1376/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους δικαστές Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1376/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 28-12-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1376 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1376/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16η Μαΐου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Τ. χήρας Σ. Κ., που ενεργεί ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας της Τ. Κ. του Σ., 2) Τ. Μ. του Χ., 3) Ν. Κ. του Φ., κατοίκων ... και 4) Α. Κ. του Φ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αθανασίου Λιαράκου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Δ. Ι. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Σταθάκη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 7-3-2006 και 10-4-2006 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, καθώς και τις από 2-5-2007 και 8-7-2008 προσεπικλήσεις και παρεμπίπτουσες αγωγές προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην αναιρετική δίκη, οι οποίες κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν η 773/ 2009 μη οριστική απόφαση και η 1185/2010 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεων, η οριστική απόφαση 5504/2011 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος με την από 23-4-2012 αίτησή του. Επ’ αυτής εκδόθηκε η 938/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η τότε προσβαλλόμενη απόφαση και η υπόθεση παραπέμφθηκε για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο.
Τελικώς, εκδόθηκε η 4414/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την χρονολογούμενη από 15-9-2015 αίτησή τους, η οποία κατατέθηκε την 9-10-2015.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χριστόφορος Κοσμίδης, ανέγνωσε την από 28-12-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, με την ένδικη, από 14-3-2006 (ημερομηνία καταθέσεως) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικαλούμενοι θανατηφόρο εργατικό ατύχημα σε βάρος του οικείου αυτών, Σ. Κ., ζήτησαν να υποχρεωθεί [μεταξύ άλλων και] ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, ως επιβλέπων μηχανικός οικοδομικού έργου, να τους καταβάλει για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης τα ποσά που αναφέρονται σ’ αυτήν.
Επί της αγωγής εκδόθηκε πρώτα η 773/2009 μη οριστική και στη συνέχεια η 1185/2010 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία αυτή έγινε εν μέρει δεκτή και επιδικάσθηκαν τα ποσά που εκεί αναφέρονται. Κατά της ως άνω οριστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, πάντες οι εναγόμενοι άσκησαν αυτοτελείς εφέσεις, οι οποίες συνεκδικάστηκαν και επί των οποίων εκδόθηκε η 5504/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Με αυτήν, οι εφέσεις έγιναν δεκτές, η τότε εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίσθηκε και, κατά μερική παραδοχή της αγωγής, επιδικάσθηκαν μικρότερα ποσά. Κατά της εν λόγω τελεσιδίκου αποφάσεως άσκησε αίτηση αναιρέσεως μόνο ο εκ των εναγομένων Δ. Ι., παραπονούμενος [μεταξύ άλλων και] για πλημμελώς αιτιολογημένη απόρριψη του ισχυρισμού του περί συνυπαιτιότητος του παθόντος οικοδόμου.
Επί της αιτήσεως εκδόθηκε η 938/2013 απόφαση αυτού του δικαστηρίου, με την οποία αναιρέθηκε η τότε προσβαλλόμενη απόφαση του εφετείου μόνο ως προς το διάδικο αυτό [ήδη αναιρεσίβλητο] και μόνο ως προς το κεφάλαιο για τη συντρέχουσα υπαιτιότητα του θανόντος, οπότε παραπέμφθηκε η υπόθεση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου προς νέα ουσιαστική κρίση, επί του ακυρωθέντος μέρους.
Ακολούθησε η έκδοση της 4414/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτό ότι στην επέλευση του ατυχήματος συνέβαλε με δική του αμέλεια ο θανών. Κατόπιν αυτού, το εφετείο, που είχε εξαφανίσει ήδη την απόφαση του πρωτοδικείου, έλαβε υπ’ όψη τη συνυπαιτιότητα του θανόντος και μείωσε ακόμη περισσότερο το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης, που επιδίκασε υπέρ των εναγόντων και σε βάρος του συγκεκριμένου εναγομένου.
Κατά της νέας αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, οι ενάγοντες άσκησαν την υπό κρίση, από 9-10-2015 (ημερομηνία καταθέσεως) αίτηση αναιρέσεως, με την οποία ζητούν την ακύρωσή της για το μοναδικό λόγο (υπό τέσσερις εκδοχές) που εξετάζεται στη συνέχεια.
2.Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 300 παρ.1 εδ.α’ ΑΚ, αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 107 του π.δ. 1073/1981 "εργασίες αρμοδιότητος πολιτικού μηχανικού, μέτρα ασφαλείας", αυτός που εκτελεί το έργο πρέπει να εξασφαλίζει τη δυνατότητα χρήσεως ζωνών ασφαλείας από το προσωπικό που απασχολεί, στις περιπτώσεις, κατά τις οποίες η χρήση αυτή είναι αναγκαία και με τρόπο, κατά τον οποίο η χρήση δεν επιτρέπει την ελεύθερη πτώση πέραν του ενός μέτρου.
3.Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο Αθηνών, δικάζοντας μετ’ αναίρεση την ένδικη διαφορά μόνο ως προς το ζήτημα της τυχόν συνυπαιτιότητας του θανόντος σε εργατικό ατύχημα, οικείου των εναγόντων, δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι ο Σ. Κ. ήταν σύζυγος της πρώτης, πατέρας της δεύτερης, υιός της τρίτης και αδελφός των τέταρτου και πέμπτου από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες.
Ότι αυτός, που από το έτος 1990 ήταν οικονομικός μετανάστης στην Ελλάδα, είχε προσληφθεί από την 23-10-2002, αρχικά ως εργάτης και στη συνέχεια ως τεχνίτης οικοδόμος, με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από τον Ε. Δ., υπεργολάβο σκυροδέτησης οικοδομών (ως προς τον οποίο έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση).
Ότι ο ίδιος, την 21-2-2005, αποτελούσε μέλος συνεργείου που εκτελούσε εργασίες σε ανεγειρόμενη οικοδομή ιδιοκτησίας του Α. Δ. (ο οποίος, ασκώντας επιχειρηματική δραστηριότητα εργολάβου, κατασκεύαζε την οικοδομή με αυτεπιστασία και ως προς τον οποίο, επίσης, έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση). Ότι στο εν λόγω έργο καθήκοντα επιβλέποντος μηχανικού εκτελούσε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος Δ.
Ι.. Ότι κατά την ημέρα εκείνη (21-2-2005) στον Σ. Κ. είχε δοθεί η εντολή να αποσυναρμολογήσει τα ικριώματα (πύργους) στήριξης του ξυλοτύπου της πλάκας επικάλυψης του τετάρτου (τελευταίου) ορόφου της οικοδομής. Ότι οι ως άνω δεν είχαν εξασφαλίσει τα αναγκαία προσωρινά κιγκλιδώματα με προέκταση του δαπέδου ή, εναλλακτικά, κατάλληλο εξωτερικό δίκτυ κάτω από το πέρας του δαπέδου, στο οποίο εργαζόταν ο Σ.
Κ.. Ότι περί ώρα 09:00 ο εργαζόμενος, από αιτία που δεν διαπιστώθηκε, απώλεσε την ισορροπία του και έπεσε στο κενό από ύψος 16 μέτρων, με αποτέλεσμα να θανατωθεί. Ότι το αποτέλεσμα αυτό, εκτός από την αμέλεια των ως άνω υπευθύνων προσώπων, η οποία προαναφέρθηκε και περί της οποίας υπάρχει αμετάκλητη δικαστική κρίση που απορρέει από την 5504/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, οφείλεται σε συντρέχουσα αμέλεια του θανόντος, ο οποίος, αν και ήταν έμπειρος τεχνίτης με γνώση των σχετικών κινδύνων, προσπάθησε να αποσυναρμολογήσει τους πύργους στήριξης του ξυλοτύπου χωρίς να φορά κράνος και ζώνη ασφαλείας.
Ότι τα εν λόγω μέσα είχαν υποδειχθεί από τον επιβλέποντα μηχανικό και είχαν τεθεί στη διάθεση του εργαζόμενου από τον εργοδότη του, ευρισκόμενα στο χώρο της οικοδομής, όπως βεβαιώνουν εξ ιδίας αντιλήψεως οι μάρτυρες των εναγομένων και όπως προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, από το περιεχόμενο της .../2005 εκθέσεως έρευνας του τεχνικού επιθεωρητή του ΚΕΠΕΚ, στην οποία δεν αναφέρεται έλλειψη ατομικών μέσων ασφαλείας, περιστατικό το οποίο αναμφισβήτητα θα σημειωνόταν σε τέτοια περίπτωση.
Ότι, αντίθετα, αναφέρεται ότι ο θανών δεν φορούσε ζώνη ασφαλείας. Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο της ουσίας έκανε εν μέρει δεκτή την περί συνυπαιτιότητος του παθόντος ένσταση του τότε εναγομένου, εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου, επιβλέποντος μηχανικού και προσδιόρισε την έκταση του συντρέχοντος πταίσματος του εργαζόμενου σε ποσοστό 30%, λαμβάνοντας υπ’ όψη ότι, σύμφωνα με το νόμο, αν εκείνος είχε χρησιμοποιήσει τη ζώνη ασφαλείας, η πτώση του θα περιοριζόταν στο ένα μέτρο και οι βαρύτατες κακώσεις, που οφείλονταν σε πτώση 16 μέτρων και επέφεραν το θάνατό του, θα είχαν αποφευχθεί.
Οπότε, συνεκτιμώντας τη συνυπαιτιότητα, μαζί με όλα τα υπόλοιπα κατά νόμον κριτήρια, τα οποία ουδόλως αμφισβητήθηκαν, προσδιόρισε την εύλογη χρηματική ικανοποίηση, που οφείλεται από τον αναιρεσίβλητο στους οικείους του θανόντος, σε ποσό 50.000 ευρώ για την καθεμιά από τις σύζυγο και θυγατέρα, 30.000 ευρώ για τη μητέρα και 15.000 ευρώ για τον καθένα από τους αδελφούς αυτού.
4.Με την κρίση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε ορθώς τις ουσιαστικές διατάξεις που αναφέρθηκαν και υπήγαγε προσηκόντως σ’ αυτές τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε και με ευσύνοπτη ακρίβεια παρέθεσε στις αιτιολογίες του, χωρίς ελλείψεις ή αντιφάσεις. Πράγματι, για την αιτιολόγηση της κρίσης του εφετείου είναι αρκετή η παραδοχή ότι, καθ’ υπόδειξη του επιβλέποντος μηχανικού, ο εργοδότης του θανόντος είχε θέση στη διάθεση εκείνου ζώνη ασφαλείας, την οποία ο εργαζόμενος παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, αν και ήταν έμπειρος τεχνίτης οικοδόμος (καλουπατζής) και, κατά αυτονόητη λογική συνέπεια, γνώριζε τόσο την ανάγκη όσο και τον τρόπο χρήσεώς της.
Δεν ήταν απαραίτητο να αναφερθεί ούτε για το παραδεκτό της υποβολής της ενστάσεως συντρέχοντος πταίσματος ούτε για την αιτιολόγηση των παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας το πού ο εργαζόμενος θα μπορούσε να προσδέσει ασφαλώς [= να αγκυρώσει] τη ζώνη, προκειμένου αυτή να τον συγκρατήσει σε περίπτωση πτώσεως, αφού αυτό είναι ένα περιστατικό το οποίο ποικίλει κατά τις εκάστοτε περιστάσεις της εκτελούμενης εργασίας και την περί αυτοπροστασίας αντίληψη εκάστου εργαζομένου.
Η παράλειψη της χρήσεως του κράνους αναφέρθηκε μεν, δεν επέδρασε, όμως, θετικά ή αρνητικά στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, υφ’ όλες τις εκδοχές αυτού, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, εναλλακτικά, οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 ή 19 ή 8 ή 14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
5.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-10-2015 αίτηση των Τ. χήρας Σ. Κ. κλπ κατά του Δ. Ι., περί αναιρέσεως της 4414/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 13η Ιουνίου 2017.
Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 27η Ιουλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ