Supreme Court dismisses appeal on contract classification, ruling independent services contracts do not constitute employment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court of Athens, rejecting the claim that independent service contracts constituted employment relationships. The lower court found that the parties aimed at the final result of digitization rather than the provision of labor, and the workers were not subject to employer control over time, place, or method. Consequently, the court held that the statutory requirements for an employment contract were absent, confirming the contracts were genuine service agreements exempt from labor legislation.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648, 652, 669, 671, 681 of the Civil Code; Article 6 of Law 765/1943: A contract for independent services exists when the parties aim at the result rather than the labor itself, and the worker is not subject to employer control over time, place, or method of execution.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1375 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1375/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4η Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασιλείου Ασημακόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "..., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Επαμεινώνδα Μπέρδου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-9-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν η 1327/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2653/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-5-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Χριστόφορος Κοσμίδης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσίβλητου στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 652, 669, 671 και 681 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 6 του ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν, κατά τους όρους αυτής, οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν, προεχόντως, στην παροχή της εργασίας και στην καταβολή του μισθού ενώ, επί πλέον, ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική εξάρτηση, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του εργοδότη να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας και να δίνει δεσμευτικές οδηγίες για την προσήκουσα εκτέλεσή της.
Αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, ο τρόπος καθορισμού και καταβολής του μισθού ή της κοινωνικής ασφάλισης του εργαζόμενου δεν είναι ουσιώδης. Αντίθετα, όταν ο παρέχων την εργασία δεν υπόκειται σε εργοδοτική εξάρτηση με την παραπάνω έννοια, τότε πρόκειται για σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών.
Και όταν οι συμβαλλόμενοι δεν αποβλέπουν στην εργασία καθ’ εαυτήν, αλλά κυρίως στο αποτέλεσμά της, για την προσήκουσα επέλευση του οποίου και μόνο δεσμεύεται ο παρέχων τον σωματικό ή πνευματικό κόπο, τις γνώσεις ή τις υπηρεσίες, πρόκειται για σύμβαση έργου. Στις περιπτώσεις παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών ή εκτέλεσης έργου δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.
Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι ούτε έχουν συμφωνήσει συγκεκριμένη χρονική διάρκεια ως προς την παροχή της εργασίας ούτε μια τέτοια διάρκεια συνάγεται από το είδος ή το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει, όταν η διάρκεια αυτής συνομολογείται μέχρι ένα συγκεκριμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ενός μελλοντικού και βέβαιου γεγονότος, οπότε μετά ταύτα η σύμβαση παύει να ισχύει αυτοδικαίως.
Ως εκ τούτου, η διάρκεια της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά είτε γιατί προκύπτει από το είδος ή το σκοπό αυτής. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι το ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξεώς της, η οποία επέρχεται χωρίς να χρειάζεται ούτε καταγγελία ούτε καταβολή αποζημιώσεως.
Σε κάθε περίπτωση, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας ενοχικής σχέσεως ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ή ανεξάρτητων υπηρεσιών ή έργου και, περαιτέρω, μιας συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ως αορίστου ή ορισμένου χρόνου ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο κρίνει κυριαρχικώς, χωρίς να δεσμεύεται από την ονομασία που προσέδωσαν τα συμβαλλόμενα μέρη, ερμηνεύοντας το περιεχόμενο της σύμβασης όπως απαιτούν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις, υπό τις οποίες αυτή καταρτίσθηκε.
Η εν λόγω εξουσία ενός πολιτικού δικαστηρίου ως προς τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό μιας ενοχικής σχέσεως υφίσταται για τις εργασιακές σχέσεις ιδιωτικού δικαίου όχι μόνο στον ιδιωτικό, αλλά και στο δημόσιο ή τον ευρύτερο δημόσιο τομέα (ΟλΑΠ 18/2006).
2. Από τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικά ερμηνευθεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937), συνάγεται ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από συγκεκριμένο λόγο, που μπορεί να ανάγεται, ιδίως, στις συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, όπου παρέχεται η εργασία, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου (άρθρα 1, 2, 3 του ν. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του β.δ. 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό της ορισμένης χρονικής διάρκειας της συμβάσεως και θεωρείται ότι καταρτίσθηκε μία, ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζόμενου χωρίς καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.
Οι διατάξεις αυτές, αν και ρητώς προστατεύουν τα δικαιώματα των εργαζομένων μόνο σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου εκ μέρους του εργοδότη, συνδυάσθηκαν διαχρονικά με τις μεταγενέστερες διατάξεις των άρθρων 281 και 671 ΑΚ, και 25 παρ.1 και παρ.3 του Συντάγματος και χρησιμοποιήθηκαν σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες ανέκυπτε ανάγκη ορθού νομικού χαρακτηρισμού μιας σχέσεως εργασίας, η οποία αν και εμφανιζόταν ως σύμβαση ορισμένου χρόνου, στην πραγματικότητα απέβλεπε στην εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών του εργοδότη και γι’ αυτό έπρεπε να χαρακτηρισθεί, ορθώς, ως σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.
Στο πλαίσιο, λοιπόν, του εν λόγω ορθού νομικού χαρακτηρισμού μιας τέτοιας σύμβασης, η κρίση περί του ότι πρόκειται, αληθώς, περί συμβάσεως αορίστου χρόνου δεν συνιστά μετατροπή της ορισμένης διάρκειας της αρχικής συμβάσεως, αλλά ορθή νομική υπαγωγή του πραγματικού, που εξ αρχής είχε συντελεσθεί, στον προσήκοντα κανόνα δικαίου (ΟλΑΠ 7 και 8/2011).
Η εν λόγω ερμηνευτική προσέγγιση θεωρήθηκε ως ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο για την εφαρμογή της Οδηγίας 1999/ 70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, για την αποφυγή καταχρήσεων από την χωρίς αντικειμενικό λόγο κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.
3. Σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ.1 και 2 του ν. 2190/1994, "Οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα της παρ.1 του άρθρου 14 του παρόντος νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών, με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων" και "Η διάρκεια της απασχόλησης του προσωπικού της παρ.1 δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ (8) μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα (12) μηνών.
Στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κένωσης θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις (4) μήνες για το ίδιο άτομο. Παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου είναι άκυρες".
Για την αποφυγή αποκλίσεων από τις διατάξεις αυτές, στις παραγράφους 3 και 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και, τέλος, ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγουμένων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ’ άρθρο 259 ΠΚ.
Σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ.1 του ίδιου ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2527/ 1997, στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.6 του ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, ανάμεσα στους οποίους περιλαμβάνονται και οι οργανισμοί της τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ).
4. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.2 και 3 του Συντάγματος, οι οποίες επιβάλλουν τη νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των παγίων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ΝΠΔΔ, "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.
Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" και "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.
Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται". Με την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α’ 85/18-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, (...) γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει".
Επίσης, στο ίδιο άρθρο 103 προστέθηκε παράγραφος 8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ.3, είτε πρόσκαιρων, είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ.2.
Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολούμενους με σύμβαση έργου".
5. Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι, με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος, η Ζ’ Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του ν. 2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, εν όψει της αδιάστικτης διατύπωσης των παρ.7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου είτε για την κάλυψη οργανικών θέσεων πέραν των προβλεπομένων είτε για την αντιμετώπιση απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών.
Στόχος του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να αποτρέψει τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου και, μάλιστα, όχι μόνο εκείνων που κάλυπταν παροδικές και απρόβλεπτες ανάγκες, αλλά και εκείνων που, πράγματι, κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Γι’ αυτό και πρόσθεσε την πιο πάνω διάταξη του εδ.
γ’ της παρ.8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, με την οποία, πλέον, απαγορεύεται χωρίς διάκριση ακόμη και η με νόμο μονιμοποίηση τού κατά τον προαναφερόμενο τρόπο προσλαμβανόμενου προσωπικού ή η μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου. Η απαγόρευση αυτή, δηλαδή, καταλαμβάνει και την περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου απασχολούνται στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα.
Έτσι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, συναπτόμενες υπό το κράτος της ισχύος των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και όλους τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν με αυτές καλύπτονται πάγιες και διαρκείς (και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες) ανάγκες.
Ούτε, πλέον, καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης από τα δικαστήρια, ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, στην περίπτωση που καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, έστω και αν συμβαίνει αυτό, ο εργοδότης, βάσει των πιο πάνω διατάξεων, δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου.
Επομένως, σε κάθε περίπτωση, στις συμβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1920 (ΟλΑΠ 19 και 20/2007, πρβλ. άλλως ΟλΑΠ 7 και 8/2011 για ειδική περίπτωση, πριν από την ως άνω αναθεώρηση του Συντάγματος).
6. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, με την από 3-9-2010 ένδικη αγωγή και κατ’ ορθή εκτίμηση του περιεχομένου αυτής, οι 72 ενάγοντες, μεταξύ των οποίων και η ήδη αναιρεσείουσα, η οποία μόνη εξ αυτών συνεχίζει τη δίκη, εκθέτουν ότι κατά το έτος 2009, το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, που ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προσέλαβε τον καθένα από αυτούς με αυτοτελή σύμβαση έργου για να απασχοληθεί στο υπό εξέλιξη πρόγραμμα της ηλεκτρονικής καταγραφής (ψηφιοποίησης) των αγροτικών ακινήτων της Χώρας, το οποίο απέβλεπε στον ευχερέστερο έλεγχο των πάσης φύσεως καλλιεργειών και στην διαφανέστερη και αντικειμενικότερη κατανομή των οικονομικών επιδοτήσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς τους δικαιούχους.
Ότι, στην πραγματικότητα, η πρόσληψη των εναγόντων απέβλεπε αφ’ ενός στην παροχή εξαρτημένης εργασίας και αφ’ ετέρου στην εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών της υπηρεσίας του εναγομένου, διότι η απασχόλησή τους γινόταν υπό τον έλεγχο και την εποπτεία των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου και υπό συνθήκες όμοιες με εκείνες, κάτω από τις οποίες προσφέρουν τις υπηρεσίες τους οι μόνιμοι υπάλληλοι αυτού.
Ότι όταν παρήλθε το χρονικό διάστημα, εντός του οποίου, κατ’ επίφαση, έπρεπε να εκτελεσθεί το συμφωνημένο έργο, στην πραγματικότητα, όμως, όταν παρήλθε η προκαθορισμένη διάρκεια των συμβάσεων εργασίας, το εναγόμενο έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους. Σύμφωνα με το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες ζητούν α) να αναγνωρισθεί ότι εξ αρχής συνδέονται με το εναγόμενο με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται πραγματικά τις υπηρεσίες τους με απειλή χρηματικής ποινής και, τέλος, γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει προς αυτούς τα χρηματικά ποσά που αναφέρονται στην αγωγή, για τα επιδόματα εορτών και αδείας που αναλογούν στο χρονικό διάστημα της απασχόλησής τους.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 1327/2013 απόφασή του, έκανε δεκτή την αγωγή στο σύνολό της. Κατόπιν εφέσεως του εναγομένου ΝΠΙΔ, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την ήδη προσβαλλόμενη 2653/ 2015 απόφασή του, έκρινε ότι ως προς τα υπό (α) και (β) αιτήματα η ένδικη αγωγή δεν βρίσκει έρεισμα στις διατάξεις, τις οποίες οι ενάγοντες επικαλούνται ως εφαρμοστέες.
Οπότε, εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοδικείου και κατά το μέρος αυτό απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Με την κρίση αυτή, το μονομελές εφετείο ερμήνευσε σωστά τις διατάξεις που αναφέρονται στις παραπάνω σκέψεις της παρούσας και προσηκόντως υπήγαγε αποφατικώς το ιστορικό της αγωγής σε όσες εξ αυτών, υπό άλλες προϋποθέσεις, θα ευνοούσαν τους ενάγοντες.
Πράγματι, ακόμη και αν αληθώς επρόκειτο περί παροχής εξαρτημένης εργασίας (νομικό χαρακτηρισμό, τον οποίο το μονομελές εφετείο απέκλεισε κατά την ουσιαστική έρευνα του τρίτου αιτήματος της αγωγής, βλ. στην επόμενη σκέψη), οι συμβάσεις πάντων των εναγόντων και ειδικότερα της αναιρεσείουσας, ως προς την οποία συνεχίζεται η δίκη, αφ’ ενός δεν ήσαν διαδοχικές ως προς ένα έκαστο εξ αυτών, διότι με τον καθένα μόνο μία σύμβαση "ορισμένου χρόνου" είχε συναφθεί και αφ’ ετέρου, ως συναφθείσες μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001 (που άρχισε να ισχύει από 18-4-2001) και αφορώσες σε "υπαλλήλους" νομικού προσώπου του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν επιδέχονταν διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ν. 2112/1920 και της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, οι οποίες υπό άλλες προϋποθέσεις θα ευνοούσαν τους εργαζόμενους (βλ.
παραπάνω, αρ.2), αλλά δεν ισχύουν στην περίπτωση της αναιρεσείουσας (βλ. παραπάνω, αρ.4 και 5). Και ακόμη, ως εκ του χρόνου καταρτίσεως των συμβάσεων (2009), ούτε οι μεταβατικής ισχύος διατάξεις του π.δ. 164/2004, με το οποίο επήλθε η εναρμόνιση της εσωτερικής νομοθεσίας προς τις κατευθυντήριες αρχές της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, μπορούν να έχουν εφαρμογή, διότι αναφέρονται σε συμβάσεις ενεργές κατά τη δημοσίευσή του.
Επομένως, ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
7. Κατά την ουσιαστική έρευνα της έφεσης ως προς το υπό (γ) αίτημα της αγωγής (βλ. τούτο στην προηγούμενη σκέψη), το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: Ότι το εναγόμενο είναι ΝΠΙΔ, που ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και εποπτεύεται από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Ότι σύμφωνα με τους σκοπούς του εναγομένου (κατά την επωνυμία του: "πληρωμές και έλεγχος των κοινοτικών ενισχύσεων προσανατολισμού και εγγυήσεων") έπρεπε κατά το έτος 2009 να εφαρμοσθεί η "ψηφιοποίηση των αγροτεμαχίων" στις διάφορες περιοχές της Χώρας, ώστε να λειτουργήσει το σύστημα της "αίτησης ενιαίας ενίσχυσης" (ΑΕΕ).
Ότι για να γίνει αυτό, ύστερα από τήρηση της νόμιμης διοικητικής διαδικασίας (ΚΥΑ 286974/6-5-2009 Εσωτερικών και Αγροτικής Ανάπτυξης, που εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του άρθρου 6 του ν. 2527/1997 και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ β’ 844/6-5-2009), το εναγόμενο κατάρτισε με τους ενάγοντες, μεταξύ των οποίων και η ήδη αναιρεσείουσα, ισάριθμες συμβάσεις μισθώσεως έργου.
Ότι αντικείμενο του έργου ήταν α) η παρακολούθηση των φορέων συμπλήρωσης, ψηφιοποίησης και καταχώρησης των αιτήσεων ενιαίας ενίσχυσης έτους 2009 σε τακτά χρονικά διαστήματα, προκειμένου να διαπιστωθεί ανά φορέα η οργάνωση και η τηρούμενη διαδικασία ως προς την εφαρμογή του προγράμματος, η πρόοδος των καταχωρήσεων, η ποιότητα των ηλεκτρονικών δεδομένων και η δυνατότητα βελτιώσεων, προκειμένου η ψηφιοποίηση να ολοκληρωθεί έγκαιρα και με τρόπο άρτιο και έγκυρο και β) οι επιτόπιες επισκέψεις στις χαρτογραφικές ενότητες της Χώρας προς "ανανέωση του χαρτογραφικού υποβάθρου" με τη διαπίστωση αφ’ ενός των πραγματικών ορίων των επί μέρους ενοτήτων και αφ’ ετέρου της αληθινής χρήσεως της γης.
Ότι για την εκτέλεση του έργου ο εναγόμενο εφοδίασε τους ενάγοντες με τον απαραίτητο πληροφοριακό εξοπλισμό (GPS), τον οποίο αυτοί έπρεπε να αποδώσουν κατά την αποπεράτωση του έργου. Ότι οι ενάγοντες, για τον καθένα από τους οποίους είχε προσδιορισθεί ο τόπος, στον οποίο έπρεπε να δραστηριοποιηθεί, δεν τηρούσαν ημερήσιο ή εβδομαδιαίο ωράριο κατά την εκτέλεση του έργου.
Ότι για την αναιρεσείουσα ως τόπος εκτέλεσης του έργου είχε ορισθεί η περιοχή της Θεσσαλονίκης. Ότι το έργο έπρεπε να εκτελεσθεί μέσα σε ένα έτος από την κατάρτιση εκάστης συμβάσεως. Ότι η αμοιβή, που είχε προσδιορισθεί συνολικά, ήταν δυνατό να καταβάλλεται τμηματικά, ανάλογα προς το ρυθμό εκτέλεσης του έργου, ύστερα από πιστοποίηση των αρμοδίων για την παραλαβή υπαλλήλων του εναγομένου και με την έκδοση τιμολογίων εκ μέρους των εναγόντων.
Ότι σε κάθε περίπτωση, ακόμη και μετά την πληρωμή της αμοιβής, ο καθένας από τους ενάγοντες εξακολουθούσε να ευθύνεται για τα σφάλματα ή τις παραλείψεις κατά την εκτέλεση του παραδοθέντος μέρους του έργου. Ότι σύμφωνα με τους όρους της εγκριτικής ΚΥΑ, οι ενάγοντες είχαν συναποδεχθεί ότι οι συμβάσεις τους είναι γνήσιες συμβάσεις έργου, ότι αποκλείεται η παράταση ή η ανανέωσή τους, ότι δεν θα καλυφθούν από το εναγόμενο σε κανένα φορέα κύριας ή επικουρικής ασφάλισης και ότι δεν θα λάβουν καμιά πρόσθετη αμοιβή, αντίστοιχη προς τα επιδόματα εορτών και αδείας που καταβάλλονται στους παρέχοντες εξαρτημένη εργασία.
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το μονομελές εφετείο έκρινε ότι με τις επίμαχες συμβάσεις οι συμβαλλόμενοι δεν απέβλεψαν στην παροχή της εργασίας των εναγόντων καθ’ εαυτήν, αλλά στο τελικό αποτέλεσμα που ήταν ή έγκαιρη και έγκυρη ψηφιοποίηση, ύστερα από χαρτογράφηση και φωτογράφηση όλων των αγροτεμαχίων της Χώρας, ώστε οι προς επιδότηση αιτήσεις των προσώπων που τα εκμεταλλεύονται να συγκρίνονται με τα χαρτογραφικά υπόβαθρα μέσω δορυφόρου και να επαληθεύονται.
Και ότι, ως εκ τούτου, οι συμβάσεις αυτές δεν ήσαν συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας, αλλά γνήσιες συμβάσεις έργου, με αποτέλεσμα, πέραν της συμφωνημένης αμοιβής, να μην οφείλεται στους ενάγοντες οποιοδήποτε άλλο ποσό και, μάλιστα, τα αιτούμενα επιδόματα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας, τα οποία καταβάλλονται μόνο σε όσους παρέχουν εξαρτημένη εργασία.
Κατόπιν αυτού, το μονομελές εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και ως προς το κεφάλαιο αυτό και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Με την κρίση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας περιέγραψε με επάρκεια και πληρότητα τις πραγματικές παραδοχές, τις οποίες ανελέγκτως δέχθηκε και προσηκόντως υπήγαγε στις ουσιαστικές διατάξεις που προσδιορίζουν τη διάκριση μεταξύ συμβάσεως έργου και συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας (βλ.
παραπάνω, αρ.1). Επομένως, ο δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ή, άλλως, αρ.19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
8. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-5-2016 αίτηση περί αναιρέσεως της 2653/ 2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 13η Ιουνίου 2017.
Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 27η Ιουλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ