Supreme Court dismisses appeal against insurance contract dispute, citing procedural defects and lack of evidence for estoppel claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision in a dispute between an individual and an insurance company. The appellant argued that the lower court failed to address specific defenses regarding policy warranties and estoppel, but the court found these arguments unsubstantiated due to missing primary documents and the lower court's explicit rejection of the claims. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the insurance company's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the failure of the second instance court to address specific defenses is inadmissible if the primary documents are missing or if the second instance court explicitly examined and rejected the same arguments.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1375 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1375/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Δ., μονίμου κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γρηγόριο Τιμαγένη.
Της αναιρεσιβλήτου: εταιρείας ιδιωτικής ασφάλισης με την επωνυμία "GENERALI HELLAS ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Μπουρνέλη, ο οποίος ανακάλεσε την από 22-2-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-5-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και εταιρείας που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1434/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 481/2021 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27-7-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 481/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, το οποίο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και της ήδη μη διαδίκου εταιρείας πλοίων αναψυχής με την επωνυμία "Μ.
Ν.Ε.Π.Α." και επικύρωσε την υπ' αριθ. 1434/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία είχε απορριφθεί η από 11-5-2018 αγωγή τους κατά της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΧΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", παραδεκτά στρέφεται κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "GENERALI HELLAS ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία, μετά την έκδοση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατέστη καθολική διάδοχος λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως της ανωνύμου ασφαλιστικής εταιρείας υπό την επωνυμίαν "GENERALI HELLAS I ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", [όπως είχε μεταβάλει την επωνυμία της η αρχική εναγομένη-εφεσίβλητη εταιρεία "ΑΧΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", σύμφωνα με την με αρ. ...
απόφαση του Τμήματος Ασφαλιστικών Α.Ε., της Διεύθυνσης Εταιρειών της Γενικής Δ/νσης Αγοράς του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, (καταχώρηση Γ.Ε.ΜΗ την 03.06.2021 με κωδικό αριθμό καταχώρισης ...)], μετά την υπ' αριθμ. πρωτ. ... απόφαση του Τμήματος Ασφαλιστικών Α.Ε. της Διεύθυνσης Εταιρειών της Γενικής Δ/νσης Αγοράς του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων (καταχώρηση στο Γ.Ε.Μ.Η.
την 30.12.2021 με κωδικό αριθμό καταχώρησης ...), με την οποία απόφαση, σε εφαρμογή των από 17-11-2021 αποφάσεων των Εκτάκτων Γενικών Συνελεύσεων των συγχωνευομένων εταιρειών και της υπ' αριθμ. ... σύμβασης συγχώνευσης της συμ/φου Αθηνών Μ. Γ., εγκρίθηκε: 1) η συγχώνευση των Ανωνύμων Εταιρειών "GENERALI HELLAS ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. ... ("Απορροφώσα Εταιρεία") και "GENERALI HELLAS I ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" με αριθμό Γ.Ε.ΜΗ. ... ("Απορροφώμενη Εταιρεία"), με απορρόφηση της δεύτερης εταιρείας από την πρώτη, και μεταξύ άλλων η τροποποίηση του άρθρου 1 (Επωνυμία) του καταστατικού της Απορροφώσας Εταιρείας, της οποίας η επωνυμία είναι πλέον "GENERALI HELLAS ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ".
Συνεπώς, αφού και κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί για το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του άρθρου 25 εδ. α` ΑΚ, που ορίζει ότι "οι ενοχές από σύμβαση ρυθμίζονται από το δίκαιο, στο οποίο έχουν υποβληθεί τα μέρη" καθιερώνεται η αρχή της αυτονομίας της βούλησης ως προς την υποβολή μιας σύμβασης, αναφερομένης σε διεθνή συναλλαγή, στο δίκαιο ορισμένης Πολιτείας. Με βάση, έτσι, την απορρέουσα από τον ως άνω κανόνα αρχή, η σύμβαση διέπεται από το δίκαιο που επέλεξαν τα συμβαλλόμενα μέρη (ΑΠ 944/2020, ΑΠ 1584/2011).
Η επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου μπορεί να είναι ρητή, τούτο δε συμβαίνει αν οι συμβαλλόμενοι ορίσουν το δίκαιο, που θέλουν να διέπει τη συγκεκριμένη σύμβαση, που έχουν καταρτίσει, ή σιωπηρή, όπως συμβαίνει όταν οι συμβαλλόμενοι αναφέρονται στις διατάξεις ενός δικαίου, έτσι ώστε να συνάγεται ευκρινώς η βούλησή τους στο να θεωρηθεί το δίκαιο αυτό εφαρμοστέο στη σύμβασή τους (ΑΠ 944/2020, ΑΠ 777/2015, ΑΠ 1459/2014).
Η αυτονομία όμως αυτή δεν είναι απόλυτη, υπό την έννοια ότι δεν δύναται να επιλεγεί δίκαιο προς το οποίο δεν συνδέεται κάποιο από τα στοιχεία της σύμβασης, έστω και χαλαρά. Δεν έχει σημασία εάν ο σύνδεσμος, κρινόμενος αντικειμενικά, είναι πολύ ασθενέστερος από τους συνδέσμους που παρουσιάζει η σύμβαση με άλλα δίκαια, διότι αξία έχει η ύπαρξη του συνδέσμου και όχι η εγγύτητα αυτού.
Άλλωστε υπάρχει η τάση για την μέγιστη δυνατή διεύρυνση της εννοίας του συνδέσμου, ώστε να διευρύνεται και ο κύκλος των δικαίων, μεταξύ των οποίων δύναται να γίνει η επιλογή. Όπως, μάλιστα, παρατηρείται σχετικά, σε ορισμένους κλάδους του εμπορίου, των μεταφορών και των ασφαλίσεων υπάρχει η τάση για διεθνή τυποποίηση ή ενοποίηση, ο σκοπός δε αυτός επιτυγχάνεται, εκτός των διεθνών συμβάσεων, με την υποβολή των σπουδαιότερων τύπων των σχετικών συμβάσεων στο ίδιο δίκαιο, ανεξαρτήτως ιθαγένειας ή κατοικίας των συμβληθέντων ή τόπου σύναψης ή εκτέλεσης της σύμβασης.
Στους προαναφερθέντες κλάδους, όπου οι γενικώς χρησιμοποιούμενοι τύποι των συμβάσεων διατυπώνονται και συντάσσονται σύμφωνα προς τα έθιμα του Αγγλικού εμπορίου, η υπαγωγή στο Αγγλικό δίκαιο είναι εύλογη και φυσική και συνεπώς ένας εσωτερικός σύνδεσμος μιας τοιαύτης συμβάσεως με το Αγγλικό δίκαιο δεν δύναται να χαρακτηρισθεί ως απαράδεκτος (ΑΠ 1584/2011).
Το Αγγλικό Δίκαιο της ναυτικής ασφαλίσεως περιέχεται κωδικοποιημένο στον Αγγλικό Νόμο περί Θαλασσίας Ναυτικής Ασφαλίσεως του 1906 [Marine Insurance Act (ΜΙΑ) 1906], (άρθρα του οποίου νόμου τροποποιήθηκαν με τον ασφαλιστικό νόμο του 2015 Insurance Act (ΙΑ) 2015, που τέθηκε σε ισχύ στις 12-8-2016, αλλά οι τροποποιήσεις αυτές δεν εφαρμόζονται κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο), οι διατάξεις του οποίου, ερμηνευόμενες και εμπλουτιζόμενες διαρκώς από τη νομολογία των Αγγλικών Δικαστηρίων [Case Law] και τους Άγγλους συγγραφείς και ερμηνευτές του Δικαίου [Authorities] ισχύουν μέχρι σήμερα.
Οι διατάξεις του ως άνω Αγγλικού Νόμου [ΜΙΑ 1906] έχουν εφαρμογή σε κάθε περίπτωση ασφαλίσεως πλοίων ή πλωτών ναυπηγημάτων ή θαλασσίων μέσων, αδιακρίτως μεγέθους, τύπου και προορισμού, περιλαμβανομένων και των θαλαμηγών πλοίων και των σκαφών αναψυχής. Αποτελεί διεθνή συναλλακτική συνήθεια στον κλάδο ασφαλίσεως πλοίων, σκαφών και φορτίων να διέπεται η ασφάλιση, πέραν των διατάξεων του ανωτέρω εφαρμοστέου νόμου, και από έντυπους κωδικοποιημένους όρους ασφαλίσεως, εκπονημένους από το συλλογικό φορέα των Άγγλων Ασφαλιστών, που εδρεύει στο Λονδίνο, με την επωνυμία Ινστιτούτο Ασφαλιστών του Λονδίνου [Institute of London Underwriters].
Σε περίπτωση συμβάσεως ναυτικής ασφαλίσεως, η οποία διέπεται από το Αγγλικό Δίκαιο, αυτή ερμηνεύεται βάσει των διατάξεων του ανωτέρω περί ναυτικής ασφαλίσεως νόμου, του κοινού δικαίου (Common Law), εφόσον οι διατάξεις του δεν προσκρούουν σε ρητή διάταξη του νόμου αυτού και της Αγγλικής Πρακτικής (English Practice), σε συνδυασμό προς τους εκάστοτε όρους ασφαλίσεως του Ινστιτούτου των Ασφαλιστών, οι οποίοι προσιδιάζουν στο ασφαλιζόμενο αντικείμενο και κατά τη συμφωνία των μερών ενσωματώνονται στο ασφαλιστήριο (ΑΠ 955/2021, 1459/2014).
Ειδικότερα, η ασφάλιση θαλαμηγών σχεδόν κατά κανόνα παρέχεται με βάση τους όρους της Ρήτρας Θαλαμηγών Σκαφών του Ινστιτούτου με την κωδική ονομασία Institute Yacht Clauses-1.11.1985. Στις ως άνω περιπτώσεις ασφάλισης συνήθως χρησιμοποιείται ένα τυποποιημένο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, το οποίο περιέχει τις εν λόγω ρήτρες, προσαρμοζόμενο στις ανάγκες κάθε περίπτωσης, με την προσθήκη ή την απάλειψη όρων, με κύριο σκοπό την παροχή αποζημίωσης εκ μέρους του ασφαλιστή προς τον ασφαλισμένο, για ζημίες που προήλθαν από θαλάσσιους κινδύνους, δηλαδή των απωλειών που είναι συμφυείς με τη θαλάσσια επιχείρηση, εναντίον των οποίων έχει γίνει η ασφάλιση, κατά τον τρόπο και την έκταση που έχει συμφωνηθεί (άρθρ. 1 παρ.1 και 21 ΜΙΑ 1906).
Το περιεχόμενο δε κάθε σύμβασης ασφάλισης προσδιορίζεται από το ασφαλιστήριο και τα παραρτήματά του (ΑΠ 955/2021). Οι όροι του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, γενικοί ή ειδικοί, έχουν την ίδια νομική αξία και σημασία και είναι υποχρεωτικοί, έστω και αν δεν καλύπτονται με την υπογραφή των συμβαλλομένων, αρκεί να γίνεται σαφής παραπομπή σε αυτούς με τη σύμβαση ασφάλισης, διότι θεωρούνται αναπόσπαστο μέρος αυτής (ΑΠ 955/2021, ΑΠ 1459/2014, ΑΠ 1584/2011).
Εξάλλου, στο αγγλικό δίκαιο οι όροι μιας σύμβασης διακρίνονται σε conditions (όρους) και warranties (εγγυήσεις). Η διαφορά μεταξύ τους είναι ότι οι conditions αποτελούν ουσιαστικούς όρους της σύμβασης, ενώ οι warranties αποτελούν επικουρικούς ή πρόσθετους όρους της σύμβασης. Η παραβίαση μιας condition από έναν συμβαλλόμενο δίνει το δικαίωμα στον ανυπαίτιο συμβαλλόμενο είτε α) να θεωρήσει τον εαυτό του ως απαλλαγμένο από την υποχρέωση περαιτέρω εκτέλεσης της σύμβασης, καταγγέλλοντάς τη (κοινοποιώντας notice of termination), ανεξάρτητα από τη βαρύτητα της παραβίασης και ανεξάρτητα από το αν υπέστη βλάβη, είτε β) να θεωρήσει ότι η σύμβαση εξακολουθεί να ισχύει και να αξιώσει αποζημίωση.
Από την άλλη πλευρά, η παραβίαση μιας warranty από έναν συμβαλλόμενο δεν δίνει στον ανυπαίτιο συμβαλλόμενο το δικαίωμα να θεωρήσει τον εαυτό του ως απαλλαγμένο από την υποχρέωση περαιτέρω εκτέλεσης της σύμβασης, αλλά του δίνει το δικαίωμα να αξιώσει μόνον αποζημίωση. Η διάκριση μεταξύ conditions και warranties δεν είναι, ωστόσο, εξαντλητική.
Γίνεται δεκτό ότι υπάρχει και μια τρίτη κατηγορία, εκείνη των intermediate terms ή innominate terms (ενδιάμεσοι ή μη επώνυμοι όροι). Η παραβίαση ενός intermediate term από έναν συμβαλλόμενο μπορεί να δώσει στον ανυπαίτιο συμβαλλόμενο το δικαίωμα να θεωρήσει τον εαυτό του ως απαλλαγμένο από την υποχρέωση περαιτέρω εκτέλεσης της σύμβασης, ανάλογα με τη φύση και τις συνέπειες της παραβίασης, εφόσον η εν λόγω παραβίαση συνεπάγεται την αποστέρηση του ανυπαίτιου συμβαλλομένου από τη συνολική ωφέλεια που θα αποκόμιζε από τη σύμβαση.
Περαιτέρω το Αγγλικό Δίκαιο διαλαμβάνει περιπτώσεις κατά τις οποίες, επί θαλάσσιας ασφάλισης πλοίου, ο ασφαλιστής, είτε δεν δεσμεύεται από την ασφαλιστική σύμβαση, είτε απαλλάσσεται από τις υποχρεώσεις του από την ασφάλιση. Η πρώτη ομάδα κανόνων που ρυθμίζει τέτοιες περιπτώσεις είναι αυτοί του γενικού δικαίου των συμβάσεων που ισχύουν σε κάθε σύμβαση, οι περιλαμβανόμενοι, στη δεύτερη ομάδα δε, προβλέπονται από το ασφαλιστικό δίκαιο και ισχύουν ειδικώς επί των συμβάσεων θαλάσσιας ασφαλίσεως.
Οι τελευταίοι κανόνες διακρίνονται: 1) Στους κανόνες των άρθρων 17 έως 21 Μ.Ι.Α. 1906, που αφορούν στην αρχή της υπέρτατης καλής πίστεως, που πρέπει να διέπει την ασφαλιστική σύμβαση και τις προσυμβατικές δηλώσεις και παρέχουν στον ασφαλιστή το δικαίωμα να αποστεί της συμβάσεως (to avoid the contract) στην περίπτωση, που ο ασφαλισμένος ή ο αντισυμβαλλόμενος παραβούν την αρχή της υπέρτατης καλής πίστεως και τα σχετικά προς τις προσυμβατικές δηλώσεις ασφαλιστικά βάρη.
Ειδικότερα στο άρθρο 17 του Μ.Ι.Α. 1906 ορίζεται ότι "η ναυτική ασφάλιση βασίζεται επί της αρχής της υπέρτατης καλής πίστεως και αν η υπέρτατη καλή πίστη δεν τηρηθεί από οποιονδήποτε των συναλλασσόμενων, η σύμβαση δύναται να ακυρωθεί από το άλλο μέρος". Με την παραπάνω διάταξη θεσπίζεται ρητά, η αμοιβαία υποχρέωση μεταξύ των συμβαλλομένων μερών για την επίδειξη της υπέρτατης καλής πίστεως εντός των πλαισίων της μεταξύ των συναλλαγής, από του σταδίου των διαπραγματεύσεων για την κατάρτιση της συμβάσεως ναυτικής ασφαλίσεως μέχρι και μετά την λήξη αυτής, περιλαμβανομένου του σταδίου της υποβολής απαιτήσεως εκ μέρους του ασφαλισμένου.
Η έννοια της "υπέρτατης καλής πίστεως" εκτείνεται πολύ πέρα από την έννοια του δόλου και συγκεκριμένα έχει ως αφετηρία απλώς την αποσιώπηση ή απόκρυψη ενός ουσιώδους περιστατικού ή την λανθασμένη ή πεπλανημένη δήλωση ή, σε επίγνωση του ασφαλισμένου, τη μη τήρηση ορισμένων βασικών προϋποθέσεων, αδιάφορα αν αυτές οι εσφαλμένες απεικονίσεις έγιναν με δόλια πρόθεση, από απλή αμέλεια, εκ παραδρομής ή από αδιαφορία.
Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 18 του νόμου Μ.Ι.Α. 1906 "1) Ο ασφαλιζόμενος οφείλει να αποκαλύψει στον ασφαλιστή, πριν ολοκληρωθεί το συμβόλαιο, οποιοδήποτε ουσιώδες περιστατικό που είναι γνωστό σε αυτόν και ο ασφαλιζόμενος θεωρείται ότι είναι γνώστης όλων των περιστατικών, που, κατά την κανονική πορεία των εργασιών, θα έπρεπε να του ήταν γνωστά.
Αν ο ασφαλιζόμενος παραλείψει να προβεί σε τέτοια αποκάλυψη, ο ασφαλιστής έχει τη δυνατότητα να ακυρώσει το συμβόλαιο. 2) Κάθε περιστατικό θεωρείται ουσιώδες, εφόσον μπορεί να επηρεάσει ένα συνετό ασφαλιστή στον προσδιορισμό του ασφαλίστρου ή στην απόφασή του να αναλάβει τον κίνδυνο... 4) Κατά πόσον ένα περιστατικό συγκεκριμένο, το οποίο δεν ανακοινώθηκε, είναι ή όχι ουσιώδες, κρίνεται κατά περίσταση", και σύμφωνα με το άρθρο 20 του ιδίου νόμου "1) Οποιαδήποτε ουσιώδης απεικόνιση που δίνεται από τον ασφαλιζόμενο ή τον πράκτορά του στον ασφαλιστή, κατά τη διαπραγμάτευση του συμβολαίου και πριν αυτό οριστικοποιηθεί, πρέπει να είναι αληθής.
Εάν είναι αναληθής, ο ασφαλιστής έχει τη δυνατότητα να ακυρώσει το συμβόλαιο. 2) Η απεικόνιση είναι ουσιώδης, εφόσον θα επηρέαζε την κρίση ενός συνετού ασφαλιστή ως προς τον προσδιορισμό του ασφαλίστρου ή ως προς την ανάληψη του κινδύνου". Τόσο δε η παράλειψη ανακοινώσεως (non disclosure), που αναφέρεται στο άρθρο 18 του Μ.Ι.Α. 1906, όσο και η αναληθής απεικόνιση (misrepresentation) του άρθρου 20 του Μ.Ι.Α. 1906, οι οποίες αμφότερες είναι αρχές που απορρέουν και έχουν τις ρίζες τους στην "υπέρτατη καλή πίστη", έχουν ως συνέπεια, σε περίπτωση παραβάσεών τους, ότι καθιστούν τη σύμβαση ακυρώσιμη κατά την απόλυτη διακριτική ευχέρεια του βλαπτόμενου μέρους και στην συγκεκριμένη περίπτωση του ασφαλιστή, ο οποίος δικαιούται να αποστεί του συμβολαίου (ΑΠ 1986/2022, ΑΠ 1459/2014, πρβλ AΠ 308/2009).
Επιπροσθέτως, πρέπει να σημειωθεί, ότι και για τον μετά την κατάρτιση της συμβάσεως χρόνο εξακολουθεί να ισχύει η υποχρέωση του άρθρου 17 Μ.Ι.Α. 1906 και διατηρείται έτσι ενεργό το καθήκον του ασφαλισμένου, για μετασυμβατική (post contractual) επίδειξη της υπέρτατης καλής πίστεως προς τον ασφαλιστή σε σχέση με κάθε ζήτημα, για το οποίο απαιτείται ο ασφαλισμένος να παρέχει πληροφορίες προς τον ασφαλιστή, ιδίως δε όπου υπάρχει περίπτωση επίτασης του κινδύνου, γι' αυτό δε και κάθε ρήτρα της σύμβασης πρέπει να αναγιγνώσκεται "υπό το φως" της διάταξης του ανωτέρω άρθρου 17 της Μ.Ι.Α., που καθιερώνει την ανωτέρω αρχή της υπέρτατης καλής πίστεως. 2) Όσον αφορά στη δεύτερη ομάδα κανόνων, που προβλέπει απαλλαγή του ασφαλιστή αυτή, περιέχεται στα άρθρα 33 επ.
του Μ.Ι.Α. 1906 και περιλαμβάνει την παραβίαση από τον ασφαλισμένο των όρων της σύμβασης, που αποτελούν εγγυήσεις (warranties). Ειδικότερα σύμφωνα με το άρθρο 33 του Μ.Ι.Α. "1. Ως warranty, στις επόμενες παραγράφους που αφορούν warranties, νοείται η υποσχετική εγγύηση (promissory warranty), ήτοι η εγγύηση με την οποία ο ασφαλισμένος αναλαμβάνει την υποχρέωση να τελέσει ή να μην τελέσει ορισμένη πράξη ή να εκπληρώσει ορισμένη προϋπόθεση, είτε βεβαιώνει ή αρνείται την ύπαρξη ορισμένης κατάστασης γεγονότων. 2.Μια warranty μπορεί να είναι ρητή (express) ή εξυπακουόμενη/σιωπηρή (implied). 3.Η warranty, όπως ορίζεται παραπάνω, αποτελεί προϋπόθεση που πρέπει να τηρείται επακριβώς, είτε είναι σημαντική για τον κίνδυνο είτε όχι.
Εάν δεν τηρηθεί, τότε, με την επιφύλαξη οιουδήποτε ρητού όρου του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται από την ευθύνη από την ημερομηνία παραβίασης της warranty, αλλά με την επιφύλαξη οιασδήποτε ευθύνης που έχει αναληφθεί πριν από αυτή την ημερομηνία", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 35 του ιδίου νόμου "1.Η express warranty (ρητή εγγύηση) μπορεί να διατυπώνεται με οποιαδήποτε μορφή λέξεων από τις οποίες συνάγεται η πρόθεση εγγύησης. 2.
Η express warranty (ρητή εγγύηση) πρέπει να περιλαμβάνεται σε ή να γράφεται πάνω στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο ή πρέπει να περιέχεται σε έγγραφο που ενσωματώνεται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο με παραπομπή από αυτό. 3.Η express warranty (ρητή εγγύηση) δεν αποκλείει μια implied warranty (εξυπακουόμενη/σιωπηρή εγγύηση), εκτός εάν δεν συνάδει με αυτή".
Δηλαδή, κατά παρέκκλιση από τα ως άνω γενικώς αναφερθέντα και ισχύοντα στις συμβάσεις, που διέπονται από το αγγλικό δίκαιο, ως προς την έννοια και τις συνέπειες της παραβίασης των warranties, στη σύμβαση θαλάσσιας ασφάλισης οι συμβαλλόμενοι μπορούν να συμφωνήσουν ότι ορισμένοι συμβατικοί όροι χαρακτηρίζονται ως warranties, και με τον χαρακτηρισμό αυτό, οι όροι αυτοί αποκτούν την εξαιρετική σπουδαιότητα, που τους αποδίδει το εφαρμοζόμενο στην επίδικη περίπτωση άρθρο 33 του Μ.Ι.Α.1906 , (όπως αυτό ίσχυε μέχρι τη θέση σε ισχύ της ΙΑ 2015), ώστε η παραβίασή τους συνεπάγεται την αυτόματη απαλλαγή του ασφαλιστή από τις υποχρεώσεις του από τον χρόνο της παραβίασης, χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε ειδοποίηση από τον ασφαλιστή προς τον ασφαλισμένο ή οποιαδήποτε αντίστοιχη δήλωση του ασφαλιστή.
Ήτοι, εν προκειμένω, οι ασφαλιστικές warranties προσομοιάζουν με τις conditions, με τη διαφορά ότι η απαλλαγή για παραβίαση μιας ασφαλιστικής warranty επέρχεται αυτομάτως από τη στιγμή της παραβίασης (με την επιφύλαξη του αντίθετου όρου στην σύμβαση ή της παραίτησης(waiver) του ασφαλιστή, ενώ η απαλλαγή για παραβίαση μιας condition μπορεί επέλθει μόνον κατ' επιλογή του ανυπαίτιου συμβαλλομένου(ΑΠ 1986/2022, ΑΠ 1584/2011).
Η warranty σε ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο πλοίου δηλαδή είναι ένας όρος κατά τον οποίο ο ασφαλισμένος εγγυάται ότι ορισμένες δηλώσεις γεγονότων είναι ή θα παραμείνουν ακριβείς ή ότι αυτός θα εκπληρώσει μια συγκεκριμένη υποχρέωση. Η ευθύνη του ασφαλιστή θα εξαρτηθεί από την αυστηρή συμμόρφωση του ασφαλισμένου με τους όρους αυτής της απαίτησης.
Η επέλευση της αυστηρής αυτής έννομης συνέπειας δεν εξαρτάται από το αν η μη συμμόρφωση συνετέλεσε καθ' οιονδήποτε τρόπο στην επέλευση της ζημίας, ούτε επηρεάζεται από το αν η παράβαση ήρθη ενδεχομένως προ πάσης ζημίας. Μόνη η παράβαση, καθ' εαυτή, παρέχει στον ασφαλιστή το δικαίωμα να αρνηθεί την ευθύνη από την ασφαλιστική σύμβαση, έτσι ώστε ο ασφαλιστής να ελευθερώνεται από την ημερομηνία της παραβάσεως, ενώ παρόλο που η εκπλήρωση της warranty από την πλευρά του ασφαλισμένου αποτελεί προϋπόθεση για την εκτέλεση της σύμβασης ασφάλισης, ο ασφαλισμένος δεν φέρει το βάρος απόδειξης της εν λόγω εκπλήρωσης της warranty , αλλά, αντιθέτως, ο ασφαλιστής φέρει το βάρος απόδειξης της παραβίασης της warranty από τον ασφαλισμένο, προβάλλοντας σχετική ένσταση.
Εξαιρέσεις από τον γενικό αυτό κανόνα προβλέπονται στο άρθρο 34 του Μ.Ι.Α., το οποίο ορίζει και τα εξής: "1. Μη συμμόρφωση προς μία εγγύηση (warranty) δικαιολογείται, όταν, λόγω αλλαγής των συνθηκών, η εγγύηση παύει να είναι εφαρμοστέα στις συνθήκες της συμβάσεως...2...3. Ο ασφαλιστής μπορεί να παραιτηθεί από την επίκληση παραβιάσεως της εγγυήσεως", τα περιστατικά δε αυτά πρέπει να προτείνει ο ασφαλισμένος με αντένσταση στην ένσταση του ασφαλιστή ότι απαλλάχθηκε από την ευθύνη του από την σύμβαση, λόγω παραβίασης μίας συμφωνηθείσας στην ασφαλιστική σύμβαση εγγύησης (warranty).
Εξάλλου, μεταξύ των ρητρών του Ινστιτούτου των Ασφαλιστών του Λονδίνου για την ασφάλιση σκαφών αναψυχής της 1.11.1985 , είναι και α)ο όρος 2 με τίτλο "Σε υπηρεσία και παροπλισμό", ο οποίος ορίζει τα ακόλουθα: "2.1 Το πλοίο καλύπτεται με την επιφύλαξη των ρυθμίσεων της παρούσας ασφάλισης : 2.1.1 κατά το χρόνο που βρίσκεται σε υπηρεσία(in commission) πάνω στη θάλασσα ή σε λιμάνι ή σε αποβάθρες μαρίνες, ναυτικές κλίνες, σχάρες, πλωτές δεξαμενές ή επί του ξηρού ή λασπώδους εδάφους, ή σε αποθηκευτικό τόπο επί της ξηράς, περιλαμβανομένης της ανύψωσης ή ανέλκυσης ή καθέλκυσης" και "2.1.2.
Κατά το χρόνο παροπλισμού και εκτός υπηρεσίας, όπως προβλέπεται στον όρο 4 παρακάτω, περιλαμβανομένης της ανύψωσης ή ανέλκυσης και καθέλκυσης, ή μετακινείται μέσα στο ναυπηγείο ή στο αγκυροβόλιο σκαφών αποσυναρμολογείται, συναρμολογείται, επιθεωρείται, υφίσταται συνήθη συντήρηση, ή τελεί υπό επιθεώρηση, εξαιρείται όμως, εκτός αν δοθεί ειδοποίηση στον ασφαλιστή και όποιο πρόσθετο απαιτούμενο ασφάλιστρο συμφωνηθεί, οποιαδήποτε περίοδος κατά την οποία το πλοίο χρησιμοποιείται ως κατοικία (houseboat) ή βρίσκεται υπό μείζονα επισκευή ή υφίσταται αλλαγή, μετασκευή (major repair or undergoing alternation)" και β) ό όρος 4 με τίτλο "Εγγύηση παροπλισμού(Laid up warranty)", που ορίζει ότι είναι εγγυημένο(warranded) ότι το ένδικο πλοίο θα είναι παροπλισμένο(laid up) εκτός υπηρεσίας(out of commission), όπως δηλώνεται στο παράρτημα(schedule) του ασφαλιστηρίου ή (ενν.
άλλως)θα θεωρείται καλυπτόμενο από τους συμφωνηθησόμενους όρους, εφόσον θα έχει δοθεί προηγούμενη ειδοποίηση προς τους ασφαλιστές". Ως παροπλισμός- αργία (lay up) κατά το Αγγλικό Δίκαιο Θαλάσσιας Ασφάλισης νοείται η προσωρινή παύση θαλασσίων μεταφορών ενός πλοίου από τον πλοιοκτήτη του κατά την διάρκεια μίας περιόδου, που υπάρχει πλεόνασμα πλοίων (a surplus of ships) σε σχέση προς το επίπεδο των διαθέσιμων φορτίων, δηλαδή όταν κριθεί από τον πλοιοκτήτη ότι είναι ασύμφορη η εμπορική εκμετάλλευση του πλοίου και συνεπώς επί ασφάλισης θαλαμηγών, που μισθώνονται για την πραγματοποίηση ταξιδιών για λόγους αναψυχής, όταν δεν υπάρχει επαρκής ζήτηση για την πραγματοποίηση τέτοιων μισθώσεων, όπως ιδίως συμβαίνει κατά την περίοδο που υπάρχει μειωμένη τουριστική δραστηριότητα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζητήματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ,που εφαρμόσθηκε ή δεν εφαρμόσθηκε.
Συνεπώς ο λόγος αυτός προϋποθέτει την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και όχι την απόρριψη ισχυρισμού ως μη νόμιμου, αόριστου, απαράδεκτου ή για οποιοδήποτε άλλο τυπικό λόγο(ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 988/2021). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ,είτε αποκλείουν την εφαρμογή της.
Αντίφαση δε στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν τα πραγματικά περιστατικά ,που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων ,που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Ελλείψεις όμως αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 695/2020). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Όπως συνομολογείται ρητά και με σαφήνεια από τους διαδίκους, μεταξύ της ενάγουσας εταιρίας με την επωνυμία "Μ. Ν.Ε.Π.Α"(ήδη μη διαδίκου), πλοιοκτήτριας του επαγγελματικού θαλαμηγού σκάφους αναψυχής "Σ.
II" και της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΧΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε."(αρχικής εναγομένης και δικαιοπαρόχου της αναιρεσίβλητης) είχε καταρτισθεί σύμβαση ασφάλισης του πλοίου, η οποία ανανεώθηκε με το με αριθμό ... συμβόλαιο στις 15-7-2014 για ένα χρόνο και, αφού καταβλήθηκε από την πρώτη το ορισθέν ασφάλιστρο, κάλυπτε ζημία ή απώλεια προξενούμενη από κίνδυνους της θάλασσας, σύμφωνα με τις ρήτρες σκαφών αναψυχής του Ινστιτούτου της 1/11/1985, πλην όσων είχε συμφωνηθεί η διαγραφή τους καθώς και (κάλυπτε) την αστική ευθύνη έναντι τρίτων.
Από το περιεχόμενο του άνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου αποδεικνύεται η υπαγωγή της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης και συγκεκριμένα των καλύψεων του ίδιου του σκάφους και του εξοπλισμού του, με ρητό και σαφή όρο, στο αγγλικό δίκαιο και η υπαγωγή αυτής, καθ' ο μέρος αφορά την αστική έναντι τρίτων ευθύνη, στην ελληνική νομοθεσία.
Στο ίδιο ως άνω ασφαλιστήριο συμβόλαιο υπό το τίτλο στοιχεία του σκάφους, άλλως "Πίνακας" ασφαλιστηρίου συμβολαίου εμπεριέχονται τα ακόλουθα στοιχεία : ο κατασκευαστής του σκάφους ήτοι η "...", το έτος κατασκευής : 2009, ο τύπος της μηχανής του σκάφους και η ιπποδύναμή της, η χρήση του σκάφους: επαγγελματικό με πλήρωμα, τα όρια ναυσιπλοΐας, η περίοδος πλεύσης από 15-7-2014 έως 15-7-2015, το μόνιμο αγκυροβόλιο:
η μαρίνα Φλοίσβου και η τοποθεσία παροπλισμού: φυλασσόμενος χώρος, στο δε στοιχείο "περίοδος παροπλισμού" δεν προστέθηκε καμία διευκρίνιση. Με βάση επομένως τα άνω συμφωνηθέντα, που συνομολογούνται από τους διαδίκους, η εκ της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης ένδικη διαφορά, που αφορά την κάλυψη ζημιών του ίδιου του σκάφους από ασφαλιζόμενο κίνδυνο και ειδικότερα αυτόν της πυρκαγιάς, διέπεται από τον αγγλικό νόμο της θαλάσσιας ασφάλισης, το κοινό δίκαιο, αλλά και την αγγλική πρακτική και πλέον συγκεκριμένα από τους επισυναπτόμένους στο ασφαλιστήριο Γενικούς Όρους του από 15-7-2014 ασφαλιστηρίου Σκαφών και τις, ομοίως, επισυναπτόμενες σ' αυτό Ρήτρες του Ινστιτούτου για την ασφάλιση σκαφών αναψυχής (INSTITUTE YACHT CLAUSES 1.11.1985), αποτελούντα αμφότερα τα ανωτέρω αναπόσπαστο τμήμα αυτού (ασφαλιστηρίου συμβολαίου), ήτοι από το αλλοδαπό δίκαιο στο οποίο τα μέρη, με ρητό όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, έγκυρα υποβλήθηκαν, κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 εδ.
α Α.Κ. όπως ορθά δέχθηκε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, με το μη πληττόμενο σχετικό κεφάλαιο της εκκαλούμενης απόφασης, δοθέντος ότι, όπως αναπτύχθηκε στις προηγηθείσες σκέψεις, αποτελεί καθιερωθείσα συναλλακτική πρακτική οι ασφαλιστικές συμβάσεις, που συνάπτονται στην Ελλάδα και αφορούν πλωτά ναυπηγήματα (σκάφη) και πλοία, να διέπονται από το αγγλικό δίκαιο και την αγγλική πρακτική, λόγω της ευελιξίας του δικαίου αυτού, της αυστηρότητάς του, της πιστής τήρησης των υποχρεώσεων, τις οποίες επιβάλλει στους συμβαλλομένους, την επί σειρά ετών νομολογιακή διαμόρφωσή του και την καθιέρωσή του στην παγκόσμια ναυτιλιακή πρακτική...Επομένως, λόγω της ανωτέρω συμφωνηθείσας μεταξύ των διαδίκων ρήτρας, η ύπαρξη και η εγκυρότητα της ασφαλιστικής σύμβασης, όπως και οι όροι αυτής, θα κριθούν σύμφωνα με το αγγλικό δίκαιο, αφού αυτό διέπει την επίδικη σύμβαση.
Με βάση τα ανωτέρω, περιεχόμενο της επίδικης ασφαλιστικής σύμβασης αποτελεί και ο όρος-ρήτρα του άνω Ινστιτούτου με στοιχείο 2 και με τίτλο "σε υπηρεσία και παροπλισμό" ο οποίος ορίζει τα ακόλουθα: "2.1 Το πλοίο καλύπτεται με την επιφύλαξη των ρυθμίσεων της παρούσας ασφάλισης : 2.1.1 κατά το χρόνο που βρίσκεται σε υπηρεσία πάνω στη θάλασσα ή σε λιμάνι ή σε αποβάθρες μαρίνες, ναυτικές κλίνες κλπ." και "2.1.2.
Κατά το χρόνο παροπλισμού και εκτός υπηρεσίας, όπως προβλέπεται στον όρο 4 παρακάτω, περιλαμβανομένης της ανύψωσης ή ανέλκυσης και καθέλκυσης, ή μετακινείται μέσα στο ναυπηγείο ή στο αγκυροβόλιο σκαφών αποσυναρμολογείται, συναρμολογείται, επιθεωρείται, υφίσταται συνήθη συντήρηση, ή τελεί υπό επιθεώρηση, εξαιρείται όμως, εκτός αν δοθεί ειδοποίηση στον ασφαλιστή και όποιο πρόσθετο απαιτούμενο ασφάλιστρο συμφωνηθεί, οποιαδήποτε περίοδος κατά την οποία το πλοίο χρησιμοποιείται ως κατοικία (houseboat) ή βρίσκεται υπό major repair or undergoing alternation, μείζονα επισκευή ή υφίσταται αλλαγή, μετασκευή".
Επιπρόσθετα περιεχόμενο του ένδικου ασφαλιστηρίου αποτέλεσε και όρος - ρήτρα με στοιχείο "4. Εγγύηση παροπλισμού" του ίδιου Ινστιτούτου, σύμφωνα με αυτόν το ένδικο πλοίο θα είναι παροπλισμένο εκτός υπηρεσίας ή θα θεωρείται καλυπτόμενο από συμφωνηθησόμενους όρους, εφόσον θα έχει δοθεί προηγούμενη ειδοποίηση προς τον Ασφαλιστή." Τα ανωτέρω περιγραφέντα ως "στοιχεία του σκάφους" στον ονομαζόμενο "Πίνακα" του ασφαλιστηρίου, συνιστούν, κατόπιν συμφωνίας των μερών, δήλωση με την οποία η δηλούσα ασφαλισμένη πλοιοκτήτρια εταιρία εγγυήθηκε ότι το σκάφος της θα έχει μόνιμη θέση αγκυροβολίου αποκλειστικά την μαρίνα Φλοίσβου και σε περίπτωση παροπλισμού του, αποκλειστικά ομοίως, (ενν.
σε) φυλασσόμενο χώρο. Τα στοιχεία αυτά αποτελούν ρητή εγγύηση από μέρους της εναγόμενης εταιρίας (expressed warranty) περί του μόνιμου αγκυροβολιού του ασφαλιζόμενού πλοίου στη συγκεκριμένη μαρίνα και σε φυλασσόμενο χώρο σε περίπτωση παροπλισμού... Στη συνέχεια με τον συμφωνηθέντα όρο με στοιχείο 2.1.2 συμφωνήθηκε με σαφήνεια ότι σε περίπτωση που το πλοίο ελλιμενιστεί εκτός υπηρεσίας (laid up out of commission), θα εξαιρείται της ασφάλισης σύμφωνα με την πρόβλεψη στον προαναφερόμενο όρο 4, οποιαδήποτε περίοδος κατά την οποία γίνεται χρήση του πλοίου ως κατοικία ή βρίσκεται υπό οποιαδήποτε εκτεταμένη επισκευή ή υποβάλλεται σε αλλαγή, μετασκευή.
Σημαντική επομένως για την ευθύνη ή την απαλλαγή της ασφαλιστικής εταιρίας καθίσταται η έννοια του όρου (laid up out of commission), παροπλισμένο, ελλιμενισμένο εκτός υπηρεσίας για την οποία διαφωνούν οι διάδικοι και θα πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 200 Α.Κ., όπως μνημονεύεται στην με στοιχ.Ι σκέψη, κατά τα οποία, αντιστοίχως, "κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις" και "οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη".
Οι ρυθμίσεις των άρθρων αυτών εφαρμόζονται όταν υφίσταται κενό ή σημείο αρρύθμιστο, το οποίο όμως πρέπει να ρυθμιστεί για να επιτευχθεί ο σκοπός της δικαιοπραξίας ...ή γεννάται αμφιβολία ως προς την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως, οπότε το δικαστήριο οφείλει να αναζητήσει την πραγματική βούληση των συμβαλλομένων βάσει των, ως άνω, ερμηνευτικών κανόνων, ο πρώτος των οποίων εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο, τη βούληση δηλαδή του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλά να αναζητείται η αληθής βούληση, ο δε δεύτερος εξαίρει τα αντικειμενικά στοιχεία και επιβάλλει να ερμηνεύεται η δήλωση όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και ιδίως στο πνεύμα του αγγλικού δικαίου που απαιτεί την αυστηρή τήρηση των συμφωνηθέντων όρων που εμπεριέχονται σε ένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο, όπως εκτέθηκε ανωτέρω.
Σύμφωνα με όσα αποτέλεσαν περιεχόμενο της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης το πλοίο της ενάγουσας ασφαλίστηκε το ίδιο καθώς και ο εξοπλισμός του για περίοδο πλεύσης από 15-7-2014 έως 15- 7-2015, ως επαγγελματικό θαλαμηγό σκάφος αναψυχής με πλήρωμα καθ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, δεν καθορίστηκε συγκεκριμένη περίοδος παροπλισμού, παρά μόνο η μαρίνα μόνιμου αγκυροβολιού του και, ως τόπος παροπλισμού, φυλασσόμενος χώρος.
Με βάση τα αμέσως προηγούμενα σε συνδυασμό με τις ρήτρες 2 και 4 του ασφαλιστηρίου συμβολαίου καθίσταται σαφές ότι το ασφαλιζόμενο πλοίο θα είναι καθ' όλη την (ετήσιας διάρκειας) περίοδο ασφάλισης ενεργό για τον (επαγγελματικό) σκοπό που το χρησιμοποιούσε η πλοιοκτήτρια του με το πλήρωμά του επί αυτού, ασφαλισμένο για τις οριζόμενες στην 2.1.1 περιπτώσεις, αφενός και αφετέρου στην περίπτωση, που ελλιμενιζόταν εκτός υπηρεσίας, όταν δεν θα παραγματοποιούσε επαγγελματικούς πλόες, αλλά θα παρέμενε αργό είτε σε αγκυροβόλιο είτε σε ναυπηγείο προκειμένου να αποσυναρμολογηθεί η να συναρμολογηθεί, να επισκευασθεί ή να επιθεωρηθεί, έπρεπε προηγουμένως να ενημερωθεί ο ασφαλιστής (όρος 4) και επιπρόσθετα, αν σ' αυτήν την περίοδο, εκτός υπηρεσίας, που η υπηρεσία καθορίζεται από τον προορισμό του σκάφους ως επαγγελματική θαλαμηγός αναψυχής, αυτό χρησιμοποιείτο ως κατοικία ή υφίστατο μεγάλη επισκευή ή μετασκευή, καλυπτόταν ασφαλιστικά μόνο εφόσον είχε ειδοποιηθεί η εναγομένη και είχε συμφωνηθεί και καταβληθεί πρόσθετο ασφάλιστρο (επασφάλιστρο).
Οι εκκαλούντες ισχυρίζονται με την έφεσή τους ότι δεν ίσχυαν οι όροι 2.1.2 και 4 του ασφαλιστηρίου συμβολαίου επειδή δεν είχε συμφωνηθεί περίοδος παροπλισμού του ένδικου πλοίου, ωστόσο ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος καθώς στον πίνακα του ασφαλιστηρίου συμβολαίου είχε σαφώς οριστεί τόπος παροπλισμού και επομένως η μη αναφορά συγκεκριμένης χρονικής περιόδου παροπλισμού δεν οδηγεί άνευ άλλου τινός στο αυθαίρετο συμπέρασμα ότι εφόσον δεν ορίστηκε συγκεκριμένος χρόνος παροπλισμού δεν ισχύουν οι όροι (ρήτρες) 2.1.2 και 4 του Ινστιτούτου των ασφαλιστών, καθώς όποια ρήτρα δεν θέλησαν να ισχύει οι αντισυμβαλλόμενοι στο εν λόγω συμβόλαιο, κατά παγία πρακτική στο χώρο των ναυτασφαλίσεων, διαγράφηκε από αυτούς, σαφέστατα, με αντίστοιχη καταχώριση στον Πίνακα του συμβολαίου υπό στοιχ. "όροι ασφάλισης".
Μεταξύ δε των διαγραφέντων από τους αντισυμβαλλόμενους αντιδίκους, δεν περιλαμβάνονται οι ανωτέρω ρήτρες (2.2.2 και 4), οι οποίες ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις ισχύος της ασφαλιστικής σύμβασης στην περίοδο που το ένδικο σκάφος, όπως όλα τα πλοία, θα είναι εκτός υπηρεσίας και όχι με την αυστηρή έννοια του παροπλισμού, αφήνοντας την ευχέρεια στην ασφαλιζόμενη πλοιοκτήτρια να καθορίσει το χρόνο που το πλοίο θα ήταν εκτός υπηρεσίας και στην οποία θα εξακολουθούσε να καλύπτεται υπό τους όρους 2.1.2 και 4.
Εξάλλου σύμφωνα και με την προβλεπόμενη στο άρθρο 17 της Μ.Ι.Α. 1906 αρχή της υπέρτατης καλής πίστης, που εξακολουθεί να ισχύει και κατά τον μετά την κατάρτιση της σύμβασης χρόνο, διατηρείται κατ' αυτόν ενεργό το καθήκον του ασφαλισμένου για μετασυμβατική (post contractual) επίδειξη της υπέρτατης καλής πίστης προς τον ασφαλιστή σε σχέση με κάθε ζήτημα, για το οποίο απαιτείται ο ασφαλισμένος να παρέχει πληροφορίες προς τον ασφαλιστή, ιδίως δε όπου υπάρχει περίπτωση επίτασης του κινδύνου...
Τέτοια περίπτωση ακριβώς αποτελεί η μεταφορά του πλοίου σε μη φυλασσόμενο χώρο όπου βρέθηκε εκτός υπηρεσίας επί μακρό χρόνο, επί πέντε και πλέον μήνες, χωρίς πλήρωμα, υποβληθέν σε εκτεταμένη επισκευή και ουσιώδη αλλαγή του με την αντικατάσταση των κύριων μηχανών του, ενώ συγχρόνως χρησιμοποιείτο ως κατοικία από τρίτα πρόσωπα-μη μέλη του πληρώματος.
Ουδείς ασφαλιστής θα δεχόταν να καλύπτει ασφαλιστικά χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και ορισμό επασφαλίστρου ένα πλοίο που βρίσκεται σε μη φυλασσόμενο χώρο, εκτός του συμφωνηθέντος χώρου ελλιμενισμού του, υποβάλλεται σε ουσιώδη και εκτεταμένη επισκευή, χωρίς πλήρωμα αν και έχει συμφωνηθεί η διαρκής χρήση του με πλήρωμα καθώς όλες οι περιστάσεις αυτές δημιουργούν επίταση των ασφαλιζόμενών κινδύνων και αυτό είναι μη ανεκτό στα πλαίσια του εφαρμοστέου αγγλικού δικαίου και πρακτικής που απαιτεί την αυστηρή τήρηση των συμφωνηθέντων όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας το νόμο δέχθηκε ότι υπήρξε ρητή συμφωνία με την έννοια της ρητής εγγύησης, κατά την οποία η πλοιοκτήτρια εταιρία ανέλαβε με τις ρήτρες 2.1.2. και 4 του ένδικο ασφαλιστηρίου τις άνω αναφερόμενες υποχρεώσεις... και όσα αντίθετα υποστηρίζει με τους οικείους λόγους (πρώτο έως και έκτο) της έφεσής του ο πρώτος ενάγων- εκκαλών είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα...Αποδεικνύονται περαιτέρω τα ακόλουθα:
Το πλοίο "Σ. II" ναυπηγήθηκε το έτος 2009 και περιήλθε στην ιδιοκτησία της δεύτερης ενάγουσας-εκκαλούσας εταιρίας, τον Ιούλιο 2009, οπότε και το νηολόγησε στο νηολόγιο Πειραιά με αριθμό 10340. Το πλοίο κατά το ένδικο χρονικό διάστημα ασφαλίστηκε, το ίδιο και ο εξοπλισμός του, για το ποσό του 1.000.000 ευρώ, με τους όρους και τις ειδικότερες συμφωνίες που αναφέρονται παραπάνω.
Όπως έχει ήδη αναφερθεί παραπάνω, τον Οκτώβριο 2014 το πλοίο, χωρίς να ενημερωθεί η εναγόμενη-εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία, μετακινήθηκε από την συμφωνηθείσα θέση μόνιμου αγκυροβολιού του στην μαρίνα Φλοίσβου, στο μη φυλασσόμενο χώρο της μαρίνας Αλίμου, όπου ανελκύστηκε και παρέμεινε εκτός υπηρεσίας, αργό και χωρίς πλήρωμα, έως τις 9-3-2015, οπότε και καθελκύστηκε στο θαλάσσιο χώρο της ίδιας μαρίνας.
Στο διάστημα αυτό (10/2014 έως 9-3-2015), το πλοίο υποβλήθηκε σε alternation ήτοι σε αλλαγή, αφού όπως και ίδιοι οι ενάγοντες -εκκαλούντες αναφέρουν αντικαταστάθηκαν οι "μητρικές" μηχανές κίνησής του με άλλες νέας τεχνολογίας, αλλαγή που επέβαλε την αλλαγή και όσων μηχανών και συστημάτων απαιτείτο για να είναι συμβατά με τις νέες μηχανές.
Από την καθέλκυσή του και μέχρι το χρόνο που σημειώθηκε η πυρκαγιά εκτελούνταν σ' αυτό άλλες, προγραμματισμένες και όχι έκτακτες εργασίες, ηλεκτρολογικές και μηχανολογικές κυρίως. Συγχρόνως, στο ίδιο διάστημα και συγκεκριμένα από 14-3-2015, διέμεναν στο πλοίο δύο άτομα ολλανδικής υπηκοότητας, φιλοξενούμενοι των πλοιοκτητών, όπως οι ίδιοι εκθέτουν στα δικόγραφα της αγωγής και των προτάσεων τους και επιβεβαιώνει και ο νόμιμος αντιπρόσωπος της ενάγουσας εταιρίας, Π.
Λ. στην 21.300/2018 ένορκη βεβαίωσή του. Τα εν λόγω άτομα πραγματοποιούσαν ταξίδι αναψυχής στην Ελλάδα και χρησιμοποιούσαν το πλοίο ως κατοικία (houseboat), χωρίς και σ' αυτήν την περίπτωση να έχει ενημερωθεί η εναγομένη-εφεσίβλητη. Στις 22-3-2015 και ενώ το πλοίο είχε καθελκυστεί και παρέμενε επισκευαζόμενο στην μαρίνα Αλίμου με διαμένοντες σ' αυτό τους δυο αλλοδαπούς, περί ώρα 5.15 εκδηλώθηκε πυρκαγιά στο χώρο του κυρίως καταστρώματος που εξαπλώθηκε στο θαλαμίσκο του πληρώματος.
Από την πυρκαγιά και τις ρίψεις νερού που έκανε προς κατάσβεσή της η πυροσβεστική υπηρεσία, καταστράφηκε σημαντικό τμήμα του πλοίου και του εξοπλισμού του (σχεδόν ολοσχερής καταστροφή του ξενοδοχειακού εξοπλισμού, υπερκατασκευών, ηλεκτρονικών μέσων ναυσιπλοΐας, τηλεπικοινωνίας καθώς και σημαντικό τμήμα της ηλεκτρολογικής εγκατάστασης και των μέσων ελέγχου της λειτουργίας των μηχανώνκίνησής του) σε τέτοιο βαθμό που δεν επιδέχονταν επισκευής.
Ενόψει αυτής της ζημίας η ενάγουσα στις 29-6-2015 κοινοποίησε στην εναγομένη εξώδικη επιστολή με την οποία δήλωνε την εγκατάλειψη του πλοίου σ' αυτήν και ζητούσε να της καταβάλει η τελευταία το συμφωνηθέν ασφάλισμα ύψους 1.000.000 ευρώ λόγω πραγματικής άλλως τεκμαρτής ολικής απώλειας καθώς και τις συμπληρωματικά καλυπτόμενες δαπάνες της.
Η εναγόμενη εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία δεν κατέβαλε το ασφάλισμα και τις πρόσθετες δαπάνες και εξακολουθεί να αρνείται την καταβολή αυτών, η δε άρνησή της στηρίζεται στην παραβίαση από μέρους της αντισυμβαλλομένης της όρων του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και δη ρητών εγγυήσεων. Όπως αναπτύχθηκε ανωτέρω για να εξακολουθεί η ασφαλιστική κάλυψη του πλοίου να είναι σε ισχύ κατά την διάρκεια περιόδου που το πλοίο χρειαστεί να είναι εκτός υπηρεσίας, (όπως στην επιθεώρηση ή την επισκευή του), όταν δεν πραγματοποιεί δηλ.
τους κατά τον προορισμό του επαγγελματικούς πλόες αλλά είναι αργό, πρέπει να προηγηθεί ειδοποίηση της ασφαλιστικής εταιρίας, επιπρόσθετα, για να καλυφθεί αυτό όταν, κατά την άνω κατάσταση, χρησιμοποιείται και ως κατοικία ή υποβάλλεται σε εκτεταμένες και σημαντικές επισκευές και αλλαγές, πρέπει να ενημερωθεί σχετικά η ασφαλιστική εταιρία και να συμφωνηθεί η καταβολή όποιου πρόσθετου ασφαλίστρου απαιτηθεί από την τελευταία και συμφωνηθεί με την αντισυμβαλλομένη της.
Αυτές οι προϋποθέσεις για την ασφαλιστική κάλυψη του ένδικου πλοίου δεν τηρήθηκαν στην κρινόμενη περίπτωση, όπως συνομολογούν άλλωστε οι ενάγοντες -εκκαλούντες, δεν τηρήθηκε , αυστηρά και κατά γράμμα δηλαδή η ρητή εγγύηση που δόθηκε από την πλοιοκτήτρια εταιρία που περιλαμβάνεται στον όρο 4 ως laid up warranty σε συνδυασμό με εκείνη του όρου 2.1.2 και αποτελεί περιεχόμενο της ασφαλιστικής σύμβασης και συνακόλουθα των αναληφθεισών με αυτήν υποχρεώσεων εκ μέρους της ενάγουσας εταιρίας, επομένως δεν καλύπτεται το πλοίο που ήταν παροπλισμένο με την έννοια ότι βρισκόταν "εκτός υπηρεσίας", όπως η έννοια, αναλύθηκε παραπάνω, και αυτό διότι, δεν υπήρξε προηγούμενη ειδοποίηση της ασφαλιστικής εταιρίας για την πραγματοποιηθείσα θέση του πλοίου εκτός υπηρεσίας και μετακίνησή του σε μη συμφωνηθέντα τόπο και για την παραμονή σ' αυτό ατόμων που το χρησιμοποιούσαν ως κατάλυμα για τις διακοπές τους, ενόσω το ίδιο υποβαλλόταν επί σειρά μηνών σε αλλαγές, ενώ δηλαδή συνέβαιναν περιστατικά που επέτειναν τους κινδύνους στους οποίους εκτέθηκε το πλοίο και οδηγούν, ως παραβιάσεις ρητών υποσχέσεων από την ασφαλιζόμενη, στην απαλλαγή σύμφωνα με όσα αναλύθηκαν προηγουμένως της ασφαλιστικής εταιρίας κατόπιν παραδοχής σχετικού ισχυρισμού της στηριζόμενου στο άρθρο 33 της Μ.Ι.Α. 1906 και μάλιστα ανεξάρτητα αν η εν λόγω παραβίαση συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση και επέκταση του ασφαλιζόμενου κινδύνου.
Όπως έχει ήδη ανωτέρω επισημανθεί κατά την διάρκεια ισχύος της ασφαλιστικής σύμβασης εξακολουθεί να ισχύει η υποχρέωση εκ του άρθρου 17 Μ.Ι.Α. 1906 και διατηρείται έτσι ενεργό το καθήκον του ασφαλισμένου, για μετασυμβατική (post contractual) επίδειξη της υπέρτατης καλής πίστης προς τον ασφαλιστή σε σχέση με κάθε ζήτημα, για το οποίο απαιτείται ο ασφαλισμένος να παρέχει πληροφορίες προς τον ασφαλιστή, ιδίως δε όπου υπάρχει περίπτωση επίτασης του ασφαλιζόμενου κινδύνου, με την απομάκρυνση του πληρώματος, τη χρήση του πλοίου ως κατοικίας αλλά και την παραμονή του πλοίου σε μη φυλασσόμενο χώρο.
Επομένως εφόσον συνέτρεξε περίπτωση μη τήρησης ρητής εγγύησης η ασφαλιστική εταιρία αυτόματα απαλλάσσεται από την συμβατική της υποχρέωση να καταβάλει το ασφάλισμα ενώ από την εκτίμηση των ίδιων, άνω αναφερόμενων, αποδεικτικών μέσων δεν συνέτρεξε καμία εκ των προβλεπόμενων στο άρθρο 34 της Μ.Ι.Α. 1906 περιπτώσεων κατά τις οποίες ο ασφαλιστής κωλύεται να επικαλεστεί την απαλλαγή του.
Ο εμπεριεχόμενος στον έβδομο λόγο έφεσης ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι γνώριζε η εναγομένη-εφεσίβλητη για την παραμονή του πλοίου στον χερσαίο χώρο της μαρίνας Αλίμου και για τις εργασίες που πραγματοποιούνταν σ' αυτό, όπως και για την παραμονή των αλλοδαπών φιλοξενούμενων, επειδή τα περιστατικά αυτά ήταν γνωστά στον Μ.
Δ., ασφαλιστικό πράκτορα και αντιπρόσωπό της, δεν είναι βάσιμος καθώς από την ίδια την ένορκη βεβαίωση του εν λόγω ασφαλιστικού πράκτορα, δεν αποδείχθηκε η εν λόγω ιδιότητά του, του αντιπροσώπου της εναγομένης. Αυτό διότι σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σκέψεις ο ασφαλιστικός πράκτορας δεν είναι εκ του νόμου αντιπρόσωπος της ασφαλιστικής εταιρίας με την οποία συνεργάζεται έναντι προμήθειας, παρά μόνο αν του έχει η τελευταία χορηγήσει την εξουσία σύναψης ασφαλιστικών συμβάσεων στο όνομά της.
Από την 21301/2018 ένορκη βεβαίωση του ίδιου του ασφαλιστικού πράκτορα δεν αποδεικνύεται η συνδρομή της εν λόγω προϋπόθεσης συγκεκριμένα ως προς την εναγομένη, αφού αυτός αναφέρει ότι "από το 2000 και μετά ασχολήθηκε ως ασφαλιστικός πράκτορας με αντικείμενο εργασιών την ανάληψη ασφαλιστικών εργασιών στο όνομα και για λογαριασμό των ασφαλιστικών επιχειρήσεων με τις οποίες, ενίοτε ο ίδιος προσωπικά και ενίοτε η εταιρία Μ.
Δ. Δ. ΚΑΙ ΣΙΑ Ε.Ε. της οποίας ο ίδιος είναι διαχειριστής, είναι συμβεβλημένοι" χωρίς να αναφέρει με σαφήνεια, αν συμφώνησε να λειτουργεί ο ίδιος, κατά την σύναψη των ασφαλιστικών συμβάσεων, ως αντιπρόσωπος, συγκεκριμένα, της εναγομένης. Ούτε μπορεί να συναχθεί σιωπηρή παραίτηση της εναγομένης επειδή γνώριζε ότι στο πλοίο επέβαιναν πλέον του πληρώματος και άλλα πρόσωπα, καθώς η χρήση του σκάφους από εκείνους που το ναύλωναν ήταν στα αυστηρά πλαίσια της συμφωνηθείσας μεταξύ των αντιδίκων χρήσης του, ως επαγγελματικό με πλήρωμα, όπως αναγράφεται στον πίνακα του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και καμία εξίσωση δεν μπορεί να γίνει με την ένδικη περίπτωση, όπου αυτό χρησιμοποιούνταν ως χώρος φιλοξενίας τρίτων μη ναυλωτών και ενόσω το ίδιο υποβαλλόταν σε εκτεταμένες επισκευές και μετασκευές.
Επειδή δε η απαλλαγή της εναγομένης επήλθε αυτόματα και χωρίς να απαιτείται κάποια δήλωσή της και μάλιστα από την ημέρα της παραβίασης της σχετικής ρήτρας του συμβολαίου, καμία έννομη επιρροή δεν ασκεί το γεγονός ότι πληροφορήθηκε στις 22-3-2015 το ένδικο περιστατικό και δεν επικαλέστηκε την απαλλαγή της και επομένως όσα αντίθετα υποστηρίζει με τον άνω λόγο (7°) ο εκκαλών-εκδοχέας(ενν.
ο πρώτος ενάγων-ήδη αναιρεσείων, στον οποίο, όπως αναφέρεται στην αγωγή και έγινε δεκτό πρωτοδίκως, χωρίς να προσβληθεί η παραδοχή αυτή με λόγο έφεσης, η δεύτερη ενάγουσα -ιδιοκτήτρια του επιδίκου σκάφους αναψυχής, με σύμβαση εκχώρησης, που κατάρτισε με αυτόν, την οποία ανήγγειλε νόμιμα στην αρχική εναγομένη-ασφαλίστρια του εκχώρησε όλες της κατά της αρχικής εναγομένης-ασφαλίστριας απαιτήσεις της από την σύμβαση ασφάλισης) αλλά και τον 8° λόγο είναι απορριπτέα ως αβάσιμα ενώ και οι 9ος και 10ος λόγος είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελώς προβαλλόμενοι καθώς οι αποδιδόμενες με αυτούς αιτιάσεις στην εκκαλουμένη δεν οδηγούν, σε περίπτωση που ήθελε υποτεθούν βάσιμες, στην εξαφάνισή της".
Ακολούθως με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, συμπληρώνοντας τις αιτιολογίες της πρωτόδικης απόφασης, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την εκκαλουμένη απόφαση, κατά το μέρος, που είχε απορρίψει την αγωγή του, ενώ με μη πληττόμενο με την αίτηση αναίρεσης τμήμα της απόφασής του απέρριψε και την έφεση της αρχικής ενάγουσας εταιρίας με την επωνυμία "Μ.
Ν.Ε.Π.Α", πλοιοκτήτριας του ασφαλισθέντος πλοίου, με την οποία έφεση αυτή παραπονείτο για την απόρριψη πρωτοδίκως ως αόριστης και γι' αυτό απαράδεκτης της αγωγής της, με την οποία ζητούσε την καταβολή σε αυτή εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη, από την παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς της από την αρχική εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις εφαρμοστέες στην συγκεκριμένη περίπτωση, κατόπιν ρητής συμφωνίας των συμβληθέντων προσώπων στην σύμβαση ασφάλισης, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 και 33 του Αγγλικού Νόμου Μ.Ι.Α.1906, σε συνδυασμό με την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 17 του ιδίου Νόμου, καθόσον τα ως άνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία θεωρήθηκαν ότι αποτελούν ρητές εγγυήσεις (warranties), τις οποίες ανέλαβε την υποχρέωση να τηρήσει η αρχική δεύτερη ενάγουσα και ιδιοκτήτρια του πλοίου με την υπαγομένη στο Αγγλικό δίκαιο σύμβαση ασφάλισης του πλοίου και του φορτίου του και για τον κίνδυνο πυρκαϊάς, την οποία σύναψε με την αρχική εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της εγγυήσεως του Αγγλικού Δικαίου της θαλάσσιας ασφάλισης και ανταποκρίνονται πλήρως στις προϋποθέσεις εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, με συνέπεια την αυτοδίκαιη απαλλαγή της αρχικής εναγομένης από την υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος για την ολική τεκμαρτή απώλεια του ασφαλισθέντος πλοίου από πυρκαϊά στον εκδοχέα της απαίτησης αναιρεσείοντα και την απόρριψη της αγωγής κατά παραδοχή της σχετικής ένστασής της.
Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογή αυτών, ιδίως ως προς τον χαρακτηρισμό των κατωτέρω ρητά συμφωνηθέντων στην σύμβαση ασφάλισης ως εγγυήσεων (warranties) του Αγγλικού δικαίου θαλάσσιας ασφάλισης, τις οποίες διατάξεις έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το ανωτέρω σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές:
α) Ότι μεταξύ της αρχικής δεύτερης ενάγουσας εταιρείας με την επωνυμία "Μ. ΝΕΠΑ", πλοιοκτήτριας του επαγγελματικού θαλαμηγού σκάφους αναψυχής "Σ. ΙΙ" (που εκχώρησε νόμιμα την επίδικη απαίτησή της στον αναιρεσείοντα) και της αρχικής εναγομένης και δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΧΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", συνάφθηκε σύμβαση ασφάλισης του πλοίου και του εξοπλισμού του και από τον κίνδυνο πυρκαϊάς, η οποία ανανεώθηκε στις 15/7/2014 για ένα έτος, ήτοι έως 15/7/2015, για ποσό 1.000.000 ευρώ, β) Ότι στο ανανεωτήριο ασφαλιστήριο συμβόλαιο με αριθμό ..., στο οποίο συμφωνήθηκε ότι η ασφάλιση κατά το ανωτέρω μέρος της θα διέπεται από το Αγγλικό δίκαιο, συμφωνήθηκε επίσης με έγγραφους όρους, που αποτελούν ρητές εγγυήσεις (express warranties) της πλοιοκτήτριας προς την αρχική εναγομένη ότι η χρήση του πλοίου θα είναι χρήση επαγγελματικού πλοίου με πλήρωμα, ότι η περίοδος πλεύσης του θα είναι από 15-7-2014 έως 15-7-2015, ότι κατά την περίοδο παροπλισμού του (lay out), η οποία δεν προσδιορίστηκε χρονικά εντός της περιόδου ισχύος της σύμβασης, αυτό θα παραμείνει σε φυλασσόμενο χώρο, ότι το μόνιμο αγκυροβόλιό του είναι στη μαρίνα του Φλοίσβου και ότι θα τυγχάνουν εφαρμογής οι ρήτρες σκαφών αναψυχής του Ινστιτούτου Ασφαλιστών του Λονδίνου της 1/11/1985 (πλην των ρητά εξαιρουμένων) μεταξύ των οποίων οι ρήτρες 2.1.2.
και 4 που ορίζουν τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες διατηρείται η ασφαλιστική κάλυψη κατά το χρονικό διάστημα, που το πλοίο είναι παροπλισμένο και εκτός υπηρεσίας. γ) Ότι ενώ το πλοίο ήταν παροπλισμένο στη μαρίνα Αλίμου και κατά το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του 2014 έως 9/3/2015 είχε ανελκυστεί και είχε υποβληθεί σε μετασκευή (alternation), με αλλαγή των μηχανών κίνησής του, κατά δε το χρονικό διάστημα από της καθελκύσεώς του στις 9/3/2015 και μέχρι τις 22/3/2015 εκτελούντο σε αυτό ηλεκτρολογικές και μηχανολογικές εργασίες, στις 22/3/2015 και ώρα 5.15 το πρωί, εκδηλώθηκε πυρκαϊά σε αυτό και από την πυρκαϊά και τις ρίψεις νερού που έκανε η Πυροσβεστική Υπηρεσία για την κατάσβεσή της, καταστράφηκε σε τέτοιο βαθμό που δεν επιδέχετο επισκευής.
δ) Ότι η πλοιοκτήτρια παρέβη ρητές εγγυήσεις που είχε αναλάβει με τη σύμβαση και ειδικότερα: 1) Ενώ είχε συμφωνηθεί παροπλισμός, χωρίς να συμφωνηθεί η ειδικότερη χρονική περίοδος αυτού εντός του χρόνου ισχύος της σύμβασης, δεν ενημέρωσε κατά παράβαση της ρήτρας 4 του Ινστιτούτου Ασφαλιστών, σε συνδυασμό με την αρχή της υπέρτατης καλής πίστης, που ισχύει και για τον μετά τη σύναψη της σύμβασης χρόνο, ότι θέτει το πλοίο σε παροπλισμό. 2) Ενώ είχε συμφωνηθεί ρητά θέση μόνιμου αγκυροβολίου του πλοίου η μαρίνα του Φλοίσβου και παροπλισμός σε φυλασσόμενο χώρο, το μετέφερε και το παρόπλισε στη μη φυλασσόμενη μαρίνα Αλίμου. 3) Ενώ κατά τη ρήτρα 2.1.2.
του Ινστιτούτου Ασφαλιστών είχε ρητά συμφωνηθεί ότι εξαιρείται από την ασφαλιστική κάλυψη κατά την περίοδο παροπλισμού, κάθε περίοδος κατά την οποία το πλοίο χρησιμοποιείται ως κατοικία ή υφίσταται μετασκευή, εκτός αν ειδοποιηθεί η ασφαλίστρια και καταβληθεί όποιο ασφάλιστρο συμφωνηθεί, η πλοιοκτήτρια παραβίασε την εγγύηση αυτή, γιατί προέβη στην ανωτέρω μετασκευή του πλοίου και το χρησιμοποίησε ως κατοικία δύο Ολλανδών φιλοξενούμενών της κατά το χρονικό διάστημα από 14/3/2015 έως 22/3/2015, χωρίς να ειδοποιήσει την αρχική εναγόμενη και να καταβάλει το τυχόν συμφωνηθέν ασφάλιστρο.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ανωτέρω από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παράβασης των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων είναι αβάσιμος, δεν απαιτείτο δε για την πληρότητα της αιτιολογίας του να αναφέρει το Εφετείο γιατί οι ανωτέρω συμφωνηθέντες ρητοί όροι της σύμβασης δεν είναι ενδιάμεσοι ή μη επώνυμοι όροι αυτής, αφού αρκεί η ρητή θετική παραδοχή του ότι οι όροι αυτοί αποτελούν ρητές εγγυήσεις(warranties) του Αγγλικού δικαίου θαλάσσιας ασφάλισης.
Με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εισάγονται γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες, οι οποίοι αλληλοσυμπληρούμενοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 925/2015, ΑΠ 3/2015), διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία ως προς την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως των μερών.
Ειδικότερα, η πρώτη από τις διατάξεις αυτές εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, όπως όμως αυτή εξωτερικεύθηκε και δεν παρέμεινε ενδόμυχη, ενώ η δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη γενικώς των συναλλασσομένων και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.
Κατά την έννοια αυτή καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται να υπάρχει στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου, αντικειμενικά σκεπτόμενου, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας, που προσιδιάζουν, είτε σε ορισμένες κατηγορίες συναλλαγών, είτε σε ορισμένο επαγγελματικό κύκλο ή τοπική περιοχή.
Στο πλαίσιο αυτό το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης του και εκτιμά, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, το δικαιοπρακτικό σκοπό και τη φύση της σύμβασης, τις συνθήκες και τις εν γένει συνήθειες (τοπικές, χρονικές, γλωσσικές) υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, τις διαπραγματεύσεις και την προηγούμενη συμπεριφορά αυτών καθώς και τα συμφέροντα των μερών και ιδιαίτερα του μέρους που αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος κάθε φορά συμβατικός όρος (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 220/2016).
Αυτό σημαίνει ότι οι δηλώσεις βουλήσεως πρέπει να λαμβάνονται υπόψη με την έννοια που μπορούν στη συγκεκριμένη περίπτωση να γίνουν αντιληπτές κατά τη συναλλακτική ευθύτητα και από κάθε καλόπιστο τρίτο (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 1345/2012, 1588/2013), μέσα δε διαπίστωσης της βουλήσεως ενδέχεται κατά περίπτωση να αποτελούν και οι διαπραγματεύσεις των μερών, μαρτυρίες τρίτων ή σχετικά έγγραφα (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 3/2015).
Περαιτέρω, στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων των δικαιοπραξιών υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, κατά την ανέλεγκτη, προς αυτό, κρίση του(ΑΠ 70/2022, ΑΠ 66/2022), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 70/2022, ΑΠ 66/2022).
Επομένως, δεν παραβιάζονται οι ως άνω κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του, ότι η ελεγχόμενη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής, χωρίς κενά (ΑΠ 1059/2018, ΑΠ 1164/2015, ΑΠ 115/2013). Προσφυγή πάντως στις ερμηνευτικές διατάξεις υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 70/2022, ΑΠ 66/2022).
Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ` αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 3/2015, ΑΠ 1588/2013, ΑΠ 1345/2012).
Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 84/2020). Έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφίβολης έννοιας υπάρχει, αν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία, έστω και αν αναφέρει στην απόφασή του, ότι η δήλωση των συμβληθέντων στη σύμβαση είναι σαφής και απαλλαγμένη κενών (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 10/2015).
Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ` αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 70/2022, ΑΠ 66/2022).
Μόνη, όμως, η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτήν. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο, το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, η οποία εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ` αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 70/2022, ΑΠ 854/2020, ΑΠ 896/2019), αλλιώς ο λόγος είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος (ΑΠ 66/2022, ΑΠ 875/2017).
Εξάλλου, εκ πλαγίου παραβίαση, κατά την άνω έννοια του ανωτέρω άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, τέτοια παραβίαση υπάρχει και όταν το δικαστήριο, έχοντας προβεί στην εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή όταν παραθέτει συναφώς ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες (ΑΠ 155/2023, ΑΠ 766/2019, ΑΠ 705/2019, ΑΠ 518/2018).
Τέλος, επειδή οι γενικές αρχές για την ερμηνεία των συμβάσεων, που διατρέχουν όλα τα σύγχρονα δίκαια συμπίπτουν κατά βάση με εκείνες που περιέχονται στους κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, πρέπει η ερμηνεία κανόνων αλλοδαπού δικαίου πρέπει να γίνεται κατά τις διατάξεις που κρατούν στη χώρα του εφαρμοστέου δικαίου, υπό το πνεύμα όμως και του αλλοδαπού δικαίου, που ήταν εφαρμοστέο στην ένδικη διαφορά(ΟλΑΠ 87/1993).
Στο αγγλικό δίκαιο η ερμηνεία των συμβάσεων (construction/interpretation) αφορά τη διαδικασία με την οποία ένα δικαστήριο καθορίζει την έννοια των όρων που χρησιμοποιήθηκαν από τα μέρη, καθώς και την έννομη συνέπεια των όρων αυτών. Αντικείμενο, δηλαδή, της ερμηνείας μιας σύμβασης είναι η εξακρίβωση των αμοιβαίων προθέσεων των μερών ως προς τις έννομες υποχρεώσεις, τις οποίες κάθε μέρος ανέλαβε μέσω των συμβατικών όρων που χρησιμοποίησαν για να εκφράσουν τις υποχρεώσεις αυτές Οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία είναι κοινές τόσο στο γραπτό δίκαιο όσο και στο δίκαιο της επιείκειας.
Στην πρόσφατη αγγλική νομολογία προτιμάται ο όρος "αρχές ερμηνείας" (principles of construction) έναντι του παλαιότερου και αυστηρότερου όρου "κανόνες ερμηνείας" (rules of construction). Οι αρχές ερμηνείας αντιμετωπίζονται ως κατευθυντήριες αρχές αναφορικά με την κοινή χρήση της γλώσσας, οι οποίες επικουρούν τους δικαστές ώστε να οδηγηθούν σε εύλογη ερμηνεία των όρων που χρησιμοποιήθηκαν, πάντοτε όμως κατόπιν συνεξέτασης των περιστάσεων που αφορούν τη συγκεκριμένη σύμβαση.
Οι αρχές ερμηνείας δεν διαφοροποιούνται ανά είδος σύμβασης, τα δικαστήρια όμως τείνουν να προβαίνουν σε ερμηνεία με βάση τη φυσική και κοινή έννοια των λέξεων, που χρησιμοποίησαν τα μέρη όταν πρόκειται για εμπορικές συμβάσεις, ώστε να διασφαλίζεται βεβαιότητα στις συναλλαγές .Οι αρχές που χρησιμοποιούνται από τα δικαστήρια για την ερμηνεία των συμβάσεων μπορούν να συνοψισθούν ως εξής:
α) αντικειμενική φύση της ερμηνείας, β) λήψη υπόψη των περιστάσεων που περιβάλλουν την κατάρτιση της σύμβασης, γ) σημασία της γλώσσας που χρησιμοποίησαν τα μέρη, δ) συνεξέταση του συνόλου της σύμβασης, ε) σημασία της φύσης, του τύπου και της ποιότητας της σύνταξης της σύμβασης, στ) ενιαία φύση της διαδικασίας ερμηνείας της σύμβασης και ζ) τήρηση ισορροπίας μεταξύ περισσότερων, αντικρουόμενων αρχών ερμηνείας.
Επιγραμματικά, η πρόθεση των μερών εξακριβώνεται με βάση τη γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε, ενόψει των περιστάσεων που περιβάλλουν τη σύμβαση αλλά και τον εμπορικό σκοπό (αντικείμενο) της σύμβασης, στο μέτρο που αυτός συμφωνήθηκε ή αποδείχθηκε. Ο σκοπός κάθε ερμηνείας είναι η διαπίστωση της βούλησης των μερών με αντικειμενικό τρόπο, δηλαδή όχι με το τι η μία ή η άλλη πλευρά εννοούσε ή κατάλαβε με τη χρήση συγκεκριμένων λέξεων ή διατυπώσεως, αλλά "η έννοια που θα προσέδιδε στο κείμενο ένας εχέφρων άνθρωπος, ο οποίος θα είχε γνώση του ιστορικού που λογικά ήταν στη διάθεση των μερών κατά την κατάρτιση της σύμβασης".
Κυρίως τεκμαίρεται ότι τα μέρη εννοούσαν αυτό που πραγματικά διατύπωσαν, έτσι ώστε αφενός οι λέξεις λαμβάνονται υπόψη ως έχουν, αφετέρου η έννοια ενός συμβατικού κειμένου ή συγκεκριμένου τμήματος αυτού αναζητείται στο ίδιο αυτό κείμενο (in the document itself). Περαιτέρω, βασική αρχή της ερμηνείας των συμβάσεων κατά το αγγλικό δίκαιο είναι η προσήλωση στην κοινή λογική (common sense), έτσι ώστε η ερμηνεία των συμβατικών όρων να μην αντίκειται στην κανονική ζωή.
Ειδικά στις εμπορικές συμβάσεις η ερμηνεία πρέπει να λαμβάνει υπόψη και την εμπορική κοινή λογική, έτσι ώστε να μην καταλήγει σε συμπεράσματα που δεν συνάδουν με την επιχειρηματική λογική, αλλά και τις συνήθειες συγκεκριμένου κλάδου. Ωστόσο, παρά τις ανωτέρω γενικές αρχές, τα δικαστήρια λαμβάνουν υπόψη και τις κατά τη σύναψη της σύμβασης περιβάλλουσες αυτήν συνθήκες (surrounding circumstances) που βοηθούν στη διακρίβωση της έννοιας συμβατικού όρου από έναν λογικό άνθρωπο Η παλαιότερη τάση των αγγλικών δικαστηρίων να μην καταφεύγουν στις περιβάλλουσες συνθήκες όταν το "γράμμα" της σύμβασης ήταν απόλυτα σαφές, δεν εμποδίζει τη νεότερη νομολογία να καταφεύγει σε ερμηνεία και λήψη υπόψη περιρρεόντων την κατάρτιση της σύμβασης στοιχείων, ακόμη και όταν η διατύπωση του κειμένου είναι αναμφίβολη Γίνεται, δηλαδή, δεκτό ότι καμία σύμβαση δεν καταρτίζεται σε "κενό" (in a vacuum), αλλά πάντα τοποθετείται εντός συγκεκριμένου πλαισίου.
Έτσι, κατά την ερμηνεία της σύμβασης τα δικαστήρια δύνανται να λάβουν υπόψη τα γεγονότα που γνώριζαν τα μέρη πριν ή κατά την κατάρτιση της σύμβασης, συμπεριλαμβανομένων στοιχείων σχετικά με τη γέννηση και τον σκοπό της σύμβασης, με την αγορά εντός της οποίας δραστηριοποιούνται τα μέρη, καθώς και με τη θέση των μερών, υπό την έννοια της συναλλακτικής ανισότητας, που δύναται να οδηγήσει στην επιβολή από το ισχυρό μέρος ανεπιεικών όρων εις βάρος του αδυνάμου.
Τα δικαστήρια όμως δεν δύνανται να λάβουν υπόψη, κατά την ερμηνεία μιας σύμβασης, μεταγενέστερα της κατάρτισής της γεγονότα ή στοιχεία, δηλαδή, "...οτιδήποτε τα μέρη είπαν ή έκαναν μετά τη σύναψη της σύμβασης". Οι προαναφερθέντες γενικοί κανόνες ερμηνείας των συμβάσεων εφαρμόζονται και για την ερμηνεία των συμβάσεων θαλάσσιας ασφάλισης, υπό την επιφύλαξη ότι τα εν λόγω ασφαλιστήρια αποτελούν έγγραφα που αφορούν ένα ειδικό και μοναδικό είδος επιχειρηματικής δραστηριότητας και το νόημά τους δεν είναι κατανοητό χωρίς αυτό το στοιχείο να ληφθεί υπόψη.
Ιδιαίτερης σημασίας για την ερμηνεία των ναυτικών ασφαλιστηρίων είναι και οι εμπορικές συνήθειες (usages of trade), οι οποίες, εφόσον ικανοποιούν το δικαστήριο και πληρούν τις απαιτήσεις του νόμου, θεωρείται ότι αποτελούν μέρος των εν λόγω ασφαλιστηρίων. Οι λέξεις που χρησιμοποιούνται στο κείμενο των ναυτικών ασφαλιστηρίων θα πρέπει να ερμηνεύονται εντός του πλαισίου τους (in their context).
Αυτό διακρίνεται α) στο "πραγματικό πλαίσιο" (factual context) εντός του οποίου συνήφθη η σύμβαση, β) στο "συμβατικό πλαίσιο" (contractual context), το οποίο λαμβάνει υπόψη τους σκοπούς του ασφαλιστηρίου, και γ) στο "πλαίσιο της συγκεκριμένης φράσης" (context of the particular phrase), στην οποία περιλαμβάνεται η αμφισβητούμενη λέξη. Τα επιμέρους αυτά πλαίσια από κοινού δύνανται να διευκολύνουν σημαντικά το δικαστήριο να καταλήξει σε ικανοποιητικά συμπεράσματα όσον αφορά την ερμηνεία των ναυτικών ασφαλιστηρίων.
Δεδομένου ότι μια λέξη ή φράση παίρνει τη σημασία της από το πλαίσιο στο οποίο εμφανίζεται, οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την έννοια κάποιας λέξης ή έκφρασης σε μια σύμβαση θα πρέπει να τυγχάνει ανάγνωσης σε συνάρτηση με το οικείο πλαίσιο, δηλαδή τις άλλες λέξεις που την πλαισιώνουν, προκειμένου να εξακριβωθεί το ακριβές της νόημα.
Επιπλέον, οι λέξεις θα πρέπει να εξετάζονται εντός του άμεσου πλαισίου τους (in their immediate context), καθόσον πρέπει να καθορίζονται από το άμεσο περιβάλλον τους (immediate surroundings). Μεταξύ των ερμηνευτικών κανόνων του αγγλικού δικαίου περιλαμβάνεται και ο κανόνας κατά τον οποίο όταν σε μια σύμβαση υπάρχουν έγγραφοι όροι (χειρόγραφοι - written- ή δακτυλογραφημένοι -typewritten-) και έντυποι όροι, οι έγγραφοι όροι έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα από τους έντυπους όρους ("written clauses have greater weight than printed").
Ο ως άνω ερμηνευτικός κανόνας ισχύει και για την ερμηνεία των συμβάσεων θαλάσσιας ασφάλισης. Ο δικαιολογητικός λόγος αυτού του ερμηνευτικού κανόνα έγκειται στην παραδοχή ότι οι έγγραφοι όροι έχουν αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης, ενώ οι έντυποι έχουν συνταχθεί εκ των προτέρων για μελλοντικές συμβάσεις (και συνεπώς κατά τεκμήριο δεν εκφράζουν απαραιτήτως τη δικαιοπρακτική βούληση των συγκεκριμένων συμβαλλομένων), και συνεπώς αν είναι αντίθετοι ή διαφοροποιούνται από έγγραφους όρους που κατά τεκμήριο απετέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, οι τελευταίοι υπερισχύουν.
Σε περίπτωση που σε σύμβαση υπάρχουν προτυπωμένοι όροι και δακτυλογραφημένοι όροι (typewritten), οι δακτυλογραφημένοι όροι αποτελούν του έγγραφους όρους και οι προτυπωμένοι όροι αποτελούν τους έντυπους όρους. Επίσης, μεταξύ των ερμηνευτικών κανόνων του αγγλικού δικαίου περιλαμβάνεται και ο κανόνας "contra preferentem", τον οποίο δύναται να εφαρμόσει το δικαστήριο σε ειδικές περιπτώσεις ως κανόνα ύστατης λύσης (last resort), αν μετά την εφαρμογή των προεκτεθεισών αρχών ερμηνείας εξακολουθεί να αμφιβάλλει για την έννοια κάποιου όρου της σύμβασης.
Σύμφωνα με τον κανόνα αυτό, σε περίπτωση ασάφειας ενός όρου της σύμβασης, αυτός ερμηνεύεται εις βάρος του μέρους που τον επικαλείται προς αποφυγή συμβατικών του υποχρεώσεων ή εις βάρος του μέρους που αρχικά πρότεινε την εισαγωγή του στην επίμαχη σύμβαση (verba chartarum forties accipiuntur contra proferentem). Ο ως άνω ερμηνευτικός κανόνας ίσχυε ιδίως για την ερμηνεία ασφαλιστικών συμβάσεων, συμπεριλαμβανομένων των συμβάσεων θαλάσσιας ασφάλισης.
Ο δικαιολογητικός λόγος αυτού του ερμηνευτικού κανόνα έγκειται στην παραδοχή ότι όποιος συνέταξε έναν όρο (ή υπέρ του οποίου συνετάγη ένας όρος) έχει και τη συνέπεια της εις βάρος του ερμηνείας, αν ο όρος αυτός δεν είναι σαφής ή είναι διφορούμενος και ικανός διαφορετικής ερμηνείας, επειδή αυτός είχε την υποχρέωση να τον διατυπώσει σαφέστερα, και δεν μπορεί να ωφεληθεί από την παράλειψη του να το κάνει.
Πρόκειται δηλαδή για ένα εργαλείο, που συντείνει στην αποφυγή της τεχνητής δημιουργίας ασάφειας στο κείμενο ενός όρου της σύμβασης, προκειμένου να επιτευχθεί ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Περαιτέρω, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν το δικαστήριο παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή, της ουσίας της υπόθεσης (ΑΠ 1215/2021), τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1215/2021, ΑΠ 233/2020), την ερμηνεία της δικαιοπραξίας ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων (Ολ.
ΑΠ 10/2005). Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ` αυτόν από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων, χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, η ορθή, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος, έννοια που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν (ΑΠ 1215/2021, ΑΠ 1011/2018).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, το οποίο, αφού διαπίστωσε, έστω και χωρίς να το αναφέρει ρητά, ασάφεια στην ασφαλιστική σύμβαση για το εάν με αυτήν συμφωνήθηκε, εκτός από την περίοδο πλεύσης και παροπλισμός του ασφαλισθέντος επαγγελματικού πλοίου και για την κάλυψη ζημιών στο ίδιο και στον εξοπλισμό του και από τον κίνδυνο πυρκαϊάς και αφού προέβη σε ερμηνεία της σύμβασης, δεδομένου ότι προέβη σε συσχετισμό των όρων της και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι με τη σύμβαση καθορίστηκε και δυνατότητα παροπλισμού του πλοίου, χωρίς να συμφωνηθεί συγκεκριμένη περίοδος εντός του χρόνου ισχύος της ασφαλιστικής σύμβασης και δέχθηκε έτσι ακολούθως την από το άρθρο 33 του Μ.Ι.Α 1906 ένσταση της αρχικής εναγομένης ότι η ασφαλισμένη ιδιοκτήτρια του πλοίου και εκχωρήτρια της απαίτησής της από τη σύμβαση για καταβολή του ασφαλίσματος στον αναιρεσείοντα, παρέβη τις ρητά συμφωνηθείσες εγγυήσεις (warranties), που περιλαμβάνονται στα άρθρα 2 παρ. 1.2 και 4 του ενσωματωθέντος στη σύμβαση παραρτήματος των ρητρών για θαλαμηγούς του Ινστιτούτου Ασφαλιστών του Λονδίνου της 1/11/1985, οι οποίες προϋποθέτουν συμφωνία για παροπλισμό του πλοίου και έτσι απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και τις προαναφερθείσες αρχές ερμηνείας των συμβάσεων του εφαρμοστέου στην συγκεκριμένη περίπτωση, κατά ρητό όρο της ασφαλιστικής σύμβασης, Αγγλικού Δικαίου "υπό το φως" και της θεμελιώδους στο δίκαιο της θαλάσσιας ασφάλισης αρχής της υπέρτατης καλής πίστης, που προβλέπεται στο άρθρο 17 του Νόμου Περί Θαλάσσιας Ασφάλισης Μ.Ι.Α. 1906, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 1και 33 του νόμου, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου στερώντας την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα οι αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου α) Ότι η μη αναγραφή οποιασδήποτε διευκρίνισης στον συνταχθέντα κατόπιν συμφωνίας των μερών "Πίνακα" του ασφαλιστηρίου και δίπλα από το στοιχείο "περίοδος παροπλισμού", δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει συμφωνία για τον παροπλισμό του πλοίου, αλλά ότι δεν υπάρχει συμφωνία για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα εντός της ισχύος της ασφαλιστικής σύμβασης, κατά το οποίο το πλοίο θα βρίσκεται παροπλισμένο - εκτός υπηρεσίας και τούτο, όπως αναφέρει για να αφεθεί "η ευχέρεια στην ασφαλιζομένη πλοιοκτήτρια εταιρεία να καθορίσει τον χρόνο που το πλοίο θα ήταν εκτός υπηρεσίας και στην οποία θα συνεχίσει να καλύπτεται από τους όρους 2.1.2.
και 4 (ενν. του Ινστιτούτου)", και β) ότι η κάλυψη της ασάφειας αυτής πρέπει να γίνει συγκρίνοντας το ανωτέρω στοιχείο της σύμβασης με τους επίσης ρητά συμφωνημένους όρους αυτής1) ότι το πλοίο, σε περίπτωση παροπλισμού του, θα πρέπει να βρίσκεται σε φυλασσόμενο χώρο και 2) με τη ρητή παραπομπή (δια της μη αφαίρεσής τους, όπως σε άλλες ρητά κατονομαζόμενες ρήτρες) στις ρήτρες 2 και 4 του ανωτέρω Ινστιτούτου, που προϋποθέτουν συμφωνία και για παροπλισμό του πλοίου, είναι επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις και δικαιολογούν το ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα, το οποίο είναι σύμφωνο με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και τις ανωτέρω αρχές ερμηνείας των συμβάσεων του Αγγλικού Δικαίου και ιδίως της συμβάσεως θαλάσσιας ασφάλισης, αφού, σύμφωνα και με την προαναφερθείσα έννοια του παροπλισμού στο Αγγλικό δίκαιο της θαλάσσιας ασφάλισης, η δοθείσα ερμηνεία εξυπηρετεί πρωτίστως το συμφέρον του ασφαλισμένου πλοιοκτήτη, ο οποίος τηρώντας τις προϋποθέσεις των ρητρών 2 παρ. 1.2.
και 4 του ανωτέρω Ινστιτούτου έχει ασφαλισμένο το πλοίο του και κατά την περίοδο που το έχει παροπλισμένο, γιατί δεν υπάρχει ζήτηση για μίσθωσή του ή και για άλλους λόγους, αντίθετα δε, είναι αντιφατικός αλλά και αντίθετος στην καλή συναλλακτική πίστη ο αγωγικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι όταν η περίοδος πλεύσης είναι ισόχρονη με την περίοδο ισχύος της ασφαλιστικής σύμβασης, τότε δεν υπάρχει συμφωνία για περίοδο παροπλισμού και άρα δεν έχουν εφαρμογή οι συμφωνηθείσες ανωτέρω ρήτρες του Ινστιτούτου, ενώ ταυτόχρονα ζητεί το ασφάλισμα εκθέτοντας στην αγωγή ότι το πλοίο, όταν ξέσπασε η πυρκαϊά, βρισκόταν εκτός υπηρεσίας, δηλαδή παροπλισμένο, χωρίς αυτό να έχει συμφωνηθεί, του είχαν γίνει εκτεταμένες μετασκευές και φιλοξενούντο σε αυτό και δύο πρόσωπα άσχετα με τη λειτουργία του.
Επομένως, οι πρώτος κατά το δεύτερο και τέταρτο σκέλη και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους, εκτιμώμενους ως σύνολο, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι ανωτέρω από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, είναι αβάσιμοι. Οι πρόσθετες αιτιάσεις ότι με την ανωτέρω κρίση του το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας 1) ότι αν έχει συμφωνηθεί ότι η περίοδος πλεύσης είναι ισόχρονη με τη διάρκεια της σύμβασης ασφάλισης, τότε δεν μπορεί να υπάρχει συμφωνία για περίοδο παροπλισμού, γιατί δεν υπάρχει χρονικό διάστημα γι' αυτήν και 2) ότι ο καθορισμός περιόδων πλεύσεως και περιόδων παροπλισμού έχουν μόνο σκοπό τον καθορισμό του ασφαλίστρου, που είναι υψηλότερο στην πρώτη περίπτωση και συνεπώς όταν συμφωνηθεί περίοδος πλεύσης ισόχρονη με τη διάρκεια της σύμβασης και πληρωθεί το αυξημένο ασφάλιστρο δεν υπάρχει συμφωνία για περίοδο παροπλισμού, είναι προεχόντως απαράδεκτες, γιατί τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας δεν αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, αλλά πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανωτέρω ουσιαστική κρίση του Εφετείου ότι υπήρξε συμφωνία παροπλισμού χωρίς να καθοριστεί η ειδικότερη περίοδός της, σε κάθε δε περίπτωση είναι και αβάσιμες, αφού δεν υπάρχουν τέτοια διδάγματα, δεδομένου ότι είναι δυνατόν να συμφωνηθεί, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, επ' ωφελεία μάλιστα του ασφαλισμένου πλοιοκτήτη και ασφάλιση του πλοίου και όταν είναι παροπλισμένο, χωρίς να προσδιορισθεί συγκεκριμένα η περίοδος παροπλισμού, εντός της διάρκειας της ασφαλιστικής σύμβασης.
Τέλος η αιτίαση ότι το Εφετείο παρέβη τους κανόνες ερμηνείας του Αγγλικού δικαίου ότι οι έγγραφοι όροι της σύμβασης υπερισχύουν των εντύπων όρων και έτσι δεν δέχθηκε ότι οι έγγραφοι όροι της σύμβασης ότι η "περίοδος πλεύσης" καταλαμβάνει χρονικά όλη τη διάρκεια της σύμβασης και ότι δεν συμφωνήθηκε περίοδος παροπλισμού υπερισχύουν των εντύπων ρητρών 2.1.2.
και 4 του Ινστιτούτου είναι αβάσιμες, γιατί στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, αφού το Εφετείο δεν δέχθηκε τα ανωτέρω, αλλά ερμηνεύοντας όλους τους έγγραφους όρους της σύμβασης (μεταξύ των οποίων και τους ανωτέρω επικαλούμενους) δέχθηκε ότι από αυτούς προκύπτει συμφωνία για παροπλισμό χωρίς ειδικότερο καθορισμό της διάρκειάς του και ότι συνεπώς έχουν εφαρμογή οι έντυποι όροι των ρητρών 2.1.2.
και 4 του Ινστιτούτου, που προϋποθέτουν συμφωνία για παροπλισμό.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 20 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα, που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δεν και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των γεγονότων, που εκφεύγει, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. του αναιρετικού ελέγχου (Α.Π. 630/2020). Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός πρέπει το δικαστήριο να κατέληξε σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα λόγω της παραμόρφωσης, αυτό δε συμβαίνει όταν για την απόδειξη η ανταπόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού, στηρίχθηκε αποκλειστικά στο έγγραφο, που παραμορφώθηκε (ΑΠ 1435/2018) ή κυρίως σ' αυτό γιατί το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, αλλά εξήρε με την απόφαση την αποδεικτική του βαρύτητα (Ολ.
ΑΠ 2/2008, ΑΠ 464/2019, ΑΠ 763/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ. Πολ. Δ. πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο με τις ανωτέρω παραδοχές του παραμόρφωσε τα ακόλουθα αποδεικτικά έγγραφα: 1) Τον "Πίνακα" του επιδίκου ασφαλιστηρίου και ειδικότερα ότι δεν ανέγνωσε την "παύλα" που υπάρχει σε αυτό μετά την αναγραφή της φράσης "περίοδος παροπλισμού", με αποτέλεσμα, λόγω του σφάλματος αυτού, αντί να δεχθεί αυτό που με την ανάγνωση της παύλας ήταν σαφές, ότι δηλαδή τα μέρη συμφώνησαν να μην υπάρχει περίοδος παροπλισμού, να δεχθεί ότι "στο στοιχείο "περίοδος παροπλισμού" δεν προστέθηκε καμία διευκρίνηση", με αποτέλεσμα να δεχθεί ακολούθως ότι συμφωνήθηκε παροπλισμός χωρίς καθορισμό συγκεκριμένης περιόδου στη σύμβαση, ότι εφαρμόζονται συνεπώς οι ρήτρες 2.1.2.
και 4 του Ινστιτούτου Ασφαλιστών του Λονδίνου και ότι πρέπει να απορριφθεί η αγωγή. 2) Τις ρήτρες 2.1.1., 2.1.2. και 4 του Ινστιτούτου Ασφαλιστών του Λονδίνου της 1/11/1985, στις οποίες ρητά παραπέμπει το ασφαλιστήριο και ειδικότερα: α) δεν ανέγνωσε ολόκληρη τη ρήτρα 2.1.1. που αναφέρεται στην ασφαλιστική κάλυψη του πλοίου όταν αυτό τελεί "σε υπηρεσία", αφού παρέλειψε να παραθέσει ολόκληρη τη ρήτρα, αν δε την είχε αναγνώσει και παραθέσει ολόκληρη θα είχε αντιληφθεί ότι και στην περίοδο του πλοίου "σε υπηρεσία" υπάρχουν αντίστοιχες καταστάσεις / δραστηριότητες του πλοίου, που υπάρχουν και όταν αυτό τελεί "σε παροπλισμό" και ότι συνεπώς από πλευράς ασφαλιστικής η διάκριση μεταξύ περιόδου υπηρεσίας και περιόδου παροπλισμού γίνεται καθαρά για λόγους υπολογισμού του ασφαλίστρου και όχι με βάση τη δραστηριότητα ή την κατάσταση του σκάφους και β) δεν ανέγνωσε την περιεχόμενη στη ρήτρα 4 φράση "όπως αναφέρεται στο παράρτημα του ασφαλιστηρίου" και την περιεχόμενη στη ρήτρα 2.1.2.
φράση "όπως προβλέπεται στην παρ. 4" και έτσι εσφαλμένα δέχθηκε ότι υπάρχει συμφωνία παροπλισμού χωρίς στον Πίνακα να υπάρχει συγκεκριμένη περίοδος αυτού και να απορρίψει έτσι την αγωγή. Ο λόγος αυτός ως προς όλα τα σκέλη του είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο, όπως προαναφέρθηκε, α) αντιλήφθηκε και ανέγνωσε την παύλα, αλλά ερμηνεύοντας αυτή σε συνδυασμό με τους άλλους όρους της σύμβασης, δέχθηκε ότι υπάρχει συμφωνία παροπλισμού, αλλά δεν καθορίστηκε συγκεκριμένη χρονική περίοδος αυτής, β) ρητά ανέγνωσε και έλαβε υπόψη το επικαλούμενο ως παραληφθέν τμήμα της ρήτρα 2.1.2., αφού αναφέρει ότι σε αυτήν αναφέρεται ότι όταν υπάρχει παροπλισμός, το πλοίο θα εξαιρείται της ασφάλισης "σύμφωνα με την πρόβλεψη στον .......
όρο 4", γ) παρέλειψε μεν να αναφέρει στην απόφασή του όλα τα στοιχεία της ρήτρας 2.1.1., αλλά αυτό έγινε όχι γιατί δεν τα ανέγνωσε, αλλά γιατί η αναφορά τους ήταν περιττή, αφού η ρήτρα αυτή εφαρμόζεται όταν το πλοίο είναι "σε υπηρεσία" και το Εφετείο είχε κάνει ήδη δεκτό ότι η πυρκαϊά σε αυτό προκλήθηκε όταν αυτό βρισκόταν σε παροπλισμό και δ) παρέλειψε επίσης να αναφέρει ότι στη ρήτρα 4 υπάρχει και το φερόμενο ως παραληφθέν τμήμα, το οποίο όμως ανέγνωσε και έλαβε υπόψη, αφού ακριβώς επειδή έκρινε ότι υπήρχε συμφωνία για παροπλισμό εφάρμοσε τις ρήτρες 2.1.2.
και 4 που προϋποθέτουν ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας και απέρριψε έτσι την αγωγή.
Σύμφωνα με τον αρ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 22/2005, Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015).
Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (AΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων. (ΟλΑΠ 8/2013, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1142/2019, ΑΠ 630/2020).
Ως εκ τούτου, και ο λόγος εφέσεως αποτελεί "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, μόνον όταν επαναφέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και όχι άρνηση της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 1187/2021, 1588/2017) και, συνεπώς, η παραδοχή από το Εφετείο ανύπαρκτου λόγου εφέσεως ή η επανάκριση κεφαλαίου της αποφάσεως έξω από τα όρια της εφέσεως, συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως, εκτός αν πρόκειται για λόγο εφέσεως ή ισχυρισμούς που όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο(ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 816/2022).
Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ. 8 β' πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν απάντησε :α) στην προβληθείσα παραδεκτά πρωτοδίκως και επαναφερθείσα με τον έβδομο λόγο έφεσης αντένστασή του εκ του άρθρου 34 παρ. 3 Μ.Ι.Α., με την οποία ισχυρίστηκε ότι η αρχική εναγομένη δια της μη επικλήσεως για 3 έτη μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης της απαλλαγής της, γιατί παραβιάσθηκαν εγγυήσεις (warranties) της σύμβασης παραιτήθηκε από την επίκληση αυτή και β) στην επίσης προβληθείσα πρωτοδίκως και επαναφερθείσα με τον όγδοο λόγο έφεσης αντένστασή της με επίκληση του Αγγλικού θεσμού του estoppel (αντιστοίχου της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος του άρθρου 281 Α.Κ.) με ίδιο περιεχόμενο με την ανωτέρω ένσταση παραίτησης.
Ο λόγος αναίρεσης αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, γιατί ο αναιρεσείων δεν προσκομίζει τις πρωτόδικες προτάσεις του, ούτε αυτές υπάρχουν στη δικογραφία και έτσι δεν μπορεί να διακριβωθεί αν με αυτές προέβαλε πράγματι τις ανωτέρω ενστάσεις με το ανωτέρω περιεχόμενο. Σε κάθε περίπτωση, αν θεωρηθεί ότι οι ενστάσεις αυτές προβλήθηκαν με τις πρωτόδικες προτάσεις του αναιρεσείοντος με το περιεχόμενο που αναφέρεται στους ανωτέρω λόγους αναίρεσης, οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, γιατί το Εφετείο, όπως προαναφέρθηκε, ρητά εξέτασε και απέρριψε τους έβδομο και όγδοο λόγο έφεσης, με τους οποίους επαναφέροντο οι ανωτέρω ενστάσεις, δεχόμενο κατά λέξη ότι "καμία έννομη επιρροή δεν ασκεί το γεγονός ότι (ενν.
η αρχική εναγομένη) πληροφορήθηκε στις 22/3/2015 το ένδικο περιστατικό και δεν επικαλέστηκε την απαλλαγή της", η δε παραδοχή του αυτή δεν προσβάλλεται με άλλο λόγο αναίρεσης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
- Απορρίπτει την από 27-7-2022 αίτηση του Α. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 481/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
- Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
- Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου καθώς και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ