν.π.

έχουσα αντικείμενον άνω των 10.000 δρχ. ή δημιουργούσα υποχρεώσεις διάρκειας, εφόσον δεν ορίζεται άλλως, υποβάλλεται εις τον τύπον του ιδιωτικού εγγράφου. Το ποσόν τούτο δύναται να αυξομειούται δι' αποφάσεων του Υπουργού των Οικονομικών, δημοσιευομένων εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η πρότασις καταρτίσεως συμβάσεως και η αποδοχή αυτής, δύναται να γίνουν και δι' ιδιαιτέρων εγγράφων.

Η εκ της μη τηρήσεως του τύπου της εγγράφου αποδοχής ακυρότης αίρεται εν περιπτώσει εκπληρώσεως της συμβάσεως". Το παραπάνω ποσό των 10.000 δρχ. αυξήθηκε από 9-7-1992 σε 150.000 δρχ. με την υπ' αριθμ. 2054839/452/0026/3/9-7-1992 Υπουργική απόφαση (Φ. Β' 447) και σε 2.500 ευρώ από 7-8-2002 με την υπ' αριθμ. 2/42053/0094/7-8-2002 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (Φ. 1033/7-8-2002).

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, σαφώς προκύπτει ότι κάθε σύμβαση που καταρτίζεται από ν.π.δ.δ. και έχει αντικείμενο πάνω από 10.000 δρχ. αρχικά, από 150.000 δρχ. στη συνέχεια και ήδη 2.500 ευρώ κατά τις ανωτέρω διακρίσεις, υποβάλλεται σε έγγραφο τύπο, απαιτούμενο από το νόμο, χωρίς την τήρηση του οποίου η δικαιοπραξία είναι άκυρη.

Η ακυρότητα της σύμβασης από την έλλειψη του απαιτούμενου τύπου, ο οποίος είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, τόσο για την αρχική σύμβαση όσο και για την τυχόν τροποποίησή της, είναι απόλυτη και λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, εφόσον προκύπτει από τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά.

Εξάλλου, η με την τελευταία παράγραφο του παραπάνω άρθρου 41 νδ. 496/74 διαλαμβανόμενη περίπτωση άρσης της ακυρότητας από την μη τήρηση του τύπου της έγγραφης αποδοχής, με την εκπλήρωση της σύμβασης, αναφέρεται στην τρίτη παράγραφο του άρθρου αυτού, κατά την οποία "Η πρότασις καταρτίσεως συμβάσεως και η αποδοχή αυτής δύναται να γίνουν και δι' ιδιαιτέρων εγγράφων".

Δηλαδή, η παραπάνω ακυρότητα από τη μη τήρηση του τύπου, καλύπτεται, σε περίπτωση εκτέλεσης της σύμβασης, εφόσον όμως είχε προηγηθεί έγγραφη πρόταση για την κατάρτισή της, χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου τύπος για την πρόταση, η οποία επειδή είναι μονομερής και απευθυντέα σε τρίτον δήλωση βούλησης και αποτελεί ουσιώδες κατά το άρθρο 192 ΑΚ στοιχείο της σύμβασης, πρέπει να είναι πλήρης κατά περιεχόμενο και ορισμένη, οπότε δεν καταρτίζεται σύμβαση, αφού δεν νοείται αποδοχή χωρίς πρόταση.

Στις ανωτέρω περιπτώσεις ακυρότητας της σύμβασης, τα συμβαλλόμενα μέρη δεν μπορούν να προβάλουν αξιώσεις στηριζόμενες στη σύμβαση, αλλά μόνο στηριζόμενες στις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού και ειδικότερα στο άρθρο 904 ΑΚ. Την ακυρότητα δε από την έλλειψη του τύπου μπορεί να προτείνει και αυτός που ενώ γνώριζε ότι απαιτείται τύπος, προέβη στη σύναψη παράτυπης σύμβασης, αλλά και το Δικαστήριο λαμβάνει αυτήν υπόψη αυτεπάγγελτα κατά τα άνω, γιατί οι διατάξεις περί τύπου είναι δημόσιας τάξης (ΑΠ 91/2016).

Εξάλλου, αναφορικά με τη σύναψη συμβάσεως προμήθειας με ΝΠΔΔ, απαιτείται η τήρηση της διαδικασίας που προβλέπεται στο π.δ. 394/1996 περί "Κανονισμού Προμηθειών του Δημοσίου", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 του ν. 2286/1995 και ρυθμίζει τα σχετικά με τη σύναψη και εκτέλεση των συμβάσεων προμηθειών αγαθών που εκτελούνται από το Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ, ήτοι προκήρυξη σχετικού διαγωνισμού, προσφορές, αξιολόγηση αυτών ή απευθείας ανάθεση και υπογραφή και από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη έγγραφης σύμβασης (βλ.

άρθρ. 24 § 1 πδ 394/1996). Τέλος, κατά το Π.Δ. 108/1993 "Περί Συγκρότησης, Οργάνωσης και Λειτουργίας του Νοσοκομειακού Φαρμακείου", προβλέπεται στο άρθρο 4 αυτού, ότι στις αρμοδιότητες του νοσοκομειακού φαρμακείου περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων α) η προμήθεια, αποθήκευση, συντήρηση και διάθεση στα διάφορα τμήματα του νοσοκομείου και τους λοιπούς δικαιούχους φαρμάκων και φαρμακευτικών προϊόντων, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις και β) η διαχείριση των υλικών.

Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από τη διάταξη του άρθρου 9 § 2 του Π.Δ. 108/1993 (ΦΕΚ Α'50/1993) "Περί συγκροτήσεως, οργανώσεως και λειτουργίας του νοσοκομειακού φαρμακείου", κατά την οποία, "οι προμήθειες του Φαρμακευτικού και φαρμακευτικών προϊόντων, γίνονται με γραπτές ή τηλεφωνικές παραγγελίες, σύμφωνα με τη συνταγογραφία και τις ανάγκες του νοσοκομείου και με τις ισχύουσες διατάξεις περί Κρατικών Προμηθειών, οι δε παραλαβές γίνονται από την Τριμελή Επιτροπή, η οποία συγκροτείται σύμφωνα με το εδάφιο γ της παραγράφου 2 του άρθρου 10 του παρόντος Προεδρικού Διατάγματος, η οποία συντάσσει το Πρωτόκολλο Παραλαβής και Δελτίο Εισαγωγής, όπως προβλέπεται από τους Οικονομικούς και Διαχειριστικούς Κανόνες των Νοσηλευτικών Ιδρυμάτων", καθόσον αυτή αφορά μόνο τον τρόπο παραγγελίας του απαραίτητου για το νοσηλευτικό ίδρυμα φαρμακευτικού υλικού, ενόψει μάλιστα και του ότι ρητά παραπέμπει στις διατάξεις περί Κρατικών Προμηθειών.

Αντίθετο, εξάλλου, συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί ούτε από την υπ' αριθμ. Υ6γ/οικ/6551/14-6-1993 υπουργική απόφαση, η οποία εκδόθηκε δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 11 § 4 του ανωτέρω Προεδρικού Διατάγματος και με την οποία καθορίστηκε μόνο το σχήμα, η μορφή και τα άλλα στοιχεία που απαιτείται να αναγράφονται στα τηρούμενα βιβλία και παραστατικά στοιχεία από το νοσοκομειακό φαρμακείο, καθώς και ο τρόπος χρησιμοποίησής τους.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 560/2013).

Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων: "Με την υπ' αριθμ. 26379/2009 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το εφεσίβλητο-ανακόπτον ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης "ΙΠΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ" υποχρεώθηκε να καταβάλει στην εκκαλούσα - καθής φαρμακευτική εταιρία με την επωνυμία "…..", το συνολικό ποσό των 326.067,26 €, πλέον τόκων και εξόδων, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της προθεσμίας που τάχθηκε για την εξόφληση του κάθε τιμολογίου, για απαίτηση της καθ' ης από το τίμημα διαδοχικών συμβάσεων πώλησης, που καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων μερών, ήτοι του ανακόπτοντος ΝΠΔΔ και της καθ' ης- προμηθεύτριας εταιρίας, με βάση τις οποίες η τελευταία προμήθευε κατά το χρονικό διάστημα 2007- 2008 το ανακόπτον Νοσοκομείο με φαρμακευτικά προϊόντα μετά από απευθείας παραγγελίες του ανακόπτοντος, χωρίς να καταρτισθεί μεταξύ τους έγγραφη σύμβαση παρότι το τίμημα της κάθε μίας από αυτές τις συμβάσεις υπερέβαινε το ποσό των 2.500 €.

Η ανακοπείσα διαταγή πληρωμής εκδόθηκε με βάση τα σ' αυτήν αναφερόμενα τριάντα τιμολόγια πώλησης της εκκαλούσας-καθ' ης και τα αντίστοιχα δελτία αποστολής της εταιρίας ………, η αξία των οποίων αποτελούσε το συμφωνηθέν τίμημα και συμπεριελάμβανε τον ΦΠΑ και συγκεκριμένα: 1) το υπ' αριθμ. …..-11-2007 τιμολόγιο και ….-2007 δελτίο αποστολής αξίας 3.982, 86 €, 2) το υπ' αριθμ. 0001241/21-11-2007 τιμολόγιο καί …..-2007 δελτίο αποστολής αξίας

11.651,32 €, 3) το υπ' αριθμ….-11-2007 τιμολόγιο και ….-11-2007 δελτίο αποστολής αξίας 3.982,86 €, 4) το υπ' αριθμ. ….-2007 τιμολόγιο και ….12-2007 δελτίο αποστολής αξίας 9.808,52 €, 5) το υπ' αριθμ. 0001321/19-12-2007 τιμολόγιο και …..12-2007 δελτίο αποστολής αξίας 11.651,32 €, 6) το υπ' αριθμ…..-1-2008 τιμολόγιο και …..1-2008 δελτίο αποστολής αξίας 9.808, 52 €, 7) το υπ' αριθμ. ….-2008 τιμολόγιο και …..24-1-2008 δελτίο αποστολής αξίας 11.651,32 €, 8) το υπ' αριθμ. …..-2-2008 τιμολόγιο και …..-2-2008 δελτίο αποστολής αξίας 11.651,32 €, 9) το υπ' αριθμ. …..2-2008 τιμολόγιο και …..-2-2008 δελτίο αποστολής αξίας 5.825,66 €, 10) το υπ' αριθμ……-3-2008 τιμολόγιο και ….3-2008 δελτίο αποστολής αξίας 3.763,12 €, 11) το υπ' αριθμ. …..-3-2008 τιμολόγιο και ….-3-2008 δελτίο αποστολής αξίας 11.951,63 €, 12) το υπ' αριθμ. …..-3-2008 τιμολόγιο και …. 3-2008 δελτίο αποστολής αξίας 5.975, 82 €, 13) το υπ' αριθμ. ….-4-2008 τιμολόγιο και …-4-2008 δελτίο αποστολής αξίας 11.951,63 €, 14) το υπ' αριθμ. …-2008 τιμολόγιο και ….-5-2008 δελτίο αποστολής αξίας 11.951,63 €, 15) το υπ' αριθμ. ….-5-2008 τιμολόγιο και ….-2008 δελτίο αποστολής αξίας 14.939,54 €, 16) το υπ' αριθμ…/28-5-2008 τιμολόγιο και ….3/28- 5-2008 δελτίο αποστολής αξίας 5.335,55

€, 17) το υπ' αριθμ.

….2008 τιμολόγιο και ….-2008 δελτίο αποστολής αξίας 9.603,99 €, 18) το υπ' αριθμ. …6-2008 τιμολόγιο και …..-2008 δελτίο αποστολής αξίας 14.939,54 €, 19) το υπ' αριθμ. ……-6-2008 τιμολόγιο και ….-6-2008 δελτίο αποστολής αξίας 14.939,54 €, 20) το υπ' αριθμ…..-2008 αποστολής αξίας ….-7-2008 αποστολής αξίας …30-7-2008 αποστολής αξίας ….-9-2008 αποστολής αξίας …..1-10-2008 αποστολής αξίας ….0-2008 αποστολής αξίας …5-11-2008 αποστολής αξίας …-11-2008 αποστολής αξίας …/26-11- 2008 αποστολής αξίας …-12-2008 τιμολόγιο καί …-12-2008 δελτίο αποστολής αξίας 3.763,12 €, και 30) το υπ' αριθμ. ….12-2008 τιμολόγιο και ….-2008 δελτίο αποστολής αξίας 3.763,12 €,

πάντοτε συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ. Οι συμβάσεις, όμως, όπως άλλωστε συνομολογείται από τους διαδίκους, καταρτίστηκαν προφορικά και όχι εγγράφως, όπως απαιτείται από τις διατάξεις του άρθρου 41 νδ. 496/1974, όπως αυτές ίσχυαν κατά το χρόνο της επικαλούμενης κατάρτισής τους (2007-2008), είναι δε, ως εκ τούτου και κατά τα ανωτέρω, στη μείζονα σκέψη της παρούσας αναφερόμενα, απολύτως άκυρες και δεν παράγουν αποτελέσματα ως τέτοιες.

Ενόψει της απόλυτης ακυρότητας των εν λόγω συμβάσεων, με βάση τις οποίες η εκκαλούσα-καθ' ης αιτήθηκε την έκδοση της προσβαλλόμενης Διαταγής Πληρωμής προσκομίζοντας τα παραπάνω τιμολόγια, συνολικής αξίας 326.067,26 €, δεν μπορούσε να εκδοθεί νομίμως διαταγή πληρωμής, αφού στην προκειμένη περίπτωση η καθ'ης δεν επικαλείται με την αίτηση και δεν αποδεικνύει την, κατά το στάδιο της έκδοσής της, παρξη του εγγράφου (δημόσιου ή ιδιωτικού), που αποδεικνύει εκάστη σύμβαση και αποτελεί προϋπόθεση για την έγκυρη έκδοση Διαταγής Πληρωμής".

Ακολούθως και με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, δυνάμει της οποίας έγινε δεκτός ο από 17-9-2011 πρόσθετος λόγος ανακοπής του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμ. 26379/2009 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ορθά εφάρμοσε της προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και επομένως ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί η τελευταία λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 § 2), κατά οριζόμενα στα διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση αναίρεσης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τη αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Σεπτεμβρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ