Legislator Case Law & Legislation
1375/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility regarding evidence and non-consideration of claims.

Case Number 1375/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a property ownership dispute. The appellants argued that the lower court erred by not considering their claim of twenty-year possession and by improperly evaluating specific documentary evidence. The court rejected these arguments, ruling that the possession claim constituted an evidentiary assertion rather than a substantive fact requiring reconsideration, and that the evidence evaluation did not violate statutory rules.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1, 8, 12 K.Pol.D.; The Supreme Court holds that an appeal ground is inadmissible if it merely challenges the evidentiary weight of documents or fails to specify the exact legal provision violated, and that substantive claims regarding possession do not qualify as 'facts' under Art. 559 no. 8 if they rely on evidentiary content.

Keywords

AI generated
appeal inadmissibility evidentiary weight possession claim substantive law violation property ownership dispute

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 K.Pol.D.
Art. 118 no. 4 K.Pol.D.
Art. 566 para. 1 K.Pol.D.
Art. 559 no. 8 K.Pol.D.

Cited Case Law

AI generated
OL. AP 32/1996
OL. AP 25/2003
OL. AP 12/2000
OL. AP 3/1997

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1375 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1375/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Γεώργιο Φώσκολο, Βασίλειο Νικόπουλο και Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη , Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ψ2 το γένος Ψ1 και 2) Ψ3 του Ψ1, ...., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Τριαντάφυλλο Καζάνη, βάσει δηλώσεως κατ΄ άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: ....., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ειρήνη Σπεντζοπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-3-1993 αγωγή της αρχικής ενάγουσας Χ1, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33/1995 του ίδιου Δικαστηρίου και 2283/2003 μη οριστική,2312/2004 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των τελευταίων δύο αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-10-2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 17-1-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης κατά της 2312/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και της συμπροσβαλλόμενης με αυτή 2283/2003 μη οριστικής απόφασης του ίδιου πιο πάνω Εφετείου. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι δημιουργείται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παραβιάσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ότι για το ορισμένο αυτού του λόγου απαιτείται να καθορίζεται σ΄ αυτόν η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς επίσης, εφ΄ όσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υπόθεσης, τα πραγματικά γεγονότα που εκείνο δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα ή μη, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση (Ολ.

ΑΠ 32/1996). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο, μέρη πρώτο και δεύτερο, λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται, κατ΄ ορθή εκτίμησή του, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, επιλαμβανόμενο και από 15.3.1993 αγωγής της Χ1, θανούσας κατά τη διάρκεια της δίκης και κληρονομηθείσας εξ αδιαθέτου από τον συνεχίζοντα τη δίκη γιό της και ήδη αναιρεσίβλητο, κατά του Ψ1 θανόντος κατά τη διάρκεια της δίκης και κληρονομηθέντος εξ αδιαθέτου από τα συνεχιζόμενα τη δίκη δύο τέκνα του και ήδη αναιρεσείοντες, για την αναγνώριση της αμφισβητούμενης από τον εναγόμενο κυριότητας της ενάγουσας, από έκτακτη χρησικτησία, επί του υπ΄ αριθ....

αγροτικού κλήρου της παλαιότερης κυριότητας της κληρούχου και δικαιοπαρόχου του εναγομένου Ζ1, έκρινε αυτήν την αγωγή παραδεκτή και νόμιμη (ακόμη και με την συμπροσβαλλόμενη μη οριστική απόφαση), ακολούθως δε, ερευνώντας την υπόθεση κατ΄ ουσία, δέχθηκε ότι η από τους κληρούχους κυριότητας επί του επίδικου κλήρου αποκτήθηκε από την κύρωση της οριστικής διανομής, αντίστοιχα δε α) δεν δέχθηκε ότι αυτή η κυριότητα αποκτήθηκε μεταγενέστερα και συγκεκριμένως από τη μεταγραφή του οικείου παραχωρητηρίου και β) δεν δέχθηκε ότι οι ως άνω κληρούχοι αναγράφηκαν στους κτηματολογικούς πίνακες της οριστικής διανομής, στη δε συνέχεια το ίδιο δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή ως και κατ΄ ουσία βάσιμη, έτσι όμως εκείνο το δικαστήριο παραβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου αα) της Αγροτικής Νομοθεσίας (άρθρα 74, 79, 180, 193, 208 και 211), του Β.Δ. 21/25.10.1938 (περί καθορισμού παραμεθόριων περιοχών κλπ), του Α.Ν. 431/1968, του Ν.Δ. 1189/1972 (άρθρ. 1 παρ. 1 και 1β), του Π.Δ. 167/1974 (περί καθορισμού του Νομού Χαλκιδικής ως παραμεθόριος περιοχής κλπ), σε συνδυασμό με το άρθρο μόνο του Ν.Δ. 22.6.1927, και ββ) του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν.Δ. 1182/1972.

Ενόψει του ότι δεν αναφέρονται σ΄ αυτόν το λόγο όλες οι παραδοχές του Εφετείου εκ των αποδεικνυόμενων ή μη πραγματικών γεγονότων, όπως είναι εκείνες, καθ΄ ά προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, ότι η οριστική διανομή του περιλαμβάνοντος το επίδικο ακίνητο ως κλήρο αγροκτήματος κυρώθηκε με την υπ΄ αρ. 8.900/1935 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, η οποία δημοσιεύθηκε στην Ε.τ.Κ. (Φ.Ε.Κ.

Β 38/21.3.1935) και ότι ακολούθησε η έκδοση του υπ΄ αριθ. .... παραχωρητηρίου για την οικεία παραχώρηση του υπ΄ αριθ. .... αγροτικού κλήρου, ήτοι του επίδικου ακινήτου, στους κληρούχους εναγόμενο και Ζ1 (μη διάδικο), το οποίο και μεταγράφηκε νόμιμα, είναι ο λόγος αυτός απορριπτέος ως αόριστος.

ΙΙ. Από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς τα άρθρα 118 αριθ. 4 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι δημιουργείται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση ιδίως εξαιτίας ανεπαρκούς αιτιολογίας στην αποτελούμενη από τα, κατ΄ εκείνο, αποδεικνυόμενα ή μη πραγματικά γεγονότα ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και σε ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, και δη για το ορισμένο του ως άνω λόγου απαιτείται να καθορίζεται σ΄ αυτόν σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια της αιτιολογίας, ποιό δηλαδή στοιχείο λείπει που είναι αναγκαίο για την επάρκειά της (Ολ.

ΑΠ 32/1996). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται, κατ΄ ορθή εκτίμησή του, ότι το Εφετείο στέρησε την αναιρεσιβαλλομένη από νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκούς αιτιολογίας, συνιστάμενης στο ότι αποδείχθηκε η με διάνοια κυρίου κατοχής επί του επιδίκου από τον .......

από το έτος 1932 μέχρι το έτος 1968, οπότε εκείνος πέθανε, και έκτοτε από την ενάγουσα, θυγατέρα εκείνου και εξ αδιαθέτου κληρονόμο του, μέχρι το έτος 1993, οπότε ασκήθηκε η ένδικη αγωγή, αφού τα σ΄ αυτήν αιτιολογία αναφερόμενα πραγματικά γεγονότα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου των άρθρων 1045 και 1051 Α.Κ.

περί έκτακτης χρησικτησίας με προσμέτρηση και της νομής του δικαιοπαρόχου του χρησιδεσπόζοντος. Ενόψει του ότι σ΄ αυτόν το λόγο δεν καθορίζεται ποιό στοιχείο λείπει από την προεκτιθέμενη αιτιολογία, το οποίο είναι αναγκαίο για την επάρκειά της, είναι ο λόγος αυτός απορριπτέος ως αόριστος. Β) Από τις διατάξεις της Αγροτικής Νομοθεσίας (άρθρ. 26, 74, 79, 180, 189, 193, 203, 207, 208 και 211 Αγρ.Κ.), όπως ίσχυε από την αρχή του έτους 1932 έως το τέλος του έτους 1935, η κτήση κυριότητας επί των παραχωρούμενων στα δικαιούμενα αποκατάστασης πρόσωπα (κληρούχους) εδαφοτεμαχίων (κλήρων) της οριστικής διανομής, της αναδευόμενης από κτηματολογικούς πίνακες με καταχωρισμένα σ΄ αυτούς τα ονόματα των κληρούχων έναντι των οικείων κλήρων συντελείται με την κύρωση της οριστικής διανομής είτε δια νόμου είτε δια της διοικητικής οδού, ήτοι δι΄ αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας δημοσιευόμενης σε φύλλο της Εφημερίδας της Κυβέρνησης, οπότε τότε, δηλαδή από την ως άνω δημοσίευση, η κυριότητα του κλήρου χάνεται για το Ελληνικό Δημόσιο και περιέρχεται, κατά τρόπο πρωτότυπο, στον κληρούχο (Ολ.

ΑΠ 701/1971). Την αντίστοιχη δε διαδικασία ακολουθεί η έκδοση του οικείου παραχωρητηρίου και η μεταγραφή τούτου αρμοδίως, αλλά όπως είναι ευνόητο, η κατά τα ανωτέρω έκδοση κι μεταγραφή δεν επιδρούν στην προαναφερόμενη τύχη της επί του κλήρου κυριότητας, το δε παραχωρητήριο χρησιμεύει ιδίως για την απόδειξή της (μετά την τήρηση των νόμιμων διοικητικών διατυπώσεων, όπως εκείνης που αφορά στην καταχώριση του ονόματος του κληρούχου στους κτηματολογικούς πίνακες της οριστικής διανομής) απόκτησης της κυριότητας του αναφερόμενου κλήρου από τον αναφερόμενο στο ίδιο έγγραφο κληρούχο.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη, κατ΄ ορθή εκτίμησή της, το Εφετείο δέχθηκε ότι κατά μεν το έτος 1932 ο εναγόμενος και η Ζ1 (μη διάδικος) για την αγροτική τους αποκατάσταση εγκαταστάθηκαν στον υπ΄ αριθ. .... αγροτικό κλήρο, ήτοι στο επίδικο ακίνητο, κατά δε το έτος 1935 η οριστική διανομή του περιλαμβάνοντος το επίδικο ακίνητο ως κλήρο αγροκτήματος κυρώθηκε με την υπ΄ αριθ. 8.900/1935 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, η οποία δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (Φ.Ε.Κ.

Β 38/21.3.1935) και ότι ακολούθησε η έκδοση του υπ΄ αριθ. .... παραχωρητηρίου για την οικεία παραχώρηση του υπ΄ αριθ. .... αγροτικού κλήρου, ήτοι του επίδικου ακινήτου, στους εναγόμενο και Ζ1, το οποίο και μεταγράφηκε νόμιμα, με συνέπεια το ότι από και με την ως άνω δημοσίευση στην Ε.τ.Κ. κατέστησαν οι εναγόμενος και Ζ1 αποκλειστικοί συγκύριοι του υπ΄ αριθ.....

κλήρου. Με βάση δε αυτές τις παραδοχές και άλλες μη ενδιαφέρουσες εν προκειμένω εκείνο το δικαστήριο έκανε δεκτή την αγωγή. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που αποφάσισε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση σε σχέση με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα κατά πόσο και πότε οι κληρούχοι, έγιναν κύριοι του επιδίκου, ώστε μετά ταύτα να είναι τούτο επιδεικτικό χρησικτησίας από την ενάγουσα, αφού ως προς αυτό το ζήτημα παρέθεσε εκείνο σαφή και πλήρη και, άρα, επαρκή αιτιολογία και γι΄ αυτό ο περί του αντιθέτου και από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης, ο οποίος, σημειωτέον, στηρίζει την ανεπάρκεια της αιτιολογίας στο ότι αυτή δεν περιλαμβάνει παραδοχή του Εφετείου περί αναγραφής των δικαιούχων του (υπ΄ αριθ. ....) κλήρου στους κτηματολογικούς πίνακες της οριστικής διανομής, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 336 παρ. 3, 339, 395, 398, 406-409 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 270 παρ. 2 εδαφ. β΄του ιδίου Κώδικα όπως η τελευταία ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 2915/2001 και εφαρμόζεται στη συγκεκριμένη περίπτωση ενόψει του ότι η ένδικη υπόθεση ήταν εκκρεμής κατά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (άρθρο 22 παρ. 2) και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρο 524 παρ 1 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, που γίνονται ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου με επιμέλεια του οποίου λαμβάνονται για να προσκομιστούν στη δίκη που διεξάγεται κατά την τακτική διαδικασία, αποτελούν, όταν προσκομίζονται στη δίκη για την οποία έχουν δοθεί, ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διαφορετικό από τους μάρτυρες και τα έγγραφα (επιτρεπόμενες μαρτυρικές καταθέσεις εκτός δίκης) και συνεπώς το δικαστήριο για να μην υπάρχει αμφιβολία περί του αν λήφθηκαν ή όχι υπόψη, πρέπει να τις μνημονεύει στην απόφαση ειδικώς.

Η βεβαίωση λοιπόν του δικαστηρίου της ουσίας, ότι έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, αφορά τα έγγραφα που προσκομίστηκαν, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα (άρθρο 432 επ. ΚΠολΔ), είτε προκειμένου να χρησιμεύσουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρο 395 ΚΠολΔ) και όχι τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις.

Όταν όμως οι εν λόγω….. ένορκες βεβαιώσεις έχουν ληφθεί στα πλαίσια άλλης προηγούμενης δίκης, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά απλά έγγραφα, εκτιμώμενα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, γι΄ αυτό και δεν είναι απαραίτητο να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση. Στην προκείμενη περίπτωση, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη «και όλα τα νομίμως, μετ΄ επικλήσεως προσκομιζόμενα έγγραφα» και από το όλο αιτιολογικό της απόφασης καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το εν λόγω Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και τις 1354, 1355 και 1356/5-2-1992, αντίστοιχα, ένορκες, ενώπιον της συμβολαιογράφου......, βεβαιώσεις των μαρτύρων της ενάγουσας ......, .....

και ...., αντίστοιχα, οι οποίες λήφθηκαν με επιμέλεια της ενάγουσας στα πλαίσια προηγουμένων δικών μεταξύ των αρχικών διαδίκων και τις οποίες επικαλέστηκε ο αναιρεσίβλητος με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ως απλά έγγραφα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Ο τρίτος, επομένως, λόγος αναίρεσης, ως προς το πρώτο σκέλος του, με το οποίο οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για αιτίαση από τον αριθμό 11 περίπτ. α΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη ανεπίτρεπτα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα, όσον αφορά μεν τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, γιατί δεν συντάχθηκαν μετά προηγούμενη νόμιμη κλήτευση των αρχικών εναγομένων από μέρους της αρχικής ενάγουσας δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από αυτές, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, όσον αφορά δε το με αριθμό Πρωτ. ....

πιστοποιητικό του Προέδρου της Κοινότητας ...., με το οποίο βεβαιώνονται άλλα γεγονότα εκτός εκείνων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά του, κατ΄ εφαρμογή του άρθρου 100 του π.δ. 410/1995, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού διαλαμβάνεται μεν στο αναιρετήριο, ότι οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν στο Εφετείο, ότι το εν λόγω πιστοποιητικό δεν είναι επιτρεπτό κατά νόμο αποδεικτικό μέσο, από τις προτάσεις τους όμως της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει τέτοια επίκληση.

Ο ίδιος πιο πάνω αναιρετικός λόγος, ως προς το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο αποδίδουν οι αναιρεσείοντες στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, γιατί το Εφετείο, με το να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα τις αμέσως παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις, καθώς το με αριθμό Πρωτ. .... πιστοποιητικό του Προέδρου της Κοινότητας ....,παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών αυτών μέσων, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο το απαραίτητο για το ορισμένο τέτοιου λόγου στοιχείο (άρθρ. 118 αρ. 4 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), ήτοι ποια αποδεικτική δύναμη όπως τέτοια πλήρους απόδειξης με ή χωρίς δυνατότητα ανταπόδειξης αποδόθηκε στα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

IV. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή άλλης αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος Ολ.

ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που αποτελούν επίκληση αποδεικτικού μέσου ή του περιεχομένου αυτού. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, κατ΄ ορθή εκτίμησή του, προβάλλεται η από τον αριθμ. 8 περίπτ. β΄ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, ότι στην από 4-5-2001 (με αριθμό έκθ.

κατάθ. 112 Μ/2002) αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά της αρχικής ενάγουσας, μητέρας του, με την οποία ζήτησε αυτός την αναγνώριση της κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο με βάση άτυπη από μέρους της εναγομένης δωρεά του προς αυτόν κατά το έτος 1980 και συμπλήρωση του χρόνου εικοσαετούς νομής στο πρόσωπό του, περιεχόταν η ομολογία του περί της επί του επίδικου ακινήτου νομής του, που απέκλειε την ενεργητική νομιμοποίηση της αρχικής ενάγουσας στην άσκηση της ένδικης αγωγής.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί αναφέρεται σε ισχυρισμό που αποτελεί επίκληση αποδεικτικού μέσου και του περιεχομένου του και γι΄ αυτό δεν συνιστά «πράγμα» κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-10-2004 αίτηση για αναίρεση της 2312/2004 οριστικής απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και της συμπροσβαλλόμενης με αυτή 2283/2003 μη οριστικής απόφασης του ίδιου πιο πάνω Εφετείου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ