Legislator Case Law & Legislation
1375/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal on tax assessment clarity, remands case for retrial and awards costs.

Case Number 1375/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against a final tax assessment decision, finding the original judgment flawed due to insufficient detail in the tax notice. The court ruled that the lack of specific breakdown for the debt amount prevented the taxpayer from verifying the exact liability, constituting a violation of procedural rights. Consequently, the case was remanded to a different judge for retrial, and the respondent was ordered to pay the appellant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 568(4), 576(2), 575, 226(4)(c), (d) of the Code of Civil Procedure; Article 2(2), (3) of Law 356/1974: A tax assessment notice must clearly specify the exact amount and cause of the debt; failure to do so prevents the taxpayer from verifying the liability and constitutes a ground for appeal.

Keywords

AI generated
tax assessment clarity procedural defect tax liability verification remand for retrial legal costs award appeal admissibility tax notice insufficiency

Cited Legislation

AI generated
Articles 568(4), 576(2), 575, 226(4)(c), (d) of the Code of Civil Procedure
Article 2(2), (3) of Law 356/1974
Article 83 of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1375 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1375/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ερασμία - Βαρβάρα Μπουκή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΓΕΩΡΓΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΓΓΕΙΩΝ ΒΕΛΤΙΩΣΕΩΝ" που εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/1/2013 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 25/2017 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/9/2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2, 575 και 226 παρ. 4 εδαφ. γ και δ του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως απουσιάζει ο αναιρεσίβλητος και ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση έχει επιδώσει σ' αυτόν αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αίτησης, με κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο που έχει οριστεί, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος αναιρεσιβλήτου. Αν δε η συζήτηση αναβληθεί από το πινάκιο για μεταγενέστερη δικάσιμο, δεν απαιτείται νέα κλήτευση των διαδίκων, επομένως και του αναιρεσίβλητου, για τη νέα αυτή δικάσιμο, αφού η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο της μετ' αναβολή δικασίμου ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, το αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. … έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας με έδρα το Πρωτοδικείο Βόλου, Ι. Τ., την οποία ο αναιρεσείων επικαλείται και προσκομίζει, ο τελευταίος επέδωσε στο αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο, νόμιμα και εμπρόθεσμα, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης, με την κάτω από αυτήν πράξη, με την οποία ορίζεται η αρχική δικάσιμος της 5ης Απριλίου 2021 προς συζήτησή της, μαζί με κλήση για να παραστεί κατά τη δικάσιμο αυτή.

Κατά την ανωτέρω (αρχική δικάσιμο) η υπόθεση αναβλήθηκε και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 παρ. 2 και 3 του Ν. 4790/2021 (Προστασία δημόσιας υγείας από covid - 19, κοινωνική προστασία, επαναλειτουργία δικαστηρίων) ορίστηκε αυτεπαγγέλτως δικάσιμος για την εκδίκαση της υπόθεσης η αναφερόμενη στην αρχή (21-2-2022), η υπόθεση εγγράφηκε στο πινάκιο και ορίστηκε, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη, ότι η εγγραφή της ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, αφού η αναβολή εκ του πινακίου ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, το δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία του κλητευθέντος, ως ανωτέρω, αναιρεσίβλητου. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553, 309 εδ. 1, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση, που έχει καταστεί τελεσίδικη, κατά το χρόνο ασκήσεως του εν λόγω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της καταθέσεως του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη, επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (ΑΠ 855/2015). Οι προθεσμίες της ανακοπής ερημοδικίας και της αναίρεσης είναι διαδοχικές, δηλαδή η προθεσμία της αναίρεσης κινείται μόλις εκπνεύσει η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας.

Κατά το άρθρο όμως 937 παρ. 1, περ. β' στις δίκες περί την εκτέλεση δεν είναι επιτρεπτή η άσκηση ανακοπής ερημοδικίας τόσο στο πρωτοβάθμιο όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Συνακόλουθα τούτων, στις δίκες περί την εκτέλεση, οι ερήμην οριστικές αποφάσεις του Εφετείου, ως μη υποκείμενες σε ανακοπή ερημοδικίας, είναι τελεσίδικες για όλους τους διαδίκους και παραδεκτώς έκτοτε, προσβάλλονται με αναίρεση (ΑΠ 21/2020, ΑΠ 686/2018, ΑΠ 770/2009, ΑΠ 1102/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 10-9-2018 αίτηση αναίρεσης (Έκθ. Καταθ. 55/2018, Αριθ. Δικ. 2066/2019) προσβάλλεται η, ερήμην του εφεσιβλήτου (ήδη αναιρεσιβλήτου), κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 25/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, το οποίο, δικάζοντας την από 12-6-2015 έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 27/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, αφού δέχθηκε αυτήν κατ' ουσίαν και εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, στη συνέχεια, απέρριψε κατ' ουσίαν την από 15-1-2013 ανακοπή του αναιρεσείοντος περί ακυρώσεως της αναφερόμενης εκεί ταμειακής βεβαίωσης και ατομικής ειδοποίησης, κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ.

Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κοινοποιήθηκε με την επιμέλεια του εφεσίβλητου (ήδη αναιρεσίβλητου) στον εκκαλούντα (ήδη αναιρεσείοντα) στις 10-7-2018, όπως προκύπτει από τη σχετική σημείωση της προαναφερόμενης δικαστικής επιμελήτριας, Ι. Τ., που υπάρχει στο προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από τον αναιρεσείοντα ακριβές αντίγραφο αυτής και συνεπώς, αυτή κατέστη τελεσίδικη, υποκείμενη έκτοτε σε αναίρεση, καθόσον κατά τα αναφερόμενα προηγούμενη νομική σκέψη της παρούσης απόφασης αυτή δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, ως εκδοθείσα σε δίκη περί την εκτέλεση.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε, με κατάθεση στη γραμματεία του Εφετείου Λάρισας στις 10-9-2018 (βλ. σχετική επ' αυτής βεβαίωση), ήτοι εντός της προβλεπόμενης προς άσκησή της προθεσμίας των τριάντα ημερών, δεδομένου ότι η τριακοστή ημέρα της προθεσμίας, ήτοι η 9-9-2018, ήταν κατά το νόμο εξαιρετέα (Κυριακή) (βλ.

άρθρο 144 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παρ. 2 του άρθρου 7 του Ν. 4224/2013, με έναρξη ισχύος από 1-1-2014, και καταλαμβάνει την επίδικη περίπτωση ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (16-3-2015), νόμιμο τίτλο για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων αποτελούν:

α) Τα έγγραφα, στα οποία οι αρμόδιες αρχές προσδιορίζουν, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, τον οφειλέτη, το είδος, το ποσό και την αιτία της οφειλής. β) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται η οφειλή. γ) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία πιθανολογείται η οφειλή, ως προς την ύπαρξη και το ποσό αυτής, κατά την έννοια του άρθρου 347 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Επίσης, κατά την διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου 2, Η είσπραξη στις περιπτώσεις της προηγουμένης παραγράφου πραγματοποιείται από το Φορολογική Διοίκηση μετά την καταχώριση των στοιχείων του νόμιμου τίτλου στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων, είτε κατόπιν αποστολής στη Φορολογική Διοίκηση χρηματικού καταλόγου από την Αρχή που απέκτησε το νόμιμο τίτλο είτε με βάση μόνο το νόμιμο τίτλο, εφόσον αυτός έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στην Φορολογική Διοίκηση.

Ο χρηματικός κατάλογος περιέχει τα προσδιοριστικά στοιχεία της οφειλής του υποχρέου και των τυχόν συνυπόχρεων ευθυνομένων τρίτων. Τυχόν παράλειψη αναφοράς των ευθυνόμενων συνυποχρέων δεν θίγει το κύρος του νόμιμου τίτλου ούτε τη νομιμότητα της εισπρακτικής διαδικασίας ή της διαδικασίας εκτέλεσης.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ΚΕΔΕ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 7 παρ. 5 του ως άνω Ν. 4224/2013, με ημερομηνία ισχύος από 1-1-2014, "Με την εξαίρεση των φόρων και των λοιπών δημοσίων εσόδων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κώδικα φορολογικής διαδικασίας (ν. 4174/2013), για τα οποία εφαρμόζονται αποκλειστικά οι διατάξεις του ως άνω Κώδικα, καθώς και των δημοσίων εσόδων της περίπτωσης β της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του παρόντος Κώδικα, μετά την καταχώριση του χρέους ως δημόσιου εσόδου κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 3, η φορολογική διοίκηση εκδίδει ατομική ειδοποίηση, την οποία, είτε αποστέλλει ταχυδρομικά στον οφειλέτη και στα συνυπόχρεα πρόσωπα, είτε την κοινοποιεί σ' αυτούς σύμφωνα με το άρθρο 5 του Ν. 4174/2013.

Στην ατομική ειδοποίηση αναφέρονται τα στοιχεία και ο αριθμός φορολογικού μητρώου, εφόσον υπάρχει, του οφειλέτη, το είδος και το ποσό του χρέους, συμπεριλαμβανομένων των τόκων που έχουν ήδη υπολογισθεί κατά την κείμενη νομοθεσία, ο αριθμός και η χρονολογία καταχώρισης του χρέους ως δημοσίου εσόδου ή ο τίτλος στον οποίο βασίζεται το χρέος, ο χρόνος και ο τρόπος καταβολής αυτού, η μνεία ότι από την επομένη ημέρα της λήξης της νόμιμης προθεσμίας καταβολής του χρέους και μέχρι την τελική εξόφληση αυτού υπολογίζονται οι τόκοι και το πρόστιμο του άρθρου 6 του παρόντος".

Εξάλλου, κατά το άρθρο 73 παρ. 1, 2 του ν.δ. 356/1974: "1. Η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται: α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) κατά του εκδοθέντος και μη εκτελεσθέντος εντάλματος προσωπικής κρατήσεως και γ) κατά του νομίμου τίτλου, εκδικάζεται δε υπό των καθ' ύλην αρμοδίων δικαστηρίων κατά τας διατάξεις των άρθρων 583-585 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας.

Διά ταύτης επιτρέπεται η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτησις του κατ' ουσίαν βασίμου της απαιτήσεως του Δημοσίου, εφ' όσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει ανατεθή εις δικαστήρια ή εις διοικητικάς επιτροπάς αποφαινομένας μετά δυνάμεως δεδικασμένου. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτουν τα εξής:

Στη δίκη που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 73 παρ. 1 ΝΔ 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων", σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ, η οποία μπορεί να ασκείται τόσο κατά του "νομίμου τίτλου" όσο και κατά της ταμειακής βεβαίωσης, εφόσον αποτελεί και αυτή εκτελεστή διοικητική πράξη, ο μεν ανακόπτων επέχει κατ' αρχήν θέση εναγομένου, ο δε καθού θέση ενάγοντος και έτσι ο τελευταίος βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, της οποίας το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ, όπως ισχύει, νόμιμο τίτλο αποτελούν τα έγγραφα, στα οποία οι αρμόδιες αρχές προσδιορίζουν, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, τον οφειλέτη, το είδος, το ποσό και την αιτία της οφειλής, ώστε, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος.

Τούτο δε, διότι με βάση το "νόμιμο τίτλο" είναι δυνατόν να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους. Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Ελληνικό Δημόσιο (η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας), αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι το αναιρεσίβλητο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Γεωργικός Οργανισμός Εγγείων Βελτιώσεων" (Γ.Ο.Ε.Β.) Θεσσαλίας, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 61 του Ν. 2538/1997, καταρτίζει πίνακες των υπερήμερων οφειλετών, με τις αντίστοιχες ετήσιες οφειλές τους από δαπάνες προβλεπόμενες στο άρθρο 3 παρ. 1 του ν.δ 1277/1972 (στρεμματικές εισφορές ή αρδευτικά τέλη ή αντίτιμο χρήσεως αρδευτικού ύδατος) και τους αποστέλλει στις οικείες Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίας για να εισπραχθούν κατά τις διατάξεις περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων.

Από τα προαναφερόμενα έγγραφα, που αποτελούν το νόμιμο τίτλο εισπράξεως (βεβαίωση υπό ευρεία έννοια), διακρίνεται η ταμειακή βεβαίωση (βεβαίωση υπό στενή έννοια), που είναι αναγκαία για να μπορεί να επιδιωχθεί η είσπραξη της απαιτήσεως του Δημοσίου, δηλαδή συνιστά αυτή τίτλο εκτελέσεως. Ο νόμιμος τίτλος δεν συμπίπτει με την ταμειακή βεβαίωση, πλην, όμως, μεταξύ τους υφίσταται στενή αιτιακή σχέση, ώστε σε περίπτωση που η ταμειακή βεβαίωση δεν στηρίζεται σε νόμιμο τίτλο, όπως σε τίτλο στον οποίο δεν προσδιορίζεται επαρκώς το χρέος, να είναι αυτή ακυρωτέα.

Και ναι μεν στον ΚΕΔΕ δεν προβλέπεται κοινοποίηση της ταμειακής βεβαίωσης στον οφειλέτη, ούτε επιβάλλεται να συνοδεύεται αυτή από τα έγγραφα που συγκροτούν το νόμιμο τίτλο, ωστόσο, λόγω της στενής αιτιακής της σχέσεως με το νόμιμο τίτλο, αν ούτε η ταμειακή βεβαίωση της οφειλής ούτε η ατομική ειδοποίηση, που εκδίδει κατά το άρθρο 4 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε.

η αρμόδια φορολογική αρχή και κοινοποιείται επίσης στον οφειλέτη, δεν περιέχει τα καθοριζόμενα στις ως άνω διατάξεις στοιχεία, προκειμένου ο οφειλέτης να λάβει επαρκή και ασφαλή γνώση για το είδος του χρέους, το ύψος του, τη χρονολογία βεβαίωσης και γενικά να κατατοπίζεται επαρκώς για την οφειλή του, τότε, η έλλειψη αυτή μπορεί να οδηγήσει, κατόπιν ασκήσεως ανακοπής κατά το άρθρο 73 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε., στην ακύρωση αυτών, με τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων του άρθρου 75 Κ.Ε.Δ.Ε., εφόσον ο οφειλέτης υφίσταται βλάβη, δηλαδή, αν και εφόσον, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η έλλειψη αυτή επέφερε στον οφειλέτη αδυναμία ουσιαστικής ή δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων του, η οποία δύναται να επανορθωθεί μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της προσβαλλόμενης πράξεως (ΟλΑΠ 5/2019, ΑΠ 189/2020, που εκδόθηκαν υπό την ισχύ των άρθρων 2 και 4 του ΚΕΔΕ πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο 7 παρ. 1 και 5 Ν. 4224/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση ο ανακόπτων και ήδη αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της ένδικης ανακοπής ζήτησε να ακυρωθεί η ... ταμειακή βεβαίωση του Τμήματος Εσόδων της Δ.Ο.Υ. Βόλου, η οποία του κοινοποιήθηκε με την ... ατομική ειδοποίηση χρεών της Δ.Ο.Υ. Βόλου, ισχυριζόμενος ότι στις πράξεις αυτές γίνεται απλή αναγραφή του οφειλόμενου ποσού, χωρίς εξειδίκευση του είδους και της αιτίας της οφειλής (αν δηλαδή πρόκειται για στρεμματικές ή αρδευτικές εισφορές), ενόψει δε της προηγηθείσας αποστολής σ' αυτόν ειδοποιητηρίου από το καθού, με ημερομηνία πληρωμής ..., στο οποίο επίσης δεν αναγράφονται το είδος και η αιτία της οφειλής, ενώ προσδιορίζεται διαφορετικό ποσό οφειλής από εκείνο της ταμειακής βεβαίωσης, προκαλείται σ' αυτόν σύγχυση ως προς το ακριβές ύψος της οφειλής του.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφορικά με τον ανωτέρω λόγο ανακοπής, δέχθηκε τα εξής: "Με τον πρώτο λόγο της ανακοπής του ο ανακόπτων ισχυρίζεται ότι στις ανακοπτόμενες "ατομική ειδοποίηση και ταμειακή βεβαίωση" αναφέρεται μόνο το οφειλόμενο ποσό χωρίς άλλη αναφορά - εξειδίκευση της αιτίας της οφειλής και ειδικότερα ως είδος φόρου αναγράφεται "ΔΙΑΦΟΡΟΙ ΦΟΡΟΙ", ότι σε επιτόπια μετάβασή του στη Δ.Ο.Υ.

Βόλου πληροφορήθηκε ότι αφορά στρεμματικές εισφορές ΓΟΕΒ, χωρίς να εξειδικεύεται η αιτία των στρεμματικών εισφορών, αν δηλ. πρόκειται για αρδευτικές ή στραγγιστικές εισφορές, λόγω της πολλαπλής λειτουργίας που επιτελούν οι ΓΟΕΒ, βάσει των ιδρυτικών τους διατάξεων, ότι η γενική αναφορά του προκαλούν σύγχυση ως προς το ποσό που του έχει καταλογιστεί, καθόσον είχε προηγηθεί αποστολή ειδοποιητηρίου του ΓΟΕΒ χωρίς ημερομηνία, στο οποίο δεν αναφέρει το έτος πληρωμής, δεν αναφέρει σε ποιο ποσό αντιστοιχεί το ποσό των ...

ευρώ, δεν επεξηγεί την αιτία της οφειλής, παρά μόνο παραθέτει τους κωδικούς "…", "…", που χρειάζονται αποκωδικοποίηση για να γίνουν αντιληπτοί. Ο λόγος αυτός, καθό μέρος αναφέρεται στο ότι δεν διευκρινίζεται σε ποιο είδος εισφορών αναφέρεται, αρδευτικές ή στραγγιστικές εισφορές, πρέπει να απορριφθεί ως προσχηματικός και ως εκ τούτου αβάσιμος, διότι, όπως και στην ίδια την ανακοπή του αναφέρει πρόκειται για στραγγιστική στρεμματική εισφορά και όχι για αρδευτική, αφού ο συγκεκριμένος ΓΟΕΒ είναι στραγγιστικός και όχι αρδευτικός.

Καθ' ό μέρος αναφέρεται στη διαφοροποίηση των ποσών που αναφέρονται στο χωρίς ημερομηνία ειδοποιητήριο του εφεσίβλητου ΓΟΕΒ ΣΕ Θεσσαλίας και της ατομικής ειδοποίησης της Δ.Ο.Υ. Βόλου παρατηρούνται τα ακόλουθα: Με την με αριθ. ... ατομική ειδοποίηση η Δ.Ο.Υ. Βόλου, δηλ. δημοσία αρχή πληροφορεί τον ανακόπτοντα για την ταμειακή βεβαίωση του αναφερόμενου σ' αυτήν χρέους (ταμειακή βεβαίωση εν στενή εννοία).

Για το χρέος αυτό επίκειται η έναρξη διοικητικής σε βάρος του εκτέλεσης κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ. Το ειδοποιητήριο του ΓΟΕΒ ΣΕ Θεσσαλίας, στο οποίο αναφέρεται πληρωτέο ποσό ... ευρώ, προθεσμία ένστασης έως ... και προθεσμία πληρωμής ..., είναι έγγραφο ιδιωτικό, το οποίο δεν σχετίζεται με την ταμειακή βεβαίωση του ποσού των ...

ευρώ, για το οποίο επίκειται η εκτέλεση. Επομένως, αλυσιτελώς προβάλλεται ως λόγος ακυρότητας του εκτελεστού τίτλου". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2 και 3 του ν.δ 356/1974, όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 7 παρ. 2 του Ν. 4224/2013, που ισχύει από 1-1-2014 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, αφού, στις προσβαλλόμενες πράξεις, ήτοι την ...

ταμειακή βεβαίωση και την ... ατομική ειδοποίηση χρεών της Δ.Ο.Υ. Βόλου, αναγράφεται μόνο το συνολικό ποσό της βεβαιωθείσης σε βάρος του αναιρεσείοντος οφειλής (... ευρώ) χωρίς διαχωρισμό του άνω ποσού κατά κεφάλαιο, νόμιμους τόκους, τόκους υπερημερίας και λοιπά έξοδα και ως είδος "ΔΙΑΦΟΡΟΙ ΦΟΡΟΙ". Από την αναγραφή, όμως, αυτή δεν προκύπτει η ακριβής αιτία της οφειλής του ανωτέρω ποσού, με συνέπεια να μην είναι εφικτός ο έλεγχος της ύπαρξης και του ύψους της οφειλής από τον αναιρεσείοντα.

Η ασάφεια αυτή επιτείνεται και από το μοναδικό έγγραφο που έχει κοινοποιηθεί στον αναιρεσείοντα πριν από την άσκηση της ανακοπής, ήτοι την ειδοποίηση πληρωμής εισφορών του καθού, με αναγραφόμενη προθεσμία πληρωμής ..., δηλαδή ίδια με της ταμειακής βεβαίωσης και της ατομικής ειδοποίησης, στην οποία αναγράφεται ως πληρωτέο το ποσό των ...

ευρώ, δηλαδή ποσό διαφορετικό από το αναφερόμενο στις προσβαλλόμενες πράξεις, δεν προσδιορίζεται το χρονικό διάστημα στο οποίο το ποσό αυτό αντιστοιχεί, ενώ ως αιτία της οφειλής παρατίθενται οι κωδικοί "…" και "…". Από την ατελή και αόριστη ως άνω περιγραφή της ένδικης απαίτησης στις προσβαλλόμενες πράξεις ο αναιρεσείων υφίσταται βλάβη, συνιστάμενη στην αδυναμία του να ελέγξει το ακριβές ύψος της οφειλής του και να αποκρούσει αυτήν.

Επομένως, τα όσα συναφώς υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι της ευθείας παραβίασης των ως άνω διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 2 και 3 του ν.δ 356/1974 (ΚΕΔΕ), κρίνονται βάσιμα και πρέπει αυτός να γίνει δεκτός, ενώ, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας αυτού, παρέλκει, ως αλυσιτελής, η εξέταση των υπόλοιπων διατυπούμενων με την αίτηση αναίρεσης λόγων, αφού τυχόν παραδοχή τους θα οδηγούσε στο ίδιο αποτέλεσμα.

Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 του ίδιου Κώδικα, η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του καταβληθέντος από αυτόν, για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, παραβόλου και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά το σχετικό αίτημα που υπέβαλε με την αίτηση αναίρεσης και τις προτάσεις που κατέθεσε (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 25/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Αυγούστου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ