1376/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1376/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα με την 264/7-12-2007 αγωγή του δι' αυτής ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος εφέρετο προς διάγνωση αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, απορρέουσα, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, από την αποδιδόμενη στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείβλητο άδικη και υπαίτια, από πρόθεση, πράξη, με τη μορφή της συκοφαντικής δυσφημίσεως και της ψευδούς καταμηνύσεως.
Full text
Απόφαση 1376 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1376/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 13 Μαΐου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Β. του Α., δικηγόρου, κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Ν. του Β., δικηγόρου, κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12 Δεκεμβρίου 2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 222/2011 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2 Ιουνίου 2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 10 Οκτωβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 55/3-6-2001 αιτήσεως για αναίρεση της 222/4-4-2011αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Ο αυτοπροσώπως παραστάς αναιρεσίβλητος ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 55/3-6-2011 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 222/4-4-2011 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.
Ειδικότερα με την 264/7-12-2007 αγωγή του δι' αυτής ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος εφέρετο προς διάγνωση αξίωση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, απορρέουσα, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, από την αποδιδόμενη στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείβλητο άδικη και υπαίτια, από πρόθεση, πράξη, με τη μορφή της συκοφαντικής δυσφημίσεως και της ψευδούς καταμηνύσεως.
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε η απορριπτική αυτής 7/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, κατ' αποδοχή της ερειδομένης στο άρθρο 367 παρ. 1 περ. γ'ΠΚ ενστάσεως, και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 132/15-9-2009 έφεση του ενάγοντος, η 222/2011 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, με απορριπτική, επ' αυτής, με την αυτή αιτιολογία, κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της.
Ειδικότερα, διέλαβε στις αιτιολογίες της, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, " Με την με αριθμό 104/2004 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας (σε δεύτερο βαθμό) ο μη διάδικος στη δίκη αυτή Β. Π. του Σ. υποχρεώθηκε να καταβάλει στον Σ. Δ. του Ι., επίσης μη διάδικο στη δίκη αυτή, το ποσό των 866,25 ευρώ με το νόμιμο τόκο από 1-1-1999 ως και το ποσό των 828 ευρώ για δικαστικά έξοδα.
Στη δίκη εκείνη, πληρεξούσιος δικηγόρος του Β. Π. ήταν ο εναγόμενος, δικηγόρος, Καρδίτσας, ενώ του αντιδίκου του Σ. Δ. ο ενάγων, δικηγόρος Καρδίτσας επίσης. Σε εκτέλεση της απόφασης αυτής ο τελευταίος επέδωσε στον πρώτο την 25-10-2004, αντίγραφο από απόγραφο πρώτο εκτελεστό αυτής, με την κάτωθι αυτού από 14-10-2004 επιταγή προς πληρωμή, του συνολικού ποσού των 2.649,44 ευρώ (κεφάλαιο 866,25 ευρώ + τόκοι έως 10-4-2004 654 ευρώ + δικ.
έξοδα 828 ευρώ + αντιγρ. δικαιωμ. 15 ευρώ + 36,24 ευρώ έξοδα απογράφου + χαρτ. 3 ευρώ + 215 ευρώ αμοιβή δικηγ. για σύνταξη επιταγής + 17 ευρώ αμοιβή παραγγ. προς επίδοση + 17 ευρώ έξοδα επιδόσεως), Στη συνέχεια και επειδή ο Β. Π. δεν εκπλήρωσε την ως άνω παροχή ο προαναφερθείς δανειστής δια του ενάγοντος πληρεξουσίου δικηγόρου του, με την από 15-11-2004 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης, προέβη σε αναγκαστική κατάσχεση στα χέρια τρίτου και δη της "Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε,", του χρηματικού ποσού των 2.837,73 ευρώ που διατηρούσε ο προαναφερθείς καθού οφειλέτης σε λογαριασμό Ταμιευτηρίου στο υποκατάστημα Καρδίτσας της εν λόγω Τράπεζας, για την ικανοποίηση της ως άνω απαιτήσεως του πλέον τόκων 10 ευρώ για το διάστημα από 14-10-2004 έως 15-11-2004 και 130 ευρώ ως αμοιβή του πληρεξουσίου του δικηγόρου - ενάγοντα για τη σύνταξη της εντολής προς εκτέλεση.
Η έκθεση αυτή κοινοποιήθηκε από τον τελευταίο στην Εθνική Τράπεζα, στις 16-11-2004 και στον καθού η εκτέλεση στις 24-11-2004. Η Τράπεζα την 23-11-2004, προέβη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 985 ΚΠολΔ, σε δήλωση στην γραμματεία του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας ότι υφίσταται η κατασχεθείσα απαίτηση και συγκεκριμένα το ποσό των 2.789,49 ευρώ στον άνω λογαριασμό του οφειλέτη και συντάχθηκε γι' αυτό η με αριθμό …/23-11-2004 έκθεση.
Έτσι δεσμεύθηκε υπέρ του παραπάνω δανειστή το ποσό των 2,789,49 ευρώ και μετά την πάροδο 8 ημερών από την κοινοποίηση στον πιο πάνω οφειλέτη του κατασχετηρίου, δηλαδή στις 3-12-2004, θα ικανοποιείτο η προαναφερθείσα απαίτηση του δανειστή, με την καταβολή του Κατασχεθέντος ποσού από την τρίτη τράπεζα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 988 παρ, 1 περ.
α ΚΠολΔ. Όμως ο εναγόμενος, πληρεξούσιος δικηγόρος του πιο πάνω καθού η εκτέλεση οφειλέτη, την 25-11-2004, ήτοι μια ημέρα μετά την επίδοση στον τελευταίο του παραπάνω κατασχετηρίου με την από 25-11-2004 αίτηση του ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της με αριθμό 267/2004 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδίκη Καρδίτσας με την οποία ο ως άνω πελάτης του Β.
Π. υποχρεώθηκε να του καταβάλει το ποσό των 8.000 ευρώ που προερχόταν από μία ισόποση συναλλαγματική με ημερομηνία λήξης 30-7-2004 που είχε εκδώσει ο ίδιος και είχε αποδεχθεί ο τελευταίος την 30-5-2004 στην Καρδίτσα και η οποία δεν είχε πληρωθεί στην λήξη της, πλέον των νομίμων τόκων από 31-7-2004 έως την εξόφληση καθώς και του ποσού των 184,40 ευρώ για δικαστικά έξοδα.
Αντίγραφο από πρώτο απόγραφο εκτελεστό της διαταγής αυτής ο εναγόμενος επέδωσε στον οφειλέτη-πελάτη του Β. Π. την 25-11-2004 με την κάτωθι αυτού επιταγή προς πληρωμή του συνολικού ποσού των 9,031,60 ευρώ (κεφ. 8.000 ευρώ + τόκοι έως 25-11-2004 266 ευρώ + δικ. εξ, 184 ευρώ + έξοδα απογρ. συντ. επιτ. κλπ 581 ευρώ) καϊ στη συνέχεια με την από 30-11-2004 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης που επιδόθηκε στην ως άνω Τράπεζα την 1-12-2004 προέβη σε αναγκαστική κατάσχεση στα χέρια αυτής ως τρίτης της ίδιας ως άνω χρηματικής κατάθεσης του πιο πάνω οφειλέτη που ανερχόταν στο ποσό των 2,837,73 ευρώ, για το προαναφερθέν επιτασσόμενο προς πληρωμή ποσό, Η τρίτη Τράπεζα στις 3-12-2004 υπέβαλε στην γραμματεία του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του ΚΠολΔ, δήλωση, για την οποία συντάχθηκε η 507/2004 πράξη ότι υφίσταται εν μέρει η κατασχεθείσα απαίτηση.
Στη συνέχεια ο εναγόμενος την 17-12-2004 επέδωσε στον άνω οφειλέτη για δεύτερη φορά την εν λόγω διαταγή πληρωμής, κατ' αυτής δε ο τελευταίος δεν άσκησε ανακοπή και έτσι αυτή απέκτησε δύναμη δεδικασμένου κατ' άρθρο 632 και 633 ΚΠολΔ, Κατόπιν με την με αριθμό 95/25-2-2005 αίτηση του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας ζήτησε, σύμφωνα με την διάταξη της παρ, 1 περ.
β του άρθρου 988 ΚΠολΔ, τον διορισμό συμ/φου προκειμένου να γίνει η διανομή του δεσμευθέντος και κατασχεθέντος στα χέρια της άνω Τράπεζας χρηματικού ποσού του οφειλέτη Β. Π., λόγω του ότι αυτό δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση των δανειστών. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων η με αριθμό 219/2005 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καρδίτσας που διόρισε συμβολαιογράφο για την διανομή και κατάταξη των άνω δανειστών την Αγορή Λαδιά-Καραγιάννη.
Αυτή σε εκτέλεση της εν λόγω απόφασης συνέταξε τον με αριθμό .../2005 πίνακα κατάταξης δανειστών στον οποίο αφού αφήρεσε τα έξοδα εκτέλεσης και την αμοιβή της μεσεγγυούχου Ε.Τ.Ε., στο υπόλοιπο της απαίτησης κατέταξε τον εναγόμενο για το ποσό των 2,289,49 ευρώ και τον εντολέα του ενάγοντος για το ποσό των 540,26 ευρώ.
Τα περιστατικά αυτά συνομολογούνται από τους διαδίκους. Κατά των πράξεων της εν λόγω αναγκαστικής εκτελέσεως και ειδικότερα του παραπάνω εκτελεστού τίτλου (264/2004 διατ. πληρ.) της κάτωθι αυτού ως άνω επιταγής προς πληρωμή και του από 30-11-2004 κατασχετηρίου στα χέρια τρίτου, ο Σ. Δ. άσκησε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου ενάγοντος, την με αριθμό καταθέσεως 433/6-12-2004 ανακοπή με την οποία ζητούσε την ακύρωση των εν λόγω πράξεων της αναγκαστικής εκτελέσεως ισχυριζόμενος ότι η απαίτηση που αφορά είναι ανύπαρκτη γιατί η άνω συναλλαγματική που εκδόθηκε γι' αυτήν και έγινε δεκτή, είναι εικονική και έγινε κατά το φαινόμενο μόνο άλλως αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου, αφού είναι προϊόν συμπαιγνίας και απάτης επί δικαστηρίω, που διέπραξαν ο εναγόμενος και ο άνω πελάτης του οφειλέτη, άλλως ότι αντιβαίνει στα χρηστά ήθη διότι καταρτίσθηκε με σκοπό να επιτύχουν οι τελευταίοι τη δημιουργία ψευδούς χρέους και συνακόλουθα την ματαίωση ικανοποίησης της άνω απαίτησης του.
Ακόμη ο παραπάνω δανειστής υπέβαλε ενώπιον της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Καρδίτσας την από 4-12-2004 έγκληση του κατά του εναγομένου και του Β. Π. με την οποία ζητούσε την άσκηση ποινικής δίωξης κατ' αυτών για τις αξιόποινες πράξεις της από κοινού απάτης στο δικαστήριο και της καταδολίευσης δανειστών με βάση τα παραπάνω περιστατικά που ισχυρίζετο και στην ανακοπή του, Την έγκληση αυτή συνέταξε ο ενάγων και κατέθεσε στην παραπάνω Εισαγγελία την 6-12-2004 ο Σ.
Δ. ο οποίος και βεβαίωσε ενόρκως ως αληθινό ολόκληρο το περιεχόμενο της. Τους ίδιους ισχυρισμούς επανέλαβε ο τελευταίος δια του ενάγοντος, στην με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 216/6-12-2004 αγωγή που άσκησε κατά των παραπάνω προσώπων με την οποία ζητούσε μεταξύ άλλων να υποχρεωθούν αυτοί εις ολόκληρο να του καταβάλουν ως αποζημίωση για την ζημία που υπέστη από την άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των το ποσό των 2,789,49 ευρώ ως και το ποσό των 180.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβλητική της προσωπικότητας του, αδικοπρακτική συμπεριφορά των, την άρση της οποίας μάλιστα ζήτησε με δημοσίευση δημοσιεύματος περί συγνώμης στον τοπικό τύπο με δαπάνες τους, Ακόμη τους ισχυρισμούς αυτούς επανέλαβε στην με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 430/2-12-2005 ανακοπή που άσκησε δια του ενάγοντος κατά του παραπάνω πίνακα κατάταξης.
Εξ άλλου στην ως άνω έγκληση που κατέθεσε ο Σ, Δ. και συνέταξε ο ενάγων εκτός των προαναφερθέντων και για την υποστήριξη αυτών, μετά οπό έρευνα που διεξήγαγε ο τελευταίος, αναφέρθηκαν και τα εξής σε βάρος του εναγομένου ... "Μάλιστα ο δεύτερος των εγκαλουμένων δικηγόρος, φέρεται ότι ετέλεσε παρόμοιες καταδολιευτικές πράξεις σε βάρος τρίτου δανειστού και στο παρελθόν και συγκεκριμένα όντας δικηγόρος του Κ.
Κ. και παριστάμενος ως πληρεξούσιος του σε όλες τις δίκες επί σειρά ετών που είχε τούτος με τον δανειστή Τ., όταν ο τελευταίος επιχείρησε εκτέλεση με την υπ' αριθμ. 40/2003 εκτελεστή απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, τούτος και πάλι συνέπραξε με τον πελάτη εκδίδοντας την από 28-2-2003 συναλλαγματική με λήξη 31-3-2003 για δήθεν απαίτηση του 60.000 ευρώ από δικηγορικές αμοιβές, στην πραγματικότητα όμως ανύπαρκτη, και εν συνεχεία συνέπραξε στην σύνταξη της υπ' αριθμ. .../28-7-2003 πράξεως της συμ/φου Καρδίτσας Αγορής Λαδιά για την παροχή υπέρ του, από τον πελάτη του, Κ.
Κ., πρώτης υποθήκης και έτσι ματαίωσε την είσπραξη της απαίτησης του επισπεύδοντος ανωτέρω δανειστού από τον οφειλέτη Κ. Κ., ο οποίος επίσης στερούνταν και οιασδήποτε άλλης εμφανούς περιουσίας αφού και τούτος είχε φροντίσει κατά τη διάρκεια του μεταξύ των δικαστικού αγώνα να απαλλοτριώσει και εξαφάνισε κάθε ακίνητο περιουσιακό του στοιχείο, όπως όλα τούτα εμφαίνονται στην από 10-10-03 με αρ.
κατ. 186/2003 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας που άσκησε ο ανωτέρω δανειστής κατά του Π. Ν. ζητώντας την διάρρηξη των καταδολιευτικών δικαιοπραξιών και στην από 14-4-2004 ανακοπή κατά του ανωτέρω επίσης δικηγόρου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας με την οποία ζητεί την ακύρωση του πίνακα κατάταξης λόγω της καταδολιευτικής εγγραφής της ανωτέρω υποθήκης".
Έτσι με ενέργειες του ενάγοντος παρουσιαζόταν ο εναγόμενος ως άτομο που δημιουργεί ανύπαρκτες απαιτήσεις και διαπράττει κατά συρροή απάτες στο δικαστήριο και καταδολιευτικές δικαιοπραξίες. Όμως από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι π ως άνω συναλλαγματική ποσού 8.000 ευρώ που εξέδωσε ο εναγόμενος και αποδέχθηκε ο Β.Π.
για " την οποία εκδόθηκε η προαναφερθείσα 267/2004 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Καρδίτσας, ήταν έγκυρη καθόσον εκδόθηκε στα σοβαρά και όχι φαινομενικά. Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος ως πληρεξούσιος δικηγόρος του οφειλέτη-πελάτη του Β. Π. χειριζόταν κατά το χρονικό διάστημα από 1989 έως το 2004 δικαστικώς ενώπιον των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και εξωδίκως τις υποθέσεις αυτού και της συζύγου του, ότι το έτος 1993 χρησιδάνεισε στον ίδιο το με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΓΧΕ αυτοκίνητο, κυριότητας του, και κατέβαλε εξ ιδίων τα ασφάλιστρα και τα τέλη κυκλοφορίας του μέχρι την 30-12-2001 καθώς και ότι κατά καιρούς δάνειζε στον ίδιο διάφορα χρηματικά ποσά, προκειμένου να ανταποκριθεί στις καθημερινές βιοτικές του ανάγκες και τέλος ότι κατόπιν συμφωνίας προσδιόρισαν το ύψος της οφειλής του τελευταίου (Β.
Π.) προς τον εναγόμενο, από τις παραπάνω αιτίες, στο ποσό των 8.000 ευρώ, για την πληρωμή του οποίου και αποδέχθηκε στις 30-5-2004 την προαναφερθείσα συναλλαγματική. Μάλιστα με την 69/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας που εκδόθηκε επί της παραπάνω υπ' αριθμ. εκθ. κατ. 433/6-12-2004 ανακοπής, και κατέστη αμετάκλητη διότι η κατ' αυτής έφεση απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 71/2007 απόφαση του δικαστηρίου τούτου και η κατ' αυτής αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε επίσης με την με αριθμό 123/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, κρίθηκε ότι, η ως άνω συναλλαγματική είναι έγκυρη καθόσον εκδόθηκε στα σοβαρά και όχι φαινομενικά, ότι ο εναγόμενος και ο πελάτης του Β.
Π. κατά το χρόνο έκδοσης της προαναφερθείσης διαταγής πληρωμής με βάση την συναλλαγματική αυτή, δεν παραπλάνησαν τον αρμόδιο για την έκδοση της Ειρηνοδίκη Καρδίτσας, με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, σχετικά με την απαίτηση που ενσωματωνόταν στην εν λόγω συναλλαγματική και ότι αυτοί ουδόλως προσπάθησαν να εμφανίσουν ψευδές χρέος μετά από εικονική μεταξύ των συναλλαγή προκειμένου να ματαιώσουν την ικανοποίηση της άνω απαίτησης του Σ, Δ.
και με βάση τις κρίσεις αυτές απέρριψε την εν λόγω ανακοπή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ακόμη ως ουσιαστικά αβάσιμη, με βάση τις παραδοχές αυτές, απορρίφθηκε, η ως άνω με αριθμό 430/2-12-2005 ανακοπή κατά του πιο πάνω πίνακα κατατάξεως, με την με αριθμό 80/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, η οποία κατέστη τελεσίδικη διότι η κατ' αυτής έφεση απορρίφθηκε ως ουσία αβάσιμη με την υπ' αριθμ. 351/2009 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, ενώ με την με αριθμό 55/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, η οποία κατέστη τελεσίδικη γιατί η κατ' αυτής έφεση απορρίφθηκε με την τελευταία απόφαση του Εφετείου τούτου, απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη και η παραπάνω με αριθμό εκθ.
καταθέσεως 216/6-12-2004 αγωγή προσβολής προσωπικότητας και αποζημιώσεως από αδικοπραξία, με βάση επίσης τις παραδοχές αυτές, Περαιτέρω από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι πραγματικό και όχι εικονικό ήταν και το προαναφερθέν χρέος του Κ. Κ. προς τον εναγόμενο ύψους 6,000 ευρώ και δεν κατασκευάστηκε αυτό από τον εναγόμενο για να παρακωλυθεί ο δανειστής του πρώτου, Α.
Τ. να ικανοποιηθεί από την σε βάρος του άνω πελάτη του αναγκαστική εκτέλεση, λόγω του ειδικού προνομίου με το οποίο εξοπλίστηκε η απαίτηση του αυτή για την οποία είχε εκδοθεί και γίνει δεκτή ισόποση συναλλαγματική. Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1998 έως 28-2-2003 ο εναγόμενος ως πληρεξούσιος δικηγόρος του οφειλέτη πελάτη του Κ.
Κ. του Χ. χειρίστηκε διάφορες υποθέσεις (περί τις 15) αυτού, τόσο αστικής όσο και ποινικής φύσεως μεταξύ των οποίων αγωγές λογοδοσίας του Χ. Κ. και του εκκαθαριστή Χ. Σ., αγωγή δανείου του Α, Τ. με αντικείμενο 66.305,68 ευρώ, αγωγή λογοδοσίας του Κ, Κ. κατά του Α. Κ. ως και ποινική υπόθεση με κατηγορούμενο αυτόν για υπεξαίρεση σε βαθμό κακουργήματος, την οποία χειρίσθηκε προδικαστικά μέχρι τον Άρειο Πάγο.
Η αμοιβή που δικαιούτο ο εναγόμενος για τον χειρισμό των υποθέσεων αυτών προσδιορίσθηκε κατόπιν σχετικής μεταξύ των συμφωνίας αρχές 2003, στο ποσό των 60.000 ευρώ για την οποία εκδόθηκε από αυτόν η από 28-2-2003 ισόποση συναλλαγματική που έγινε δεκτή από τον πελάτη του, με ημερομηνία λήξεως την 31-3-2003. Κατά την ημερομηνία αυτή η συναλλαγματική δεν πληρώθηκε γι' αυτό και με την .../28-7-2003 πράξη της συμ/φου Καρδίτσας Αγορής Λαδιά-Καρανιάννη, ο τελευταίος παρέσχε στον εναγόμενο το δικαίωμα να εγγράψει υποθήκη σε δύο ακίνητα του προς εξασφάλιση της απαιτήσεως του αυτής, πράγμα που έπραξε και ενέγραψε υποθήκη στα βιβλία του υποθηκοφυλακείου Καρδίτσας (τομ. 184 α.α. 232) την 28-7-2003, επί των σ' αυτήν αναφερομένων ακινήτων (1/2 εξ αδιαιρέτου 2 αγρών εμβαδού 7,000 και 5.817,91 τ.μ.), επί των οποίων είχε επιβάλλει κατάσχεση ο άνω δανειστής Α.
Τ. για την ικανοποίηση απαιτήσεως του ύψους 66.305,58 ευρώ που του είχαν επιδικασθεί με την 40/2003 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, η οποία είχε εκδοθεί επί της άνω αγωγής και είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, Τα περιστατικά αυτά έγιναν δεκτά και με την με αριθμό 24/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας που εκδόθηκε επί αγωγής του Α, Τ.
κατά του εναγομένου για διάρρηξη καταδολιευτικής απαλλοτριώσεως με την οποία και με βάση την εν λόγω κρίση, η αγωγή αυτή απερρίφθη ως κατ' ουσία αβάσιμη ως και με την με αριθμό 23/16-2-2005 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου που εκδόθηκε επί αγωγής του τελευταίου κατά του Α. Τ. με αντικείμενο χρηματική ικανοποίηση του λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία και προσβολή της προσωπικότητας του.
Ακόμη με την με αριθμό 48/31-3-2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας που εκδόθηκε επί της με αριθμό εκθ. καταθέσεως 161/14-4-2004 ανακοπής του Α, Τ. κατά του εναγομένου και με την οποία προσβάλλετο ο με αριθμό .../2004 πίνακας κατάταξης της συμ/φου Καρδίτσας Ελένης Γκιουλέκα στον οποίο είχε καταταγεί ο εναγόμενος για μερική ικανοποίηση της άνω απαιτήσεως του από το πλειστηριασμό του πλειστηριασμού των άνω ακινήτων, που επέσπευσε ο Α.
Τ., και με την οποία αυτός ζητούσε την αποβολή του τελευταίου και την κατάταξη αυτού στη θέση του ισχυριζόμενος ότι η ως άνω απαίτηση είναι εικονική, ανύπαρκτη και ψευδής, απορρίφθηκε ως αόριστη η δε απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη διότι η κατ' αυτής έφεση απορρίφθηκε με την 25/2007 απόφαση του δικαστηρίου τούτου.
Παρά την δικαστική όμως αυτή εξέλιξη, την οποία ο ενάγων υπό την ιδιότητα του ως δικηγόρου, μπορούσε ευχερώς να πληροφορηθεί, επιμένοντας στο ότι και η ως άνω δικαιοπραξία ήταν εικονική και ο εναγόμενος φέρθηκε απατηλά και καταδολιευτικά, στις από 23-11-2006 προτάσεις του που κατέθεσε στη Γραμματεία του δικαστηρίου τούτου την 24-11-2006 κατά τη συζήτηση της με αριθμό 92/8-6-2005 εφέσεως που είχε ασκήσει ως πληρεξούσιος δικηγόρος του πελάτη του Σ, Δ.
κατά του εναγομένου και του Β, Π., με την οποία ζητούσε να εξαφανισθεί η ως άνω 69/2005 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας ώστε να γίνει δεκτή η ως άνω 433/2004 ανακοπή, ανέφερε μεταξύ άλλων για τον εναγόμενο και τα εξής: "... ο δικηγόρος Π. Ν. δεν είχε απολύτως καμία αξίωση κατά του Β. Π. και καμία τέτοια δεν ενσωματώνει η συν/κή που εκδόθηκε μεταξύ των την 30-5-2004 για το ποσό των 8.000 ευρώ...
Μοναδική ανάλογη περίπτωση που περιήλθε σε γνώση μου υπήρξε πάλι με τον ίδιο δικηγόρο Π. Ν., όταν αυτός στις 28-3-2003, ήτοι τέσσερεις ημέρες μετά την επίδοση στον πελάτη του K.Κ. επιταγής προς πληρωμή από τον αντίδικο του Α.Τ., ενέγραψε συμβολαιογραφική υποθήκη στα ακίνητα του πελάτη του, διότι κατά τους ισχυρισμούς του ο πελάτης του Κ.
του όφειλε το ποσό των 60.000 ευρώ δυνάμει συναλλαγματικής που εκδόθηκε από τον ίδιο και έγινε δεκτή από τον πελάτη του για να πληρωθούν απαιτήσεις του για δικηγορικές αμοιβές και έξοδα πέντε ετών (1998-2003), με αποτέλεσμα, και παρά τον πλειστηριασμό των ακινήτων ιδιοκτησίας Κ., να μην ικανοποιηθεί η απαίτηση του Α.Τ.
λόγω του προνομίου της υποθήκης και να ασκηθούν ανακοπές και αγωγές που εκκρεμούν, όπως πληροφορήθηκα στο Εφετείο Λάρισας... 4) Καταγγέλλεται ακόμη και από άλλον δανειστή (Α.Τ., κάτοικο Αθηνών) που αφορά άλλη υπόθεση μεταξύ αυτού και του αντιδίκου του (Κ. Κ.) ότι και στην υπόθεση αυτή ο β' μηνυόμενος (σ.σ. Π.Ν.) ενήργησε κατά τον ίδιο τρόπο που ενήργησε και στην προκειμένη περίπτωση δημιουργώντας ψευδή οφειλή ύψους 60.000 ευρώ...".
Κατ' ακολουθίαν αυτών τα γεγονότα αυτά που αναφερόταν στα προαναφερθέντα δικόγραφα και εγκλήσεις, ήταν ψευδή και ήταν ικανά να βλάψουν την τιμή και υπόληψη του εναγομένου και την επαγγελματική υπόσταση αυτού ως ηθικό άτομο και έντιμο δικηγόρο, αφού ενόψει της ανωτέρω φύσεως των αποδοθέντων σ' αυτόν περιστατικών οποιοδήποτε πρόσωπο ήταν σε θέση να αντιληφθεί τούτο.
Για την προάσπιση δε του δικαιώματος αυτού επί της προσωπικότητας του και του κύρους του ως έγκριτου δικηγόρου ο εναγόμενος την 21-11-2006 κατέθεσε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών Καρδίτσας την με ίδια ημερομηνία έγκληση του κατά, μεταξύ άλλων, του άνω πελάτη του ενάγοντος Σ. Δ. και του τελευταίου, με την οποία επικαλούμενος ότι όσα ανέφερε ο πρώτος στην από 6-12-2004 ως άνω μήνυση του εναντίον του είναι ψευδή και επί λέξει για τον ενάγοντα ότι "Ο 3ος των μηνυομένων, υπό την ιδιότητα του πληρεξουσίου δικηγόρου του 1ου από δόλο άσκησε αποφασιστική επίδραση στη βούληση του φυσικού αυτουργού (1ου των μηνυομένων) στη διάπραξη του αδικήματος της ψευδορκίας, με την ένορκη βεβαίωση του περιεχομένου της μηνύσεως καίτοι γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές, συμμετείχε ενεργώς και είναι εμπνευστής στην τέλεση του αδικήματος, αφού είναι συντάκτης της μηνύσεως και των ψευδών αγωγών, όπως κρίθηκαν οριστικά με τις προαναφερθείσες πολιτικές αποφάσεις...", ζήτησε την άσκηση ποινικής διώξεως κατά του Σ.
Δ. για το αδίκημα της ψευδορκίας κατά δε του ενάγοντος για ηθική αυτουργία στο αδίκημα αυτό. Ακόμη με την από 22-2-2007 έγκληση του ενώπιον του ίδιου Εισαγγελέα κατά των αυτών προσώπων ισχυριζόμενος ότι, όσα αναφέρθηκαν στις πιο πάνω προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού είναι ψευδή και διαδόθηκαν από τον Σ.
Δ. ενώπιον τρίτων εν γνώσει του ψευδούς των ήταν δε ικανά να βλάψουν την τιμή και υπόληψή του και για τον ενάγοντα επί λέξει ότι "Ο 2ος των μηνυομένων, υπό την ιδιότητα του πληρεξουσίου δικηγόρου του 1ου από δόλο άσκησε αποφασιστική επίδραση στη βούληση του φυσικού αυτουργού (1ου των μηνυομένων) στη διάπραξη του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης, καίτοι γνώριζε, από τις αποφάσεις που μέχρι το χρόνο κατάθεσης των προτάσεων (24-11-2006) είχαν εκδοθεί, ότι τα παραπάνω γεγονότα που ισχυρίσθηκε και διέδωσε ο 1ος είναι ψευδή και συκοφαντικά, συμμετείχε ενεργώς και είναι συντάκτης των προτάσεων τις οποίες υπογράφει, είναι συνεπώς και αυτός ποινικά διωκτέος για τις παραπάνω πράξεις του ...", ζήτησε την άσκηση ποινικής δίωξης κατά του Σ.
Δ. για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης και κατά του ενάγοντος για ηθική αυτουργία στην πράξη αυτή. Όμως από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο ενάγων περιέλαβε τα προαναφερθέντα γεγονότα στα άνω δικόγραφα και στην πιο πάνω έγκληση που συνέταξε αφού έλαβε από τον άνω πελάτη του σχετική εντολή και μέσα στα πλαίσια της εκτέλεσης των νομίμων καθηκόντων του που συνίστανται στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων και συμφερόντων του πελάτη του και ουδόλως με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο όπως προτροπές και παρεκλήσεις που έγιναν με πειθώ, πίεση και φορτικότητα, παρήγαγε σ' αυτόν την απόφαση προς διάπραξη των άνω αδικημάτων, για τα οποία αυτός σημειωτέον αθωώθηκε με την με αριθμό 1293/1-7-2009 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καρδίτσας ενώ με την υπ' αριθμ. 24/2006 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών Λάρισας η πιο πάνω δεύτερη έγκληση κατά του ενάγοντος απερρίφθη ως αβάσιμη όπως ως τέτοια απερρίφθη και η πρώτη των ως άνω εγκλήσεων κατά του ενάγοντος, όπως δεν αμφισβητείται από τον εναγόμενο.
Έτσι όσα ο τελευταίος ως άνω ισχυρίσθηκε για τον ενάγοντα στις εν λόγω εγκλήσεις του, ήταν ψευδή και ικανά να βλάψουν την τιμή και υπόληψη του ενάγοντος και την επαγγελματική υπόληψη αυτού ως ηθικό άτομο έγκριτο και έντιμο δικηγόρο, αφού ενόψει της πιο πάνω φύσεως των αποδοθέντων σ' αυτόν περιστατικών οποιοδήποτε πρόσωπο ήταν σε θέση να αντιληφθεί τούτο, Όμως ο εναγόμενος ενόψει των πιο πάνω αποδειχθέντων περιστατικών ως προς το βάσιμο και υπαρκτό των απαιτήσεων του κατά του β.
Π. και Κ, Κ. της νόμιμης συμπεριφοράς του προς ικανοποίηση αυτών και του ζήλου με την οποία χειριζόταν ο ενάγων τις ως άνω υποθέσεις του πελάτη του Σ. Δ., εύλογα πίστευε ότι ο ενάγων γνώριζε η μπορούσε ευχερώς να πληροφορηθεί την αναλήθεια των ως άνω ισχυρισμών που περιέλαβε κατά τα προαναφερθέντα, κατ' επανάληψη, στα ως άνω δικόγραφα και εγκλήσεις, και ότι ο Σ.
Δ. προέβαινε στις παραπάνω δικαστικές ενέργειες υπό την καθοδήγηση και με προτροπές του ενάγοντος.
Συνεπώς δεν γνώριζε ούτε υπαιτίως αγνοούσε την αναλήθεια των παραπάνω γεγονότων και των ειδήσεων που αναφερόταν σ' αυτά και ισχυρίσθηκε ενώπιον τρίτων (γραμματέων, εισαγγελέων, δικαστών κλπ) για τα οποία και ζήτησε την ποινική δίωξη του ενάγοντος ως ηθικού αυτουργού και μάλιστα όλως αορίστως. Σκοπός δε αυτού δεν ήταν η προσβολή της τιμής και υπόληψης του εκκαλούντος ή του επαγγέλματος και του μέλλοντός του ως δικηγόρου, με βάση όσα διαφημιστικά σε βάρος του ανέφερε ως άνω, στις εν λόγω εγκλήσεις, ούτε η ποινική του καταδίωξη για αξιόποινες πράξεις που δεν τέλεσε, αλλά προέβη στην υποβολή αυτών, όπως προαναφέρθηκε, για την διαφύλαξη της προσωπικότητός του και του κύρους του ως δικηγόρου αυτά δε ήταν αναγκαία μέσα για την διαφύλαξη των δικαιωμάτων του, όπως βάσιμα ισχυρίζεται με την ως άνω ένσταση του (αρθρ. 367 παρ. 1 εδ, γ ΠΚ).
Κατ' ακολουθία αυτών με τα άνω γεγονότα που ισχυρίσθηκε ο εναγόμενος για τον ενάγοντα ενώπιον τρίτων, δεν στοιχειοθετούνται σε βάρος του τα αδικήματα της συκοφαντικής δυσφήμησης, απλής δυσφήμησης, εξύβρισης και ψευδούς καταμήνυσης και δεν έχει ευθύνη με βάση τις διατάξεις που προβλέπουν τις αξιόποινες αυτές πράξεις σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 57, 914 επ., 920 και 932 ΑΚ, για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης στον ενάγοντα, σύμφωνα και με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της απόφασης αυτής.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι με το με αριθμό 318/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας απερρίφθη η με αριθμό εκθ. καταθέσεως 3/2-12-2008 προσφυγή του εναγομένου κατά του με αριθμό …/2008 κλητηρίου θεσπίσματος του Εισαγγελέως Εφετών Λάρισας δυνάμει του οποίου παραπέμφθηκε να δικασθεί ως υπαίτιος του αδικήματος της ψευδούς καταμηνύσεως που φέρεται να τέλεσε με τις άνω εγκλήσεις σε βάρος του ενάγοντος.
Η ορθότητα όμως της ανωτέρω κρίσεως του δικαστηρίου δεν αίρεται από το γεγονός της προηγηθείσης ποινικής παραπομπής του νια την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμηνύσεως η οποία δεν εκδικάσθηκε ακόμη, καθόσον η εν λόγω παραπομπή αποτελεί απλό δικαστικό τεκμήριο του οποίου δεν αποκλείεται η εξασθένηση, όπως συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση από την διαφορετική εκτίμηση των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων που τέθηκαν υπόψη του παρόντος δικαστηρίου.
Σημειώνεται ακόμη εδώ ότι με το υπ' αριθμ. 189/2007 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας αποφασίσθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά του εναγομένου για τις αξιόποινες πράξεις της απάτης στο δικαστήριο και της άμεσης συνέργειας σε καταδολίευση δανειστών που του αποδίδοντο με την από 6-12-2004 ως άνω έγκληση του Σ.
Δ.". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται ο ηττηθείς εκκαλών με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής λόγοι αναιρέσεως. Ειδικότερα: Ι. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Δεν αποτελούν όμως "πράγματα" και επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν δεν ληφθεί υπόψη, μεταξύ άλλων, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, οι αλυσιτελείς ισχυρισμοί που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά που προκύπτουν από αυτές.
Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε ο ισχυρισμός για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό ή αν πρόκειται για ισχυρισμό μη νόμιμο και με την έννοια αυτή δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 527, 532 και 535 τταρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (στο οποίο μεταβιβάζεται η υπόθεση κατά τα καθοριζόμενα με την έφεση και τους προσθέτους λόγους καθοριζόμενα όρια) διέρχεται τρία στάδια κατά τα οποία εξετάζονται:
πρώτο το παραδεκτό της ασκηθείσης εφέσεως (άρθρο 532 παρ. 1), δεύτερο το παραδεκτό ενός εκάστου των λόγων αυτής και τρίτο το κατ' ουσίαν βάσιμο αυτών (άρθρο 533 παρ. 1). Επομένως ο εφεσίβλητος δεν βαρύνεται με την δικονομική υποχρέωση επαναδιατυπώσεως των προταθέντων πρωτοδίκως και γενόμενων δεκτών αυτοτελών ισχυρισμών, την απόρριψη των οποίων ακριβώς διώκει ο εκκαλών με την έφεση, άποψη από την οποία ελέγχεται και η βασιμότητα του σχετικού λόγου εφέσεως, ως αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης.
Η διάταξη του άρθρου 527 αρ. 1 ΚΠολΔ αναφέρεται σε ισχυρισμούς του εφεσιβλήτου, οι οποίοι προτείνονται ως υπεράσπισή του κατά της εφέσεως, πλην δεν προβλήθηκαν στον πρώτο βαθμό ή προτάθηκαν απαράδεκτως και για τον λόγο αυτό απορρίφθηκαν. Αντίθετα η απόρριψη τους ως μη νομίμων ή κατ' ουσίαν αβασίμων απαιτεί την άσκηση από τον εφεσίβλητο εφέσεως ή αντεφέσεως.
Σε συνέπεια με τη νομική αυτή παραδοχή η προβαλόμενη με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με την έννοια ότι παρά το νόμο η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη την ερειδομένη στην διάταξη του άρθρου 367 περ. γ' ΠΚ ένσταση του αναιρεσειβλήτου, την οποία απαραδέκτως, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, πρότεινε, ως εφεσίβλητος, με ενσωμάτωση των πρωτοδίκων προτάσεών του σε εκείνες που υπέβαλε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, η οποία όμως είχε παραδεκτώς προταθεί πρωτοδίκως και είχε αξιολογηθεί ως βάσιμη κατ' ουσίαν με την πρωτοβάθμια απόφαση, ελέγχεται, ερειδομένη επί αναληθούς από νομική άποψη προϋποθέσεως, ως αβάσιμη.
Όμοια ελέγχεται ως αβάσιμη διατυπούμενη η αυτή αναιρετική αιτίαση με τον τρίτο κατά σειρά λόγο, με την έννοια ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι αγωγικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι αρνητικά αξιολογηθήκαν με την αντίθετη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη γνώση ή υπαίτια άγνοια του αναιρεσίβλητου για το ψευδές των διαλαμβανομένων στις από 21-11-2006 και 22-2-2007 εγκλήσεις του πραγματικών περιστατικών , τα οποία ήταν ικανά να βλάψουν και έβλαψαν την τιμή και υπόληψή του αναιρεσείοντος.
ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται, καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκείς αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική απολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος, Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξάλλου, κατά τους ορισμούς του άρθρου 57 παρ.1 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαίτησει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται.
Προσβολή της προσωπικότητας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει σε κάθε μειωτική επέμβαση από τρίτο στη σφαίρα αυτής, δηλαδή σε οποιοδήποτε από τα αγαθά που συνθέτουν την προσωπικότητα του άλλου, που συνιστούν συντελεστές, προσδιοριστικά στοιχεία της ταυτότητας του ανθρώπου, με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής ή ψυχικής πνευματικής και κοινωνικής προσωπικότητας του βλαπτομένου κατά το χρονικό σημείο της προσβολής.
Η προσβολή είναι παράνομη, όταν η επέμβαση στην προσωπικότητα του άλλου δεν είναι επιτρεπτή από το δίκαιο ή γίνεται σε ενάσκηση δικαιώματος το οποίο όμως είναι είτε από άποψη έννομης τάξεως μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται καταχρηστικά. Ενόψει της συγκρούσεως των προστατευομένων αγαθών προς τα προστατευόμενα αγαθά της προσωπικότητας άλλων ή προς το συμφέρον της ολότητας, θα πρέπει να αξιολογούνται και να σταθμίζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση τα συγκρινόμενα έννομα συμφέροντα για τη διακρίβωση της υπάρξεως προσβολής του δικαιώματος επί της προσωπικότητας και ο παράνομος χαρακτήρας της.
Για την προστασία της προσωπικότητας δεν απαιτείται η ύπαρξη πταίσματος, δόλου ή αμέλειας, αυτού που προσβάλλει. Απαιτείται, όμως, για την αξίωση αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, αφού το άρθρο 57 παρ. 3 του ΑΚ παραπέμπει στις διατάξεις περί αδικοπραξιών, κατά δε το άρθρο 914 ΑΚ "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει".
Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914 και 932 του ΑΚ θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγόρευε συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται ορισμένη έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.
Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως ψευδή καταμήνυση, για τη στοιχειοθέτηση της οποίας απαιτείται η πράξη που αποδίδεται σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα να είναι αξιόποινη ή πειθαρχικώς κολάσιμη και ψευδής, ο υπαίτιος να γνώριζε την αναλήθεια και να απέβλεπε με αυτήν την κίνηση ποινικής ή πειθαρχικής αξιώσεως εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η καταγγελία του αναληθώς εγκαλούντος, εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 361 παρ. 1, 362 και 363 Π.Κ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφημήσεως, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης.
Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του. Ως γεγονός δε, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, το οποίο στη συκοφαντική δυσφήμηση πρέπει να είναι και ψευδές, νοείται κάθε συγκεκριμένο περιστατικό του εξωτερικού κόσμου που ανάγεται στο παρελθόν ή παρόν, υποπίπτει στις αισθήσεις και είναι δεκτικό απόδειξης, καθώς και κάθε συγκεκριμένη σχέση ή συμπεριφορά, αναφερομένη στο παρελθόν ή παρόν που υποπίπτει στις αισθήσεις και αντίκειται στην ηθική και την ευπρέπεια και προσβάλλει την τιμή και υπόληψη του προσώπου στα στοιχεία της προσωπικότητας του.
Εξάλλου, για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του δράστη να ισχυρισθεί ενώπιον τρίτου ή να διαδώσει το βλαπτικό γεγονός, για δε την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.
Ωστόσο, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, παραμένει όμως η απλή δυσφήμηση, ως προσβάλλουσα επίσης την προσωπικότητα σε βαθμό μη ανεκτό, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες από το άρθρο 367 παρ. 1 Π.Κ.
περιπτώσεις, οι οποίες αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως. Έτσι, σύμφωνα με την παρ.1 του άρθρου 367 ΠΚ, ο άδικος χαρακτήρας της δυσφημιστικής εκδήλωσης κατ' αρχήν αίρεται και όταν αυτή γίνεται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη [προστασία] δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις Κατ' εξαίρεση, όμως, το αποτέλεσμα αυτό δεν επέρχεται, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 367 ΠΚ, και παραμένει η ποινική ευθύνη, όταν από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη προκύπτει σκοπός εξύβρισης, που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του και περιφρόνηση αυτού.
Ειδικός σκοπός εξύβρισης υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν κατ' αντικειμενική κρίση αναγκαίος για την ακριβή και πρέπουσα απόδοση των στοχασμών του προσβολέα, ο οποίος μολονότι τελούσε σε επίγνωση τούτου, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλλει την τιμή και την υπόληψη του άλλου.
Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πληρότητα και σαφήνεια διαλαμβάνεται, ιδία, (α) ότι οι περιεχόμενοι στις από 21-11-2006 και 22-2-2007 εγκλήσεις του ισχυρισμοί του αναιρεσείβλητου ήταν ψευδείς και ικανοί να βλάψουν και έβλαψαν την τιμή και υπόληψη του αναιρεσείοντος και (β) ότι ο αναιρεσίβλητος δεν γνώριζε, ούτε υπαιτίως αγνοούσε την αναλήθεια των εν λόγω ισχυρισμών του, προέβη δε στην υποβολή των επίμαχων εγκλήσεων για την διαφύλαξη της προσωπικότητάς του και του κύρους του ως δικηγόρου, αναγκαίων μέσων για την εκπλήρωση του δικαιολογημένου αυτού σκοπού του, χωρίς εντεύθεν πρόθεση προσβολής της τιμής και υπολήψεως του αναιρεσείοντος.
Τα πραγματικά αυτά περιστατικά δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή των αμέσως παραπάνω σημειουμένων κανόνων ουσιαστικού δικαίου απόρριψη της κατά του αναιρεσιβήτου απευθυνομένης αγωγής του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή της ερειδομένης στο άρθρο 367 παρ. 1 περ. γ' ΠΚ ενστάσεως του αναιρεσίβλητου. Επιβεβαιωτικό του καταληκτικού αυτού πορίσματος της προσβαλλόμενης αποφάσεως πραγματικό επιχείρημα αποτελεί η περί πραγμάτων κρίση της ότι ο ισχυρισμός του εντολέως του αναιρεσείοντος Σ.
Δ. περί του υπαρκτού και της βασιμότητας των κατά των εντολέων του Β. Π. και Κ. Κ. απαιτήσεων του αναιρεσίβλητου ήταν αναληθής, κατά την διατυπωθείσα περί τούτου με δύναμη δεδικασμένου σχετική δικανική κρίση, και κατά συνέπεια δεν αποτελεί αιτιολογία κατά την προδιαληφθείσα του όρου έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ώστε να εμπίπτει στο επίπεδο εφαρμογής του αναιρετικού αυτού λόγου.
Επομένως οι προβαλλόμενες με τον απομένοντα προς έρευνα πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των εν λόγω διατάξεων, αρνητικά αξιολογούνται, ως αβάσιμες. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει, στο ποσό των 2700,00 Ευρώ (ΚΠολΔ 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 55/3-6-2011 αίτηση για αναίρεση της 222/4-4-2011 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700,00) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Ιουνίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 26 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ