Legislator Case Law & Legislation
1374/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissible attempt to re-examine final court judgment on debt settlement.

Case Number 1374/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the final judgment of the Single Court of Appeal in Athens. The appellant argued the lower court failed to properly justify its findings regarding the settlement of a debt claim and the calculation of discounts. The court rejected these claims as inadmissible because they sought to challenge the substantive judgment on the settlement, which is not subject to appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it attempts to re-examine the substantive judgment on the settlement of a claim, as such judgments are final and not subject to annulment.

Keywords

AI generated
annulment appeal inadmissible appeal final judgment settlement of claim substantive judgment Code of Civil Procedure debt settlement

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 416(α) of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
OLAP 25/2003
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1374 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1374/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη που ανακάλεσε την από 10/1/2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουράκο και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/6/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2965/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3016/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/7/2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη και ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 20-7-2020 αίτηση αναίρεσης (ΓΑΚ 4810/2020, ΕΑΚ 594/2020, Αριθ. Δικ. 1097/2020) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, 3016/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί των από 8-6-2017 και από 24-7-2017 αντίθετων εφέσεων των διαδίκων κατά της 2965/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό (ΟλΑΠ 25/2003) και όχι οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, ούτε οι νομικές αναλύσεις, καθώς και τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών (ΟλΑΠ 4/2022, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 82/2021, ΑΠ 379/2020).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης (υπό στοιχείο ΙΙΙ.1α), η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι δεν έλαβε υπόψη τον, κατατείνοντα στην απόρριψη της ένστασης της εναγομένης περί εξόφλησης της ένδικης απαίτησης περί καταβολής μπόνους 2,5%, αυτοτελή ισχυρισμό της (αντένσταση), στηριζόμενο στο άρθρο 361 ΑΚ, τον οποίο πρότεινε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την από 21-11-2016 προσθήκη - αντίκρουση των προτάσεών της και επανέφερε στο Εφετείο με το υπ' αριθ. 4 σκέλος του μοναδικού λόγου έφεσής της, ότι είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι το αιτούμενο ποσό του μπόνους 2,5% εξοφλήθηκε με την καταβολή του ποσού των 36.501,15 ευρώ.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός, τον οποίο επικαλείται η αναιρεσείουσα για την θεμελίωσή του, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της ένστασης εξόφλησης που πρότεινε η εναγομένη - αναιρεσίβλητη και επομένως, δεν είναι "πράγμα" κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πέραν του ότι, υπό την επίφαση της επίκλησής του, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου περί τα πράγματα.

Περαιτέρω, με τον δεύτερο (επικουρικό) λόγο αναίρεσης (υπό στοιχείο ΙΙΙ. 1β) η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι με την εκδοχή ότι (το Εφετείο) έλαβε υπόψη τον ανωτέρω αυτοτελή ισχυρισμό της και τον απέρριψε με το να δεχθεί τα αντίθετα, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, καθόσον ο στηριζόμενος στη διάταξη αυτή ανωτέρω αυτοτελής ισχυρισμός της είναι ορισμένος, νόμω και ουσία βάσιμος, με την αποδοχή δε αυτού το σχετικό αγωγικό της αίτημα για καταβολή του μπόνους θα γινόταν δεκτό κατ' ουσίαν.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί δεν ιδρύεται, καθόσον με τον παρόντα αναιρετικό λόγο (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων (ενστάσεων, αντενστάσεων), καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 860/2020, ΑΠ 828/2019), ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση, αντένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998), ενώ ο ως άνω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, ως αρνητικός της βασιμότητας του σχετικού αγωγικού κονδυλίου ισχυρισμός, όπως προεκτέθηκε, δεν είναι αυτοτελής, ώστε να θεμελιώνεται η προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια.

Με τον 3ο λόγο αναίρεσης (υπό στοιχείο 2α), η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, προβάλλοντας πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την επίκληση ότι δεν έλαβε υπόψη τον λόγο της έφεσής της, με τον οποίο επανέφερε τον προτεινόμενο και πρωτοδίκως με την από 21-11-2016 προσθήκη - αντίκρουση των προτάσεών της ισχυρισμό περί ακυρότητας του εξώδικου συμψηφισμού που πρότεινε η αναιρεσίβλητη, διότι η προτεινόμενη σε συμψηφισμό ανταπαίτησή της, προερχόμενη από την υπέρβαση εκ μέρους της (αναιρεσείουσας) του συμβατικά καθορισμένου ορίου 1% των επιστροφών επί του τιμολογημένου τζίρου της σε ετήσια βάση, είναι μη νόμιμη, λόγω ακυρότητας της σχετικής συμβατικής ρήτρας (α) ως ασαφούς κατά παράβαση της αρχής της σαφήνειας και διαφάνειας, (β) αλλιώς λόγω αντίθεσής της στις διατάξεις των άρθρων 178, 281 και 288 ΑΚ.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον παρόντα αναιρετικό λόγο μέρος της, δέχθηκε τα εξής: "... Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, με τη σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων για την εμπορική τους συνεργασία κατά το έτος 2011, συμφωνήθηκε έκπτωση (BONUS) βάσει στόχου τζίρου και ειδικότερα ότι στην ενάγουσα θα αποδοθεί, άνευ στόχου, επιπλέον έκπτωση 2,5% επί του συνολικού μικτού τζίρου, αφαιρουμένων των επιστροφών, που θα αποδιδόταν στο τέλος του έτους με την έκδοση πιστωτικού τιμολογίου.

Η ενάγουσα ισχυρίστηκε με την αγωγή της, ότι αφαιρουμένων των επιστροφών, αγόρασε και μεταπώλησε κατά τη διάρκεια του έτους 2011 προϊόντα ύψους 695.742,46 ευρώ, οπότε βάσει του ανωτέρω όρου η έκπτωση επί του συνολικού μικτού τζίρου ανήλθε στο ποσό των 17.393,56 ευρώ (695.742,46 ευρώ Χ 2,5%), καθώς και ότι η εναγομένη δεν κατέβαλε το ανωτέρω ποσό με την έκδοση αντίστοιχου πιστωτικού τιμολογίου στο τέλος του έτους 2011.

Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι κατέβαλε το ανωτέρω ποσό με συμψηφισμό ανταπαίτησής της προς την ενάγουσα, προερχόμενη από την υπέρβαση του ορίου 1% των επιστροφών σε ετήσια βάση επί του τιμολογημένου τζίρου της ενάγουσας. Επικαλείται, δε, ειδικότερα ότι οι επιστροφές των προϊόντων, για τις οποίες εκδόθηκαν τα υπ' αριθμ. ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...

και ... τιμολόγια, ανήλθαν, για το έτος 2011, στο ποσό των 18.091,51 ευρώ, ήτοι αντιπροσωπεύουν ποσοστό 2,88% του ετήσιου τζίρου που πραγματοποίησε η ενάγουσα, υπερβαίνει δηλαδή το ποσοστό 1% που, βάσει της συμφωνίας τους, δεν μπορούσε να υπερβαίνει η αξία των επιστροφών σε ετήσια βάση του τιμολογημένου τζίρου της, καθώς και ότι το ποσό αυτό μαζί με τις υπόλοιπες οφειλές της προς την ενάγουσα, ανήλθε στο ποσό των 36.501,15 ευρώ και εξοφλήθηκε, στις 20-1-2012, με την υπ' αριθ. ...

επιταγή της EUROBANK, ποσού 36.501,15 ευρώ, που αυτή εξέδωσε εις διαταγήν της ενάγουσας. Ο ισχυρισμός της εναγομένης, ο οποίος αναφέρεται σε εξώδικο συμψηφισμό της απαίτησης, που έγινε πριν την έναρξη της παρούσας δίκης, συνιστά, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, ένσταση εξόφλησης, η οποία είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, κρίνεται δε, περαιτέρω, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, καθόσον από το απόσπασμα της καρτέλας καθολικού προμηθευτή, που προσκομίζει η ενάγουσα, αποδεικνύεται ότι έπειτα από συμψηφισμό εκατέρωθεν απαιτήσεων, προέκυψε υπόλοιπο υπέρ της ενάγουσας, ποσού 36.501,20 ευρώ, το οποίο η ίδια έπειτα από έλεγχο των οικονομικών καταστάσεών της, που διενήργησαν ορκωτοί ελεγκτές λογιστές, επιβεβαίωσε με το από 3-5-2012 έγγραφό της, που υπογράφεται από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της, Δ.

Α., προς την εναγομένη, αναφέροντας ειδικότερα ότι το ποσό που όφειλε η εναγομένη μέχρι 31-12-2011, ανέρχεται στο ποσό των 36.501,15 ευρώ και συμφωνεί με το ποσό, που απεικονίζεται στα λογιστικά της βιβλία. Για την οφειλή της, δε, αυτή η εναγομένη εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... επιταγή της EUROBANK, ποσού 36.501,15 ευρώ, εις διαταγήν της ενάγουσας, την οποία παρέλαβε ο ως άνω Πρόεδρος του ΔΣ της ενάγουσας, υπογράφοντας την υπ' αριθ. 1135/20-1-2012 απόδειξη είσπραξης, σημειώνοντας για αιτιολογία την εξόφληση του μεταξύ τους λογαριασμού...".

Όπως προκύπτει από το προπαρατιθέμενο περιεχόμενο της προσβαλλομένης το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης, περί εξώδικου συμψηφισμού της αναφερόμενης ανταπαίτησής της, που έγινε πριν από την έναρξη της δίκης, συνιστά ένσταση εξόφλησης, που θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ και όχι ένσταση συμψηφισμού (άρθρο 442 ΑΚ), όπως επικαλείται η αναιρεσείουσα προς θεμελίωση του παραπάνω αναιρετικού λόγου, ο οποίος, συνεπώς, είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, όπως και ο τέταρτος (επικουρικός του ανωτέρω) λόγος αναίρεσης (υπό στοιχείο ΙΙΙ. 21β), με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι με την εκδοχή ότι (το Εφετείο) έλαβε υπόψη τον ανωτέρω περί ακυρότητας του εξώδικου συμψηφισμού ισχυρισμό της και τον απέρριψε με το να δεχθεί τα αντίθετα, παραβίασε την αρχή της διαφάνειας των συναλλακτικών όρων και τις διατάξεις των άρθρων 178, 288 και 281 ΑΚ.

Με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης (υπό στοιχείο ΙΙΙ.3) κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα της εκ πλαγίου παραβίασης του άρθρου 416 ΑΚ, (α) με ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθόσον για την πληρότητα της αιτιολογίας, έπρεπε να διαλαμβάνει, το πιστωτικό τιμολόγιο που εκδόθηκε από την εναγομένη υπέρ της ενάγουσας, το οποίο στη συνέχεια εξοφλήθηκε, τα παραγωγικά αίτια, το ύψος και το ληξιπρόθεσμο των άλλων οφειλών - απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης και αναιρεσείουσας, οι οποίες μαζί με την ένδικη απαίτηση ανέρχονταν στις 31-12-2012 στο ποσό των 36.501,20 ευρώ και εξοφλήθηκαν με την ισόποση επιταγή, καθώς και τα είδη των προϊόντων, ποσότητες, τιμή για κάθε είδος, το συνολικό ποσό ως άθροισμα της αξίας κάθε είδους, το αριθμό και την ημερομηνία έκδοσης κάθε τιμολογίου επιστροφής προϊόντων. (β) με αντιφατικές αιτιολογίες, συνιστάμενες στο ότι, (1) ενώ δέχεται ότι το επίδικο ποσό εξοφλήθηκε με εξώδικο συμψηφισμό, στη συνέχεια αντιφατικά δέχεται ότι το ποσό αυτό εξοφλήθηκε με καταβολή (με την ανωτέρω επιταγή), (2) ενώ αρχικά δέχεται ότι με την επίδικη σύμβαση συμφωνήθηκε για το έτος 2011 έκπτωση (μπόνους) 2,5% επί του συνολικού μικτού τζίρου άνευ στόχου, αφαιρουμένων των επιστροφών, που θα αποδιδόταν στο τέλος του έτους με την έκδοση πιστωτικού τιμολογίου, στη συνέχεια δέχεται ότι δεν χρειαζόταν η έκδοση πιστωτικού τιμολογίου και ότι για τον υπολογισμό του δεν ήταν ελεύθερες οι επιστροφές, αλλά μόνο μέχρι 1% επί του τζίρου αγορών και ότι σε περίπτωση υπέρβασης ήταν αφαιρετέα ως ζημία της αναιρεσίβλητης ολόκληρο το ποσό που αντιστοιχούσε στην τιμολογημένη αξία των επιστροφών και (γ) με ασαφή αιτιολογία, διότι δεν προκύπτει αν για τη διαπίστωση της υπέρβασης του 1% των επιστροφών, λαμβάνονται υπόψη οι εντός του έτους 2011 επιστροφές ληγμένων - κατεστραμμένης συσκευασίας εμπορευμάτων ή και οι επιστροφές αδιάθετων εμπορεύσιμων (μη ληγμένων) εμπορευμάτων λόγω της πρόωρης λύσης της σύμβασης.

Ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι με το πρόσχημα της επικαλούμενης αναιρετικής πλημμέλειας η αναιρεσείουσα επιχειρεί να πλήξει την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εξόφλησης της ένδικης απαίτησης για την καταβολή της συμφωνηθείσας έκπτωσης (bonus).

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται σε βάρος της αναιρεσείουσας που ηττήθηκε, διότι η αναιρεσίβλητη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις και όπως προκύπτει από τα πρακτικά της παρούσας δίκης δεν υπέβαλε αίτημα περί καταδίκης της αναιρεσείουσας στα δικαστικά της έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-7-2020 (ΓΑΚ 4810/2020, ΕΑΚ 594/2020, Αριθ. Δικ. 1097/2020) αίτηση για αναίρεση της 3016/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Αυγούστου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ