1376/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1376/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Μετά την εξάντληση της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο αυτό (6), υποχρεούνται όσοι δεν αποδέχονται τη σχετική απόφαση του Υπουργού Οικονομικών να εγείρουν, μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την κοινοποίηση σ’ αυτούς της απόφασης αυτής του Υπουργού, τακτική αγωγή περί διεκδίκησης των παραπάνω δικαιωμάτων τους.
Full text
Απόφαση 1376 / 2015 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1376/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Πέτρο Σαλίχο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Α. συζ. Ε. Β., το γένος Α. Γ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-11-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9821/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, και 477/2013 Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-9-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 19-10-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την προσκομιζόμενη υπ’ αριθ. .../15-7-2015 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ηρακλείου Ι. Κ. προκύπτει ότι επίσημο αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και της από 15-7-2015 κλήσεως για συζήτηση αυτής κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, η οποία όμως δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο στη σειρά της, ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, η συζήτηση της αναίρεσης θα προχωρήσει παρά την απουσία της (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.).- Με τη διάταξη της παρ. 2 περ. 2 του άρθρου 9 του α.ν. 1909/1939 "περί αναλήψεως υπό του κράτους της διαχειρίσεως των εν Ελλάδι κτημάτων των ανταλλαγμένων μουσουλμάνων" επιτράπηκε μεν η με βασιλικά διατάγματα επέκταση και επί των κτημάτων αυτών των περί διοίκησης εκποίησης και προστασίας των δημόσιων κτημάτων διατάξεων του από 11 Νοεμβρίου 1929 διατάγματος, όπως αυτό τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τους ν. 1539 και 1540/1938 ή ορισμένων από τις εν λόγω διατάξεις και ο καθορισμός διαδικασίας εξώδικης λύσης των εκκρεμών ή μη διαφορών, είτε ανάγονται οι τελευταίες σε πραγματικά ή ενοχικά δικαιώματα με τον περιορισμό, όμως, ότι με την εν λόγω διαδικασία δεν μπορεί να αποκλειστεί οριστικά η αρμοδιότητα των τακτικών δικαστηρίων.
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του β.δ/τος της 24-10/31-10-1940 "περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των περί διαχειρίσεως και εκκαθαρίσεως των ανταλλαξίμων μουσουλμανικών κτημάτων διατάξεων", που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων 1 και 9 του α.ν. 1909/1939, ορίζεται ότι "το δικαίωμα της κυριότητας και κάθε εμπράγματο δικαίωμα, εκτός της υποθήκης και της προσημείωσης, που προβάλλονται από οποιονδήποτε τρίτο, κάτοχο ή όχι, επί των κτημάτων, που από την έναρξη της ισχύος του παρόντος και εφεξής καταλαμβάνονται ως ανταλλάξιμα από την ΥΔΑΜΚ, πρέπει μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από την κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παράγραφος 5 αυτού οριστικοποίηση του πρωτοκόλλου κατάληψης, να γνωστοποιηθούν με αίτηση αναγνώρισης του δικαιώματος των αιτούντων, η οποία υποβάλλεται από τους ενδιαφερομένους μέσω της Γενικής Διεύθυνσης Δημόσιου Λογιστικού στο, κατά το άρθρο 6 του από 29-9-1939 β.δ/τος "περί οργανώσεως της υπηρεσίας διαχειρίσεως ανταλλαξίμων μουσουλμανικών κτημάτων", Γνωμοδοτικό Συμβούλιο, επί απαιτήσεων κατά της ανταλλάξιμης περιουσίας.
Μετά την εξάντληση της διαδικασίας που προβλέπει το άρθρο αυτό (6), υποχρεούνται όσοι δεν αποδέχονται τη σχετική απόφαση του Υπουργού Οικονομικών να εγείρουν, μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την κοινοποίηση σ’ αυτούς της απόφασης αυτής του Υπουργού, τακτική αγωγή περί διεκδίκησης των παραπάνω δικαιωμάτων τους.
Δικαιώματα από τα παραπάνω, για τα οποία δεν υποβλήθηκε εμπρόθεσμα η παραπάνω αίτηση προς το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο ή δεν ασκήθηκε η κατά το δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, σχετική αγωγή, παραγράφονται ...". Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει ότι με αυτές θεσπίζεται βραχυπρόθεσμη παραγραφή, με βάση την οποία αποσβήνονται τα εμπράγματα δικαιώματα που προβάλλονται επί των ανταλλάξιμων κτημάτων, με δύο τρόπους, δηλαδή είτε με την πάροδο έτους για την υποβολή αίτησης προς διοικητική αναγνώριση αυτών, είτε με την πάροδο έτους για την άσκηση της σχετικής αγωγής, η οποία (παραγραφή) αρχίζει, προκειμένου για τα κτήματα που καταλαμβάνονται από την ΥΔΑΜΚ ως ανταλλάξιμα, από την έναρξη της ισχύος του β.δ.
της 24-10/31-10-194Θ και στο εξής από την, κατά την παράγραφο 5 του άρθρου 1, οριστικοποίηση του πρωτοκόλλου κατάληψης σ’ αυτόν στην πρώτη περίπτωση ή με την κοινοποίηση σ’ αυτόν που υπέβαλε την αίτηση αναγνώρισης της απορριπτικής απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, στη δεύτερη περίπτωση. Όπως, δηλαδή, προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις, στις αμέσως mo πάνω περιπτώσεις αφετηρία του χρόνου της ετήσιας παραγραφής των επί των ανταλλάξιμων κτημάτων αξιώσεων αποτελεί πάντοτε η γνώση από μέρους των ενδιαφερομένων της κατάληψης των κτημάτων αυτών ως ανταλλαξίμων, η οποία να προκύπτει από τις παρακάτω κοινοποιήσεις προς αυτούς και δεν αρκεί για την έναρξη του χρόνου της παραγραφής, ή με οποιοδήποτε άλλον τρόπο γνώση των ενδιαφερομένων της κατάληψης ή της σύνταξης του σχετικού πρωτοκόλλου.
Οι προϋποθέσεις αυτές της έναρξης του χρόνου της ετήσιας παραγραφής δεν άλλαξαν με το ν.δ. 1042/1946, με το άρθρο 4 του οποίου επιτράπηκε η έγερση της αγωγής κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος μέσα σε έξι μήνες από της ισχύος του, ούτε και με το ν. 2283/1952, με το άρθρο 14 παρ.1 του οποίου, παρατάθηκε για ένα ακόμη έτος από την έναρξη της ισχύος του ο χρόνος άσκησης της αγωγής και, στη συνέχεια, με το άρθρο μεν 15 παρ. 4 του ν.δ. 547/1970 για έξι μήνες, ενώ με το άρθρο 10 παρ. 3 του ν. 357/1976 για άλλους έξι μήνες η έγερση της αγωγής αυτής, αφού, για να συμπληρωθεί ο νέος χρόνος λήξης της παραγραφής, που ορίστηκε με τις διατάξεις αυτές, έπρεπε να είχε αρχίσει η διαδρομή αυτού, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις πιο πάνω αναφερόμενες διατάξεις.
Ειδικότερα, από τις προμνημονευόμενες διατάξεις προκύπτει, ότι μέσα στα όρια της εξουσιοδότησης, που χορηγήθηκε στην εκτελεστική εξουσία, καθιερώθηκε από το άρθρο 3 του από 24-10- 1940 β.δ/τος εξώδικη διαδικασία επίλυσης των διαφορών από τη διαχείριση των ανταλλάξιμων κτημάτων και τάχθηκε ετήσια προθεσμία από την έναρξη της ισχύος του πιο πάνω β.δ/τος στους προσφεύγοντες στα τακτικά δικαστήρια προς διεκδίκηση των τμημάτων αυτών να υποβάλουν την κατά το άρθρο 6 του από 29-9-1939 β.δ/τος αίτηση στο Γνωμοδοτικό Συμβούλιο, οι απαγγελλόμενες όμως κυρώσεις της παραγραφής του περί διεκδίκησης δικαιώματος του αιτούντα και της κατάργησης της εκκρεμούς δίκης, σε περίπτωση παραμέλησης των πιο πάνω προθεσμιών, κείνται εκτός της εξουσιοδότησης που παρασχέθηκε, για την οποία δεν χορηγείται στην εκτελεστική εξουσία τέτοιο δικαίωμα και στερούν το διάδικο οριστικά της προστασίας των τακτικών δικαστηρίων, η οποία ρητά επιφυλάσσεται από τη διάταξη του άρθρου 2 του α.ν. 1909/1939 και, συνακόλουθα, δεν συνεπάγονται καμιά επιζήμια έννομη συνέπεια (Α.Π. 846/2013, Α.Π. 1354/2010).
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ., παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου , που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου, είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Α.Π. 168/2014).
Το Εφετείο, επομένως, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου περί παραγραφής της ένδικης αξίωσης της αντιδίκου του αναγνώρισης της συγκυριότητας της στο επίδικο ανταλλάξιμο κτήμα (οικόπεδο) λόγω της άπρακτης παρέλευσης της ετήσιας προθεσμίας από την κοινοποίηση σ’ αυτή της υπ’ αριθμ. 308449/30-12-1949 απορριπτικής απόφασης του Υπουργού Οικονομικών άσκησης της αίτησης ενώπιον του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου του άρθρου 6 του από 29-9-1939 διατάγματος, καθώς και της οριστικοποίησης του υπ’ αριθμ. 336/1949 πρωτοκόλλου κατάληψης της Υ.Δ.Α.Μ.Κ., με την αιτιολογία ότι η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 γ’ του β.δ/τος της 24-10/31-10-1940 με την οποία απαγγέλλεται ως κύρωση, σε περίπτωση παραμέλησης της ετήσιας προθεσμίας για διοικητική αναγνώριση του προβαλλόμενου δικαιώματος ή για άσκηση της σχετικής αγωγής, είναι ανίσχυρη, γιατί θεσπίστηκε χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε εκφέρει όμοια κρίση, αφού δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη εν μέρει την ένδικη διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή της αναιρεσίβλητης, αναγνωρίζοντας αυτήν συγκυρία του επίδικου ακινήτου κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου και υποχρεώνοντας το Ελληνικό Δημόσιο να της το αποδώσει κατά το ως άνω ποσοστό, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 περ.
γ’ του β. δ/τος της 24-10/ 31-10-1940 και 9 παρ. 2 περ. 2 του ν. 1909/1939, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε , γι’ αυτό και ο αντίθετος σχετικός πρώτος λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. - Ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί γεγονότα προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό.
Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση ταυ εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης") με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολ.
Α.Π.2/2008, Α.Π.576/2013). Δεν αρκεί για την ίδρυση του λόγου η εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.ΠολΔ., εγγράφου αλλά πρέπει επιπλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αυτό, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Α.Π. 1025/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των υπ’ αριθ. 249 και 248/1908 ταπίων, τα οποία προσκομίσθηκαν νόμιμα στο Εφετείο μετ’ επικλήσεως από το αναιρεσείον και σ’ αυτά αναγράφονται ως ιδιοκτήτες του επιδίκου επί Τουρκοκρατίας ο Οθωμανός υπήκοος Σ.
Μ. γιος Α. Ρ. Ε. και ο εξοχότατος Υποστράτηγος κύριος Σ. Π. Χ. Ε., Οθωμανός υπήκοος, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, χρησιμοποιήθηκαν δε τα έγγραφα αυτά για την απόρριψη του ισχυρισμού του ότι το επίδικο ακίνητο είναι ανταλλάξιμο στο σύνολο του, γιατί ανήκε σε ανταλλαγέντες μουσουλμάνους, και συνακόλουθα απορρίφθηκε η έφεση για το 1/2 εξ αδιαιρέτου, που ανήκε στο Σ.
Π., καθόσον δέχθηκε το Εφετείο ότι αυτός είχε αλβανική καταγωγή. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την εκτίμηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία επιτρεπτώς, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ., προβαίνει ο Άρειος Πάγος, το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι στο με αύξοντα αριθμό 248/1908 ταπίο ο Σ. Π. δεν ήταν Οθωμανός υπήκοος και ότι εξ αυτού του γεγονότος δεν είναι το επίδικο ακίνητο ανταλλάξιμο στο σύνολο του αλλά στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα ότι "δεν ήταν Τούρκος στην καταγωγή αλλά Αλβανός που δεν εγκατέλειψε την Ελλάδα λόγω της ανταλλαγής των πληθυσμών και συνεπώς δεν υπήρξε ανταλλαγείς μουσουλμάνος, ώστε το επίδικο (αγρός) να είναι επιδεκτικό χρησικτησίας" τόσο στο έγγραφο αυτό, το οποίο δεν απέκλειε ότι είναι Αλβανικής καταγωγής, όσο και στα άλλα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση και το οποίο, μαζί με το υπ’ αύξ, αριθ. 249/1908 ταπίο, απλώς συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ. με παραμόρφωση του περιεχομένου των παραπάνω εγγράφων και τα αντίθετα που το αναιρεσείον υποστηρίζει με το δεύτερο, από τη διάταξη αυτή, λόγο της αιτήσεως του είναι αβάσιμα. Κατ’ ακολουθίαν τούτων πρέπει η αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολο της.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-9-2013 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της Α. συζ. Ε. Β., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 477/2013 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Δεκεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ