1375/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρουμάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1375/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 §2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, και γ) για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1375 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1375/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρουμάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Γ. του Ν. και 2) Ν. Γ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χαρίκλεια Απαλαγάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "VICTORIA A.A.E.Z.", ήδη μετονομασθείσα σε "ΕRGΟ ΑΑΕΖ", που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Δαρούδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-5-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 56/ΤΠ/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 906/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 21-9-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου διάβασε την από 10-10-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωση της γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας αναγκαία για τη θεμελίωση της γεγονότα που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.
Ο ισχυρισμός για αοριστία της αγωγής προτεινόμενος ή επαναφερόμενος ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά που είναι απαραίτητα για τη στήριξη του αγωγικού δικαιώματος, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στον εναγόμενο να αμυνθεί.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 §2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, και γ) για ισχυρισμό, που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 §2 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών εναγόμενος που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης να είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και να είχε επαναφερθεί στο Εφετείο με λόγο της έφεσης του ή πρόσθετο λόγο αυτής και όχι με τις προτάσεις (εφόσον πρόκειται για υπόθεση εκδικασθείσα κατά την τακτική διαδικασία).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τους δύο πρώτους λόγους της αίτησης αναίρεσης, κατ' επίκληση πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθμ. 14 και 8 ΚΠολΔ, προβάλλουν τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο α)παρά τον νόμο δεν απέρριψε ως αόριστη την εκ του άρθρου 939 Α.Κ. αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εφόσον η αναιρεσίβλητη ενάγουσα δανείστρια δεν είχε επικαλεστεί με την αγωγή της το ύψος της εκκαθαρισμένης απαιτήσεως της κατά του πρώτου αναιρεσείοντος οφειλέτη της, αναγκαίο κατά νόμο στοιχείο για τη θεμελίωση της περί διαρρήξεως της επικαλούμενης καταδολιευτικής δικαιοπραξίας αγωγής και β)με το να λάβει υπόψη το ύψος της απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης δανείστριας, αν και αυτό δεν περιείχετο στην ιστορική βάση της αγωγής κατά τα προαναφερθέντα, παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αμφότεροι οι λόγοι είναι, προεχόντως, απαράδεκτοι, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρωτοβαθμίων προτάσεων των αναιρεσειόντων και του δικογράφου της έφεσης αυτών κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός, με την συγκεκριμένη αιτίαση, δεν προτάθηκε από αυτούς ούτε πρωτοβαθμίως ούτε με λόγο της έφεσης τους.
Επισημαίνεται, ότι ο με τις πρωτόδικες προτάσεις προβαλλόμενος ισχυρισμός περί της ανυπαρξίας απαιτήσεως της αναιρεσίβλητης και με την έφεση, περί του μη γεγενημένου αυτής, αφορούσε μόνον την ουσιαστική βασιμότητα της απαιτήσεως, Οι αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ευθέως ή εκ πλαγίου αντιστοίχως, ιδρύονται και αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα κατά την ανέλεγκτη κρίση του αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στη συγκεκριμένη περίπτωση, εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του.
Η παραβίαση από την παραπάνω διάταξη πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, η οποία στηρίζει το δικανικό συμπέρασμα του δικαστηρίου με τη μορφή του διατακτικού.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δέχθηκε ανέλεγκτα, κατά τα ενδιαφέροντα εν προκειμένω σημεία συνδρομής των προϋποθέσεων διάρρηξης, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 25-4-2000 και ώρα 00.10 περίπου στο χωριό Κόπανος Ημαθίας και επί της οδού 25ης Μαρτίου, το υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου Κ. Γ. (ήδη πρώτου αναιρεσείοντος), το οποίο οδηγούσε ο ίδιος, συγκρούστηκε με την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο Σ. Π., ο οποίος τραυματίστηκε θανάσιμα. Οι συγγενείς του αποβιώσαντος με την υπ' αριθμ. κατάθεσης 45103/18-12-2000 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, στρεφόμενοι εναντίον του πρώτου εναγομένου και της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ-VICTORIA ", στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε η νυν ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, ως καθολικός διάδοχος αυτής, ισχυριζόμενοι ότι υπαίτιος του θανάσιμου τραυματισμού του συγγενούς τους και των επακόλουθων ζημιών που υπέστησαν, είναι ο πρώτος εναγόμενος οδηγός του ζημιογόνου φορτηγού αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην ανωτέρω ασφαλιστική εταιρία, ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν τα εκεί αναφερόμενα ποσά και συνολικά 202.111.800 δραχμές ή 593.138,077 ευρώ.
Ακολούθως η αναιρεσίβλητη άσκησε εναντίον του ασφαλισμένου της -πρώτου εναγομένου την αριθμ. κατάθεσης 3573/1-2-2001 παρεμπίπτουσα αγωγή (αναγωγής), με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί ο τελευταίος να της καταβάλει κάθε ποσό που τυχόν θα υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στους ενάγοντες της κύριας αγωγής, επικαλούμενη ότι συντρέχει περίπτωση εξαίρεσης της ασφαλιστικής κάλυψης, δεδομένου ότι ο παρεμπιπτόντως εναγόμενος οδηγούσε το ΙΧΦ αυτοκίνητο του υπό την επήρεια οινοπνεύματος και ενώ η επαγγελματική άδεια οδήγησης αυτού είχε λήξει.
Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 27226/2002 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, η οποία αφού έκρινε ότι το ένδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων (70% του πρώτου εναγομένου και 30% του θανόντος) δέχθηκε εν μέρει την κύρια αγωγή και εν όλω την παρεμπίπτουσα, δεχόμενο ως προς την τελευταία ότι εξαιρούνται από την ασφαλιστική κάλυψη οι ζημίες που προκλήθηκαν από το ως άνω τροχαίο ατύχημα, αφού ο πρώτος εναγόμενος τελούσε, κατά το χρόνο του ατυχήματος υπό την επήρεια οινοπνεύματος σε ποσοστό 1,44% και οδηγούσε το αυτοκίνητο του κατέχοντας άδεια οδήγησης που είχε λήξει στις 9-12-1999.
Εναντίον της απόφασης αυτής ασκήθηκαν εφέσεις από τους διαδίκους των δύο αγωγών, επί των οποίων εκδόθηκε η 2035/2004 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία, αφού κρίθηκαν συνυπαίτιοι της σύγκρουσης, κατά τα αυτά ως άνω ποσοστά και οι δύο οδηγοί, έγιναν δεκτές όλες οι εφέσεις, εξαφανίσθηκε η εκκληθείσα απόφαση μόνο ως προς την κύρια αγωγή και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι της κύριας αγωγής, μεταξύ των οποίων η νυν ενάγουσα, να καταβάλουν στους ενάγοντες αυτής το συνολικό ποσό των 212.137,55 ευρώ πλέον των νομίμων τόκων και εξόδων ... .
Σε εκτέλεση των ανωτέρω αποφάσεων, η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρία κατέβαλε στους ενάγοντες της κύριας αγωγής ... συνολικά ... ποσό 285.477,55 ευρώ. Από τις ανωτέρω τελεσίδικες αποφάσεις δηλαδή την 27226/2002 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και την 2035/2004 του παρόντος δικαστηρίου, τις οποίες επικαλέστηκε με τις έγγραφες προτάσεις της και προσκόμισε η ενάγουσα ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, απορρέει ουσιαστικό δεδικασμένο ως προς την ύπαρξη και το ύψος της απαίτησης της ενάγουσας, ζήτημα το οποίο στην προκειμένη περίπτωση τίθεται ως προδικαστικό.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το δεδικασμένο αυτό εμποδίζει την επανεξέταση του ισχυρισμού του πρώτου εναγομένου περί ανυπαρξίας της επίδικης απαίτησης της ενάγουσας (έλλειψης υπαιτιότητας του και μη ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του ποσοστού αλκοόλης που ανιχνεύθηκε στο αίμα του και της πρόκλησης του ατυχήματος).
Μετά από αυτά η απαίτηση της ενάγουσας εναντίον του πρώτου εναγομένου θεωρείται δεδομένη. Το ίδιο ισχύει ως προς το ζήτημα αυτό και ως προς το δεύτερο εναγόμενο, ως προς τον οποίο δεν ισχύει το δεδικασμένο, γιατί αυτός δεν υπήρξε διάδικος στις προηγούμενες δίκες και έγινε ειδικός διάδοχος του πρώτου εναγομένου, με τη μεταβίβαση σ' αυτόν του ακινήτου που θα αναφερθεί παρακάτω, πριν από την έναρξη των παραπάνω δικών, δεδομένου ότι από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι πράγματι ο πρώτος εναγόμενος συνετέλεσε κατά ποσοστό 70% στην επέλευση του επιδίκου ατυχήματος που έλαβε χώρα κάτω από τις προαναφερόμενες συνθήκες
Με τα παραπάνω νομικά και πραγματικά δεδομένα ο ισχυρισμός των εναγομένων-εκκαλούντων με τον οποίο αμφισβητείται η ύπαρξη της εν λόγω απαίτησης της ενάγουσας κατά του πρώτου από αυτούς είναι απορριπτέος ... . Επίσης ο ισχυρισμός των τελευταίων, ο οποίος προβλήθηκε πρωτόδικος, προβάλλεται και με λόγο της κρινόμενης έφεσης ότι πρόωρα ασκήθηκε από την ενάγουσα η αγωγή διάρρηξης, δεδομένου ότι η απαίτηση της κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής δεν προέκυπτε από αμετάκλητη δικαστική απόφαση, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, εφόσον δεν απαιτείται να έχει βεβαιωθεί δικαστικά η απαίτηση του δανειστή, αρκεί να έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη κατά τη συζήτηση της αγωγής διάρρηξης, όπως στην προκειμένη περίπτωση, που ήδη, κατά τη συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, είχε εξοπλιστεί η απαίτηση της ενάγουσας με δύναμη δεδικασμένου ...".
Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε ότι η γενόμενη στις 10-7-2000, δηλαδή μετά το τροχαίο ατύχημα, μεταβίβαση του ακινήτου του πρώτου αναιρεσείοντος στον δεύτερο ανήλικο τότε γιο του, με αιτία την γονική παροχή, δυνάμει ... συμβολαίου ... είναι καταδολιευτική, γενόμενη με σκοπό βλάβης της αναιρεσίβλητης και συνακόλουθα απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης με την οποία είχε γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η περί διαρρήξεως της καταδολιευτικής ως άνω δικαιοπραξίας αγωγή της αναιρεσίβλητης.
Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το μεν ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 939 Α.Κ, το δε διέλαβε αρκούντως επαρκή και σαφή αιτιολογία, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της υπάρξεως της εξ αναγωγής υποχρεώσεως του πρώτου αναιρεσείοντος προς αποζημίωση της αναιρεσίβλητης και της αντίστοιχης εξ αναγωγής απαιτήσεως της τελευταίας, η οποία στηρίζει πλήρως το διατακτικό της.
Ειδικότερα, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης α)ότι η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, μετά την άσκηση εναντίον της αγωγής, από τους ζημιωθέντες από το τροχαίο ατύχημα συγγενείς του θανόντος, ως υπέχουσα ευθύνη εκ της ασφαλιστικής συμβάσεως, άσκησε κατά του ασφαλισμένου της, πρώτου αναιρεσείοντος παρεμπίπτουσα αγωγή, με την οποία ζητούσε την καταψήφιση του στο ποσό που θα υποχρεούτο να καταβάλει στους συγγενείς του θανόντος, επικαλούμενη τη συνδρομή περιπτώσεως εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη αυτού, β)ότι η αγωγή αυτή (μετά την παραδοχή της κύριας αγωγής) έγινε τελεσίδικα δεκτή με την υπ' αριθμ. 2035/2004 απόφαση του Εφετείου, το οποίο, κατ' επικύρωση ως προς το γεγονός αυτό της πρωτοβάθμιας υπ' αριθμ. 27226/2002 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δέχθηκε ότι εξαιρούνται από την ασφαλιστική κάλυψη οι ζημίες που προκλήθηκαν από το τροχαίο ατύχημα, διότι ο πρώτος αναιρεσείων οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος και με επαγγελματική άδεια οδήγησης, η οποία είχε λήξει κατά το χρόνο του τροχαίου ατυχήματος και γ)ότι από τις ανωτέρω αποφάσεις παράγεται δεδικασμένο ως προς την ύπαρξη και το ύψος της απαίτησης της αναιρεσίβλητης ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα σαφώς ενέχουν κρίση ότι υφίσταται υποχρέωση του τελευταίου να αποζημιώσει αναγωγικά την αναιρεσίβλητη, ως μη καλυπτόμενος από την ασφαλιστική σύμβαση, συντρεχούσης περιπτώσεως εξαιρέσεως από αυτήν, δεν ήταν δε περαιτέρω αναγκαία οιαδήποτε άλλη παραδοχή για τη θεμελίωση του εξ αναγωγής δικαιώματος της αναιρεσίβλητης.
Συνεπώς, ο περί του εναντίου τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, που μέμφεται την προσβαλλόμενη για πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21 Σεπτεμβρίου 2009 αίτηση των 1) Κ. Γ. και 2) Ν. Γ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 906/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει στους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιουνίου 2012. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Αυγούστου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ