Legislator Case Law & Legislation
1376/2012 AI generated

1376/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1376/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1376/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, θεωρείται αποσβεσθείσα η υποχρέωση του εργοδότη προς καταβολή της αμοιβής του εργολάβου, ο οποίος για την μέχρι την υπαναχώρηση εργασία του έχει αξίωση μόνο προς απόδοση του από αυτή πλουτισμού του εργοδότη. Σε περίπτωση υπερημερίας του εργολάβου, η οποία επέρχεται κατ' άρθρο 341 § 1 του ΑΚ και με την παρέλευση της δήλης ημέρας που συμφωνήθηκε, ο εργοδότης έχει τα κατ' άρθρο 383 του ΑΚ δικαιώματα.

Keywords

AI generated
unemployment insurance financing contractor remuneration contractor's lien sufficient earning capacity subcontractor payment lump-sum compensation
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1376 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1376/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου, και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Τoυ αναιρεσείοντος: Χ. Ρ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Αθανασόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Β. Τ. του Β., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αστέριο Κουρούπη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 271/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 28/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 30-12-2008 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 20-1-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της απόφασης κατά το κεφάλαιό της εκ της συμβάσεως έργου, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 686 του ΑΚ: "Αν ο εργολάβος δεν αρχίσει εγκαίρως την εκτέλεση του έργου ή αν χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη επιβραδύνει την εκτέλεση στο σύνολό της ή εν μέρει με τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση του έργου, ο εργοδότης μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, χωρίς να περιμένει το χρόνο της παράδοσης του έργου.

Όταν υπάρχει υπερημερία του εργολάβου, διατηρούνται ακέραια τα δικαιώματα που έχει ο εργοδότης εξαιτίας της". Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μεταξύ των υποχρεώσεων του εργολάβου, είναι η έγκαιρη και προσήκουσα εκτέλεση του συμφωνηθέντος έργου, έτσι ώστε αν αυτός επιβραδύνει την εκτέλεσή του, εν όλω ή εν μέρει, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, κατά τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά ανέφικτη την έγκαιρη περάτωσή του, μπορεί ο εργοδότης με δήλωσή του κατά τη διάταξη του άρθρου 390 του ΑΚ, να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, ανεξαρτήτως πταίσματος του εργολάβου, οπότε η σύμβαση καταργείται αναδρομικώς και επέρχεται απόσβεση όλων των υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτή, οι δε παροχές των μερών αποδίδονται κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Επομένως, θεωρείται αποσβεσθείσα η υποχρέωση του εργοδότη προς καταβολή της αμοιβής του εργολάβου, ο οποίος για την μέχρι την υπαναχώρηση εργασία του έχει αξίωση μόνο προς απόδοση του από αυτή πλουτισμού του εργοδότη. Σε περίπτωση υπερημερίας του εργολάβου, η οποία επέρχεται κατ' άρθρο 341 § 1 του ΑΚ και με την παρέλευση της δήλης ημέρας που συμφωνήθηκε, ο εργοδότης έχει τα κατ' άρθρο 383 του ΑΚ δικαιώματα.

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 700 του ΑΚ, ο εργοδότης έχει δικαίωμα μέχρι την αποπεράτωση του έργου να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση, οπότε αυτή λύεται για το μέλλον, oφείλει όμως να καταβάλει στον εργολάβο τη συμφωνηθείσα αμοιβή, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 682 ΑΚ, αμοιβή λογίζεται πως έχει συμφωνηθεί σιωπηρά, αν το έργο συνηθίζεται να εκτελείται μόνον με αμοιβή.

Τέλος, η δήλωση βουλήσεως του εργοδότη περί υπαναχώρησης κατά το άρθρο 686 του Α.Κ. ή καταγγελίας κατά το άρθρο 700 του Α.Κ. μπορεί να είναι είτε ρητή, είτε σιωπηρή, η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, ότι συνάγεται υπαναχώρηση ή καταγγελία ως προς τα κατ' ουσίαν γενόμενα δεκτά ανελέγκτως πραγματικά περιστατικά, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως ουσιώδη ζητήματα, σε σχέση με τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια των αιτιολογιών στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκούμενου δικαιώματος, όπως είναι και τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή καταλυτικής αυτής ένστασης.

Στην προκειμένη περίπτωση, επί της ένδικης αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, περί καταβολής της αμοιβής του για το έργο που παρέδωσε στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, σε εκτέλεση καταρτισθείσης μεταξύ τους συμβάσεως έργου κατασκευής διώροφης οικοδομής επί ακινήτου της, εκδόθηκε αρχικά η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με απορριπτική επί της ουσίας κρίση και ακολούθως η προσβαλλόμενη απόφαση, με απορριπτική επί της εφέσεως του ηττηθέντος αναιρεσείοντος κατ' ουσίαν κρίση.

Για την μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, το Εφετείο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "Κατά τον μήνα Ιούνιο 2000, μετά από προφορική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων) ανέλαβε, με την ιδιότητα του κατασκευαστή-μηχανικού να κατασκευάσει διώροφη οικοδομή με υπόγειο (πυλωτή-καταστήματα στο ισόγειο) σε οικόπεδο της εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης) ... .

Κατά την ειδικότερη συμφωνία των διαδίκων, ο ενάγων ανέλαβε να εκτελέσει το έργο με συνεργεία δικής του επιλογής και με υλικά που αυτός θα αγόραζε, μετά από σύμφωνη γνώμη της εναγόμενης, η οποία θα του κατέβαλλε τμηματικά, με την πρόοδο των εργασιών, την αξία τους (αξία υλικών, αμοιβή εργατών) και επ' αυτής το εργολαβικό του κέρδος, που συμφωνήθηκε σε ποσοστό 10%.

Επίσης, συμφωνήθηκε να γίνουν εργασίες καθ' υπέρβαση εκείνων που προέβλεπε η παραπάνω οικοδομική άδεια και συγκεκριμένα, να κατασκευαστούν στο ισόγειο δύο καταστήματα, αντί για ένα και, επίσης, να κατασκευαστούν δύο σοφίτες πάνω από τον πρώτο όροφο, ώστε μαζί με τα δύο διαμερίσματα της κύριας οικοδομής να αποτελέσουν δύο "μεζονέτες".

Τέλος, προφορικά, συμφωνήθηκε ότι η παράδοση του έργου θα γίνει σε χρονικό διάστημα ενός έτους από την έκδοση της αδείας, δηλαδή έως το Σεπτέμβριο του έτους 2001. Σύμφωνα με τον πίνακα ανάλυσης κόστους κατασκευής της οικοδομής του πιο πάνω επιβλέποντα μηχανικού Δ. Κ., το ελάχιστο κόστος εργασίας για την κατασκευή του κτιρίου για κύρια χρήση κατοικίας, υπολογιζόμενο με βάση την κοινή απόφαση των υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ (Πολ. 1277/94), ανέρχεται σε 24.108.840 δραχμές, ενώ το ελάχιστο κόστος εργασίας για την κατασκευή του καταστήματος, με βάση την ίδια απόφαση, ανέρχεται σε 4.283.890 δραχμές.

Τα ποσά αυτά αφορούν την κατασκευή της οικοδομής που προέβλεπε η εκδοθείσα οικοδομική άδεια, επιφάνειας 245,967 τετραγωνικών μέτρων και μαζί με το υπόγειο επιφάνειας 200 τετραγωνικών μέτρων (που δεν περιλαμβάνονται στην άδεια), συνολικής επιφάνειας 445,967 τετραγωνικών μέτρων. Ο ενάγων μέχρι και το Σεπτέμβριο 2001 δεν είχε παραδώσει το έργο, η δε εναγομένη, μέχρι τότε, του είχε καταβάλει, έναντι των εργασιών, το ποσό των 34.000.000 δραχμών ή των 99.780 ευρώ ... .

Η παράδοση του έργου ούτε μέχρι και τον Ιούνιο 2002 είχε γίνει, οπότε η εναγόμενη με την από 10/6/2002 εξώδικη δήλωση της κήρυξε έκπτωτο τον ενάγοντα και κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση, καλώντας τον "εφ' όσον υφίσταται υπόλοιπο εκ της νομίμου εργολαβικής αμοιβής του, αυτό να καθοριστεί με βάση τη συμφωνία τους περί της συνολικής αμοιβής του" ... .

Ο ενάγων απάντησε με την από 28/6/2002 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση, με την οποία αρνήθηκε, ότι συμφωνήθηκε ο χρόνος παράδοσης της οικοδομής μέχρι 5/9/2001 και ότι, αντίθετα, συμφωνήθηκε πως ο χρόνος παράδοσης ήταν σε συνάρτηση με το χρόνο που αυτή μπορούσε να διαθέσει χρήματα για την κατασκευή της οικοδομής. Επίσης πως έχει αποπερατώσει πλήρως τα δύο ισόγεια καταστήματα και τον υπόγειο χώρο, τα οποία της έχει παραδώσει και πως δεν έχουν αποπερατωθεί, αφ'ενός μεν τα εσωτερικά κουφώματα για τα δύο διαμερίσματα και τις δύο σοφίτες, τα οποία τα έχει παραγγείλει και έχει καταβάλει 1.000.000 δραχμές ως προκαταβολή, αφ' ετέρου δε τα είδη υγιεινής στα διαμερίσματα και τις σοφίτες και πως υπολείπεται ο εξωτερικός χρωματισμός της οικοδομής.

Με το ίδιο εξώδικο ο ενάγων, αφού καθιστά την εναγόμενη υπαίτια για την καθυστέρηση της παράδοσης της οικοδομής, διότι, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, δεν του καταβάλει χρήματα για να συνεχίσει τις εργασίες, για να πληρώσει το ΦΠΑ και να εκδώσει τα τιμολόγια των εργασιών και για να πληρώσει το ΙΚΑ, την καλεί εντός πέντε ημερών από τη λήψη αυτού (εξωδίκου), να προσέλθει στο γραφείο του και να του καταβάλει το οφειλόμενο ποσό για τα έξοδα και την αμοιβή του από την ανέγερση της οικοδομής.

Στο εξώδικο αυτό η εναγόμενη δεν ανταπάντησε. Ο ενάγων, μετά την πάροδο ενός χρόνου και πλέον, επανήλθε με νέο εξώδικο, το οποίο κοινοποίησε στην εναγόμενη στις 24/9/2003 και στο οποίο διαμαρτύρεται, ότι αν και έχει αποπερατωθεί πλήρως η οικοδομή και έχουν παραληφθεί, αδιαμαρτύρητα, οι κατοικίες και τα διαμερίσματα από την εναγομένη, αυτή αρνείται να του καταβάλει το υπόλοιπο του κόστους κατασκευής και της εργολαβικής αμοιβής του.

Όμως, ούτε στο εξώδικο αυτό, ούτε σε εκείνο που προηγήθηκε κατά τα παραπάνω, ο ενάγων αναφέρει ποιο είναι το ποσό που του οφείλει η εναγομένη, ως εργολαβική αμοιβή και ποιο το κόστος των εργασιών μέχρι και την 10/6/2002, που κηρύχθηκε έκπτωτος. Τούτο δε παρά το γεγονός, ότι η εναγόμενη ήδη με το πρώτο εξώδικο της, ζητεί να της γνωστοποιήσει, εάν του οφείλει υπόλοιπο από τη συμφωνηθείσα αμοιβή του.

Ο ενάγων με τα πιο πάνω εξώδικα, ζητεί χρήματα για να συνεχίσει το έργο, τα οποία όμως μετά την 10/6/2002 δεν δικαιούται, διότι κηρύχτηκε έκπτωτος. Αντίθετα, μέχρι και το χρόνο που κηρύχθηκε έκπτωτος είχε ήδη λάβει την αξία των εργασιών που εκτέλεσε και την γι' αυτές συμφωνηθείσα εργολαβική του αμοιβή και, ειδικότερα, είχε λάβει πέραν του ποσού των 34.000.000 δραχμών και τα εξής ποσά, τα οποία συνομολογεί ...

και συνολικά, για όλες τις εκτελεσθείσες εργασίες είχε λάβει 128.268 ευρώ". Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού περιγράφει τις εκτελεσθείσες εργασίες, συνεχίζει: "... Όμως, δεν αποδείχθηκε, ότι για τις πιο πάνω πρόσθετες εργασίες υπήρξε μεταγενέστερη της αρχικής συμφωνίας των διαδίκων, με βάση την οποία αυτοί όρισαν το συνολικό κόστος των εργασιών στο ποσό των 244.945,80 ευρώ και επ'αυτού το εργολαβικό κέρδος σε ποσοστό 10% συν 18% το ΦΠΑ του εργολαβικού κέρδους και, συνολικά, στο ποσό των 273.849,40 ευρώ ... .

Εξ άλλου, όπως προαναφέρθηκε, ο ενάγων δεν παρέδωσε αποπερατωμένο το έργο στην εναγόμενη, η οποία τον κήρυξε έκπτωτο και αυτή το αποπεράτωσε με δικά της συνεργεία και άλλον επιβλέποντα μηχανικό, γι αυτό και δεν μπορεί να έχει αξίωση για ολόκληρη τη συμφωνηθείσα αμοιβή του, αλλά για την συμφωνηθείσα στο προαναφερόμενο ποσό των 128.268 ευρώ, στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνονται ο ΦΠΑ των τιμολογίων για τις εργασίες που εκτελέστηκαν και οι εισφορές του ΙΚΑ.

Επίσης, δεν συμπεριλαμβάνεται η αμοιβή του ενάγοντα για την έκδοση της οικοδομικής αδείας ...". Με βάση δε τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε ακολούθως την έφεση του αναιρεσείοντος κατά το κεφάλαιό της που αφορούσε την σύμβαση έργου και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Κρίνοντας όμως έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς τον επικαλούμενο από την αναιρεσίβλητη τρόπο λύσεως της εργολαβικής σύμβασης, διότι δεν προκύπτει με σαφήνεια από αυτές, αν έλαβε χώρα υπαναχώρηση της αναιρεσίβλητης, λόγω επιβράδυνσης εκτέλεσης του έργου από τον αναιρεσείοντα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 686 ΑΚ ή καταγγελία της σύμβασης από την αναιρεσίβλητη εργοδότρια κατ' άρθρο 700 ίδιου Κώδικα, οπότε τα αποτελέσματα, ανάλογα με την περίπτωση, διαφέρουν τόσο γενικά όσο και ειδικότερα ως προς την αξίωση του αναιρεσείοντος, για καταβολή του διωκόμενου με την αγωγή του ποσού ως εργολαβικής αμοιβής, που αναφέρεται στην (επιτρεπτώς επισκοπούμενη) αγωγή του.

Επίσης, οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης είναι ανεπαρκείς ως προς το θέμα της αμοιβής των προσθέτων εργασιών, την εκτέλεση των οποίων δέχεται η προσβαλλόμενη, αφ' ενός μεν ότι συμφώνησαν οι διάδικοι, αφ' ετέρου δε ότι έγιναν από τον αναιρεσείοντα εργολάβο, εφόσον δεν προσδιορίζεται αν αυτές έγιναν χωρίς αντάλλαγμα, με βάση άλλη έννομη σχέση ή ποια ήταν στην περίπτωση συμφωνίας η συμφωνηθείσα αμοιβή και σε περίπτωση έλλειψης συμφωνίας αμοιβής γι' αυτές, ποια είναι η οφειλόμενη συνηθισμένη αμοιβή.

Δεν είναι επίσης σαφές, ποιο ήταν το συμφωνημένο αντάλλαγμα για τις εργασίες που εκτέλεσε ο αναιρεσείων, αφού η παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι "μέχρι το χρόνο που κηρύχθηκε έκπτωτος είχε ήδη λάβει την αξία των εργασιών που εκτέλεσε και την γι' αυτές συμφωνηθείσα εργολαβική του αμοιβή ....και συνολικά 128.268 ευρώ..", αντιφάσκει με την περαιτέρω παραδοχή της ότι ..στο προαναφερόμενο ποσό των 128.268 ευρώ ...δεν συμπεριλαμβάνεται ο ΦΠΑ των τιμολογίων για τις εργασίες που εκτελέστηκαν και οι εισφορές του ΙΚΑ και επίσης δεν συμπεριλαμβάνεται η αμοιβή του ενάγοντα για την έκδοση της οικοδομικής αδείας...".

Έτσι δεν καθίσταται εφικτός ο έλεγχος του Αρείου Πάγου περί της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

Συνεπώς το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' επίκληση πλημμέλειας από την ανωτέρω διάταξη, είναι βάσιμος. Ο από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν, είναι αβάσιμος, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση όλων ή συγκεκριμένων εγγράφων.

Εν προκειμένω, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της κρίσεώς του, περί απορρίψεως της αγωγής ως προς την εξ αδικοπραξίας βάση της ως αβάσιμης κατ' ουσίαν, δεν έλαβε υπόψη την από 26-9-2003 εξώδικη απάντηση της αναιρεσίβλητης, την οποία προσκόμισε και επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων, από το περιεχόμενο της οποίας προκύπτει, κατ' αυτόν, και η υβριστική και συκοφαντική στάση αυτής.

Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος κατά την ανωτέρω βάση της, δεχόμενο ότι δεν αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη δυσφήμισε τον αναιρεσείοντα σε πελάτες του ή τρίτους ή με οποιονδήποτε γεγονότα έθιξε την τιμή και την επαγγελματική του υπόληψη.

Από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι για το σχηματισμό του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη, πλην άλλων, και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι σε συνδυασμό και με τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης, καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και την επικαλούμενη εξώδικη απάντηση.

Επομένως, ο προβαλλόμενος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα, μόνον κατά το κεφάλαιό της που αφορά τη σύμβαση έργου, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών αναιρετικών λόγων που αφορούν το κεφάλαιο αυτό και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο κεφάλαιό της για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Χαλκίδας, συγκροτούμενο όμως από άλλους δικαστές.

Πρέπει επίσης να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 28/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας), κατά το κεφάλαιό της εκ της συμβάσεως έργου.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο ως άνω κεφάλαιό της, στο Εφετείο Χαλκίδας, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Αυγούστου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ