1376/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1376/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ανωτέρω σύμβαση συμφωνήθηκε "επί δοκιμή" για διάρκεια δύο ετών, δηλ. από 15-12-1997 μέχρι 14-12-1999. Ο ενάγων ανέλαβε υπηρεσία ως Οικονομικός Διευθυντής της εναγομένης εταιρίας στις 15 Δεκεμβρίου 1997 και στις 14 Ιουλίου 1998 καταρτίσθηκε και υπογράφηκε μεταξύ τους γραπτή σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, με αναδρομική ισχύ από της προσλήψεως του ενάγοντος στις 15-12-1997.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1376 / 2007 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1376/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Απριλίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:.........., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Γαβαλά βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (ως καθολικής διαδόχου της εναγομένης και εφεσίβλητης Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΥΓΕΙΑΣ"), που εδρεύει στη Ν. Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Βλαστό βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-1-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3295/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 8711/2000 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν με τις από 4-1-2001 και 5-2-2001 αντίθετες αιτήσεις τους οι διάδικοι, οι οποίες συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκε η 1247/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αφού έκαμε δεκτή την αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης και απέρριψε την αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, αναίρεσε την 8711/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της κεφάλαια και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Εκδόθηκε η 9102/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11-11-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Ζιάκας, διάβασε την από 22-3-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη του πρώτου.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 672 ΑΚ καθένα από τα μέρη έχει δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση εργασίας για σπουδαίο λόγο, χωρίς να τηρήσει προθεσμία. Σπουδαίο λόγο, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, αποτελούν πραγματικά περιστατικά τα οποία, κατ' αντικειμενική κρίση, καθιστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή για τον καταγγέλλοντα τη συνέχιση της συμβάσεως εργασίας μέχρι τη συμφωνημένη ή εκ του νόμου υποχρεωτική λήξη της.
Εξάλλου, έλλειψη αιτιολογίας κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δε συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόστηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε τα ακόλουθα: Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίσθηκε στην Αθήνα προφορικά στις αρχές Δεκεμβρίου 1997, η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία κατόπιν της υπ' αριθμ.228/19-9-97 αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου και του από 17-10-97 πρακτικού της Επιτροπής, που η ίδια συγκρότησε προς επιλογή του καταλληλότερου υποψηφίου, προσέλαβε τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο στη θέση του Οικονομικού Διευθυντή της Εταιρίας.
Η ανωτέρω σύμβαση συμφωνήθηκε "επί δοκιμή" για διάρκεια δύο ετών, δηλ. από 15-12-1997 μέχρι 14-12-1999. Ο ενάγων ανέλαβε υπηρεσία ως Οικονομικός Διευθυντής της εναγομένης εταιρίας στις 15 Δεκεμβρίου 1997 και στις 14 Ιουλίου 1998 καταρτίσθηκε και υπογράφηκε μεταξύ τους γραπτή σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, με αναδρομική ισχύ από της προσλήψεως του ενάγοντος στις 15-12-1997.
Ειδικότερα, με την παραπάνω γραπτή σύμβαση συμφωνήθηκαν, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Άρθρο 1. Η εργοδότρια κατόπιν α)....β)
γ)....δ).... προσλαμβάνει το μισθωτό στην Υπηρεσία της με σύμβαση εργασίας, επί δοκιμή ορισμένου χρόνου διετούς διαρκείας, από 15-12-1997. Μετά την πάροδο της διετίας και μετά από θετική αξιολόγηση του μισθωτού, ένα μήνα πριν από τη λήξη της συμβάσεως ορισμένου χρόνου και κατόπιν αιτιολογημένης απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρίας, η διετής σύμβαση αυτομάτως μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου.
Τα αποτελέσματα της συμβάσεως αυτής ανατρέχουν στην ημερομηνία πρόσληψης, οπότε ο μισθωτός ταυτόχρονα εντάσσεται στον Κανονισμό Εργασίας της Εταιρίας με το βαθμό του Διευθυντή. Σε περίπτωση αρνητικής αξιολόγησης του μισθωτού, λύεται η σύμβαση εργασίας και καταβάλλονται στο μισθωτό, ως αποζημίωση, είκοσι (20) μικτοί μισθοί, που θα υπολογισθούν με βάση τις μικτές αποδοχές του τελευταίου, προ της λήξεως της διετίας, μηνός παρακρατουμένου του αναλογούντος φόρου και αποδιδόμενου νομίμως.
Εάν η παρούσα σύμβαση καταγγελθεί από την εργοδότρια οποτεδήποτε πριν από τη πάροδο της διετούς διαρκείας δοκιμής, για μη σπουδαίο λόγο, θα καταβληθεί στο μισθωτό η ίδια παραπάνω αποζημίωση, δηλ. είκοσι (20) μηνιαίοι μισθοί που ρητά συμφωνείται ότι αποτελεί την ανωτάτη (MAXIMUM) αποζημίωση του μισθωτού, μη δικαιουμένου να αξιώσει καμμία περαιτέρω αποζημίωση ή άλλη, οποιαδήποτε απαίτηση κατά της εργοδότριας, από την αιτία αυτή, άλλως ρητά παραιτουμένου από κάθε τέτοια αξίωση του κατ' αυτής.
Η παραπάνω καταγγελία για μη σπουδαίο λόγο είναι πάντοτε έγγραφη και ασκείται με προειδοποίηση του μισθωτού προ ενός (1) μηνός. Σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως για σπουδαίο λόγο, από την εργοδότρια, διευκρινίζεται ότι δεν καταβάλλεται καμμία απολύτως αποζημίωση. Άρθρο 4. Οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές του μισθωτού καθορίζονται σε δραχμές ένα εκατομμύριο εξήντα χιλιάδες (1.060.000), μέσα στις οποίες περιλαμβάνονται ενδεικτικά ο μηνιαίος μισθός και τα κάθε είδους ή ονομαστικά επιδόματα ή προσαυξήσεις (νόμιμα ή συμβατικά, υπάρχοντα ή και μελλοντικά) και γενικά κάθε φύσεως αμοιβή ή αποδοχή ή επίδομα ή άλλη παροχή οικονομική ή μη, που χορηγείται ή μελλοντικά θα χορηγηθεί στο προσωπικό της εργοδότριας.
Οι συμφωνηθείσες αμέσως παραπάνω μικτές μηνιαίες αποδοχές.... θα καταβάλλονται τακτικώς κάθε μήνα, πλέον δε τούτων, θα καταβάλλονται επιδόματα εορτών, κανονικής άδειας, όπως επίσης και το επίδομα Ισολογισμού. Άρθρο 5. Κατά τη διάρκεια της παρούσης συμβάσεως εκτός των παραπάνω μηνιαίων αποδοχών θα καταβάλλεται στο μισθωτό το ποσό των 300.000 δραχμών ανά μήνα (επί 12 μήνες το χρόνο) ως επίδομα (Οικονομικό-Ελεγκτικό) και για την ευθύνη της οργάνωσης των ελεγκτικών διαδικασιών και της οικονομικής διαχείρισης και ακόμη θα καταβάλλεται στο μισθωτό, κατ' ανώτατο όριο, το ποσό των 150.000 δραχμών το μήνα ως έξοδα δημοσίων σχέσεων με την προϋπόθεση της προσκόμισης αντίστοιχων παραστατικών.
Άρθρο 12. Όλοι οι όροι της παρούσας σύμβασης είναι ουσιώδεις η δε παράβασή τους παρέχει το δικαίωμα στην Εταιρία οποτεδήποτε να καταγγείλει την παρούσα σύμβαση αζημίως γι αυτή, ως επίσης δύναται να καταγγείλει την παρούσα σύμβαση για σπουδαίο λόγο συνεπαγόμενο ποινική ή αστική ευθύνη του μισθωτού". Σε εκτέλεση της παραπάνω συμβάσεως, πράγματι ο ενάγων ανέλαβε στις 15-12-1997, όπως προαναφέρθηκε, τη διεύθυνση των Οικονομικών Υπηρεσιών της εναγομένης και εργάσθηκε σε αυτήν μέχρι τις 19-11-1998, που η τελευταία, με εξώδικη δήλωση της που του κοινοποιήθηκε αυθημερόν, κατήγγειλε την εργασιακή του σύμβαση, πριν από τη λήξη της δοκιμαστικής διετίας, επικαλούμενη "σπουδαίο λόγο" και τον απέλυσε.
Ειδικότερα, η εναγομένη θεμελιώνει το "σπουδαίο λόγο" που επικαλείται σε "παρατυπίες" και "συμβατικές παραλείψεις" που ο ενάγων φέρεται να είχε διαπράξει και μάλιστα σε ορισμένες από αυτές προσδίδει το χαρακτήρα ποινικά κολασίμων πράξεων. Πιο συγκεκριμένα, οι λόγοι που περιγράφει η εναγομένη στην παραπάνω καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, περιληπτικά, συνίστανται στο ότι: 1) Ουδεμία πρόοδος πραγματοποιήθηκε σε ό, τι αφορά στο έργο της Οργάνωσης των διαδικασιών λειτουργίας της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών, ούτε αξιοποιήθηκε από τον ενάγοντα η συνεργασία με τη "ΣΟΛ.
ΑΕ", στην οποία ανατέθηκε το έργο συμβουλευτικών υπηρεσιών, για την οργάνωση των παραπάνω διαδικασιών της Διεύθυνσης. 2) Υπήρξε εξάμηνη περίπου καθυστέρηση στο έργο της Ενοποίησης της Ταμειακής Λειτουργίας της εταιρίας, με αποτέλεσμα τις αποσπασματικές ενημερώσεις - διαβεβαιώσεις του ενάγοντος προς τη Διοίκηση της Εταιρίας σε σημαντικά θέματα και ενδεικτικά παραδίδονταν παραστατικά Γραμμάτια Είσπραξης σε φωτοτυπία στον καταθέτοντα χρήματα συνεργάτη- εισπράκτορα της εταιρίας, οι επιταγές που δίδονταν από τους συνεργάτες - εισπράκτορες για εξόφληση των ασφαλίστρων ήσαν σε σημαντικό, βαθμό μεταχρονολογημένες και μάλιστα επιταγές συνεργατών-εισπρακτόρων, με αποτέλεσμα να δημιουργείται κίνδυνος, εκ του ελλιπούς ελέγχου, στην ορθή και ομαλή διαχείριση και ελεγκτική λειτουργία. 3) Παρά τις έγγραφες υπομνήσεις και τις επισημάνσεις της εναγομένης, σε ό, τι αφορά το έργο του Σχεδιασμού Κανονισμού Εξουσιοδοτήσεων, ο ενάγων κινήθηκε χωρίς πρόνοια και συνεργασία με τη "ΣΟΛ ΑΕ" και τελικά υλοποίησε το έργο αυτό. 4) Παρόλο που ο ενάγων ορίσθηκε με απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου της Εταιρίας, Πρόεδρος της Επιτροπής για την οργάνωση της λειτουργίας της Υπηρεσίας Ελέγχου, για την υποβολή ολοκληρωμένης πρότασης και χρονοδιαγράμματος, το Μάρτιο του 1998, δεν κίνησε καμιά διαδικασία για να συντελεσθεί έγκαιρα το έργο της Επιτροπής, σε συνδυασμό με τις επισημάνσεις των Ορκωτών Ελεγκτών, αλλά και της Επιτροπής Εσωτερικού Ελέγχου της Εταιρίας, με αντίστοιχη υστέρηση της οργανωμένης λειτουργίας της Υπηρεσίας Ελέγχου, πράγμα που οδήγησε σε βλάβη των συμφερόντων της εταιρίας. 5) Ο ενάγων ενημέρωσε πλημμελώς τη Διοίκηση της εναγομένης σε ό, τι αφορά την αντιμετώπιση των φοροτεχνικών θεμάτων και ειδικότερα στα θέματα φορολόγησης των αφορολογήτων αποθεματικών και μόνο μετά την παρέμβαση και τις οδηγίες των Ορκωτών Ελεγκτών αυτός επανόρθωσε την αρχικώς εσφαλμένη πληροφόρηση του προς τη Διοίκηση της Εταιρίας.
Επίσης, ο ενάγων υπέβαλε λανθασμένη δήλωση φόρου ακίνητης περιουσίας και αναγκάσθηκε η εταιρία να υποβάλει διορθωτική, δήλωση με συνέπεια την πληρωμή προστίμου και τέλος ο ενάγων υπέβαλε καθυστερημένα τη σχετική δήλωση φορολόγησης τόκων δανείων συνεργατών-υπαλλήλων της εταιρίας, χωρίς μάλιστα να παρακρατήσει το φόρο 20% επί των χορηγουμένων δανείων προς τους συνεργάτες-υπαλλήλους της εναγομένης εταιρίας. 6) Ο ενάγων, ως αρμόδιος Διευθυντής, δεν
επέδειξε την Οφειλόμενη και αναγκαία εποπτεία, προκειμένου να κλείσει ο ισολογισμός της εταιρίας μέσα στις προβλεπόμενες από το νόμο προθεσμίες με αποτέλεσμα να ζητηθεί προς τούτο πρόσθετη βοήθεια από τη "ΣΟΛ ΑΕ", με πρόσθετο για αυτή (εταιρία) κόστος. 7)Παρά τις γενικές κατευθύνσεις της εναγομένης προς τον ενάγοντα για το εύρος του έργου "Προϋπολογισμός μηδενικής βάσης", ο ενάγων παρουσίασε ένα αναθεωρημένο προϋπολογισμό, που δεν ανταποκρινόταν στο έργο που του ζητήθηκε, και ειδικότερα παρουσίασε ένα προϋπολογισμό με βάση το πρότυπο που ήδη υπήρχε στην εταιρία. 8)0ι χειρισμοί του ενάγοντος επί θεμάτων σχετικών με τους ελέγχους εισπράξεων εισπρακτόρων της εταιρίας, υπήρξαν μη ενδεδειγμένοι για ένα Οικονομικό Διευθυντή. Ενδεικτικά, ο ενάγων εισηγήθηκε την έγκριση-χορήγηση δανείου προς τον εισπράκτορα ....., ύψους τριών εκατομμυρίων (3.000.000) δραχμών, παρόλο που, αποδείχθηκε, ότι αυτός είχε ήδη παράνομα παρακρατήσει εισπραχθέντα ασφάλιστρα της εταιρίας, ύψους 20.000.000 δραχμών και ο ίδιος είχε παραδώσει, αντικανονικά, στη Διεύθυνση του ενάγοντος, προσωπικής εκδόσεως επιταγές και μάλιστα χρονολογημένες, προκειμένου να καλύψει άνοιγμα από άλλα εισπραχθέντα ασφάλιστρα από πελάτες της εταιρίας.
Επίσης, ο ενάγων δέχθηκε να παραδοθούν στην Διεύθυνση του προσωπικής
εκδόσεως
επιταγές
και μάλιστα μεταχρονολογημένες από τον εισπράκτορα της εταιρίας ......, ενώ ο τελευταίος είχε εισπράξει ασφάλιστρα από πελάτες της εταιρίας σε μετρητά. 9) Η αντιμετώπιση των θεμάτων διαχείρισης κόστους εταιρίας, δεν ανταποκρινόταν στην επιμέλεια και την ολοκληρωμένη δράση που αρμόζει σε ένα οικονομικό Διευθυντή, αφού οι σχετικές εισηγήσεις του ενάγοντος δεν περιείχαν το κρίσιμο και ουσιαστικό στοιχείο κόστους, έτσι ώστε να υπάρχει ελλιπέστατη ενημέρωση της Διοίκησης της Εταιρίας στο κρίσιμο αυτό θέμα. 10) Ο ενάγων, με την αποστολή στη διοίκηση της εταιρίας του υπ' αριθμ.228/5-3-1 998 εγγράφου του, ισχυρίσθηκε ότι οι αυτόματες εγγραφές του εφαρμοζόμενου μηχανογραφικού συστήματος της εταιρίας (S.W SPRING), που αφορούσαν στις αναλογούσες προμήθειες συνεργατών-ασφαλιστών της περιόδου 1997 και πρώτου διμήνου 1998, ήταν λανθασμένες, ενώ αυτό δεν ήταν αληθές και όφειλε να το γνωρίζει, αφού αυτός είχε την ευθύνη και υποχρέωση του ελέγχου και της συνεχούς παρακολουθήσεως των λογαριασμών, αλλά και της υπόδειξης των κωδικών λογαριασμών, στους οποίους το μηχανογραφικό σύστημα θα πιστοχρέωνε αυτόματα τα σχετικά κονδύλια.
Οι ισχυρισμοί δε αυτοί του ενάγοντος κλόνιζαν την υποδομή λογ/σμού της εταιρίας (S.W SPRING) και την εμπιστοσύνη των συνεργατών-ασφαλιστών της εταιρίας, στην ορθότητα των πιστώσεων των αμοιβών τους, στοιχείο ιδιαίτερα κρίσιμο για την ομαλή συνεργασία εταιρίας και συνεργατών-ασφαλιστών αυτής. 11) Οι λαθεμένοι χειρισμοί του ενάγοντος στα κρίσιμα θέματα της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών, παρά τις προς τούτο επισημάνσεις, κατά καιρούς, από τη Διοίκηση της εταιρίας, αλλά και η αρνητική συμπεριφορά του προς τα λοιπά διευθυντικά στελέχη της εταιρίας, ακόμη δε και προς τον Ορκωτό Ελεγκτή ......, κλόνισαν την εμπιστοσύνη της εταιρίας στο πρόσωπό του ως προϊσταμένου-Διευθυντή της Οικονομικής Διεύθυνσης, θέσεως ιδιαίτερα νευραλγικής. 12) Ο ενάγων, μετά την επισήμανση των ενδεικτικά, παραπάνω σοβαρών προβλημάτων της συνεργασίας του με την εταιρία, που του έγινε από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της εταιρίας ......
κατά τη συνάντηση τους της 15-10-1998 και την επισήμανση στον ίδιο ότι, εφόσον δεν υλοποιούνται τα έργα που του είχαν ανατεθεί, δεν εξυπηρετούνται οι σκοποί για τους οποίους καταρτίσθηκε η επίδικη σύμβαση εργασίας, την επομένη της πιο πάνω συναντήσεως του με τον Διευθύνοντα Σύμβουλο, δημοσιοποίησε το θέμα της αξιολογήσεώς του και άρχισε να διαδίδει στους χώρους και τα γραφεία της εταιρίας ότι "θα με διώξουν από την εταιρία, γι' αυτό και εγώ μαζεύω στοιχεία" Και 13) Ο ενάγων στις 16-10-1998, με πρωτοβουλία του, κάλεσε στο γραφείο του τον επί δεκαπενταετία υπάλληλο της εταιρίας ...... -πρώην στέλεχος της Δ/νσης Οικονομικών Υπηρεσιών- από τον οποίο ζήτησε να πληροφορηθεί για το ύψος των χρημάτων που οικειοποιήθηκαν ο πρώην Διευθυντής Οικονομικών Υπηρεσιών (......), του οποίου η σύμβαση εργασίας είχε καταγγελθεί από την εταιρία και η τότε και τώρα Αναπληρώτρια Διευθύνουσα Σύμβουλος της εταιρίας, ......, μέλος του Δ.Σ.
και Διευθύντρια της Διεύθυνσης Πληροφορικής, εκμεταλλευόμενοι ως συνεργάτες τη θέση τους, καθώς και να του παραδώσει (ο ......) στοιχεία που θα μπορούσαν να αμφισβητήσουν την αξιοπιστία του μηχανογραφικού συστήματος (S.W. SPRING) της εταιρίας, γιατί δεν μπορούσε να πιστέψει (ο ενάγων) ότι ήταν δυνατόν ο πρώην Διευθυντής Οικονομικών να ενεργήσει έτσι, χωρίς τη συνεργασία της πιο πάνω Αναπληρώτριας Διευθύνουσας Συμβούλου.
Και όλα αυτά ενώ από τη θέση του Οικονομικού Διευθυντή γνώριζε ότι κάτι τέτοιο δεν έλαβε χώρα. Περαιτέρω δε, ο ίδιος (ενάγων), αντιληφθείς ότι τα ποινικά αδικήματα που διέπραξε (βάναυση προσβολή της προσωπικότητας του υπαλλήλου ....... και δυσφήμηση της Αναπληρώτριας Δ/νουσας Συμβούλου ....... κ.λ.π) συνιστούν και σπουδαίο λόγο καταγγελίας της ορισμένου χρόνου συμβάσεως εργασίας του, προσπάθησε με τα αναφερόμενα στην καταγγελία έγγραφα, τα οποία γνωστοποίησε στους διευθυντές της εταιρείας, να ανασκευάσει τις όποιες δυσφημιστικές διαδόσεις του, δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό απαράδεκτη και βλαπτική για την εικόνα της εταιρείας κατάσταση, αρνητικό κλίμα και συζητήσεις μέσα στο χώρο των εργαζομένων, για την εταιρεία και τους διοικούντες αυτή.
Οι αιτιάσεις αυτές, όπως αναφέρονται στην καταγγελία της συμβάσεως εκ μέρους της εναγομένης, λαμβανόμενες υπόψη στο σύνολό τους, αλλά και μεμονωμένα, μία προς μία, συνιστούν καταφανώς σπουδαίο λόγο καταγγελίας της συμβάσεως, αζημίως για την εναγομένη εταιρεία. Συγκεκριμένα δε και ενδεικτικά, καθένας από τους κατωτέρω λόγους εμπίπτει στην έννοια του "σπουδαίου" λόγου που αναφέρεται στο άρθρο 672 του ΑΚ.
Ο 4ος κατά τον οποίο, παρά το ότι ο ενάγων είχε οριστεί να οργανώσει, ως Πρόεδρος, τη λειτουργία της Υπηρεσίας Ελέγχου, αδιαφόρησε πλήρως, γεγονός που οδήγησε σε βλάβη των συμφερόντων της εταιρείας. Ο 5ος κατά τον οποίο ο ενάγων, υπέβαλε λανθασμένη δήλωση φόρου ακίνητης περιουσίας, που ανάγκασε την εναγομένη, να υποβάλει, εκ των υστέρων ορθή όμοια, με αποτέλεσμα να καταβάλει πρόστιμο, μάλιστα δε υπέβαλε και καθυστερημένη δήλωση φορολογήσεως τόκων δανείων συνεργατών - υπαλλήλων, χωρίς να παρακρατήσει φόρο 20% επί των χορηγουμένων δανείων προς τους συνεργάτες - υπαλλήλους, παρουσιάζοντας επίσης "αναθεωρημένο" προϋπολογισμό, που βασίστηκε στο πρότυπο που ήδη υπήρχε, δηλαδή δεν ασχολήθηκε με την έκδοση του ζητηθέντος από την εταιρεία "προϋπολογισμού μηδενικής βάσης" (7ος λόγος).
Εισηγήθηκε τη χορήγηση δανείου σε εισπράκτορα της εταιρείας (......), ύψους 3.000.000 δρχ., παρά το ότι ο τελευταίος είχε παρακρατήσει από εισπραχθέντα ασφάλιστρα 20.000.000 δρχ., κάτι που χωρίς αμφιβολία ο ενάγων γνώριζε, μάλιστα δε ο εν λόγω εισπράκτορας για να καλύψει το άνοιγμα αυτό, είχε παραδώσει προηγουμένως στον ενάγοντα προσωπικές επιταγές μεταχρονολογημένες (8ος λόγος).
Επίσης ο ενάγων επέδειξε αρνητική συμπεριφορά έναντι των άλλων στελεχών της εταιρείας με αποτέλεσμα να κλονισθεί η εμπιστοσύνη προς αυτόν από τους λοιπούς ανώτερους Διευθυντές της εναγομένης (11ος λόγος). Και επίσης, στις 16 Οκτωβρίου 1998, με πρωτοβουλία του κάλεσε τον υπάλληλο της εταιρείας ..... και του ζήτησε να τον πληροφορήσει το ποσό χρημάτων που οικειοποιήθηκαν ο πρώην Διευθυντής Οικονομικών Υπηρεσιών (.......) και η Αναπληρώτρια Διευθύνουσα Σύμβουλος ....).
Η ενέργεια αυτή του ενάγοντος που περιήλθε σε γνώση των αρμοδίων διευθυντών, δημιούργησε δυσμενή σχόλια τόσο εις βάρος των προαναφερθέντων, αλλά κυρίως εις βάρος του ενάγοντος, ο οποίος αντιληφθείς τι έπραξε (βάναυση προσβολή του εν λόγω υπαλλήλου και συκοφαντική δυσφήμηση εις βάρος των ..... και ..... που συνιστούν σπουδαίο λόγο καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου), προσπάθησε να άρει τις συνέπειες των ενεργειών του αυτών, χωρίς όμως να άρει και το αρνητικό κλίμα που δημιουργήθηκε εις βάρος και της εταιρείας (12ος λόγος).
Ακολούθως το Εφετείο, αφού δέχτηκε ότι τα ανωτέρω συνιστούν, πέραν πάσης αμφιβολίας σπουδαίο λόγο καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου απέρριψε την αγωγή. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο παρέθεσε στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, προδήλως ως αποδειχθέντα από τα παρατιθέμενα αποδεικτικά μέσα, τα ως άνω πραγματικά περιστατικά, στα οποία στήριξε την κρίση του περί της συνδρομής στην προκειμένη περίπτωση σπουδαίου λόγου καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου εκ μέρους της αναιρεσίβλητης και τα οποία συνιστούν πράγματι σπουδαίο λόγο κατά την προεκτεθείσα έννοια.
Επομένως, ο δεύτερος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι δεν έχει νόμιμη βάση λόγω ελλείψεως αιτιολογιών σχετικά με το προαναφερόμενο ζήτημα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 18 Κ.Πολ.Δ. δημιουργείται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της παραπομπής δε συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το κριθέν από την αναιρετική απόφαση νομικό ζήτημα, που μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο. Νομικό, όμως, ζήτημα δεν επιλύεται αν η αναιρετική απόφαση αναιρεί την προσβαλλόμενη για έλλειψη νόμιμης βάσεως (559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.) και ειδικότερα για το λόγο ότι τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά απ' αυτήν δεν καθιστούν δυνατή λόγω της ασάφειας και ανεπάρκειάς των αιτιολογιών της την υπαγωγή τους στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενου αυτού.
Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο της παραπομπής δε δεσμεύεται από τις διαπιστώσεις της αποφάσεως που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά περιστατικά και μπορεί να εκτιμήσει αυτά διαφορετικά, λόγω της αυτόνομης ως προς τούτο λειτουργίας του, χωρίς η ενέργειά του αυτή να θεμελιώνει τον προαναφερόμενο λόγο αναιρέσεως.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, στο οποίο με την υπ'αριθμ. 1247/2002 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μετά την αναίρεση της υπ' αριθμ. 8711/2000 αποφάσεώς του για έλλειψη νόμιμης βάσεως λόγω ασάφειας και ανεπάρκειας των αιτιολογιών της, δε συμμορφώθηκε προς την αναιρετική αυτή απόφαση, διότι δεν κάλυψε τις ανεπάρκειες ούτε διευκρίνισε τις ασάφειες των αιτιολογιών που αυτή διαπίστωσε, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-11-2005 αίτηση του ...... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 9102/2002 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαΐου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ